Σάββατο 2 Ιανουαρίου 2021
ΣΥΓΚΡΟΥΣΗ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΠΑΤΕΡΙΚΗΣ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΕΙΟΥ ΦΡΑΓΚΟ-ΛΑΤΙΝΙΚΗΣ ΠΑΡΑΔΟΣΕΩΣ
Λόγος ψυχωφελής και θαυμάσιος (Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός)

Πρέπει να ξέρομε ότι ο άνθρωπος είναι διπλός, δηλαδή από σώμα και ψυχή, και έχει διπλές τις αισθήσεις και διπλές τις αρετές τους. Πέντε αισθήσεις έχει η ψυχή και πέντε το σώμα. Οι ψυχικές αισθήσεις είναι, νους, διάνοια, γνώμη, φαντασία και αίσθηση· οι σοφοί τις ονομάζουν και δυνάμεις. Οι σωματικές αισθήσεις είναι τούτες: όραση, όσφρηση, ακοή, γεύση και αφή. Γι΄ αυτό και διπλές είναι οι αρετές, διπλές και οι κακίες. Ώστε είναι αναγκαίο να γνωρίζει καθαρά ο κάθε άνθρωπος, πόσες είναι οι ψυχικές αρετές και πόσες οι σωματικές. Και ποια είναι τα ψυχικά πάθη και ποια τα σωματικά. Ψυχικές αρετές είναι εν πρώτοις οι τέσσερις γενικότατες αρετές, οι οποίες είναι, ανδρεία, φρόνηση, σωφροσύνη και δικαιοσύνη. Από αυτές γεννιούνται οι ψυχικές αρετές πίστη, ελπίδα, αγάπη, προσευχή, ταπείνωση, πραότητα, μακροθυμία, ανεξικακία, χρηστότητα, αοργησία, θεία γνώση, ευφροσύνη, απλότητα, αταραξία, ειλικρίνεια, η χωρίς έπαρση διάθεση, η χωρίς υπερηφάνεια, φθόνο, δόλο, η αφιλαργυρία, συμπάθεια, ελεημοσύνη, μεταδοτικότητα, αφοβία, αλυπία, κατάνυξη, σεμνότητα, ευλάβεια, επιθυμία των μελλόντων αγαθών, πόθος της βασιλείας του Θεού και επιθυμία της θείας υιοθεσίας.
Σωματικές αρετές, ή μάλλον εργαλεία των αρετών, που όταν γίνονται με γνώση κατά το θέλημα του Θεού και μακριά από κάθε υποκρισία και ανθρωπαρέσκεια, κάνουν τον άνθρωπο να προκόβει στην ταπείνωση και την απάθεια, είναι οι εξής: εγκράτεια, νηστεία, πείνα, δίψα, αγρυπνία, ολονύκτια στάση στην προσευχή, συνεχής γονυκλισία, αλουσία, χρήση ενός μόνο ενδύματος, ξηροφαγία, το να τρώει κανείς αραιά, να πίνει μόνο νερό, χαμαικοιτία, φτώχεια, ακτημοσύνη, αποφυγή περιποιήσεως, καλλωπισμού, αφιλαυτία, μόνωση, ησυχία, το να μη βγαίνει κανείς έξω, στέρηση, αυτάρκεια, σιωπή, το να κάνει κανείς εργόχειρο με τα χέρια του, και κάθε κακοπάθεια και σωματική άσκηση, και άλλα τέτοια, τα οποία, όταν είναι το σώμα εύρωστο και ενοχλείται από τα σαρκικά πάθη, είναι αναγκαιότατα και ωφελιμότατα. Όταν όμως το σώμα είναι εξασθενημένο και έχει, με τη βοήθεια του Θεού, νικήσει τα πάθη, δεν είναι τόσο αναγκαία, γιατί η αγία ταπείνωση και η ευχαριστία τα αναπληρώνουν όλα.
Τώρα πρέπει να κάνομε λόγο και για τις ψυχικές και σωματικές κακίες, δηλαδή τα πάθη. Ψυχικά πάθη είναι η λήθη, η ραθυμία και η άγνοια. Από τα τρία αυτά σκοτίζεται το μάτι της ψυχής, δηλαδή ο νους, και κυριεύεται από όλα τα πάθη, τα οποία είναι: ασέβεια, κακοδοξία, δηλαδή η κάθε αίρεση, βλασφημία, θυμός, οργή, πικρία, οξυθυμία, μισανθρωπία, μνησικακία, καταλαλιά, κατάκριση, λύπη χωρίς λόγο, φόβος, δειλία, φιλονικία, ζήλια, φθόνος, κενοδοξία, υπερηφάνεια, υποκρισία, ψεύδος, απιστία, πλεονεξία, φιλοϋλία, εμπαθής προσκόλληση σε κάτι, σχέση με γήινα πράγματα, ακηδία, μικροψυχία, αχαριστία, γογγυσμός, οίηση, έπαρση, σπουδαιοφάνεια, αλαζονεία, φιλαρχία, ανθρωπαρέσκεια, δολιότητα, αναίδεια, αναισθησία, κολακεία, υπουλότητα, ειρωνεία, διβουλία, συγκατάθεση σε αμαρτήματα του παθητικού μέρους της ψυχής και συνεχής μελέτη αυτών, περιπλάνηση των λογισμών, η μητέρα των κακών φιλαυτία και η ρίζα όλων των κακών φιλαργυρία, κακοήθεια και πονηρία.
Σωματικά πάθη είναι: γαστριμαργία, λαιμαργία, απόλαυση, μέθη, λαθροφαγία, ποικιλότροπη φιληδονία, πορνεία, μοιχεία, ασέλγεια, ακαθαρσία, αιμομιξία, παιδεραστία, κτηνοβασία, κακές επιθυμίες και όλα τα παρά φύση αισχρά πάθη· κλοπή, ιεροσυλία, ληστεία, φόνος, η κάθε σωματική άνεση και απόλαυση των θελημάτων της σάρκας, και μάλιστα όταν έχει υγεία το σώμα· μαντείες, μαγείες, οιωνισμοί, κλυδωνισμοί, αγάπη για στολίδια, κομπασμοί, νωθρότητες, καλλωπισμοί, φτιασιδώματα του προσώπου, η αξιοκατάκριτη αργία, φαντασιώσεις, τυχερά παιχνίδια, η εμπαθής παράχρηση των τερπνών του κόσμου, η φιλοσώματη ζωή που παχαίνει το νου και τον κάνει γήινο και κτηνώδη, και δεν τον αφήνει να σηκωθεί προς το Θεό και προς την εργασία των αρετών.
Ρίζες όλων αυτών των παθών και πρωταίτιες είναι η φιληδονία, η φιλοδοξία και η φιλαργυρία, από τις οποίες γεννιέται κάθε κακό. Δεν αμαρτάνει ποτέ ο άνθρωπος, αν πρωτύτερα δεν υπερισχύσουν και δεν τον κατακυριεύσουν οι δυνατοί γίγαντες που αναφέρει ο σοφότατος ασκητής Μάρκος, δηλαδή η λήθη, η ραθυμία και η άγνοια. Αυτές τις γεννά η ηδονή, η καλοπέραση και η αγάπη της δόξας των ανθρώπων και του περισπασμού. Πρωταίτια όλων αυτών και κακή μητέρα είναι, όπως προείπαμε, η φιλαυτία, δηλαδή η παράλογη αγάπη του σώματος και εμπαθής προσκόλληση σ΄ αυτό. Η διάχυση και η χαύνωση του νου με ευτραπελίες και αισχρολογίες προξενούν πολλά κακά και πολλές πτώσεις, όπως επίσης και η θρασύτητα και το γέλιο.
Πρέπει επίσης να γνωρίζομε ότι η εμπαθής φιληδονία είναι πολύμορφη και πολύτροπη, και είναι πολλές οι ηδονές που εξαπατούν την ψυχή, όταν δεν είναι στερεωμένη στο Θεό με νήψη και θείο φόβο, και δεν φροντίζει για την εργασία των αρετών με αγάπη προς το Χριστό. Γιατί είναι πάρα πολλές οι ηδονές που τραβούν προς τον εαυτό τους τα μάτια της ψυχής· είναι οι ηδονές των σωμάτων, των χρημάτων, της απολαύσεως, της δόξας, της ραθυμίας, της οργής, της εξουσίας, της φιλαργυρίας, της πλεονεξίας. Και φαίνονται όλες αυτές ότι έχουν λαμπερά πρόσωπα και αξιαγάπητα, ικανά να προσελκύσουν εκείνους που παθαίνονται για όλα αυτά και δεν έχουν σφοδρό έρωτα προς την αρετή και δεν υπομένουν τη σκληρότητά της. Κάθε σχέση με τα γήινα και η κάθε προσκόλληση σ΄ αυτά προξενεί ηδονή και ευχαρίστηση σ΄ αυτόν που την έχει, και αποδεικνύει ότι είναι ανώφελο και βλαβερό το επιθυμητικό μέρος της ψυχής όταν είναι εμπαθές, επειδή εξαιτίας του, εκείνος που αποστερείται κάτι που ποθεί, υποτάσσεται στο θυμό, στην οργή, στη λύπη και στη μνησικακία. Αν τώρα, μαζί με την εμπαθή προσκόλληση, επικρατήσει και κάποια έστω μικρή συνήθεια, αλίμονο! κάνει τότε εκείνον που κυριεύτηκε από αυτήν να ακολουθεί διαρκώς την παράλογη αυτή εμπαθή προσκόλληση αναίσθητα και χωρίς θεραπεία, με την ηδονή που είναι κρυμμένη μέσα σ΄ αυτήν.
Είναι πολυσχιδής η ηδονή της επιθυμίας, όπως προείπαμε· δεν αρκείται μόνο στην πορνεία και τις άλλες σωματικές απολαύσεις, αλλά ζητεί και τα λοιπά πάθη. Αφού, σωφροσύνη είναι όχι μόνον η αποχή από την πορνεία και τις σαρκικές ηδονές, αλλά να απέχει κανείς και από τις άλλες ηδονές. Γι΄ αυτό εκείνος που αγαπά τη φιλοχρηματία, τη φιλαργυρία και την πλεονεξία είναι ακόλαστος. Γιατί όπως ο ακόλαστος έχει έρωτα προς τα σώματα, έτσι και αυτός έχει έρωτα προς τα χρήματα. Ή μάλλον, αυτός είναι πιο ακόλαστος, αφού δεν έχει τόση βία από τη φύση να τον σπρώχνει σ΄ αυτά. Γιατί αμαθής ηνίοχος δεν είναι εκείνος πού δεν μπορεί να δαμάσει το άγριο και δυσάγωγο άλογο, αλλά εκείνος που δεν μπορεί να κρατήσει το ήμερο και ήσυχο άλογο. Και από παντού φαίνεται ότι είναι περιττή και όχι φυσική η επιθυμία των χρημάτων, γιατί δεν βιάζεται σ΄ αυτήν ο άνθρωπος από τη φύση, αλλά από την κακή του προαίρεση. Γι΄ αυτό και αμαρτάνει ασυγχώρητα εκείνος που νικιέται εκούσια από τη φιλοχρηματία. Ώστε πρέπει να γνωρίζομε καλά ότι η φιληδονία δεν έγκειται μόνον στην τρυφή και στην απόλαυση των σωμάτων, αλλά σε κάθε τρόπο και πράγμα που το αγαπά κανείς με πάθος και με την προαίρεση της ψυχής του. Και για να γνωρίζονται καθαρότερα τα πάθη που αφορούν στα τρία μέρη της ψυχής, προσθέτομε και τα παρακάτω με συντομία.
Η ψυχή διαιρείται σε τρία μέρη, το λογιστικό, το θυμικό και το επιθυμητικό.
Του λογιστικού αμαρτήματα είναι αυτά: απιστία, αίρεση, αφροσύνη, βλασφημία, αχαριστία, και οι συγκαταθέσεις των αμαρτημάτων, οι οποίες γίνονται από το παθητικό μέρος. Η ίαση και η θεραπεία αυτών των κακών είναι η αδίστακτη πίστη στο Θεό και τα αληθινά και χωρίς πλάνη ορθόδοξα δόγματα της ευσέβειας, η αδιάκοπη μελέτη των λόγων του Πνεύματος, η καθαρή και αδιάλειπτη προσευχή, και η ευχαριστία προς το Θεό.
Τα αμαρτήματα του θυμικού είναι τα εξής: η ασπλαχνία, το μίσος, η ασυμπάθεια, η μνησικακία, ο φθόνος, ο φόνος και η συνεχής αυτών και των παρομοίων μελέτη. Η ίαση και η θεραπεία τους είναι η φιλανθρωπία, η αγάπη, η πραότητα, η φιλαδελφία, η συμπάθεια, η ανεξικακία και η καλοσύνη.
Του επιθυμητικού τα αμαρτήματα είναι τα εξής: η γαστριμαργία, η λαιμαργία, η οινοποσία, η πορνεία, η μοιχεία, η ακαθαρσία, η ασέλγεια, η φιλοχρηματία, η επιθυμία της κενής δόξας και η επιθυμία χρυσού και πλούτου και σαρκικών ηδονών. Η ίαση και η θεραπεία αυτών είναι η νηστεία, η εγκράτεια, η κακοπάθεια, η ακτημοσύνη, το σκόρπισμα των χρημάτων στους φτωχούς, η επιθυμία των μελλόντων εκείνων αθάνατων αγαθών, ο πόθος της βασιλείας του Θεού και η επιθυμία της θείας υιοθεσίας.
Τώρα πρέπει να κάνομε λόγο για τη διάγνωση των εμπαθών λογισμών, από τους οποίους γίνεται η κάθε αμαρτία. Οκτώ είναι οι βασικοί λογισμοί της κακίας: της γαστριμαργίας, της πορνείας, της φιλαργυρίας, της οργής, της λύπης, της ακηδίας, της κενοδοξίας και της υπερηφάνειας. Το να μας παρενοχλούν ή να μη μας παρενοχλούν οι οκτώ αυτοί λογισμοί, αυτό δεν είναι στην εξουσία μας. Το να επιμένομε όμως σ΄ αυτούς ή να μην επιμένομε, να κινούμε τα πάθη ή να μην τα κινούμε, αυτό είναι στην εξουσία μας.
Στους λογισμούς αυτούς διακρίνομε τα εξής: προσβολή, συνδυασμό, πάλη, πάθος, συγκατάθεση (που πλησιάζει και μοιάζει με την πράξη), ενέργεια και αιχμαλωσία. Προσβολή είναι η απλή υπόμνηση του διαβόλου: «Κάνε τούτο ή εκείνο», όπως συνέβη στον Κύριο και Θεό μας: «Πες να γίνουν οι πέτρες αυτές ψωμιά». Αυτό, όπως είπαμε, δεν είναι στην εξουσία μας. Συνδυασμός είναι η παραδοχή του λογισμού που μας υποβάλλει ο εχθρός, και μ΄ ένα τρόπο, η μελέτη του πονηρού λογισμού και ηδονική συνομιλία με την προαίρεσή μας. Πάθος είναι η έξη που δημιουργείται από το συνδυασμό του λογισμού που υποβάλλει ο εχθρός, και η κατά κάποιο τρόπο συνεχής σχετική μελέτη και φαντασία. Πάλη είναι η αντίσταση στο λογισμό που γίνεται ή προς κατάργηση του πάθους που αυτός περιέχει – δηλαδή του εμπαθούς λογισμού – ή προς συγκατάθεση, καθώς λέει ο Απόστολος: «Η σάρκα επιθυμεί κατά του πνεύματος και το πνεύμα κατά της σάρκας, κι αυτά είναι αντίθετα μεταξύ τους». Αιχμαλωσία είναι η βίαιη και αθέλητη απαγωγή της καρδιάς που τυραννιέται από προηγούμενο εθισμό στην αμαρτία και μακρά συνήθεια. Συγκατάθεση είναι η συγκατάνευση στο πάθος που περιέχει ο λογισμός. Ενέργεια είναι η ίδια η πράξη του εμπαθούς λογισμού, στον οποίο συγκατατεθήκαμε. Εκείνος λοιπόν που αντιμετωπίζει απαθώς το πρώτο, δηλαδή την προσβολή, ή το διώχνει αμέσως με αντίρρηση και σταθερότητα, έκοψε με μια και όλα τα επόμενα.
Η κατάργηση των οκτώ παθών ας γίνεται με τον εξής τρόπο. Με την εγκράτεια καταργείται η γαστριμαργία· με τον θείο πόθο και την επιθυμία των μελλόντων αγαθών καταργείται η πορνεία· με τη συμπάθεια προς τους φτωχούς καταργείται η φιλαργυρία· με την αγάπη προς όλους και την καλοσύνη καταργείται η οργή· με την πνευματική χαρά καταργείται η κοσμική λύπη· με την υπομονή, την καρτερία και την ευχαριστία προς το Θεό καταργείται η ακηδία· με την κρυφή εργασία των αρετών και τη συνεχή προσευχή με συντριβή καρδιάς, καταργείται η κενοδοξία· με το να μην κρίνει κανείς τον άλλο ή να τον εξευτελίζει, όπως έκανε ο αλαζόνας Φαρισαίος, αλλά να νομίζει τον εαυτό του τελευταίο απ΄ όλους, καταργείται η υπερηφάνεια. Έτσι λοιπόν, αφού ελευθερωθεί ο νους από τα παραπάνω πάθη και ανυψωθεί στο Θεό, ζει από εδώ τη μακάρια ζωή και δέχεται τον αρραβώνα του Αγίου Πνεύματος. Και όταν φύγει από εδώ, έχοντας απάθεια και αληθινή γνώση, στέκεται μπροστά στο φως της Αγίας Τριάδας, και καταφωτίζεται μαζί με τους αγίους αγγέλους στους απέραντους αιώνες.
Η ψυχή λοιπόν, όπως προαναφέρθηκε, έχει τρία μέρη· αυτά είναι: λογισμός, θυμός και επιθυμία. Όταν στο θυμικό μέρος υπάρχει αγάπη και φιλανθρωπία, και στην επιθυμία καθαρότητα και σωφροσύνη, τότε ο λογισμός είναι φωτισμένος· όταν όμως στο θυμικό μέρος υπάρχει μισανθρωπία και στο επιθυμητικό υπάρχει ακολασία, τότε ο λογισμός είναι σκοτισμένος. Ο λογισμός λοιπόν τότε υγιαίνει και σωφρονεί και φωτίζεται, όταν έχει τα πάθη υποταγμένα και θεωρεί πνευματικά τους λόγους των κτισμάτων του Θεού και ανυψώνεται προς την μακάρια και Αγία Τριάδα. Ο θυμός τότε κινείται κατά φύση, όταν αγαπά όλους τους ανθρώπους και δεν έχει εναντίον κανενός λύπη ή μνησικακία. Η δε επιθυμία, όταν με την ταπεινοφροσύνη, την εγκράτεια και την ακτημοσύνη νεκρώσει τα πάθη, δηλαδή την ηδονή της σάρκας και τον πόθο των χρημάτων και της πρόσκαιρης δόξας, και στραφεί προς το θείο και αθάνατο έρωτα. Γιατί η επιθυμία κινείται προς τρία πράγματα: είτε προς τη σαρκική ηδονή, είτε προς τη μάταιη δόξα, ή προς απόκτηση χρημάτων. Και για την παράλογη αυτή έφεση καταφρονεί το Θεό και τις άγιες εντολές Του, λησμονεί τη θεϊκή ευγένεια, γίνεται θηρίο εναντίον του πλησίον, σκοτίζει το λογισμό και δεν αφήνει να στραφεί και να δει την αλήθεια. Ενώ εκείνος που απόκτησε ανώτερο φρόνημα, όπως προείπαμε, απολαμβάνει από εδώ τη βασιλεία των ουρανών και ζει μακάρια ζωή αναμένοντας τη μακαριότητα που προορίζεται για όσους αγαπούν το Θεό. Αυτής είθε ν΄ αξιωθούμε κι εμείς με τη χάρη του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. Αμήν.
Πρέπει να γνωρίζομε και αυτό· ότι δεν μπορούμε να φτάσομε στο μέτρο κάποιας αρετής, παρά με κοπιαστική φιλοπονία για την απόκτησή της και προσπαθώντας με όση δύναμη έχουμε σ΄ όλη μας τη ζωή, όπως λόγου χάρη για την ελεημοσύνη, την εγκράτεια, την προσευχή, την αγάπη, ή κάποια από τις γενικές αρετές. Από αυτές μερικώς ο καθένας ασκεί κάποια αρετή· λ.χ. ασκεί κανείς πότε-πότε την ελεημοσύνη, αλλά επειδή την ασκεί λίγο, δεν μπορούμε να τον χαρακτηρίσομε ελεήμονα, κι ακόμη περισσότερο όταν δεν το κάνει αυτό καλά και θεάρεστα. Γιατί το καλό δεν είναι καλό όταν δε γίνεται καλά. Αλλά καλό είναι πράγματι όταν δεν απολαμβάνει εδώ το μισθό του από οποιαδήποτε αιτία, π.χ. από ανθρωπαρέσκεια λόγω καλής φήμης, ή επιδίωξη δόξας, ή από πλεονεξία και αδικία. Επειδή ο Θεός δε ζητεί εκείνα που γίνονται και νομίζονται καλά, αλλά εξετάζει το σκοπό για τον οποίο γίνονται. Όπως λένε και οι θεοφόροι Πατέρες, όταν ο νους λησμονήσει το σκοπό της ευσέβειας, τότε και το έργο που είναι φανερά ενάρετο, γίνεται ανώφελο· και εκείνα που γίνονται χωρίς διάκριση και σκοπό, όχι μόνο δεν ωφελούν και αν ακόμη είναι καλά, αλλά βλάπτουν. Το αντίθετο συμβαίνει μ΄ εκείνα που νομίζονται κακά, γίνονται όμως με θεοσεβή σκοπό· όπως εκείνος που μπήκε στο πορνείο και τράβηξε από εκεί την πόρνη. Από αυτό γίνεται φανερό ότι δεν είναι ελεήμων εκείνος που έκανε λίγες φορές την ελεημοσύνη, ούτε είναι εγκρατής εκείνος που εγκρατεύθηκε λίγο, αλλά εκείνος που πάρα πολλές φορές και σε όλη του τη ζωή εργάστηκε ολικά την αρετή με ασφαλή διάκριση. Γιατί η διάκριση είναι μεγαλύτερη απ΄ όλες τις αρετές, επειδή είναι βασίλισσα και αρετή των αρετών. Όπως πάλι και για τ΄ αντίθετα· δε λέμε πόρνο ή μέθυσο ή ψεύτη εκείνον που μια φορά γλίστρησε σ΄ ένα από αυτά, αλλά εκείνον που πέφτει συχνά σ΄ αυτά και μένει αδιόρθωτος. Κοντά σ΄ όσα είπαμε, πρέπει να γνωρίζομε και τούτο, που είναι και αναγκαιότατο σ΄ όλους εκείνους που έχουν ζήλο να κατορθώσουν την αρετή και επιμελούνται να αποφύγουν την κακία· ότι δηλαδή, όσο η ψυχή είναι ασυγκρίτως καλύτερη από το σώμα και σε πολλά και μέγιστα σημεία είναι σπουδαιότερη και πιο πολύτιμη, τόσο και οι ψυχικές αρετές – και μάλιστα εκείνες που μιμούνται το Θεό και έχουν το όνομά Του – είναι ανώτερες από τις σωματικές αρετές. Αντίθετα πρέπει να νοούμε για τις ψυχικές κακίες, ότι διαφέρουν από τα σωματικά πάθη και ως προς τις ενέργειές τους και ως προς την έκτιση των τιμωριών που επιβάλλονται σ΄ αυτές, αν και στους πολλούς, δεν ξέρω πως, αυτό τους διαφεύγει. Γιατί τη μέθη, την πορνεία, τη μοιχεία, την κλοπή και τα παραπλήσια μ΄ αυτά, τα προσέχουν και τα αποφεύγουν, ή τα τιμωρούν, επειδή φαίνονται στους πολλούς βδελυρά. Απέναντι όμως στα ψυχικά πάθη, που είναι πολύ χειρότερα και βαρύτερα από αυτά και που οδηγούν στην κατάσταση των δαιμόνων και στην αιώνια κόλαση που τους περιμένει όσους τ΄ ακολουθούν χωρίς διόρθωση, μένουν αδιάφοροι. Εννοώ δηλαδή το φθόνο, τη μνησικακία, την πονηρία, την αναισθησία, τη φιλαργυρία, που ο Απόστολος την θεωρεί ρίζα όλων των κακών, και τα όμοιά τους.
Μιλήσαμε γι΄ αυτά με όλη την αμάθεια και την αφέλειά μας, κάνοντας μία ευσύνοπτη και σαφή έκθεση του λόγου περί αρετών και παθών, για να μπορεί κανείς εύκολα να διακρίνει και να εξακριβώνει τη διαίρεση και τη διαφορά τους με ακρίβεια και σαφήνεια. Γι΄ αυτό και μιλήσαμε για το καθένα με πολλούς τρόπους και από πολλές απόψεις, ώστε, αν είναι δυνατόν, καμιά πλευρά της αρετής ή της κακίας να μην αγνοείται· ακόμη για να επιδιώξομε με χαρά τις αρετές – και μάλιστα τις ψυχικές, με τις οποίες προσεγγίζομε στο Θεό – και για ν΄ αποφεύγομε τις κακίες με όλη μας τη δύναμη. Γιατί είναι αληθινά μακάριος εκείνος που ζητά την αρετή και την ασκεί και εξετάζει με επιμέλεια τι είναι αρετή, επειδή με αυτήν πλησιάζει το Θεό και ενώνεται νοερά μ΄ Αυτόν. Φρόνηση, ανδρεία, σοφία, αληθινή γνώση και πλούτος αναφαίρετος είναι κυρίως το ν΄ ανυψώνεται ο άνθρωπος με την πρακτική αρετή στη θεωρία του Δημιουργού.
Η αρετή λέγεται έτσι από το ρήμα «αιρείσθαι»· γιατί είναι αιρετή και θελητή, επειδή κάνομε αυτοπροαίρετα και θεληματικά το αγαθό, κι όχι χωρίς να θέλομε και αναγκαστικά. Η φρόνηση πάλι λέγεται έτσι, γιατί φέρνει στο νου τα ωφέλιμα.
Αν θέλεις, ας προσθέσομε στον αφελή αυτό λόγο, σαν χρυσή σφραγίδα, και λίγα περί του «κατ΄ εικόνα και ομοίωσιν» του πιο τιμημένου από όλα τα κτίσματα του Θεού, δηλαδή του ανθρώπου. Το νοερό και λογικό ζώο, ο άνθρωπος, μόνο απ΄ όλα τα κτίσματα είναι «κατ΄ εικόνα και ομοίωσιν» του Θεού. Κάθε άνθρωπος λέγεται «κατ΄ εικόνα Θεού» για το αξίωμα του νου και της ψυχής, δηλαδή το ακατάληπτο, το αόρατο, το αθάνατο, το αυτεξούσιο. Και ακόμη για την ικανότητα να άρχει, να τεκνοποιεί και να οικοδομεί. «Καθ΄ ομοίωσιν» λέγεται για την αρετή και τις πράξεις με τις οποίες μιμείται το Θεό και έχουν το όνομα του Θεού. Δηλαδή το να δείχνει φιλανθρωπία προς τους συνανθρώπους, να οικτείρει, να ελεεί και να αγαπά τους συνδούλους του, και να δείχνει στους άλλους κάθε ευσπλαχνία και συμπάθεια. «Να γίνεστε, λέει ο Χριστός και Θεός, σπλαχνικοί, όπως είναι σπλαχνικός και ο ουράνιος Πατέρας σας». Το «κατ΄ εικόνα» το έχει κάθε άνθρωπος, γιατί ο Θεός δεν ανακαλεί τα χαρίσματά Του. Το «καθ΄ ομοίωσιν» όμως το έχουν σπάνιοι και μόνον οι ενάρετοι και άγιοι, οι οποίοι μιμούνται – κατά το δυνατόν σε ανθρώπους – την αγαθότητα του Θεού. Είθε κι εμείς ν΄ αξιωθούμε την υπεράγαθη φιλανθρωπία του Θεού, αφού Του φανούμε ευάρεστοι με την αγαθοεργία και γίνομε μιμητές εκείνων που έχουν ευαρεστήσει από αιώνων το Χριστό. Γιατί σ΄ Αυτόν ανήκει το έλεος και σ΄ Αυτόν πρέπει κάθε δόξα, τιμή και προσκύνηση, μαζί με τον άναρχο Πατέρα Του, και το πανάγιο και αγαθό και ζωοποιό Πνεύμα Του, τώρα και πάντοτε και στους αιώνες των αιώνων.
(Πηγή: egolpion.com)
ΘΕΙΑ ΜΕΤΑΛΗΨΙΣ ΧΩΡΙΣ ΟΛΙΓΟΠΙΣΤΙΑ(Ἱερά Μονή Ὁσίου Γρηγορίου)

Μέσα στό κλῖμα τοῦ γενικευμένου φόβου, τό ὁποῖο προκάλεσε ἡ πανδημία τοῦ κορωνοϊοῦ, ἀμφισβητήθηκε ὁ παραδεδομένος τρόπος τῆς θείας Μεταλήψεως. Ἄνθρωποι πού δέν καταλαβαίνουν τί εἶναι ἡ Ἐκκλησία, ἀδιάφοροι ἤ ἐχθρικοί πρός τήν χριστιανική πίστι, ἔριξαν καί καλλιέργησαν στόν φοβισμένο κόσμο τήν ἰδέα ὅτι ἡ κοινή λαβίδα πρέπει νά καταργηθῇ, διότι μπορεῖ νά μεταδώσῃ ἀσθένειες καί νά θέσῃ σέ κίνδυνο τήν δημόσια ὑγεία. Ἔτσι, δυστυχῶς, ἐπηρεάσθηκαν καί κάποιοι πιστοί ἄνθρωποι. Διστάζουν πιά νά μεταλάβουν ἀπό τήν ἴδια λαβίδα. Νομίζουν ὅτι κινδυνεύουν. Ἄλλοι πάλι δέν ἐπιτρέπουν σέ μέλη τῆς οἰκογενείας τους νά μεταλάβουν, φοβούμενοι τήν μετάδοσι τοῦ ἰοῦ στό σπίτι τους.
Ἡ ἰδέα βρῆκε ὑποστήριξι καί ἀπό θεολόγους, οἱ ὁποῖοι ἔγραψαν ὅτι πρέπει νά συγκαταβοῦμε στήν ἀδυναμία τῶν φοβισμένων συνανθρώπων μας· ὅτι εἶναι φιλανθρωπία τό νά μή τούς βάλουμε σέ κίνδυνο· ὅτι δέν εἶναι ἀρχαία παράδοσις ἡ λαβίδα· ὅτι δέν προσβάλλουμε τό Μυστήριο μέ τούς ἐναλλακτικούς τρόπους μεταλήψεως· καί ὅτι, τέλος πάντων, ἦρθε ἡ ὥρα νά καταργηθῇ «αὐτός ὁ ἀπολίτιστος τρόπος τῆς Μεταλήψεως διά λαβίδος».
Εἶναι φανερό ὅτι ὁ κακομήχανος διάβολος ἔβαλε τήν Ἐκκλησία σέ νέα δοκιμασία. Ἔσπειρε πρῶτα στήν ψυχή μας τόν φόβο, τήν ὀλιγοπιστία καί τήν ἀμφιβολία, ὅτι δῆθεν κινδυνεύουμε ἀπό τήν θεία Μετάληψι, καί κατόπιν ἔβαλε ἀνθρώπους νά ἐξευγενίσουν τήν ὀλιγοπιστία μας καί νά τήν ὀνομάσουν ἄλλοτε συγκατάβασι καί ἄλλοτε ἀγάπη καί ἐνδιαφέρον γιά τούς συνανθρώπους μας. Ἔβαλε καί κάποιους ἄλλους νά ἀποδομήσουν τήν πίστι μας στό ὑπερφυές καί θεῖο Μυστήριο τῆς Θείας Κοινωνίας, νά πιστέψουμε δηλαδή ὅτι μπορεῖ νά γίνῃ μέσο διασπορᾶς ἀσθενειῶν. Μέ τέτοιους φόβους τοποθετήσαμε φίλαυτα τήν ὑγεία μας πάνω καί ἀπό τήν πρώτη ἐντολή τοῦ Θεοῦ, πού ὁρίζει νά ἀγαπᾶμε τόν Θεό «ἐξ ὅλης τῆς καρδίας καί ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς καί ἐξ ὅλης τῆς διανοίας καί ἐξ ὅλης τῆς ἰσχύος» μας[1]. Ἐπιθυμοῦμε νά Τόν μεταλαμβάνουμε ἀμφισβητώντας Τον!
Τίς σκέψεις πού ἀκολουθοῦν τίς προσφέρουμε στούς ἀδελφούς μας χριστιανούς πού ἀγαποῦν τόν Χριστό, πού θέλουν νά ζοῦν στήν Ἐκκλησία μέ γνήσιο καί αὐθεντικό τρόπο, πού ποθοῦν τήν ἐν Χριστῷ σωτηρία τους, ἀλλά φοβοῦνται καί διστάζουν νά μεταλάβουν μέ τήν παραδοσιακά γνωστή μας ἁγία λαβίδα.
α΄. Ὁ ἀθέλητος φόβος, ὅτι θά ἀρρωστήσουμε ἤ θά πεθάνουμε, εἶναι συγγνωστός, ἀφοῦ ἀκόμη δέν ἔχουμε ἀποκτήσει βιωματική «πεῖρα τῆς Ἀναστάσεως»[2]. Ἡ ἀσθένεια γεννᾶ ὑπαρξιακό φόβο θανάτου, ὁ ὁποῖος ὑπερβαίνεται μόνο μέ ἰδιαίτερη Χάρι ἀπό τόν Θεό. Ὅμως, ἄν ὡς ἀτελεῖς ἄνθρωποι φοβηθήκαμε, γιά τήν Ἐκκλησία ὡς Ἐκκλησία ὁ φόβος τοῦ θανάτου εἶναι ἀδικαιολόγητος. Ἡ Ἐκκλησία ἔχει τήν ἀναστάσιμη ἐμπειρία, ἡ ὁποία δέν ἔχει φόβο καί ὀλιγοπιστία («ἡ τελεία ἀγάπη ἔξω βάλλει τὸν φόβον»[3]). Αὐτήν τήν ἐμπειρία τήν ἐκφράζουν οἱ Ἅγιοι. Αὐτοί μᾶς λένε πῶς πρέπει νά μεταλαμβάνουμε, μᾶς ὑπενθυμίζουν ὅτι σέ καιρό λοιμικῆς ἐπιδημίας ἔκαναν λιτανεῖες, λειτουργοῦσαν καί ἐλειτουργοῦντο καί μετελάμβαναν χωρίς φοβίες γιά τήν Θεία Λειτουργία καί γιά τήν κοινή λαβίδα τῆς Μεταλήψεως. Ἔχοντας αὐτήν τήν παρακαταθήκη τῶν Ἁγίων μας, πρέπει μᾶλλον νά μετανοοῦμε γιά τήν ὀλιγοπιστία μας, παρά νά ζητοῦμε νά καταστήσουμε τόν φοβισμένο ἑαυτό μας καινό νομοθέτη στήν Ἐκκλησία.
β΄. Ὅπως διδάσκει ἡ Ἐκκλησία μας, μέ τήν Θεία Λειτουργία οἱ χριστιανοί προσφέρουμε στόν Θεό τήν Εὐχαριστία μας. Δηλαδή προσφέρουμε τόν ἑαυτό μας, τούς συνανθρώπους μας καί ὅλη τήν ζωή μας εὐχαριστιακά στόν Θεό, διότι ἀνήκουμε σέ Αὐτόν καί ὄχι στόν ἑαυτό μας[4]. Μεταλαμβάνουμε «μετά φόβου Θεοῦ, πίστεως καί ἀγάπης» εὐχαριστώντας τόν Χριστό πού πέθανε καί ἀναστήθηκε γιά μᾶς[5]. Σέ αὐτήν τήν εὐχαριστιακή πρᾶξι συμμετέχουμε καθαροί ἀπό κάθε πάθος, διότι λέμε: «Ἰδού βαδίζω πρός Θείαν Κοινωνίαν· Πλαστουργέ, μή φλέξῃς με τῇ μετουσίᾳ· πῦρ γάρ ὑπάρχεις τούς ἀναξίους φλέγον· ἀλλ’ οὖν κάθαρον ἐκ πάσης με κηλίδος»[6].
Τώρα, μέ τήν φοβία πού ἔσπειραν στόν νοῦ μας, κυριευμένοι ἀπό ὀλιγοπιστία ἀλλάζουμε νοοτροπία, διάθεσι καί στάσι. Ξεχνοῦμε ὅτι ἡ Μετάληψις προϋποθέτει εὐχαριστιακή διάθεσι καί ὅτι εἶναι Εὐχαριστία στόν Θεό. Δείχνουμε ὅτι ἀνήκουμε ὄχι εὐχαριστιακά στόν Θεό ἀλλά φίλαυτα στόν ἑαυτό μας. Συμπεριφερόμαστε ἐγωκεντρικά. Μεταλαμβάνοντας ἔτσι, μέ ὀλιγοπιστία, μέ τήν ἰδέα δηλαδή ὅτι ἐνδέχεται νά κολλήσουμε ἀσθένεια, ἀστοχοῦμε καί προφανῶς ἁμαρτάνουμε.
Τόν παλαιό καιρό ἡ Ἐκκλησία ὕψωνε δυνατή φωνή νά κλείσουν οἱ πόρτες τοῦ ναοῦ γιά τούς ἀμυήτους, γιά ἐκείνους πού δέν εἶχαν ἀκόμη βαπτισθῆ («τάς θύρας, τάς θύρας»). Ὅσοι ἐπίσης χριστιανοί εἶχαν ἁμαρτήσει βαρειά, στέκονταν στόν νάρθηκα τῆς Ἐκκλησίας «προσπίπτοντες» ἤ «προσκλαίοντες» γιά ἕνα, δύο, τρία ἤ καί περισσότερα χρόνια. Μετά ἀπό αὐτήν τήν προετοιμασία ἔμπαιναν στόν κυρίως ναό, ἔστεκαν «ἀκροώμενοι» τό κήρυγμα καί κάποιες εὐχές καί ἐπέστρεφαν στόν νάρθηκα μαζί μέ τούς κατηχουμένους. Μόνον ὅταν μετά ἀπό μία ὁλοκληρωμένη μετάνοια μποροῦσαν «μετά φόβου Θεοῦ, πίστεως καί ἀγάπης» νά σταθοῦν καθαροί μπροστά στόν Θυσιαζόμενο Ἀμνό, μόνον τότε ἀνταποκρίνονταν στήν προτροπή τοῦ λειτουργοῦ «προσέλθετε» στήν θεία Μετάληψι. Εἶναι μία ἀρχαία καλή πρακτική. Ἄς διερωτηθοῦμε καί ἐμεῖς σήμερα, μήπως θά ἔπρεπε νά παραμείνουμε στόν νοερό νάρθηκα τῆς Ἑκκλησίας «προσκλαίοντες» γιά τήν ὀλιγοπιστία μας, ἕως ὅτου ἐπανακτήσουμε φόβο Θεοῦ, πίστι καί ἀγάπη, δηλαδή μέχρις ὅτου παύσουμε νά ἀμφισβητοῦμε φίλαυτα τόν Νικητή τοῦ θανάτου. Ἄλλωστε, πρέπει νά κοινωνοῦμε ἀξίως. Ἡ ὀλιγοπιστία, ἡ ἀμφιβολία καί ἡ ἀμφισβήτησις δέν εἶναι καλές προϋποθέσεις. Ὁ ἀπόστολος Παῦλος μᾶς ἔχει προειδοποιήσει: «ὅς ἄν ἐσθίῃ τόν ἄρτον τοῦτον ἤ πίνῃ τὸ ποτήριον τοῦ Κυρίου ἀναξίως, ἔνοχος ἔσται τοῦ σώματος καί αἵματος τοῦ Κυρίου. Δοκιμαζέτω δέ ἄνθρωπος ἑαυτόν, καί οὕτως ἐκ τοῦ ἄρτου ἐσθιέτω καί ἐκ τοῦ ποτηρίου πινέτω»[7].
γ΄. Ἄν οἱ Ὀρθόδοξοι πιστέψουμε, δεχθοῦμε ἤ τυχόν συνηγορήσουμε ὅτι ἡ Θεία Κοινωνία μεταδίδει καί διασπείρει ἀσθένειες, ἄν δέν ἀντιλαμβανόμαστε (ἔστω, ἄν ὄχι διά μεθέξεως, τοὐλάχιστον διά πίστεως) ὅτι ὁ λειτουργός πού μεταδίδει καί ὁ πιστός πού μεταλαμβάνει τόν Ἄρτο καί τόν Οἶνο τῆς Εὐχαριστίας εἶναι μέσα στόν ὑπέρφωτο γνόφο τῆς Βασιλείας, προδίδουμε τόν λόγο τῆς χριστιανικῆς μας ὑπάρξεως. Ἡ Θεία Κοινωνία πρέπει νά εἶναι μετοχή στήν Βασιλεία τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος· διαφορετικά, στήν Λειτουργία παίζουμε θέατρο.
Ὅσοι πλησιάζουν στό Ἅγιο Ποτήριο μέ θεία ἀγάπη, ψελλίζοντας μέ αἴσθησι καρδίας «ἔθελξας πόθῳ με, Χριστέ, καί ἠλλοίωσας τῷ θείῳ σου ἔρωτι» καί «τοῦτο αὐτό ἐστι τό ἄχραντον Σῶμά σου καί τοῦτο αὐτό ἐστι τό τίμιον Αἷμά σου»[8], δέν θά συμφωνοῦσαν μέ τήν δική μας ὀλιγοπιστία. Δέν θά δέχονταν νά μεταλάβουν ἀπό ἄλλη λαβίδα, ἤ χωρίς λαβίδα, ἀπό φόβο καί μόνο.
δ΄. Δημοσιεύθηκε, ὅτι τήν περίοδο τῶν περιοριστικῶν μέτρων κάποιος χριστιανός ζήτησε νά μεταλάβῃ. Τοῦ τό ἀρνήθηκαν. Ἔφυγε ξαφνικά τήν ἄλλη μέρα ἀπό τήν παροῦσα ζωή μέ τό παράπονο. Καί ὄχι μόνο. Ἄς τό ὁμολογήσουμε. Ἀξίζει νά διερωτηθῇ κανείς: Μέ τέτοια ὀλιγόπιστη ποιμαντική πῶς θά σταθοῦμε μπροστά στό ἀδέκαστο Βῆμα; Τί θά ποῦμε στόν δικαιοκρίτη Κύριο γιά ὅλους ἐκείνους τούς ἀδελφούς μας πού εἶχαν ἀνάγκη νά μεταλάβουν (ἀρρώστους, πονεμένους, ἑτοιμοθανάτους κ.λπ.) καί ἔφυγαν ἀπό τήν ζωή χωρίς τό οὐράνιο Ἐφόδιο ἐξαιτίας τῆς ὀλιγοπιστίας μας;
ε΄. Ἀπό μή Ὀρθοδόξους δέν ἀπαιτοῦμε νά ἀποδεχθοῦν ὅτι ἡ Θεία Κοινωνία εἶναι ὑπερφυές Μυστήριο καί δέν μεταδίδει ἀσθένειες. Ἄλλωστε, ἡ χρῆσις λαβίδος δέν εἶναι στοιχεῖο τῆς πρακτικῆς τους καί γι’ αὐτό τήν φοβοῦνται· καί τήν μετάληψι ἀπό τό ἴδιο Ἅγιο Ποτήριο τήν ἔχουν καταργήσει ἐδῶ καί αἰῶνες. Ὅσοι Ὀρθόδοξοι ζοῦμε σέ ἕνα ἑτερόδοξο περιβάλλον, ὀφείλουμε νά λειτουργούμεθα σύμφωνα μέ τήν δική μας λειτουργική Παράδοσι, καί νά μή συρώμεθα στήν χοάνη τῆς ὁμογενοποιήσεως τῶν λειτουργικῶν τύπων. Ἡ ὁμογενοποίησις ὁδηγεῖ σέ συγκρητιστικές ἀτραπούς καί θεολογικά ὀλισθήματα. Θά μεταλαμβάνουμε χωρίς νά ὀλιγοπιστοῦμε στό Μυστήριο, χωρίς τήν ἰδέα ὅτι διά τοῦ Ποτηρίου ἤ διά τῆς λαβίδος μεταδίδονται ἀσθένειες. Καί ἄν ἐπισείωνται ποινές καί ἀσήκωτα πρόστιμα, θά θυμόμαστε τίς ἐποχές τῶν διωγμῶν. Ἡ Ἐκκλησία σέ περίοδο διωγμοῦ χρησιμοποιοῦσε ἀνενδυάστως ἐναλλακτικούς τρόπους Μεταλήψεως. Ἔστελνε στόν φυλακισμένο μάρτυρα τήν Θεία Κοινωνία μέ κάποιον ἐπιδέξιο τρόπο. Δέν δίσταζε νά ἐπινοῇ τρόπους, ὥστε τό «ἐφόδιον τῆς ἀθανασίας» νά φθάσῃ στόν φυλακισμένο ἀθλητή τῆς θείας ἀγάπης. Μέ τήν διαφορά ὅτι οὔτε ὁ φυλακισμένος μάρτυς οὔτε ὁ θαρραλέος μεταφορέας τῆς Θείας Κοινωνίας διακατέχονταν ἀπό φοβία καί ὀλιγοπιστία γιά τό Μυστήριο. Ἦσαν πλημμυρισμένοι ἀπό τόν φόβο τοῦ Θεοῦ, τήν πίστι καί τήν ἀγάπη. Μετελάμβαναν μέ πίστι, ὄχι μέ ὀλιγοπιστία!
στ΄. Ἄν τυχόν βρεθοῦμε σέ συνθῆκες διωγμοῦ, πολύ σωστά πρέπει νά βροῦμε διάφορα “τεχνάσματα”, μέ τά ὁποῖα θά μεταλαμβάνουν οἱ σύγχρονοι μάρτυρες. Ἄν ὅμως ἀλλάξουμε τόν τρόπο Μεταλήψεως ἀπό φόβο, ὀλιγοπιστία καί φιλαυτία, δέν θά μπορέσουμε νά κρύψουμε τήν εὐθύνη μας: «Ἑκουσίως γάρ ἁμαρτανόντων ἡμῶν μετά τό λαβεῖν τήν ἐπίγνωσιν τῆς ἀληθείας, οὐκέτι περί ἁμαρτιῶν ἀπολείπεται θυσία, φοβερά δέ τις ἐκδοχή κρίσεως καί πυρός ζῆλος ἐσθίειν μέλλοντος τούς ὑπεναντίους»[9]. Σέ νεοελληνική ἀπόδοσι: «Ἄν, ἀφοῦ γνωρίσαμε τήν ἀλήθεια, ἁμαρτάνουμε μέ τήν θέλησί μας, δέν ἀπομένει πλέον ἄλλη θυσία νά συγχωρηθοῦν οἱ ἁμαρτίες μας, ἀλλά μᾶς περιμένει φοβερή καταδίκη καί τό αἰώνιο πῦρ πού μέλλει νά κατακαίῃ ἐκείνους πού ἀντιστέκονται στόν Θεό».
Ὅταν ἡ ἴδια ἡ συνείδησίς μας θά μᾶς καταλογίσῃ ὅτι ἀπιστοῦμε στό Μυστήριο, δέν θά μᾶς καλύψῃ καμμία διδακτορική διατριβή περί τοῦ «πότε εἰσήχθη ἡ χρῆσις λαβίδος εἰς τήν Ἐκκλησίαν», οὔτε θά μᾶς δικαιώσῃ κάποια δῆθεν ποιμαντική μας εὐαισθησία γιά ἐκείνους πού θέλουν νά μεταλάβουν τόν Ζωοδότην ἀλλά Τόν φοβοῦνται, διότι τό ἀψευδές στόμα τοῦ Χριστοῦ εἶπε κάποτε τόν σκληρό ἀλλά ἀποφασιστικό λόγο: «Μή καί ὑμεῖς θέλετε ὑπάγειν;»[10]. Καί ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἔγινε «τοῖς πᾶσι τά πάντα, ἵνα πάντως τινάς σώσῃ», ὄχι ὅμως ὡς ἄνομος ἀλλ’ «ὡς ἔννομος Χριστῷ»[11]. Ὄχι ὀλιγοπιστώντας ἤ ἀμφισβητώντας Ἐκεῖνον, χάριν τοῦ Ὁποίου ἔγινε τά πάντα τοῖς πᾶσι. Τά ρητορικά σχήματα νεωτεριστῶν θεολόγων, πού ἀναφέρονται στήν ἐπικινδυνότητα τοῦ «ἰοῦ τοῦ φονταμενταλισμοῦ» καί τῶν ἄλλων συναφῶν «λοιμογόνων ἰῶν τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος», θά φανοῦν ἀνίσχυρα, ὅταν ἡ συνείδησίς μας θά μᾶς καταλογίζῃ ὅτι ἁμαρτήσαμε. Γιατί ἄραγε δέν εἶναι «λοιμογόνος» ἡ ὀλιγοπιστία καί ἡ φοβία πού μᾶς ἔρχονται ἀπό ἕναν κόσμο πού ἀγνοεῖ, περιφρονεῖ ἤ καί ἐχθρεύεται τό Ὀρθόδοξο ἦθος καί βίωμα; Δέν εἶναι διδακτική ἡ ἱστορία πού διασώζει ὁ ἀρχιεπίσκοπος Ἀλεξανδρείας Διονύσιος (3ος αἰώνας) περί τῆς ἀφοβίας, τῆς πίστεως καί τῆς αὐτοθυσίας τῶν χριστιανῶν[12], οἱ ὁποῖοι ἐν καιρῷ φοβερῆς λοιμικῆς ἐπιδημίας συμπαραστέκονταν στούς ἀσθενεῖς καί κήδευαν τούς νεκρούς σχεδόν σίγουροι ὅτι θά ἀρρωστήσουν καί θά πεθάνουν καί οἱ ἴδιοι, τήν ἴδια στιγμή πού οἱ ἐθνικοί ἔφευγαν φοβισμένοι καί ἐγκατέλειπαν ἀβοήθητους καί ἄταφους τούς ἴδιους τούς συγγενεῖς τους; Ὅταν οἱ ἡρωϊκοί ἐκεῖνοι χριστιανοί τῆς Ἀλεξανδρείας ἀψηφοῦσαν τόν θάνατο γιά τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ καί τοῦ θνήσκοντος συνανθρώπου, θά εἶχαν ἄραγε τήν ὀλιγοπιστία νά φοβοῦνται τήν θεία Μετάληψι ἀπό τό ἕνα Ἅγιο Ποτήριο (σήμερα τήν ἁγία λαβίδα) στόν ναό τους;
ζ΄. Ἡ ἐπιστροφή στήν «παλαιά τάξι τῆς μεταλήψεως» (ὅπως στήν Λειτουργία τοῦ ἁγίου Ἰακώβου) δέν εἶναι λύσις. Πρῶτον, διότι ἡ παλαιά τάξις δέν εἶναι ἄμοιρη ἀντικειμενικῶν δυσκολιῶν (μετάληψις βρεφῶν, ἡλικιωμένων, ἀσθενῶν), λόγῳ τῶν ὁποίων εἶχε σταδιακά ἐγκαταλειφθῆ. Δεύτερον, διότι ἐφ’ ὅσον ἡ μετάληψις τοῦ θείου Αἵματος προβλεπόταν καί ἀπαιτεῖ νά γίνεται ἀπό τό ἴδιο Ἅγιο Ποτήριο, δέν θά ἐπιτραπῇ ἀπό τούς ἀντιεκκλησιαστικά νομοθετοῦντες πολιτικούς ἄρχοντες. Καί τρίτον, διότι ἡ τυχόν «τροποποίησίς» της μέ χρῆσι πολλῶν λαβίδων, ὥστε νά ἀποφευχθῇ ἡ μετάληψις ἀπό τό ἴδιο Ἅγιο Ποτήριο, φανερώνει ὅτι φοβόμαστε καί ὀλιγοπιστοῦμε, καί ἑπομένως ὁδηγούμαστε στίς συνέπειες πού προαναφέρθηκαν. Ἕνας ἱερεύς, πού ἐπί πολλές δεκαετίες μεταλαμβάνει χιλιάδες πιστούς (ὑγιεῖς καί ἀσθενεῖς) καί ὁμολογουμένως χωρίς φόβο καταλύει τό Ἅγιο Ποτήριο, ὁπωσδήποτε δέν θά διστάσῃ καί σήμερα νά παροτρύνῃ τούς φοβισμένους χριστιανούς μας νά ἀποβάλουν τόν φόβο καί νά πλησιάσουν χωρίς ὀλιγοπιστία στό Ποτήριο τῆς Ζωῆς. Οἱ συνοδικές ἀποφάσεις τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καί τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, σύμφωνα μέ τίς ὁποῖες δέν ὑφίσταται λόγος νά ἀλλάξῃ ὁ τρόπος τῆς θείας Μεταλήψεως, εἶναι παρήγορες καί ἐνισχυτικές.
Ὅσοι φοβηθήκαμε, ἄς προσπέσουμε ἐν μετανοίᾳ σέ Ἐκεῖνον πού ἀπό ἐμᾶς ἀμφισβητήθηκε, ἄς ζητήσουμε τήν συγχώρησί Του γιά τήν ὀλιγοπιστία μας καί ἄς «ἀναστηλώσουμε» μέσα μας τήν ἀφοβία γιά τήν θεία Μετάληψι. Διότι, ὅσο φοβόμαστε τήν διασπορά ἀσθενειῶν μέ τήν χρῆσι τῆς λαβίδος, κατεβάζουμε τό Μυστήριο ἀπό τό θεῖο ὕψος του καί ἐνεργοῦμε ὡς εἰκονομάχοι. Ἡ «ἀναστήλωσις» αὐτή θά γίνῃ ἕνα ἀσφαλές κριτήριο πού θά διαχωρίζῃ τίς θεοφιλεῖς λύσεις ἀνάγκης ἐν καιρῷ διωγμοῦ ἀπό τίς ὀλιγόπιστες «λύσεις» ἐν καιρῷ εἰρήνης. Ἄς συνεχίσουμε νά μεταλαμβάνουμε ἀκριβῶς ὅπως μεταλαμβάναμε, καί μάλιστα στόν ναό, ἐφ’ ὅσον μᾶς τόν ἀφήνουν ἀνοικτό, ἀκόμη καί ἄν συμβῇ μαζί μέ ἐμᾶς νά μεταλαμβάνουν ἀπό τό ἴδιο Ἅγιο Ποτήριο καί ἀσθενεῖς ἀπό ὁποιαδήποτε ἀσθένεια. Ἄς μή ἐπιτρέψουμε στούς λογισμούς τῆς ὀλιγοπιστίας νά κατακυριεύσουν τόν νοῦ καί τήν καρδιά μας. Ὅταν ὁ Πέτρος κάποτε ὀλιγοπίστησε, ἄρχισε νά βυθίζεται καί ἄκουσε τόν Κύριο νά τοῦ λέγῃ: «Ὀλιγόπιστε, εἰς τί ἐδίστασας;»[13]. Ἄν κλείσουν τούς ναούς μας, θά βρεθοῦν τρόποι μεταλήψεως, χωρίς ἀπό ἐμᾶς τούς ἴδιους νά «κενωθῇ ὁ σταυρός τοῦ Χριστοῦ»[14] λόγῳ ἀπιστίας στό Μυστήριο τῆς ἄπειρης ἀγάπης τοῦ Θεοῦ, τήν μετάληψι τῆς θείας Εὐχαριστίας.
[1] Πρβλ. Μάρκ. ιβ΄ 30.
[2] Βλ. Παρακλητική, ἦχος γ΄, Ὄρθρος Κυριακῆς, γ΄ στιχηρόν Αἴνων.
[3] Α΄ Ἰω. δ΄ 16-18.
[4] Α΄ Κορ. στ΄ 19.
[5] Β΄ Κορ. ε΄ 15.
[6] Μ. Ὡρολόγιον, Ἀκολουθία Θ. Μεταλήψεως.
[7] Α΄ Κορ. ια΄ 27-28.
[8] Μ. Ὡρολόγιον, Ἀκολουθία Θ. Μεταλήψεως.
[9] Ἑβρ. ι΄ 26-27.
[10] Ἰω. στ΄ 67.
[11] Πρβλ. Α΄ Κορ. θ΄ 21-22.
[12] Εὐσεβίου Καισαρείας, Ἐκκλησιαστική Ἱστορία Ζ-Ι, ΕΠΕ, Θεσ/νίκη 1978, τόμ. 3, κα΄ «Περί τῆς ἐπισκηψάσης νόσου», σελ. 54-60.
[13] Ματθ. ιδ΄ 31.
[14] Α΄ Κορ. α΄ 17.
Ο Παπαδιαμάντης πίσω από τα χριστουγεννιάτικα διηγήματα

Με αφορμή ένα άρθρο του Σταμ. Σταμ. από το 1943.
Τα τελευταία χρόνια κάθε φορά που πλησιάζουν τα Χριστούγεννα βλέπω να κυκλοφορεί στα σάιτ και στο Facebook ένα άρθρο του Σταμ. Σταμ. σχετικά με το πώς γνώρισε τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη στα γραφεία της εφημερίδας «Ακρόπολις» όταν εκείνος πήγε να του αφήσει χριστουγεννιάτικα διηγήματα προς δημοσίευση. Όσα περιγράφονται στο κείμενο με κέντρισαν να αναζητήσω περισσότερες λεπτομέρειες για τη ζωή του Παπαδιαμάντη.
Το άρθρο του Σταμ. Σταμ., δηλαδή του Σταμάτη Σταματίου, ο οποίος εργάστηκε για πολλές δεκαετίες ως δημοσιογράφος σε εφημερίδες, δημοσιεύτηκε το 1943 στα «Αθηναϊκά Νέα» με τίτλο «Πώς τον γνώρισα». Σε αυτό περιγράφει την πρώτη επαφή του με τον Παπαδιαμάντη ένα βροχερό βράδυ λίγο πριν από τα Χριστούγεννα (δεν μας λέει ποιας χρονιάς), την εποχή που μαθητής στο Γυμνάσιο της Πλάκας έγραφε παράλληλα στην «Ακρόπολη» και είχε αναλάβει την επιμέλεια του χριστουγεννιάτικου τεύχους του περιοδικού «Α.Ο.Δ.Ο», καθώς και τη διανομή χρηματικών εράνων που έκανε η εφημερίδα υπέρ των πτωχών. Του είχε ζητηθεί τότε να βρει μεταξύ άλλων τον Παπαδιαμάντη προκειμένου να του ζητήσει να γράψει για το περιοδικό. Ο Σταματίου επειδή δεν μπορούσε να τον εντοπίσει του άφηνε παντού μηνύματα.
«Πέρασαν ημέρες αρκετές. Ήσαν προπαραμονές των Xριστουγέννων. Ήταν ώρα δειλινού και ενώ καθόμουνα σ’ ένα από τα γραφεία της Ακροπόλεως εις την Στοάν του Πάππου, τότε. Άλλος κανείς μού φαίνεται από την σύνταξη δεν ήτανε εκεί. Ήταν η ώρα της ρετσίνας, του κόρτε και του ρεπορτάζ. Κι εγώ τότε ούτε ρετσίνα έπινα, ούτε με τα ρεπορτάζ απησχολούμην. Κάτι έγραφα όμως εκείνη την στιγμή, και ήμουνα απορροφημένος με την εργασία, όταν μέσα στο θαμπόφως της εσπέρας, που γινότανε βαθύτερον εις το γραφείον, άνοιξε η πόρτα και μπήκε ένας άνθρωπος, μάλλον υψηλός, κακοντυμένος, με υποκάμισο ζουλισμένο στο λαιμό, χωρίς γραβάτα, με ρούχα οπωσδήποτε απεριποίητα και μακρύ επανωφόρι τριμμένο. Παρά την φτωχική εμφάνισιν, τα γένεια του και τα απεριποίητα μαλλιά του, το μελαψό του πρόσωπο ήτανε κόκκινο στα μάγουλα, κι από τα μάτια του έσταζε μια γλύκα. Εμπήκε συνεσταλμένος και δειλός.
— Ο κύριος Σίγμα;
Ενόμισα πως ήταν κανένας από τους φτωχούς που συστημένοι εις εμέ από τη διαχείριση, ήρχοντο να πάρουνε σημείωμα για να εισπράξουν το χριστουγεννιάτικο βοήθημά τους.
— Εγώ είμαι, του απήντησα, αλλά καθίστε μια στιγμή, σας παρακαλώ, να τελειώσω κάτι που γράφω εδώ και αμέσως θα σας διευκολύνω.
Εκάθισε σκυφτός με γυρμένο το κεφάλι και κοίταζε διαρκώς το πάτωμα.
— Ο κακομοίρης, σκέφθηκα, φτώχεια μεγάλη θα ’χει!
Και τον κοίταξα με βλέμμα πονεμένο και μια συμπάθεια μεγάλη που έφτανε μέχρι συγκινήσεως.
— Ορίστε, του είπα, άμα ετελείωσα.
— Με ζητήσατε;
— Όχι, εγώ δεν σας ζήτησα, αλλά ξέρω γιατί ήρθατε και θα τελειώσω αμέσως τη δουλειά σας.
Μου φαίνεται ότι δίναμε δέκα δραχμές σε κάθε άτομο οικογενείας. Σημειωτέον ότι η “Ακρόπολις”, η οποία έκαμνε τις ημέρες εκείνες τις μεγάλες αυτές φιλανθρωπικές χειρονομίες, κινδύνευε να μη βγει για έλλειψη χαρτιού και οι συντάκται της να μην πάρουν ούτε δέκα δραχμές για να περάσουν τα Χριστούγεννα.
Για να κανονίσω το ποσόν όπου θα έπαιρνε, ηθέλησα να μάθω τα μέλη της οικογενείας του.
— Είσθε παντρεμένος;
— Όχι… ακόμη! μου είπε μ’ ένα πικρό μειδίαμα.
— Έχετε άλλη οικογένεια;
— Δύο αδελφές, αλλά δεν είναι εδώ.
Για να τον βοηθήσω περισσότερο, εσκέφθηκα να κάμω μία πλαστογραφία. Να συμπεριλάβω ως συγκατοικούσας εις τας Αθήνας με αυτόν και τας αδελφάς του και έκαμα μίαν απόδειξιν για τριάκοντα δραχμές.
— Λαμβάνεις τον κόπο, του είπα, να περάσεις από το λογιστήριον.
Ευχαρίστησε ψιθυριστά, σαν φοβισμένος και συνεσταλμένος πάντοτε, σηκώθηκε, αλλά σαν να κοντοστεκότανε.
— Κι αυτά τί να τα κάμω; Δεν τα θέλετε;
Και μου έδειχνε κάτι χαρτιά, Νόμισα πως ήταν πιστοποιητικά απορίας.
— Κράτησέ τα, του είπα, εμάς δεν μας χρειάζονται.
Εσείστηκε, λυγίστηκε ολίγο, έκανε, σκυφτός, να φύγει, ξαναγύρισε.
— Τότε αφού δεν σας χρειάζονται αυτά, εγώ με τι δικαίωμα θα πληρωθώ;
— Δεν πειράζει, αρκούμεθα εις τον λόγον σας. Χριστούγεννα είναι τώρα.
— Ναι, αλλά αν δεν πάρετε αυτά, εγώ δεν μπορώ να πάρω χρήματα.
— Μα δεν τα παίρνετε εσείς τα χρήματα, σας τα δίνουμε ημείς!…
— Ε, τότε, πάρτε κι εσείς ετούτα που μου τα ζητήσατε. Και τα άφησε σιγά και μαλακά απάνω στο τραπέζι.
Εσκέφθηκα, μήπως του ζήτήσει τίποτα πιστοποιητικά το λογιστήριο.
— Μα τι είναι, επιτέλους, αυτά, του λέω, που πρέπει απαραιτήτως να τα πάρουμε;
— Το διήγημα των Χριστουγέννων, που μου εζητήσατε.
— Το διήγημα των Χριστουγέννων… και ποιος είσθε σεις;
— Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης!
— Ο ίδιος;
— Ο ίδιος και ολόκληρος!
Έπεσε το ταβάνι και με πλάκωσε, η πένα έφυγε από τα χέρια μου, όλα εκεί μέσα, καρέκλες, βιβλία, εφημερίδες, σαν να στροβιλίσθηκαν γύρω μου και έκανα ώρες να συνέλθω.
Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης! Αυτός ο πρίγκηψ των Ελλήνων λογογράφων, που τον φανταζόμουνα ακτινοβολούντα, γελαστόν, ωραίον, καλοντυμένον, ευτυχή, γεμάτον εγωισμόν, αέρα και μεγαλοπρέπεια, αυτός!… Αυτός ο μαλακός, ο καλός, ο δειλός, ο φοβισμένος και τσαλακωμένος άνθρωπος, που στεκότανε με συστολή μαθητού επιμελούς, εκεί ενώπιόν μου!… Αυτός, που μας έδωκε γλύκες πνευματικές και συγκινήσεις ψυχικές, που συνιστόρησε κόσμους θαλασσινούς κι εζωντάνεψε εμπρός μας ανθρώπους μακρινούς κι αγνώστους, που τους έκανε δικούς μας, εντελώς δικούς μας, σαν να περάσαμε μια ζωή μαζί, αυτός σε μια τέτοια κατάσταση, εκεί ενώπιόν μου! Του έσφιξα το χέρι, χωρίς να ημπορώ ούτε μια λέξη να προφέρω. Από την ταραχή μου και τη σαστιμάρα μου ούτε το φως δεν άναψα. Αισθάνθηκα ένα τρεμουλιαστό χέρι να σφίγγει το δικό μου και τον έχασα μέσα εις το σκοτάδι.
Έτσι τον έχασα κι απόψε, μόλις της λάμπας το φιτίλι έπεφτε κι έσβηνε το φως, γιατί δεν είχε πια πετρέλαιο! Έμεινε όμως πίσω μια μοσχοβολιά κηριού που λιώνει εμπρός στις άγιες εικόνες, κάτι από του καντηλιού το σβήσιμο, κάτι από θυμιατού πέρασμα μακρινό, μακρινό πολύ…».

Διαβάζοντας το άρθρο του Σταμ. Σταμ., χρειάζεται να συνδυάσει κανείς ημερομηνίες για να καταλάβει σε ποια εποχή αναφέρεται. Ο δημοσιογράφος γεννήθηκε το 1881. Οπότε για να φοιτεί στο γυμνάσιο δεν θα ήταν πάνω από 18 χρόνων. Άρα απ’ όσα γράφει το περιστατικό συνέβη το 1899 ή λίγο αργότερα, όταν δηλαδή ο Παπαδιαμάντης ήδη είχε φύγει από την «Ακρόπολη» όπου εργαζόταν για χρόνια. Υπάρχει ωστόσο και το ενδεχόμενο να μην θυμάται καλά ο Σταμ. Σταμ. έπειτα από σχεδόν μισό αιώνα και να συνέβη αρκετά αργότερα, μετά το 1904 δηλαδή που όντως ιδρύεται το περιοδικό «Α.Ο.Δ.Ο.» και επιστρέφει ο Παπαδιαμάντης στην Αθήνα έπειτα από σχεδόν δύο χρόνια (1902-1904) που έμεινε στη Σκιάθο από όπου δημοσίευσε τη «Φόνισσα» το 1903 στο περιοδικό «Παναθήναια».
Ο Παπαδιαμάντης εργαζόταν στον Τύπο ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του 1870. Το πρώτο του διήγημα ήταν το «Χριστόψωμο» το οποίο δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Εφημερίς» στις 26 Δεκεμβρίου 1887 (όταν ο Σταμάτης Σταματίου ήταν μόλις έξι χρόνων) και έχει θέμα μια κακιά πεθερά, τη γραία Καντάκαινα, «ήτις επέρριπτεν εις την νύμφην αυτής το σφάλμα της μη αποκτήσεως εγγόνου διά το γήρας της». Όταν η γραία προσπαθεί με κάθε τρόπο να διαβάλλει την «αγαθοτάτης ψυχής» νύφη της, Διαλεχτή (ποτέ τα ονόματα δεν είναι τυχαία στον Παπαδιαμάντη), βρίσκει αντίσταση από τον γιο της, τον Καπετάν Καντάκη, ο οποίος αγαπά πολύ τη γυναίκα του. Έτσι η ίδια αναλαμβάνει να δηλητηριάσει τη νύφη της προκειμένου να απαλλάξει τον γιο της.
Από τα 170 διηγήματα του Παπαδιαμάντη που γνωρίζουμε σήμερα τα 25 είναι γραμμένα με αφορμή την εορταστική περίοδο των Χριστουγέννων, της Πρωτοχρονιάς και των Φώτων (Μ. Θεοδοσοπούλου, Παπαδιαμαντικά 2011, Εκδόσεις Τέττιξ). Τα διηγήματα αυτά τα έγραψε σε περιόδους που βρισκόταν στην Αθήνα και εργαζόταν στις εφημερίδες. Πώς βρέθηκε όμως ο Παπαδιαμάντης να εργάζεται σε εφημερίδες; Σύμφωνα με τον καθηγητή του ΕΚΠΑ Φώτη Αρ. Δημητρακόπουλο, ο δημοσιογράφος και συγγραφέας Αλέξανδρος Μωραϊτίδης, συμπατριώτης και συγγενής του Παπαδιαμάντη, ήταν εκείνος που τον παρακίνησε να εργαστεί στην εφημερίδα «Εφημερίς» ίσως από το 1874. «Στον Μωραϊτίδη λοιπόν χρωστάμε το ότι έφερε τον Παπαδιαμάντη σε επαφή με το δημοσιογραφικό κόσμο, συγκυρία ευτυχής που οδήγησε το μεγάλο πεζογράφο μας, μέσω των εφημερίδων, στη δημιουργική γραφή».

Πέντε χρόνια μετά, πάλι μέσω του Μωραϊτίδη, γνώρισε τον Βλάση Γαβρηιλίδη, τον εκδότη της «Ακροπόλεως». Ο Γαβρηιλίδης ο οποίος ήταν ένα λαμπρό μυαλό που διέβλεπε αμέσως το ταλέντο και τις ικανότητες βοήθησε τον Παπαδιαμάντη στη δημοσίευση του μυθιστορήματος «Μετανάστις» (1879) στον «Νεολόγο» της Κωνσταντινούπολης, ενώ δημοσίευσε τους «Εμπόρους των Εθνών» στη σατιρική εφημερίδα του «Μη Χάνεσαι» το 1882. Η τακτική συνεργασία με την «Ακρόπολη» ξεκίνησε τον Απρίλιο του 1891 όπου ο Παπαδιαμάντης μετέφραζε λογοτεχνικές επιφυλλίδες (συχνά κείμενα ελαφρά, χωρίς καμία λογοτεχνική αξία) και τις ειδήσεις που λάμβανε από τις ξένες εφημερίδες – οΔροσίνης τον χαρακτήριζε «νυχτερίδα των εφημερίδων» γιατί ξενυχτούσε περιμένοντας να έρθουν τα ξενόγλωσσα φύλλα.
Ο Παπαδιαμάντης εργαζόταν πολλές φορές πάνω από δέκα ώρες τη μέρα. Ο Ν.Δ. Τριανταφυλλόπουλος κάνει λόγο για «μεταφραστικό είλωτα». Ο Γιάννης Βλαχογιάννης στο κείμενό του με τίτλο «Αλ. Παπαδιαμάντης – ο άνθρωπος» γράφει: «Ποιος δεν θυμάται εκείνα τα δάκτυλα, που είχανε βγάλει κάλους χοντρούς, βαστώντας την πέννα και γράφοντας; Ο άνθρωπος ο πιο πρωτότυπος ήτανε γραμμένο του να μεταφράζη, να μεταφράζη…». Κάποιες φορές είχε την τύχη να πέφτουν στα χέρια του τιτάνες όπως ο Ντοστογιέφσκι και ο Πόε –μεταξύ άλλων έχει μεταφράσει τον «Δράκουλα» του Στόκερ– όμως αυτό δεν συνέβαινε κάθε μέρα. Ο Παπαδιαμάντης σε αντίθεση με τους εδραιωμένους λόγιους που μετέφραζαν επώνυμα, όπως ο Βλάχος, ο Ραγκαβής και ο Βικέλας, ήταν σχεδόν αόρατος ή αρκετά σπάνια υπέγραφε με αρχικό γράμμα ή ψευδώνυμο. Εκείνη την εποχή έστελνε συχνά γράμματα στον ιερέα πατέρα του όπου σχεδόν πάντα έκανε λόγο για την ανέχειά του και ζητούσε την οικονομική ενίσχυση της οικογένειάς του. Τον Οκτώβριο του 1881 έγραφε σε επιστολή του προς τον πατέρα του: «Με έξι χιλ. δραχμάς διετηρήθην εγώ εις τας Αθήνας επί 10 έτη, πότε νηστικός και πότε χορτάτος. Αυτή είναι η αλήθεια».
Μπορεί όπως αναφέρει ο Βλαχογιάννης να «ζούσε αδιαφορώντας τέλεια, αν η κοινωνία των ασήμαντων ή μοχθηρών συγχρόνων του τον αγνοούσε ή τον παρεγνώριζε», ωστόσο ήταν ένας άνθρωπος μακριά απ’ τον τόπο του, μόνος του στην Αθήνα χωρίς οικογένεια και με ελάχιστους φίλους (συναναστρεφόταν μόνο όσους θεωρούσε αυθεντικούς πνευματικούς δημιουργούς και τους απλούς ανθρώπους της γειτονιάς). Αυτή ήταν η ζωή του όταν έγραψε «Το χριστόψωμο», τη «Σταχομαζώχτρα», τα «Χριστούγεννα του τεμπέλη», τον «Χριστό στο Κάστρο» όπου κατέγραψε κατά βάση την ασφυκτική πίεση που ασκεί η οικογένεια στα μέλη της, όταν ακόμη οι θεωρίες του Φρόιντ δεν είχαν καν διατυπωθεί. Το βάθος των έργων του Παπαδιαμάντη έκαναν τον Γιάννη Τσαρούχη αρκετές δεκαετίες μετά να σημειώσει στο βιβλίο «Μάτην ωνείδισαν την ψυχήν μου» (Εκδόσεις Καστανιώτη): «Ο Παπαδιαμάντης κάτω από το ήσυχο βλέμμα του, κάτω από τη γαλήνη, η οποία στηρίζεται στη χριστιανική, ορθόδοξη πίστη είναι πολύ πιο τραγικός, πολύ πιο Ευρωπαίος στις ανησυχίες από πολλούς ευρωπαΐζοντες οι οποίοι σήμερα δεν θα έκαναν ούτε για επαρχιακά φύλλα, με τις επαναστατικές τους ιδέες και με τις πρωτοτυπίες τους».
Επανέρχομαι στο άρθρο του Σταμ. Σταμ. όπου περιγράφει τον Παπαδιαμάντη κακοντυμένο «με υποκάμισο ζουλισμένο στο λαιμό, χωρίς γραβάτα, με ρούχα οπωσδήποτε απεριποίητα και μακρύ επανωφόρι τριμμένο» για να κλείσω με ένα απόσπασμα από το βιβλίο «Αλέξανδρος Αδαμαντίου Εμμανουήλ» (Εκδόσεις Καστανιώτη) του Κωστή Παπαγιώργη: «Εξωθημένος σε μια πενιχρή περιθωριακή ζωή, σε λαϊκούς χώρους με συντροφιά κάποια ναυάγια της ζωής, ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης θα δεχθεί ως φυσικό συγγενή του το κρασί. Μέχρι τέλους θα του μείνει πιστός. Το κρασί του χάριζε μια εσωτερική γαλήνη, το σπίθισμα της πνευματικής μεταρσίωσης, που τόσο το είχε ανάγκη. Το άλλο πάθος του ήταν το κάπνισμα. Τα “ψιλά Αγρινίου, του Βάρκα…” τα αγόραζε χύμα, με την οκά, και το τραπέζι του στην εφημερίδα ήταν κατάστικτο από καψίματα. Πότης, καπνιστής, άνθρωπος που ήξερε το καλό φαγητό, επειδή είχε σπουδάσει την πείνα, ο νέος συγγραφέας θα αφήσει στην ιστορία των γραμμάτων αυτή τη φιγούρα του άπλυτου, του κακοντυμένου, του λιγομίλητου επαρχιώτη, που θα κέρδιζε πολλά σαν συγγραφέας, επειδή είχε χάσει σαν άνθρωπος».
Info
- Το https://papadiamantis.net/ είναι ανεκτίμητη πηγή πληροφοριών για τη ζωή και το έργο του Παπαδιαμάντη. Από εκεί προέρχονται και οι φωτογραφίες του άρθρου.
- Στα αποσπάσματα που υπάρχουν μέσα σε εισαγωγικά διατηρείται η ορθογραφία και η σύνταξη των πρωτότυπων κειμένων.
- Το κείμενο δημοσιεύτηκε αρχικά με τη μορφή newsletter το οποίο στέλνεται κάθε Πέμπτη στα e-mail των αναγνωστών της εφημερίδας. Αν θέλετε μπορείτε να λαμβάνετε το newsletter του βιβλίου ή τα καθημερινά newsletter των δημοσιογράφων του Documento με την εγγραφή σας εδώ
- πηγη:https://documentonews.us14.list-manage.com/subscribe?u=7e602d8b089141807dc2573aa&id=eb71e35891
Παρασκευή 27 Νοεμβρίου 2020
Άγιος Σωφρόνιος του Έσσεξ: Όταν η μετάνοια είναι πύρινη

Με τη μετάνοιά μας, δε ζούμε μόνο το ατομικό μας δράμα· ζούμε μέσα στον ίδιο τον εαυτό μας την τραγωδία όλου του κόσμου, το δράμα της ιστορίας του από την αρχή του χρόνου.
Καλύτερα, ασφαλώς να μην αμαρτήσουμε. Αλλά όταν η μετάνοια είναι πύρινη, μπορεί να αποκαταστήσει κάθε απώλεια.
Οφείλουμε να φυλάξουμε το πνεύμα της μετανοίας κατά τη διάρκεια όλης της ζωής μας μέχρι τέλους. Η μετάνοια είναι η βάση κάθε ασκητικής και πνευματικής ζωής.
Μόνον όταν μας φωτίσει το φως του Χριστού μπορούμε να βλέπουμε τις αμαρτίες μας.
Η μετάνοια είναι ένα ανεκτίμητο δώρο προς την ανθρωπότητα. Η μετάνοια είναι το Θείο θαύμα για την αποκατάστασή μας μετά την πτώση.
Η μετάνοια είναι έκχυση θείας εμπνεύσεως πάνω μας, με τη δύναμη της οποίας ανεβαίνουμε προς τον Θεό, τον Πατέρα μας, για να ζήσουμε αιώνια στο φως της αγάπης Του.
Με τη μετάνοια συντελείται η θέωσή μας. Αυτό είναι γεγονός με ασύλληπτο μεγαλείο. Η δωρεά αυτή έγινε δυνατή με την προσευχή του Χριστού στη Γεσθημανή, με τον θάνατό Του στον Γολγοθά, και στην Ανάστασή Του (βλ. Λουκ. κδ’ 45-47)…
Η οδός προς την αγίαν θεωρίαν διέρχεται δια της μετανοίας. …εάν δεν απομακρυνθούμε από το κράσπεδο του ιματίου του, η βοήθεια θα έλθει.
Είναι ζωτικό να ζούμε «εν τη προσευχή» για να μπορέσουμε να αντιδράσουμε με σθένος στην καταστρεπτική επίδραση του έξω κόσμου…
Άγιος Σωφρόνιος του Έσσεξ
Όποιος διαστρέφει με την αίρεση τους λόγους του Κυρίου, θα νιώσει: α) την ντροπή Του και β) φόβο στην Μέλλουσα Κρίση! Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς
«Ος γαρ εάν επαισχυνθή με και τους εμούς λόγους εν τῃ γενεᾲ ταύτη τῃ μοιχαλίδι και αμαρτωλῲ, και ο υιός του ανθρώπου επαισχυνθήσεται αυτόν όταν έλθη εν τῃ δόξῃ του πατρός αυτού μετά των αγγέλων των αγίων» (Μάρκ. η’ 38)
Επιμέλεια σύνταξης: katanixi.gr
Αναδημοσιεύουμε από το Ιστολόγιο Κατάνυξη.
Λέγει ο Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς:
«Ος
γαρ εάν επαισχυνθή με και τους εμούς λόγους εν τῃ γενεᾲ ταύτη τῃ
μοιχαλίδι και αμαρτωλῲ, και ο υιός του ανθρώπου επαισχυνθήσεται αυτόν
όταν έλθη εν τῃ δόξῃ του πατρός αυτού μετά των αγγέλων των αγίων» (Μάρκ. η’ 38)
Γιατί είπε ο Χριστός εμέ και τους εμούς λόγους;
Όποιος ντρέπεται Εμένα, σημαίνει όποιος αμφιβάλλει για τη θεότητά Μου, για τη θεία Μου ενσάρκωση από την αγία Παρθένο, για τα σταυρικά Μου πάθη και την Ανάστασή Μου, για την πτωχεία Μου σ’ αυτόν τον κόσμο και για την αγάπη μου προς τους αμαρτωλούς.
Όποιος ντρέπεται για τους λόγους Μου, σημαίνει όποιος αμφιβάλλει για το ευαγγέλιο ή αρνιέται τη διδασκαλία Μου, όποιος διαστρέφει τους λόγους Μου και με την αίρεση προκαλεί σύγχυση ανάμεσα στους πιστούς, όποιος φέρεται αλαζονικά στην αποκάλυψη και τη διδασκαλία Μου και την αντικαθιστά με άλλες, δικές του διδαχές ή όποιος κρύβεται σκόπιμα και δεν ομολογεί τα λόγια Μου μπροστά στους ισχυρούς αυτού του κόσμου. Αυτός θα νιώσει και τη δική Μου ντροπή, και το δικό του φόβο. (Εννοεί φυσικά στην Μέλλουσα Κρίση, όπως προκύπτει από το άνωθι χωρίο της Αγίας Γραφής που ερμηνεύει ο Άγιος).
Πηγή: ἀπό «Καιρός Μετανοίας» Ομιλίες Β’, Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς,
(Επιμέλεια – Μετάφραση – Κεντρική διάθεση: Πέτρος Μπότσης)

