Σάββατο 2 Ιανουαρίου 2021

ΣΥΓΚΡΟΥΣΗ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΠΑΤΕΡΙΚΗΣ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΕΙΟΥ ΦΡΑΓΚΟ-ΛΑΤΙΝΙΚΗΣ ΠΑΡΑΔΟΣΕΩΣ







Ὡς εἰσαγωγή: Ποιοί εἶναι
οἱ Φραγκολατῖνοι

Κατά πρῶτον, θεωρῶ ἀπαραίτητο νά γράψω λίγα λόγια γιά τούς Φραγκολατίνους, πού ἡ θεολογία τους εἶναι ἄκρως ἀντίθετη ἀπό τήν δική μας, αὐτό ἀκριβῶς πού εἶναι τό θέμα μας. [1] Ἡ ἑνωμένη κάποτε χριστιανική ρωμαϊκή αὐτοκρατορία λεγόταν ὁλόκληρη «Ρωμανία» καί χωριζόταν στό δυτικό καί τό ἀνατολικό της τμῆμα. Ἡ πρωτεύουσα τῆς αὐτοκρατορίας Ρώμη βρισκόταν στό δυτικό τμῆμα, ἀλλά θά ἦταν καλύτερα νά ἦταν στήν Ἀνατολή. Γι᾿ αὐτό καί ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος μετέφερε τήν πρωτεύουσα στό Βυζάντιο καί ὀνομάστηκε στήν ἀρχή Νέα Ρώμη, ἀργότερα ὅμως ἔλαβε τό ὄνομά του, Κωνσταντινούπολις.

Καί τό δυτικό καί τό ἀνατολικό τμῆμα τῆς ἑνωμένης χριστιανικῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας (τῆς Ρωμανίας) ἀντιμετώπιζε ἐχθρούς. Γιά τήν Δύση, πού ἐνδιαφερόμαστε ἐδῶ, οἱ κυριώτεροι ἐχθροί ἦταν οἱ Φράγκοι, ἕνας βάρβαρος καί ἀπολίτιστος λαός. Οἱ Φράγκοι κατόρθωσαν, τελικά, νά ὑποτάξουν τό δυτικό τμῆμα τῆς αὐτοκρατορίας καί, γιά νά φανοῦν ὅτι εἶναι διάδοχοι αὐτῆς τῆς Ρωμαϊκῆς αὐτοκρατορίας, ὀνομάστηκαν μόνοι τους Ρωμαῖοι, ἐνῶ Ρωμαῖοι, «Ρωμηοί», εἴμαστε καί λεγόμαστε μόνο ἐμεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι. (Γι᾿ αὐτό καί πρέπει μέ πολλή ἐπιμέλεια νά ἀποφεύγουμε νά ὀνομάζουμε τούς Φράγκους «Ρωμαίους» ἤ, τό χειρότερο, νά τούς λέμε καί «Ρωμαιοκαθολική Ἐκκλησία»!). Γιά νά ἀποκόψουν δέ ἐντελῶς οἱ Φράγκοι τούς κατακτηθέντας Ρωμηούς τοῦ δυτικοῦ τμήματος ἀπό τούς ἄλλους ὀρθοδόξους ἀδελφούς τους τοῦ ἀνατολικοῦ τμήματος, ἀνέσυραν ἀπό τό λεξιλόγιό τους μιά προσβλητική ὀνομασία καί ὀνόμασαν μέ αὐτή τούς ἀνατολικούς Ρωμηούς· τούς ὀνόμασαν «Γραικούς», πού σημαίνει «ἀπατεῶνες». Καί ἀργότερα τούς ὀνόμασαν καί «Βυζαντινούς». Ἐνῶ τήν παλαιά ἔνδοξη ὀνομασία «Ρωμαῖοι», «Ρωμηοί», πού σήμαινε τούς δυτικούς καί ἀνατολικούς Ὀρθοδόξους τῆς ἑνωμένης αὐτοκρατορίας, τήν κράτησαν οἱ Φράγκοι γιά τόν ἑαυτό τους καί τούς κατακτηθέντες ἀπ᾿ αὐτούς. Ἀλλά οἱ Φράγκοι, ὅταν ὑπέταξαν τό δυτικό τμῆμα τῆς αὐτοκρατορίας, κατάλαβαν ὅτι τότε θά ἔχουν πλήρη κυριαρχία στήν Δύση, ἄν καταφέρουν νά ὑποτάξουν τήν Ἐκκλησία, καί νά δώσουν στούς χριστιανούς τῆς Δύσεως δική τους θεολογία. Ἀλλά εἶχαν θεολογία οἱ Φράγκοι γιά νά δώσουν; Ἤδη ἀπό τόν 8ο αἰώνα οἱ Φράγκοι παρέλαβαν ἕτοιμη τήν θεολογία τοῦ ἱεροῦ Αὐγουστίνου, ὁ ὁποῖος, ὅπως λέει ὁ πολύς π. Ἰωάννης Ρωμανίδης καί θά ἀποδείξουμε στήν ἐδῶ μελέτη μας, «οὐσιαστικῶς ἠγνόει τήν Πατερικήν θεολογίαν καί τάς προϋποθέσεις αὐτῆς». Κατάφεραν, λοιπόν, τελικά οἱ Φράγκοι, τόν 11ο αἰώνα (1014-1046), νά ὑποτάξουν τήν Ἐκκλησία τῶν ὑποδούλων τους ὀρθοδόξων χριστιανῶν τῆς Δύσεως καί νά τούς ἐπιβάλουν τήν δική τους Αὐγουστίνειο θεολογία, ἡ ὁποία δέν ἐκφράζει τήν πατερική παράδοση.
Τούς αἱρετικούς Φράγκους θά τούς ὀνομάζουμε Φράγκους καί ὄχι Ρωμαίους οὔτε Καθολικούς, γιατί Ρωμαῖοι καί Καθολικοί εἴμαστε ἐμεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι. Ἐπειδή δέ οἱ Φράγκοι παρέλαβαν ὡς ἐκκλησιαστική καί θεολογική τους γλώσσα τήν λατινική, καί οἱ ἴδιοι θέλησαν νά ὀνομάζονται «Λατῖνοι», γι᾿ αὐτό καί τούς λέμε «Φραγκολατίνους». Αὐτό ὅμως δέν σημαίνει ὅτι συγχέουμε τήν λατινόφωνο Πατερική παράδοση μέ τήν Φραγκική καί ἀπορρίπτουμε, λοιπόν, τούς ἁγίους Πατέρες πού ἔγραψαν στήν λατινική γλώσσα, οὔτε, πάλι, κάνουμε ἐσφαλμένη διάκριση μεταξύ Ἑλλήνων καί Λατίνων Πατέρων. Δεχόμαστε Ὀρθοδόξους (Ρωμαίους) Πατέρες, πού ἄλλοι ἔγραψαν στήν ἑλληνική καί ἄλλοι στήν λατινική γλώσσα. [2]
Μετά ἀπό αὐτά τά ἀναγκαῖα παραπάνω εἰσαγωγικά εἰσερχόμεθα στό θέμα μας.


Σωστή μελέτη τῶν ἁγίων Πατέρων

Θά ἀρχίσω τόν λόγο μου ἀπό τούς ἁγίους Πατέρες πρῶτα. Ἡμεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι ἔχουμε Πατέρες καί τόν Θεό μας τόν δοξάζουμε ὡς «Θεόν τῶν Πατέρων ἡμῶν». Κάθε λατρευτική μας Σύναξη ἀλλά καί τήν ἀτομική μας προσευχή τήν κατακλείουμε μέ τό «Δι᾿ εὐχῶν τῶν ἁγίων Πατέρων ἡμῶν». Πέρασαν χρόνια πού δόθηκε τό σύνθημα «ἐπιστροφή στούς Πατέρες» καί ἔχουν γίνει καί γίνονται πολλές πατερικές σπουδές καί μελέτες. Τήν βαθειά ὅμως κατάληψη τῶν Πατέρων τήν πετυχαίνουν μόνο ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι στήν ζωή τους ἀκολουθοῦν τήν μέθοδο καί τόν τρόπο ζωῆς τῶν ἁγίων Πατέρων. Καί αὐτό εἶναι πολύ λογικό: Ὁ ἅγιος ἐννοεῖ τόν ἅγιο. Δέν εἶναι δυνατόν μέ ἐπιστημονική μέθοδο νά κατανοήσουμε τίς ἐμπειρίες καί τήν θεολογία τῶν ἁγίων Πατέρων, γιατί ἡ θεοφόρα ζωή τους καί οἱ θεοπτίες τῶν ἁγίων Πατέρων καί ἡ ἀπ᾿ αὐτές ἀπορρέουσα θεολογία τους ὑπερβαίνει τίς δυνάμεις τῆς λογικῆς καί τῆς ἐπιστήμης καί γι᾿ αὐτό δέν ἀνήκουν στά πλαίσια τῆς ἐπιστημονικῆς ἔρευνας. Οὔτε, πάλι, μποροῦμε νά ἑρμηνεύσουμε μέ τήν βοήθεια τῆς ψυχολογίας τούς ἁγίους Πατέρες, γιατί ἡ θέωση, ἡ κατάσταση δηλαδή τήν ὁποία βίωναν οἱ ἅγιοι Πατέρες, δέν εἶναι οὔτε φυσική οὔτε παρά φύση, γιά νά ἐπέμβει ἡ ψυχολογία, ἀλλά εἶναι μιά ὑπερφυσική κατάσταση τοῦ ἀνθρώπου. Γι᾿ αὐτό, ξαναλέγομε ὅτι τήν βαθειά κατάληψη τῶν Πατέρων τήν πετυχαίνουν μόνο ἐκεῖνοι πού βιώνουν τόν τρόπο τῆς ζωῆς τους καί ἔχουν ἐμπειρίες τῶν φαινομένων της. Εἶναι πολύ ὡραῖα αὐτά πού μᾶς γράφει ὁ μακαριστός Καθηγητής Πανεπιστημίου καί μεγάλος θεολόγος τοῦ αἰῶνος μας π. Ἰωάννης Ρωμανίδης:
«Ἡ θέωσις ἤ ἡ ἐν Θεῷ θεωρία εἶναι ἄκτιστος ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ, ὑπερβαίνουσα πάντα τά κατηγορήματα τῶν κτισμάτων καί εἰς τήν ὁποίαν μετέχουν μόνον οἱ κεχαριτωμένοι προφῆται, ἀπόστολοι καί ἅγιοι. Ὁ ἔχων τήν ἐν προκειμένῳ πεῖραν γίνεται ἀντιληπτός ὑπό τοῦ ἔχοντος τήν ἰδίαν ἐμπειρίαν καί οὐδέποτε ὑπό ἄλλου τινός καί ἰδίως ὑπό ἑτεροδόξου ἤ ὑπό τοῦ μή γνωρίζοντος ἐκ τῶν ἔσω τήν Βιβλιοπατερικήν θεολογίαν τῆς ἐν Χριστῷ μυστηριακῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας». [3]
Κάνουν ὅμως καί οἱ ἑτερόδοξοι πατερικές μελέτες καί μάλιστα πιστεύουν ὅτι μποροῦν νά κατανοήσουν βαθειά τήν πατερική παράδοση καί καλύτερα ἀκόμη ἀπό τούς μεμυημένους σ᾿ αὐτήν, δηλαδή ἀπό ἐμᾶς τούς Ὀρθοδόξους. Αὐτό προέρχεται ἀπό τήν ὑπερήφανη ἀντίληψη τῶν Φραγκολατίνων ὅτι ὁ διανοούμενος μπορεῖ, μέ τήν ἰσχυρή του λογική καί μόρφωση, νά εἰσέλθει στό βάθος τῆς πατερικῆς παραδόσεως καί νά τήν κατανοήσει ἀπόλυτα καί ἄς εἶναι ἄσχετος μέ αὐτή. Τό κακό ὅμως εἶναι ὅτι ἡ ὑπεροψία αὐτή τῶν Δυτικῶν διανοουμένων ἐπικρατεῖ καί μεταξύ μερικῶν Ὀρθοδόξων, μέ ἀποτέλεσμα νά μή γίνεται καί ἀπό ᾿μᾶς τούς Ὀρθοδόξους σωστή κατανόηση τῶν Πατέρων, ἄν δέν ὑπάρχει ἡ πνευματική προϋπόθεση μελέτης τους, ὁ ἀγώνας δηλαδή γιά τήν κάθαρση τῆς καρδιᾶς ἀπό τά πάθη καί τῆς ἐνοικήσεως τῆς Χάριτος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος σ᾿ αὐτήν. Ἀσχολούμαστε δηλαδή μέ θεολογικές μελέτες χωρίς τήν πατερική προϋπόθεση τῆς κάθαρσης τῆς καρδιᾶς ἀπό τά πάθη μας.

Οἱ ἑτερόδοξοι μελετητές τῶν Πατέρων ἔχουν πολύ λανθασμένες προϋποθέσεις στίς μελέτες τους, ἔχουν θεολογικές καί φιλοσοφικές προϋποθέσεις ξένες πρός τήν Βιβλιοπατερική θεολογία τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων. Γι᾿ αὐτό καί δέν μπορεῖ νά κάνουν σωστή παρουσίαση τῶν ἁγίων Πατέρων μας. Ἄς μή μᾶς κάνουν δέ καθόλου ἐντύπωση οἱ πατερικές τους μελέτες, γιατί εἶναι, ἐπαναλαμβάνομε, λανθασμένες, γιατί ἐξετάζουν τούς Πατέρες μέ τήν σκέψη τοῦ ἱεροῦ Αὐγουστίνου. Ὁ π. Ρωμανίδης μᾶς λέει: «Ὅταν οἱ Φράγκοι τελικῶς ἀπέκτησαν μίαν σχετικήν οἰκειότητα μέ τά Ἑλληνικά Πατερικά κείμενα, καθυπέταξαν τήν Πατερικήν θεολογίαν εἰς τά κατηγορήματα τῆς Αὐγουστινείου θεολογίας, ὅπως ἀκριβῶς ἔκαμαν κατά τόν ΙΓ΄αἰῶνα μέ τήν Ἀριστοτελικήν φιλοσοφίαν. Οὕτω βλέπομεν νά ἑρμηνεύωνται οἱ μεταφρασθέντες εἰς τά Λατινικά Ἑλληνόφωνοι Ρωμαῖοι Πατέρες ὑπό τό πρῖσμα τοῦ Αὐγουστίνου». [4]


Ὄχι χωρισμός τῶν Πατέρων σέ παρατάξεις

Ἡ πιό λανθασμένη προϋπόθεση στήν μελέτη τῶν ἁγίων Πατέρων ὑπό τῶν Φράγκων εἶναι ὅτι αὐτοί δέν δέχονται τήν ἑνότητά τους, ἀλλά παραδέχονται παρατάξεις τῶν Πατέρων. Νομίζουν ὅτι ὑπάρχουν διάφορες πατερικές θεολογίες καί διάφοροι ἄρα τύποι πνευματικότητος, ἐνῶ οἱ Ὀρθόδοξοι πιστεύουμε τήν ἑνότητα τῶν ἁγίων Πατέρων καί ἀπορρίπτουμε τήν ἰδέα ὅτι ἕνας Πατήρ δύναται νά πρωτοτυπήσει. Ἐάν πρωτοτυπήσει δέν ἀνήκει στούς Πατέρες.
Ἡ ἰδέα ὅτι ὑπάρχουν διάφορες ὀρθόδοξες πατερικές παραδόσεις καί διάφορες Σχολές θεολογικῆς σκέψεως προέρχεται ἀπό τήν Φραγκολατινική ἤ Σχολαστική παράδοση καί δέν ἀπαντᾶ στούς Πατέρες. Ὑπάρχουν δυστυχῶς καί δικοί μας, ὀρθόδοξοι θεολόγοι, οἱ ὁποῖοι, συμφωνοῦντες μέ τούς Φραγκολατίνους, δέχονται παρατάξεις τῶν ἁγίων Πατέρων καί ὅτι μερικοί Πατέρες πρωτοτυποῦν σέ ὁρισμένα σημεῖα. [5] Ἔτσι, λοιπόν, χωρίζουν τούς Πατέρες σέ κοινωνικούς, νηπτικούς ἤ καί δογματικούς ἤ μᾶς λέγουν περί τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, γιά παράδειγμα, ὅτι πρωτοτύπησε καί ἀποκαλοῦν ὡς «παλαμισμό» τήν θεολογία του, ὡς δικό του δηλαδή κατασκεύασμα. Καί τήν πνευματικότητα τοῦ μεγάλου αὐτοῦ ἁγίου ἄλλοι, Φραγκολατῖνοι καί δικοί μας, πού παραδέχονται παρατάξεις καί πρωτοτυπίες τῶν Πατέρων, τήν χαρακτηρίζουν ὡς ἀνώτερη ἀπό τήν ὑπάρχουσα μέχρι τότε κύρια πατερική παράδοση καί ἄλλοι, ἀντίθετα, τήν χαρακτηρίζουν ὡς πτώση ἀπ᾿ αὐτή. Πάντως, τήν λέγουν ὡς πρωτότυπη διδασκαλία καί ζωή. Ἡ ἀλήθεια ὅμως εἶναι ὅτι ὁ Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς ἀκολουθεῖ κατά πάντα τήν μία καί ἑνιαία πατερική παράδοση, ὅπως τό κάνουν ὅλοι οἱ ἅγιοι Πατέρες.
Καί ἀκόμη οἱ Φραγκολατῖνοι δέν βλέπουν τήν ἑνότητα τῆς ἁγίας Γραφῆς καί τῶν Πατέρων, ἀλλά χαρακτηρίζουν ὡς διαφορετική τήν βιβλική ἀπό τήν πατερική θεολογία. Ἀκόμη ὁ Δυτικός, ὅπως βλέπει ποικίλες πατερικές θεολογίες, βλέπει καί ποικίλες βιβλικές θεολογίες. Γι᾿ αὐτό, γιά τούς Φραγκολατίνους, κάθε συγγραφεύς τῆς Παλαιᾶς καί τῆς Καινῆς Διαθήκης ἔχει τήν προσωπική του θεολογία.
Ὁ λόγος γιά τόν ὁποῖο οἱ Ὀρθόδοξοι βλέπουμε τήν ἑνότητα τῶν ἁγίων Πατέρων καί τήν ἑνότητα τῆς Βιβλικῆς καί τῆς Πατερικῆς θεολογίας εἶναι ὅτι μία εἶναι ἡ θεοποιός Χάρις στήν ὁποία μετέχουν οἱ Προφῆτες καί Ἀπόστολοι (πού ἔγραψαν τήν Ἁγία Γραφή) καί οἱ ἅγιοι Πατέρες.
Παραθέτω αὐτή τήν ὡραία περικοπή τοῦ πατρός Ἰωάννου Ρωμανίδη:
«Ἐν ἀντιθέσει πρός τήν Φραγκολατινικήν, Προτεσταντικήν καί λοιπήν σύγχρονον Δυτικήν ἀντίληψιν περί τῆς ποικιλίας τῆς Βιβλικῆς καί Πατερικῆς θεολογίας, ἡ Ὀρθόδοξος Ρωμαιοσύνη εὕρισκεν ἀνέκαθεν τήν ἑνότητα τῆς Βιβλικῆς καί Πατερικῆς θεολογίας εἰς τήν ταυτότητα τῆς ἐν Θεῷ θεωρίας ἤ θεώσεως τῶν προφητῶν, ἀποστόλων καί ἁγίων. Ἡ θεολογία καί ἡ πνευματικότης τῆς Ἁγίας Γραφῆς καί τῶν Πατέρων εἶναι μία καί ἑνιαία, διότι ἡ θεοποιός χάρις εἰς τήν ὁποίαν μετεῖχον καί μετέχουν οἱ θεούμενοι προφῆται, ἀπόστολοι καί ἅγιοι εἶναι ἡ αὐτή. Τά χαρίσματα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος εἶναι πολλά καί ὁ βαθμός μεθέξεως ἑκάστου εἰς αὐτά διάφορος, ἀλλά ἡ ἀδιαιρέτως διαιρουμένη καί ἀμετόχως μετεχομένη χάρις καί βασιλεία τοῦ Χριστοῦ εἶναι μία, ὡς γίνεται ἀντιληπτή ὑπό τῶν θεουμένων. Καί ἀκριβῶς διά τόν λόγον αὐτόν παρά τήν γλωσσική ποικιλίαν τῶν ἁγίων ἡ θεολογία αὐτῶν εἶναι μία.
Ἀκριβῶς ἐπειδή ἡ ὀρθή κατανόησις τῆς ἐν Θεῷ θεωρίας τῶν θεουμένων ἀπουσιάζει ἀπό τήν θεολογίαν καί ἑρμηνευτικήν τῆς Αὐγουστινείου Φραγκολατινικῆς Παραδόσεως, οἱ Δυτικοί κληρονόμοι αὐτῆς ἀδυνατοῦν νά ἀντιληφθοῦν τήν φύσιν καί τόν χαρακτῆρα τῆς θεολογικῆς καί πνευματικῆς ταυτότητος τῆς Ἁγίας Γραφῆς καί τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, ὡς καί τῆς ταυτότητος τῶν Πατέρων μεταξύ των. Οἱ εὑρισκόμενοι ὑπό τήν ἐπίδρασιν τῶν Δυτικῶν Ὀρθόδοξοι εὑρίσκονται εἰς τήν ἰδίαν μοῖραν». [6]
Λοιπόν, γιά νά κλείσουμε τήν παράγραφο αὐτή: Ὅσοι θέλουν νά κάνουν σωστή μελέτη τῶν ἁγίων Πατέρων πρέπει νά ξεκαθαρίσουν τήν θέση τους: Δέχονται τήν ἑνότητα τῆς Ἁγίας Γραφῆς καί τῶν ἁγίων Πατέρων καί τήν ἑνότητα τῶν ἁγίων Πατέρων μεταξύ τους; Ἐάν ναί, τότε ὀρθοδοξοῦν. Κατά τόν καθηγητή π. Ἰωάννη Ρωμανίδη ἐκεῖνος πού θέλει νά μελετήσει τούς Πατέρες «τό ἰδεῶδες ἐξ ἐπόψεως θεολογικῆς καί πνευματικῆς θά ἦτο νά εὕρισκε πνευματικόν πατέρα γνήσιον, ἵνα δι᾿ αὐτοῦ μυηθῇ εἰς τά μυστήρια τῆς Ὀρθοδόξου Παραδόσεως καί, ἀφοῦ εὑρεθῆ καθ᾿ ὁδόν πρός τήν μύησιν ταύτην, μελετήσῃ ἐπισταμένως τήν Ἁγίαν Γραφήν καί συγχρόνως τήν Πατερικήν ἑρμηνείαν Αὐτῆς. Οὕτω θά διαπιστώσῃ ἐμπειρικῶς ἐάν ὑπάρχῃ διαφορά 1) μεταξύ τῶν Πατέρων καί τῆς Ἁγίας Γραφῆς, 2) μεταξύ τῶν Πατέρων καί 3) μεταξύ τοῦ Παλαμᾶ καί τῶν Πατέρων». [7]
Ὁ ἱερός Αὐγουστῖνος δέν ἀνήκει στούς ἁγίους Πατέρες, γιατί πρωτοτύπησε. Ὅπως γίνεται γενικά πιστευτό, ὁ Αὐγουστῖνος ἀποσπάστηκε ἀπό τήν πατερική Παράδοση, χωρίς ὅμως νά τό ἔχει καί ὁ ἴδιος ἀντιληφθεῖ, ὅπως τό σημειώνει ὁ π. Ρωμανίδης. Τό κακό γιά τόν ἱερό Αὐγουστῖνο εἶναι ὅτι δέν μελέτησε τούς γράψαντας στήν ἑλληνική ἁγίους Πατέρες, γιατί δέν ἐγνώριζε ἑλληνικά. Ἦταν ἀπομονωμένος θεολογικά. Ἐθεολόγησε βάσει μόνο τῆς Ἁγίας Γραφῆς καί τῆς ἰσχυρᾶς του λογικῆς, βάσει τῆς ἀρχῆς «Credo ut intelligam» (= πιστεύω γιά νά κατανοήσω), πού ἔγινε θεολογικό σύνθημα τῶν Φράγκων, ὅπως θά ποῦμε ἀργότερα. Ἦταν ὅμως ταπεινός καί ἤθελε νά συμφωνεῖ μέ τούς Πατέρες· καί ἄν αὐτοί τόν ἐπέπλητταν γιά τά ἐσφαλμένα του γραπτά καί τόν ὑποχρέωναν σέ διόρθωση, «ἀσφαλῶς – μᾶς λέει ὁ π. Ρωμανίδης – θά ἐδέχετο τήν διόρθωσιν, ἀφοῦ ὁ ἴδιος δηλοῖ τήν ἐπιθυμίαν του νά συμφωνῇ εἰς ὅλα μέ τούς ἑλληνιστί γράψαντας Πατέρας, [8] τούς ὁποίους δέν ἠδυνήθη νά μελετήσῃ. Φαίνεται σαφῶς ὅμως ὅτι οὔτε τόν Ἀμβρόσιον ἐμελέτησεν». [9]
Ὁ ἅγιος Ἀμβρόσιος, πού φέρεται ὡς διδάσκαλος τοῦ ἱεροῦ Αὐγουστίνου, ἀκολουθεῖ πιστότατα σέ ὅλα τούς ἑλληνοφώνους Ρωμαίους (Ὀρθόδοξους) Πατέρες τῆς Ἀνατολῆς. Σέ οὐδέν πρωτοτυπεῖ. Μεταξύ τοῦ Ἀμβροσίου καί τοῦ Αὐγουστίνου ὑπάρχουν πολλές διαφορές. Ἀρκεῖ μόνο νά σημειώσουμε τήν τεράστια διαφορά μεταξύ τους ὡς πρός τίς θεοφάνειες τῆς Παλ. Διαθήκης. Ὁ ἅγιος Ἀμβρόσιος, ἀκολουθῶν τήν ἀπόλυτα ὁμοιόμορφη παράδοση τῆς Ἁγίας Γραφῆς καί τῶν Πατέρων, δέχεται ὅτι ὁ ἐμφανισθείς στούς προφῆτες Ἄγγελος τοῦ Θεοῦ, Ἄγγελος τῆς δόξης, Μεγάλης Βουλῆς Ἄγγελος ἤ Κύριος τῆς δόξης εἶναι Αὐτός ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ, ὁ Χριστός. Ὁ ἱερός Αὐγουστῖνος ὅμως ἀποκαλεῖ ὡς βλασφήμους ὅσους ἰσχυρίζονται ὅτι ἐμφανίστηκε ὁ Ἴδιος ὁ Λόγος στούς Προφῆτες ἄνευ μεσολαβήσεως τινος. Ἀλλά στήν παρούσα μας μελέτη θά μιλήσουμε καί γιά ἄλλες πρωτοτυπίες τοῦ ἱεροῦ Αὐγουστίνου.


Ὄχι στόν τερματισμό τῆς πατερικῆς θεολογίας

Ἀλλά ἔχουμε καί ἄλλη πλάνη τῶν Φραγκολατίνων περί τῶν Πατέρων, ὁμοία καί χείρονα τῆς πρώτης: Ὅτι ἡ πατερική θεολογία τερματίστηκε μετά τόν Μέγα Φώτιο. Τό κακό δέ εἶναι ὅτι ἡ ἰδέα αὐτή περί τερματισμοῦ τῆς πατερικῆς θεολογίας βρῆκε εἴσοδο καί στόν ὀρθόδοξο ἑλλαδικό χῶρο μας. Τό θέμα εἶναι ἁπλό καί ἔχει ὡς ἑξῆς:
Οἱ Φράγκοι στίς ἀρχές τοῦ 9ου αἰώνα εἰσήγαγον στό Σύμβολο τῆς Πίστεως μας τό Filioque, ὅτι δηλαδή τό Ἅγιο Πνεῦμα ἐκπορεύεται ὄχι μόνο ἐκ τοῦ Πατρός, ἀλλά καί ἐκ τοῦ Υἱοῦ. Τότε, τά πέντε Ρωμαϊκά Πατριαρχεῖα (Ρώμης, Νέας Ρώμης, Ἀλεξανδρείας, Ἀντιοχείας καί Ἱεροσολύμων) κατεδίκασαν ἐπίσημα, κατά τήν Η΄Οἰκουμενική Σύνοδο τό 879, τήν Φραγκική αὐτή διδασκαλία ὡς αἱρετική. Ἐπειδή δέ οἱ Φράγκοι δέν μποροῦσαν νά ἀναγνωρίσουν ὡς Πατέρες τούς πολεμήσαντας τό Filioque τους, γι᾿ αὐτό ὑποχρεώθηκαν νά θεωρήσουν ὅτι τόν 8ο αἰώνα τερματίστηκε ἡ πατερική θεολογική παράδοση. Οἱ Φράγκοι ἐξάλλου εἶχαν καταδικάσει τό 794 καί τήν Ζ΄ Οἰκουμενική Σύνοδο· ἔτσι δέν ἐδέχοντο οὔτε τόν ἅγιο Ἰωάννη τόν Δαμασκηνό ὡς πατέρα τῆς Ἐκκλησίας. Ἀργότερα ὅμως, κατά τόν 12ο αἰώνα, οἱ Φράγκοι, μέ τήν πίεση τῶν Ἰταλολογγοβάρδων καί τῶν κατακτηθέντων Ρωμαίων τῆς Κάτω Ἰταλίας, δέχθηκαν τελικά τήν Ζ΄Οἰκουμενική Σύνοδο. Ἔτσι συμπεριέλαβαν καί τόν ἅγιο Ἰωάννη τόν Δαμασκηνό στούς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας. Μέχρι σήμερα οἱ Δυτικοί πιστεύουν ὅτι ὁ τελευταῖος «Γραικός» Πατήρ τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός.
Ἡ ἀντίληψη αὐτή, ἡ αἵρεση αὐτή καλύτερα, περί τερματισμοῦ τῆς πατερικῆς περιόδου ἔγινε δεκτή καί ἀπό τούς Ρώσσους, [10] ἀλλά μέ τήν διαφορά ὡς τελευταῖος Πατήρ νά θεωρηθεῖ ὁ Μέγας Φώτιος. Ἔτσι οἱ Ρῶσσοι μεταξύ τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας συμπεριέλαβαν καί ἕνα Πατέρα, ὁ ὁποῖος πολέμησε τό Filioque. Τό κακό ὅμως εἶναι ὅτι ἡ αἵρεση περί τερματισμοῦ τῆς πατερικῆς θεολογίας ἔγινε δεκτή καί ἀπό Νεοέλληνες, [11] πού μᾶς μιλᾶνε γιά παλαιά «πατερική ἐποχή» καί ὅτι δέν ὑπάρχουν πλέον ἅγιοι Πατέρες στήν ἐποχή μας.
Ὅσοι Φράγκοι, Ρῶσοι καί μέ αὐτούς Νεοέλληνες δέχονται ὅτι τερματίστηκε ἡ πατερική θεολογική περίοδος εἶναι ἀφορισμένοι ἀπό τήν Ἐκκλησία μας· γιατί, ὅταν τό 1368 ἡ Σύνοδος τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἀνεκήρυξε τόν Γρηγόριο Παλαμᾶ ὄχι μόνο ὡς «Ἅγιο» τῆς Ἐκκλησίας ἀλλά καί ὡς «Πατέρα», ἀφόρισε καί ὅσους δέν τόν δέχονται ὡς Πατέρα ἰσόκυρο μέ τούς παλαιότερους Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας. Ἀλλά ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς ἔζησε τόν 13ο αἰώνα, πολύ δηλαδή ἀργότερα ἀπό τόν ἅγιο Ἰωάννη τόν Δαμασκηνό ἤ τόν Μέγα Φώτιο, πού τούς θεωροῦν ὡς τούς τελευταίους Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας. Δηλαδή: Μέ τήν ἀναγνώριση ὑπό Συνόδου τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ ὡς Πατρός καί τόν ἀφορισμό ὅσων δέν τόν δέχονται ὡς Πατέρα ἰσόκυρο μέ τούς παλαιοτέρους Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, καταδικάστηκε ἐπίσημα ἡ φραγκολατινική αἵρεση περί τερματισμοῦ τῆς πατερικῆς ἐποχῆς καί ἀφορίστηκαν οἱ Φράγκοι.
Παρά τά φλυναφήματα τῶν Φράγκων καί Ρώσων περί τερματισμοῦ δῆθεν τῶν Πατέρων μέχρι τόν Δαμασκηνό ἤ τόν Φώτιο, ἐμεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι καί σ᾿ αὐτήν ἀκόμη τήν σκληρή καί μαύρη περίοδο τῆς Τουρκοκρατίας εἴχαμε φορεῖς τῆς γνησίας θεολογίας καί πνευματικότητας τῶν παλαιοτέρων ἁγίων Πατέρων, σάν τούς: Νικόδημον Ἁγιορείτην, Εὐγένιον Βούλγαριν, Νικηφόρον Θεοτόκην, Ἀθανάσιον Πάριον, Μακάριον Νοταρᾶν, Κοσμᾶν Αἰτωλόν, Μάξιμον τόν Γραικόν, Παχώμιον Ρουσσᾶνον, Γεννάδιον Σχολάριον, Ἰάκωβον Μοναχόν, Μάξιμον Πελοποννήσιον, Ἀγάπιον Λάρδον καί Ἱεράρχας καί Πατριάρχας, πού ἔλαβαν μέρος σέ τόσες Συνόδους στήν Κωνσταντινούπολη ἀπό τόν 17ο μέχρι τόν 19ο αἰώνα.
Τήν πλάνη ὅτι τερματίστηκε ἡ πατερική θεολογία τήν πολέμησε ἰδιαίτερα καί τήν κατενίκησε ὁ ἰσχυρότατος θεολόγος π. Φλωρόφσκυ καί ἔτσι βοηθήθηκαν καί οἱ δικοί μας, ἐπηρεασμένοι ἀπό τήν Φραγκιά ὀρθόδοξοι, νά δεχθοῦν καί τήν μετά τόν Μέγα Φώτιο πατερική θεολογία.
Πάντως γιά τήν σωστή ἀντιμετώπιση τοῦ ὅλου θέματος περί τερματισμοῦ τῆς πατερικῆς θεολογίας πρέπει νά σπουδάσουμε καλῶς τί εἶναι Ἐκκλησία [12] καί ποιά ἡ ἔννοια τῆς λέξεως «Πατήρ». [13] Ὡς ἁπλό, ἀλλά δυνατό, ἐπιχείρημα κατά τῆς ἰδέας περί τερματισμοῦ τῶν Πατέρων ἔχουμε νά ποῦμε τό ἑξῆς: Κάθε ἐποχή ἔχει ζωτικά πνευματικά προβλήματα καί κρίσεις στά ὁποῖα ἡ Ἐκκλησία διά τῶν πατέρων της δίνει τήν λύση· πάντοτε δηλαδή ἔχουμε ἀνάγκη Πατέρων. Ἀλλά καί πάντοτε ὑπάρχει στήν Ἐκκλησία τό Ἅγιο Πνεῦμα πού ἀναδεικνύει Πατέρες. Ἄν λέγουν ὅτι τερματίστηκε ἡ πατερική περίοδος, ἐνῶ πάντοτε ἔχουμε τήν ἀνάγκη τῆς ἐμφανίσεως τῶν Πατέρων, εἶναι ὡς νά λέγουν τήν βλασφημία ὅτι ἔπαυσε νά ὑπάρχει στήν Ἐκκλησία τό Ἅγιο Πνεῦμα...


Ὄχι στήν Σχολαστική θεολογία

Ἀλλά, ἄν γιά τούς Φράγκους τερματίστηκε ἡ πατερική ἐποχή μετά τόν ἅγιο Ἰωάννη τόν Δαμασκηνό ἤ τόν Μέγα Φώτιο, τί θά ἔχουμε σέ συνέχεια αὐτῶν; Οἱ Φράγκοι μᾶς προσφέρουν τήν Σχολαστική τους θεολογία μέ τόν ἰσχυρισμό μάλιστα ὅτι αὐτή ἡ θεολογία ὑπερέβη τήν τερματισθεῖσα πατερική θεολογία!... Ὅσοι δέ ἀπό τούς δικούς μας Ὀρθοδόξους ἐδέχοντο τόν τερματισμό τῆς πατερικῆς παραδόσεως σάν συνέχεια τῆς παραδόσεως αὐτῆς εἶχαν νά παρουσιάσουν, κατά μίμηση τῶν Φράγκων, κακογραμμένες κατηχητικοδογματικές μελέτες καί ἄλλα σχολαστικά θεολογικά ἔργα. Ἐνῶ, ὅπως ἤδη εἴπαμε, πάντοτε ἡ Ἐκκλησία εἶχε τούς Πατέρες της καί κατ᾿ αὐτήν ἀκόμη τήν δύσκολη ἐποχή τῆς Τουρκοκρατίας.
Ἡ ἰδέα ὅτι οἱ Φράγκοι Σχολαστικοί ὑπερέβησαν τούς ἁγίους Πατέρες ἔχει ὡς κύρια πηγή τήν γνώμη τοῦ ἱεροῦ Αὐγουστίνου ὅτι: Ἡ διδασκαλία περί Filioque ἀποτελεῖ λύση σέ θεολογικό πρόβλημα, τό ὁποῖο παρέμεινε ἄλυτο ἀπό τούς Πατέρες τῆς Β΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου.
Ὁ Αὐγουστῖνος σέ μιά ὁμιλία του τό 393 ἐνώπιον τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἀφρικῆς γιά τό Σύμβολο τῆς Β΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου εἶπε στούς ἐκεῖ Ἐπισκόπους τό ἑξῆς ἐσφαλμένο καί περίεργο: Ὅτι ἡ ὑποστατική ἰδιότητα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος εἶναι, ἔναντι τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ, πρόβλημα γιά τήν Ἐκκλησία, τό ὁποῖο πρόβλημα παρέμεινε ἄλυτο στήν Β΄ Οἰκουμενική Σύνοδο. Μή γνωρίζοντας τώρα ἑλληνικά καί – ὅπως καί ὁ ἴδιος μᾶς πληροφορεῖ ἀλλοῦ – μή ἔχοντας μελετήσει οὔτε τά λατινικά περί Ἁγίας Τριάδος ἔργα τῆς ἐποχῆς του, δέν ἐγνώριζε ὅτι τό ἐν λόγω θέμα οὔτε πρόβλημα ἦταν, οὔτε, πολύ περισσότερο, ἄλυτο πρόβλημα. Παρά ταῦτα, ὄντας στήν θεολογική του ἀπομόνωση, χωρίς δηλαδή τήν βοήθεια σχετικῶν πατερικῶν ἔργων ἐπί τοῦ θέματος, δαπάνησε συνέχεια τίς δυνάμεις του ἐπί 35 χρόνια γιά νά βρεῖ λύση. Καί ὡς λύση συνέλαβε στοχαστικά, βάσει τῆς νεοπλατωνικῆς φιλοσοφίας, τό Filioque!...
Τήν λύση αὐτή τοῦ ἱεροῦ Αὐγουστίνου ἀνεκάλυψαν οἱ Φράγκοι τόν 8ο αἰώνα καί τήν πρόσθεσαν στό Σύμβολο τῆς Πίστεως. Καί μαζί μέ τό Filioque οἱ Φράγκοι υἱοθέτησαν καί τήν πλανεμένη πάλι γνώμη τοῦ Αὐγουστίνου, ὅτι ἡ Ἐκκλησία μέ τήν πάροδο τοῦ χρόνου ὁδηγεῖται μέ τήν βοήθεια τῶν στοχαστῶν – ὅπως ἐκεῖνος – θεολόγων σέ πληρεστέρα κατανόηση τῶν δογμάτων· ὅπως ἐκεῖνος βρῆκε λύση στό πρόβλημα τάχα τῆς Ἐκκλησίας γιά τήν ὑποστατική ἰδιότητα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, πού δέν μπόρεσαν νά βροῦν οἱ Πατέρες τῆς Β΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου.
Ὅταν οἱ Ρῶσοι υἱοθέτησαν τήν Σχολαστική θεολογική μέθοδο καί τήν λατινική γλώσσα σάν ἐπίσημη θεολογική γλώσσα (τόν 18ο αἰώνα), ἀπέκτησαν καί αὐτοί σάν τούς Φράγκους τήν πεποίθηση ὅτι ὑπερέβησαν στήν θεολογία τούς Ρωμηούς (Ὀρθοδόξους) τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας. Τό περίεργο ὅμως εἶναι ὅτι ὑπῆρξαν Νεοέλληνες θεολόγοι οἱ ὁποῖοι, ἐπηρεασθέντες ἀπό τούς Φράγκους καί τούς Ρώσους, ζητοῦσαν γιά χρόνια συγγνώμη ἀπό τήν Φραγκιά καί ἀπό τήν Φραγκευμένη Ρωσία, γιατί δέν ἀπέκτησαν κατά τά χρόνια τῆς Τουρκοκρατίας Σχολαστική καί Συστηματική θεολογία τοῦ τύπου τῆς Εὐρώπης. Ὑπόσχονταν δέ ὅτι θά φιλοτιμηθοῦν νά δημιουργήσουν καί αὐτοί τοιαύτη θεολογία, ὥστε νά φθάσουν σύντομα στό δῆθεν θεολογικό ὕψος τῆς Εὐρώπης. Τώρα ὅμως πού ἀποσυντέθηκε πλήρως ἡ Εὐρωπαϊκή θεολογία πολλοί Εὐρωπαῖοι θεολόγοι ἐπανέρχονται στήν Πατερική Παράδοση. Ἔτσι καί πολλοί Νεοέλληνες ἐπανέρχονται καί αὐτοί, κατά μίμησή τους, στήν Πατερική Παράδοση. Ἀλλά παραπονεῖται ὁ πολύς πατήρ Ἰωάννης Ρωμανίδης λέγοντας:
«Δυστυχῶς ὅμως, ἀντί οὗτοι νά θεολογοῦν ἐντός τῆς ἑρμηνευτικῆς παραδόσεως τῶν Πατέρων, χρησιμοποιοῦν ὡς ἑρμηνευτικάς κλεῖδας τούς Δυτικούς διδασκάλους των. Δηλαδή ἑρμηνεύουν τούς Πατέρας βάσει τῶν προϋποθέσεων τῆς Δυτικῆς θεολογίας καί προβληματικῆς καί, οὕτως, οὔτε τήν θεολογίαν τῶν Πατέρων, οὔτε τήν πνευματικότητα αὐτῶν κατανοοῦν. Τοῦτο διότι ἡ Πατερική θεολογία καί πνευματικότης, ὡς ἐμφανίζεται εἰς τά συγγράμματα τῶν Πατέρων, εἶναι ἀντιληπτή μόνον εἰς τούς ἔχοντας τήν αὐτήν μέ τούς Πατέρας πνευματικήν ἐμπειρίαν. Ἡ θεολογία αὕτη εἶναι κεκρυμμένον μυστήριον, ἀκριβῶς ὅπως εἶναι μυστήριον καί ἡ θεολογία τῆς Ἁγίας Γραφῆς. Εἶναι ἀπρόσιτος εἰς οἱανδήποτε ἀκαδημαϊκήν μέθοδον. Μόνον οἱ ἔχοντες τήν χάριν γνωρίζουν τήν χάριν, τήν ὁποίαν ἀποκτοῦν διά τῆς νηστείας καί τῆς προσευχῆς ὑπό τήν καθοδήγησιν τοῦ ἔχοντος τήν χάριν τῆς θεωρίας πνευματικοῦ πατρός». [14]


Ὄχι στόν ρωσικό μυστικισμό,
ἀλλά ὄχι καί στήν ἀποστροφή τῶν Νεοελλήνων 
πρός τόν ἡσυχασμό καί στήν στροφή τους 
πρός τούς Πατέρας τάχα τῆς δράσεως

Κατά τά μέσα τοῦ 19ου αἰῶνος κάποιοι διανοούμενοι Ρῶσοι ἐντυπωσιάστηκαν κατά πολύ ἀπό τόν ὀρθόδοξο ἡσυχασμό τοῦ Ἁγίου Ὄρους πού ἔφθασε στήν Ρωσία. Δέν τόν κατενόησαν ὅμως στό βάθος του, γιατί τόν ἐνέταξαν στίς θεωρίες τους περί Σλαυϊκῆς ὑπεροχῆς. Εἶπαν, δηλαδή, ὅτι ὁ ἡσυχασμός τοῦ «γεροντικοῦ» τύπου εἶναι δικό τους χαρακτηριστικό· ὅτι εἶναι χαρακτηριστικό τῆς Ρωσικῆς παραδόσεως καί ψυχοσυνθέσεως καί δέν ἀνήκει στόν «Λατινικό» καί «Γκραικικό» χριστιανισμό, ὅπως τόν ἔλεγαν. [15] Ἔτσι, οἱ Ρῶσοι νόμισαν ὅτι ὅπως ξεπέρασαν τούς «Γραικούς» μέ τόν Σχολαστικισμό τους, τούς ὑπερέβησαν τώρα παρομοίως μέ τόν Ρωσικό τους ἡσυχασμό. Λόγω δέ τῆς ἐντατικῆς ρωσικῆς προπαγάνδας στήν Δύση ἡ ἰδέα αὐτή τῆς ὑπεροχῆς τοῦ Ρωσικοῦ σχολαστικισμοῦ καί ἡσυχασμοῦ ἔγινε συνείδηση στούς ἑτεροδόξους, ἀλλά καί στόν χῶρο μας. Ὡς ἀποτέλεσμα αὐτοῦ ἔχουμε τό νά ἀγνοεῖται καί νά περιφρονεῖται καί στήν Ἑλλάδα ἀκόμη ἡ Πατερική θεολογία καί ὁ ὀρθόδοξος ἡσυχασμός καί Ἕλληνες θεολόγοι νά προσβλέπουν στούς ξένους, γιατί τάχα αὐτοί, λόγω φυσικῆς τους ἰδιότητας καί ἰδιοσυγκρασίας, ἐνόησαν καλύτερα ἀπό ἐμᾶς τήν θεολογία καί τόν ἡσυχασμό. Ἀκριβῶς αὐτό ἔλεγαν καί προπαγάνδιζαν ἰσχυρά οἱ Σλαυόφιλοι ὀπαδοί τοῦ Ἀλεξίου Κομμιακώβ: Ὅτι αὐτοί οἱ Σλαῦοι, λόγω τῆς φυσικῆς τους ἰδιοσυγκρασίας καί ψυχοσυνθέσεως, κατενόησαν καλύτερα τόν χριστιανισμό ἀπό τούς «Λατίνους» καί τούς «Γκραικούς»!...
Λάθος! Γιατί οἱ Ἁγιορεῖτες Πατέρες πού διά μέσου τῆς Μολδοβλαχίας εἰσέδυσαν στήν Ρωσία καί ἔφεραν σ᾿ αὐτούς τόν ἡσυχασμό ἦταν ἑλληνόφωνοι Ρωμαῖοι καί ὄχι Σλαῦοι. Ἐκτός αὐτοῦ ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ, πού μᾶς ἁγιάζει καί μᾶς θεώνει, δέν ἔχει καμμιά σχέση μέ ἐθνικό σωβινισμό, ἀλλά κάθε ἄνθρωπο, ὁ ὁποῖος ζητάει τόν Θεό, ἀπό ὁποιοδήποτε ἔθνος καί ἄν προέρχεται, τόν ἐπισκέπτεται καί τόν ἐνισχύει νά βιώσει τό Μυστήριο τῆς πίστεώς μας καί νά πετύχει τήν ἁγιότητά του. Εἶναι πολύ ὡραῖα αὐτά πού μᾶς γράφει ὁ Καθηγητής πατήρ Ἰωάννης Ρωμανίδης:
«Τό θεμέλιον τοῦ ἡσυχασμοῦ εἶναι ἡ θέωσις, ἥτις νικᾷ τήν φύσιν καί ποιεῖ κατά χάριν θεούς τούς ἀνθρώπους. Αὕτη εἶναι ἡ πηγή τῆς ἀνωτάτης δυνατῆς ἐν τῷ κόσμῳ τούτῳ κατανοήσεως τῆς θεολογίας, ἡ ὁποία ὑπερβαίνει τήν φύσιν τοῦ λόγου καί τοῦ νοός τοῦ ἀνθρώπου καί μηδεμίαν σχέσιν ἔχει πρός ἐθνικόν τινα σωβινισμόν. Τό ὅτι τήν πλειοψηφίαν τῶν θεωθέντων κατά τήν ἱστορικήν πορείαν τῆς Ἐκκλησίας ἀποτελοῦν ἑλληνόφωνοι Ρωμαῖοι Πατέρες καί Ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας, δέν σημαίνει ὅτι δέν δύνανται καί οἱ ἄλλων γλωσσῶν καί ἐθνικοτήτων πιστοί νά γίνουν ἐξ ἴσου θεοφόροι, ἀλλ᾿ ὅμως οὔτε σημαίνει ὅτι δύνανται νά γίνουν ἀνώτεροι θεολογικῶς καί πνευματικῶς. Ἀσφαλῶς ὑπάρχουν ἀνώτερα ἤ διάφορα στάδια θεώσεως, ὡς ἡ ἔλλαμψις, ἡ θέα καί ἡ διαρκής θέα, ἀλλά ταῦτα οὐδεμίαν σχέσιν ἔχουν πρός ἐθνικήν τινα ἰδιοσυγκρασίαν. Οἱ Ἀπόστολοι εἰς τό ὄρος Θαβώρ καί κατά τήν Πεντηκοστήν ἔλαβον τήν θέωσιν εἰς τόν ἀνώτερον δυνατόν ἐν τῇ ζωῇ ταύτῃ βαθμόν· καί ὁ Μωυσῆς ἐθεώρει τήν δόξαν τοῦ Χριστοῦ ἐπί τοῦ Σινᾶ τεσσαράκοντα ἡμέρας καί νύκτας. Οὗτοι οὔτε Ἕλληνες, οὔτε Λατῖνοι, ἀλλά οὔτε καί Σλαῦοι ἦσαν». [16]
Αὐτά ἁρμόζουν καί κατά τοῦ Πλεύρη, σχετικά μέ τά ἀνιστόρητα καί βλάσφημα πού λέει γραπτῶς καί προφορικῶς. Ἀλλά περί αὐτῶν τῶν ἀνιστορήτων καί βλασφήμων του θά ἀσχοληθοῦμε σέ εἰδική μελέτη μας.
Βεβαίως οἱ Νεοέλληνες θεολόγοι δέν δέχτηκαν ἀπολύτως τόν ρωσικό ἡσυχασμό, τόν λεγόμενο «ρωσικό μυστικισμό» καί ἀντέδρασαν ἐναντίον του. Ἀντί ὅμως νά στραφοῦν στόν πραγματικό καί ἀληθινό ἡσυχασμό τῆς Ἐκκλησίας μας στράφηκαν, ἀπό ἀντίδραση πρός τόν ρωσικό μυστικισμό, μέ θαυμασμό σέ μιά μή ἡσυχαστική, ὅπως τήν φαντάστηκαν, καί μή ἀσκητική τάχα παράδοση τῶν Μεγάλων πρίν ἀπό τόν Φώτιο Πατέρων, οἱ ὁποῖοι ἦταν δῆθεν ἄνδρες τῆς δράσεως καί τοῦ φιλοσοφικοῦ στοχασμοῦ καί ὄχι τοῦ μυστικισμοῦ. Καί νόμισαν οἱ ταλαίπωροι αὐτοί Νεοέλληνες ὅτι ἔτσι σκεπτόμενοι καί πράττοντες ὀρθοδοξοῦν, γιατί: ἀφ᾿ ἑνός μέν πολεμοῦν τόν ἐσφαλμένο, πραγματικά, ρωσικό μυστικισμό καί ἀφ᾿ ἑτέρου στρέφονται στούς Πατέρες, τούς ὁποίους ὅμως βλασφημοῦσαν, ἀφοῦ, πρῶτον μέν, τούς τερμάτιζαν μέχρι τόν Μέγα Φώτιο, ἔπειτα δέ – ἀφοῦ δέν εἶχαν αὐτοί οἱ Νεοέλληνες γεύση τοῦ ἡσυχασμοῦ – παρουσίαζαν καί τούς Πατέρες ὡς μή ἡσυχαστές, ἀλλά κοινωνικούς ἄνδρες, ἄνδρες δράσεως καί μέ φιλοσοφικό στοχασμό καί ὄχι ἄπραγους μοναχούς!...
Καί θρηνεῖ γράφοντας ὁ μεγάλος θεολόγος τοῦ αἰῶνος μας πατήρ Ἰωάννης Ρωμανίδης:
«Ἀποτέλεσμα τῶν ἀνωτέρω, καταστρεπτικόν διά τήν Ὀρθοδοξίαν ἐν γένει εἶναι τό ὅτι ἡ νεωτέρα θεολογία τῶν Ρώσσων καί Νεοελλήνων ὄχι μόνον δέν συνετέλεσεν εἰς τήν ἔνταξιν τῶν νέων εἰς τόν παραδοσιακόν ἡσυχαστικόν μοναχισμόν, ἀλλά καί συνέτεινεν εἰς τό νά ἀκολουθήσουν Νεοέλληνές τινες τούς Ρώσσους εἰς τήν ὑπ᾿ αὐτῶν περιφρόνησιν τοῦ παραδοσιακοῦ μοναχισμοῦ καί εἰς θαυμασμόν τῶν Φραγκικῶν μοναχικῶν ταγμάτων. Οὕτω προέκυψαν αἱ θρησκευτικαί ἀδελφότητες μέ ζωηρά αἰσθήματα κατωτερότητος ἔναντι τοῦ δυτικοῦ Χριστιανισμοῦ, τοῦ ὁποίου τά θρησκευτικά ἔργα μετέφραζον καί ἐσκόρπιζον εἰς τόν ἐν Ἑλλάδι ὀρθόδοξον λαόν. Τό παράδοξον εἶναι ὅτι αἱ θρησκευτικαί ἀδελφότητες ἀντέδρων ἐνστικτωδῶς κατά τῆς Ἀκαδημαϊκῆς θεολογίας τῶν Νεοελλήνων, ἠγάπων τούς Πατέρας, ἀλλά ἦσαν συγχρόνως θύματα τῆς νεωτέρας ὡς ἄνω ἀντιλήψεως περί τῶν Πατέρων καί ἐμιμοῦντο μίαν φανταστικήν εἰκόνα περί αὐτῶν, οὕτω δέ διέφερον οὐσιαστικῶς ἀπό τόν δεσπόζοντα κατά τήν Τουρκοκρατίαν ἡσυχαστικόν μοναχισμόν. Τοῦτο, διότι ἐδέχοντο τήν ἐν λόγῳ διάκρισιν μεταξύ τῶν Μεγάλων Πατέρων καί τῶν μετά τόν Μέγαν Φώτιον δῆθεν μή πατέρων ἀσκητῶν ἁγίων». [17]


Ὄχι στήν θεωρία περί ἐπηρεασμοῦ
τῶν Ἑλλήνων Πατέρων ἀπό τούς Ἕλληνες φιλοσόφους

Οἱ Προτεστάντες ἤ Διαμαρτυρόμενοι, ὅπως λέγονται, τό ἤξεραν ὅτι ἡ Αὐγουστίνεια θεολογία καί ἡ ἐπηρεασμένη ἀπ᾿ αὐτή Φραγκική Σχολαστική θεολογία διατελοῦσαν ὑπό τήν ἰσχυρή ἐπίδραση τοῦ Πλάτωνα καί τοῦ Ἀριστοτέλη. Στούς κύκλους ὅμως τῆς Γερμανικῆς κυρίως θεολογίας καί φιλοσοφίας ἀναπτύχθηκε ἕνα ὑπερήφανο αἴσθημα ὑπεροχῆς ἔναντι πάσης παλαιοτέρας θεολογίας, γιατί πίστευαν ὅτι αὐτοί οἱ Γερμανοί καλλιεργοῦν ὑψηλότερη θεολογία βάσει τῶν νεωτέρων Εὐρωπαϊκῶν φιλοσοφιῶν καί ὄχι βάσει τοῦ Πλάτωνα καί τοῦ Ἀριστοτέλη, ἀπό τούς ὁποίους ἦταν ἐπηρεασμένη ἡ θεολογία τοῦ Αὐγουστίνου καί ὁ ἀπ᾿ αὐτήν σχολαστικισμός τῶν Φράγκων. Μή γνωρίζοντες δέ οἱ Γερμανοί, ὅπως οἱ Φράγκοι πρόγονοί τους, τήν Ρωμαίικη πατερική παράδοση, πίστευσαν ὅτι καί οἱ Ἕλληνες, οἱ «Γραικοί», ὅπως τούς ἔλεγαν, Πατέρες ἔχουν ἐπηρεαστεῖ καί αὐτοί, ὅπως οἱ Φράγκοι, ἀπό τούς Ἕλληνες φιλοσόφους καί ἑπομένως νόθευσαν τόν Χριστιανισμό μέ τόν ἐπηρεασμό τους ἀπό τήν ἑλληνική φιλοσοφία.
Τό λυπηρό ὅμως εἶναι ὅτι καί Νεοέλληνες πίστευσαν στήν ἐπιστήμη τῆς Εὐρώπης καί παραδέχτηκαν ὅτι ἡ Πατερική θεολογία ἔχει τήν βάση της στήν ἑλληνική φιλοσοφία. Σάν Ἕλληνες ὅμως τήν ἐσφαλμένη καί αἱρετική αὐτή θεωρία τήν δέχτηκαν μέ πατριωτικό ἐνθουσιασμό, χωρίς βέβαια νά δεχτοῦν τήν νόθευση τοῦ Χριστιανισμοῦ ἀπό τούς Πατέρες, λόγω τοῦ ἐπηρεασμοῦ τους τάχα ἀπό τήν ἑλληνική φιλοσοφία. Ὥστε: Ἡ παρότρυνση πολλῶν, παλαιοτέρων καί συγχρόνων, μεταξύ τῶν ὁποίων ἰδιαίτερα τοῦ Πλεύρη, νά μελετοῦμε μέ θαυμασμό τήν ἑλληνική φιλοσοφία, γιατί αὐτήν τάχα μελέτησαν καί οἱ Πατέρες καί ἔγραψαν ὅσα σοφά ἔγραψαν, ἔχει ὡς βάση τήν παραπάνω θεωρία τῶν Προτεσταντῶν, πού λέχθηκε ἀπ᾿ αὐτούς ἀρνητικά, γιά νά ποῦν ὅτι νοθεύτηκε ὁ Χριστιανισμός ἀπό τούς Πατέρες λόγω τοῦ ἐπηρεασμοῦ τους ἀπό τούς Ἕλληνες φιλοσόφους, ἔγινε ὅμως δεκτή ἀπό τούς Νεοέλληνες θετικά, λόγω τοῦ ἐθνικισμοῦ τους.
Βέβαια, οἱ Ρῶσοι καί γενικά οἱ Σλαῦοι, σάν Ὀρθόδοξοι, δέν ἦταν δυνατόν νά δεχτοῦν τέτοιες θεωρίες ὅτι οἱ «Γραικοί» Πατέρες, αὐτοί οἱ Πατέρες τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, ἐνόθευσαν τόν Χριστιανισμό· ἰσχυρίστηκαν ὅμως ὅτι οἱ «Γραικοί» καί οἱ «Λατῖνοι», σάν Κουσῖτες πού ἦσαν, δέν κατενόησαν τόν Χριστιανισμό στό βάθος του, ὅπως αὐτοί οἱ Ἰρανικοί Σλαῦοι. Καί τοῦτο γιατί αὐτή ἡ φυσική ἐθνική φιλοσοφία καί ἰδεολογία τῶν Σλαύων συντελεῖ τάχα καλύτερα ἀπό ὁποιαδήποτε ἄλλη στήν κατανόηση τοῦ Χριστιανισμοῦ.
Δυνατό καί ἀποτελεσματικό κτύπημα κατά τῶν παραπάνω θεωριῶν, τῆς νοθεύσεως δῆθεν τοῦ Χριστιανισμοῦ ἀπό τούς «Γραικούς» Πατέρες, λόγω τοῦ ἐπηρεασμοῦ τους τάχα ἀπό τήν ἑλληνική φιλοσοφία καί τῆς μή πλήρους κατανοήσεώς του ἀπ᾿ αὐτούς, ἐπειδή πάλι ἦταν «Γραικοί», ἐπέφερε ὁ μεγαλύτερος Ρῶσος θεολόγος τοῦ 20ου αἰῶνος, Καθηγητής καί Πρωτοπρεσβύτερος π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ. Ἐπί ἥμισυ καί πλέον αἰώνα αὐτός ὁ πολύς Φλωρόφσκυ ἤλεγχε ἰσχυρά τούς Ρώσους πού ἰσχυρίζονταν ὅτι οἱ Πατέρες δέν κατανοοῦσαν ἐπαρκῶς τόν Χριστιανισμό, ἐπειδή ἦσαν «Γραικοί», ἐνῶ αὐτοί, σάν Ἰρανικοί Σλαῦοι, μέ τήν ἰδεολογία τους τόν κατενόησαν τάχα πλήρως· καί ἤλεγχε ἰσχυρά, πάλι, τούς Διαμαρτυρομένους, πού ἔλεγαν ὅτι οἱ Πατέρες ἐνόθευσαν τόν Χριστιανισμό, ἕνεκα τοῦ ἐπηρεασμοῦ τους τάχα ἀπό τήν ἑλληνική φιλοσοφία, ἐνῶ αὐτοί μέ τήν σύγχρονη εὐρωπαϊκή τους φιλοσοφία κατενόησαν καλύτερα τόν Χριστιανισμό.
Ὁ π. Φλωρόφσκυ ἐτόνισε τήν μόνιμο σημασία τοῦ ἑλληνισμοῦ τῶν Πατέρων γιά τόν Χριστιανισμό. Καί μέ τήν συνεργασία μέ ἄλλους Ρωμηούς θεολόγους τῆς Ἑλλάδος καί τῆς Κωνσταντινουπόλεως συνετέλεσε στήν ἐπάνοδο στούς Πατέρες καί τόν ἡσυχασμό τους ὡς τό θεμέλιο τῆς Ὀρθοδόξου θεολογίας καί πνευματικότητας. Ἔτσι γεννήθηκαν οἱ ἀναγκαῖες προϋποθέσεις γιά τήν ὀρθή κατανόηση τῶν Πατέρων μετά τόν Μέγα Φώτιο καί κυρίως τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ. Γιατί, ὅπως εἴπαμε στήν ἀρχή, ὁ π. Φλωρόφσκυ συνετέλεσε περισσότερο ἀπό κάθε ἄλλον στήν κατάρριψη τῆς ἰδέας περί τερματισμοῦ τῆς πατερικῆς θεολογικῆς περιόδου καί ἀπέδειξε ὅτι ἡ πατερική θεολογία ἐξακολουθεῖ ἀσφαλῶς καί μετά τόν Φώτιο.


Ὄχι στόν χωρισμό «Βιβλίζοντες»
καί «Ἑλληνίζοντες» Πατέρες

Μερικοί ὅμως νεώτεροι Ρῶσοι, ἄν καί πείστηκαν ἀπό τόν θεολογικό ἀγώνα τοῦ π. Φλωρόφσκυ ὅτι εἶναι ἀπόλυτος ἀνάγκη νά ἐπανέλθουν στούς Πατέρες, ὅμως ἀπορρίπτουν τόν ἑλληνισμό τους ἤ τούς «ἑλληνίζοντες» Πατέρες, ὅπως τούς ὀνομάζουν. Ἰσχυρίζονται δέ αὐτοί ὅτι πρέπει νά ἐπανέλθουμε μόνο στούς «βιβλίζοντες» Πατέρες, στούς ὁποίους τάχα ἀνήκουν αὐτοί. Φαίνεται ἐδῶ καθαρά ὅτι δέν μπόρεσαν οἱ Ρῶσοι νά ἀποκοποῦν ἀπό τά Σλαυόφιλα αἰσθήματα καί χώρισαν τούς Πατέρες σέ βιβλίζοντες καί ἑλληνίζοντες ἤ «Γραικίζοντες», ὅπως τούς ἔλεγαν.
Ὁ χωρισμός αὐτός τῶν Πατέρων σέ βιβλίζοντες καί ἑλληνίζοντες εἶναι μιά πρωτάκουστη πλάνη, μιά μεγάλη αἵρεση, ἡ ὁποία δυστυχῶς δέν πολεμήθηκε ἐπίσημα στό χῶρο μας.
Ἡ αἵρεση αὐτή διατυπώθηκε μέν ἀπό τούς Ρώσους καί κυρίως ἀπό τόν John Meyerdorff, [18] ἡ ἀρχή της ὅμως εἶναι, πάλι, κυρίως ἀπό τούς Διαμαρτυρομένους: Ἀπό τόν 19ο αἰώνα οἱ Διαμαρτυρόμενοι ἄρχισαν νά ἀντιλαμβάνονται ὅτι ἡ θεολογία τῆς Ἁγίας Γραφῆς δέν ἦταν σέ ὅλα ὅμοια μέ τήν μόνη γνωστή σ᾿ αὐτούς Αὐγουστίνεια πατερική τους θεολογία, πού ἔχει ὡς βάση τούς Ἕλληνες φιλοσόφους, Πλάτωνα καί Ἀριστοτέλη. Ἔ-τσι, πολύ εὔκολα, δημιουργήθηκε ὁ μύθος καί ἀναπτύχθηκε ἀπό τούς Ρώσους ἡ πρωτάκουστη πλάνη περί ἑλληνιζόντων Πατέρων, πού ἐνόθευσαν τόν Χριστιανισμό καί περί τῶν βιβλιζόντων Πατέρων. Πίστευαν ὅμως οἱ Ρῶσοι ὅτι καί οἱ «Γραικίζοντες», ὅπως τούς ἔλεγαν, δηλ. ἑλληνίζοντες, Πατέρες ἐκπροσωποῦν καί αὐτοί μία παράδοση, τήν ἑλληνίζουσα Πατερική παράδοση, στήν ὁποία ὑπάγονται Μεγάλοι Πατέρες, [19] ἀλλά οἱ ὁποῖοι ἐνόθευσαν τόν Χριστιανισμό μέ τήν ἑλληνική τους φιλοσοφία.
Στά χρόνια του ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ ἐπί κεφαλῆς τῆς Παραδόσεως αὐτῆς τῶν ἑλληνιζόντων Πατέρων ἦταν δῆθεν ὁ Βαρλαάμ. Καί ἐπί κεφαλῆς τῆς βιβλιζούσης παραδόσεως ἦταν δῆθεν ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς. [20]
Ἡ αἵρεση αὐτή εἶναι φρικτή· δηλαδή: Διχοτομεῖται ἡ Πατερική Παράδοση σέ βιβλική καί ἑλληνίζουσα καί γίνονται ἔτσι παρατάξεις Πατέρων· ὁ δέ αἱρετικός Βαρλαάμ φέρεται ὅτι ἀνήκει καί αὐτός σέ Πατέρες, στούς «ἑλληνίζοντες», τάχα. Ἀλλά μέ τήν καταδίκη τοῦ Βαρλαάμ τό 1368 στήν Σύνοδο τῆς Κωνσταντινουπόλεως καταδικάστηκαν – κατά τήν αἵρεση αὐτή τῆς διχοτομήσεως τῶν Πατέρων σέ βιβλίζοντες καί ἑλληνίζοντες – καί Μεγάλοι Πατέρες, σάν τούς Διονύσιον τόν Ἀρεοπαγίτην, Γρηγόριον τόν Νύσσης, Μάξιμον τόν Ὁμολογητήν κ.ἄ., τούς ὁποίους κατέτασσαν στήν ἴδια παράταξη μέ τόν Βαρλαάμ. Ἀλλά ἡ θεολογία τῶν Πατέρων αὐτῶν ἀπετέλεσε τήν βάση τῶν ἀποφάσεων Οἰκουμενικῶν Συνόδων καί τό θεμέλιο τῆς παιδείας τόσων Πατέρων καί αὐτοῦ τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ. Πῶς, λοιπόν, τώρα παρουσιάζονται οἱ Πατέρες αὐτοί ὡς ἀνήκοντες στήν ἰδία παράταξη μέ τόν Βαρλαάμ καί ἄρα καταδικαζόμενοι ὅπως καί αὐτός; Καί πῶς παρουσιάζεται ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς ὡς διαφωνῶν μέ τούς Πατέρες αὐτούς – ἀφοῦ τόν κατατάσσουν σέ ἄλλη παράταξη – μέ αὐτούς τούς Πατέρες, ἀπό τούς ὁποίους ἐπαιδεύθη καί ὁμοιώθη κατά πάντα, γιατί δέν πρωτοτύπησε; Τό κωμικό τῆς ὑποθέσεως εἶναι ὅτι μέ τήν βλάσφημο αὐτή θεωρία, περί ἑλληνιζόντων τάχα καί βιβλιζόντων Πατέρων, παρουσιάζονται Ἐπίσκοποι νά καταδικάζουν τούς... Πατέρες, ἀφοῦ κατεδίκασαν τήν παράταξη τῶν ἑλληνιζόντων τάχα Πατέρων καταδικάσαντες τόν ἀνήκοντα στήν παράταξη αὐτή Βαρλαάμ στήν Σύνοδο τῆς Κωνσταντινουπόλεως τό 1368.

Ὄχι στίς διαφωνίες τοῦ Αὐγουστίνου μέ τούς Πατέρες
καί ὄχι στίς συμφωνίες του μέ τους αἱρετικούς

Ἄς τό ξαναγράψουμε, γιατί εἶναι σοβαρό: Τό πρῶτο φρικτό στήν παραπάνω θεωρία εἶναι ὁ χωρισμός τῶν Πατέρων σέ δύο ἐχθρικές παρατάξεις, τούς βιβλίζοντες καί τούς ἑλληνίζοντες. Τό δέ δεύτερο, ἀκόμη φοβερώτερο, εἶναι ὅτι κατέταξαν καί αὐτόν τόν αἱρετικό Βαρλαάμ στούς Πατέρες, στούς Ἑλληνίζοντας, στούς ὁποίους κατέτασσαν, ὅπως εἴπαμε, Μεγάλους Πατέρες, σάν τούς Διονύσιο τόν Ἀρεοπαγίτη, Γρηγόριο Νύσσης, Μάξιμο τόν Ὁμολογητή κ.ἄ. Καί ὅμως, καμμιά, καμμιά ἀπό τίς καταδικασθεῖσες αἱρέσεις τοῦ Βαρλαάμ δέν περιέχεται στήν διδασκαλία τῶν κακῶς χαρακτηρισθέντων Ἑλληνιζόντων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας. Ἀντίθετα, ὅλες οἱ αἱρέσεις τοῦ Βαρλαάμ βρίσκονται στό κέντρο τῆς Φραγκικῆς Αὐγουστίνειας Παραδόσεως. Καί ἡ σύγκρουση Βαρλαάμ καί ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ δέν εἶναι σύγκρουση βιβλιζόντων τάχα καί ἑλληνιζόντων Πατέρων, ἀλλά στό βάθος εἶναι σύγκρουση τῆς Πατερικῆς καί Φραγκολατινικῆς Αὐγουστινείου Παραδόσεως καί σ᾿ αὐτό ἀκριβῶς ἔγκειται ἡ μεγάλη σημασία τῆς σύγκρουσης αὐτῆς. Καί ἄν θελήσουμε νά ἐρευνήσουμε περισσότερο, θά βροῦμε ὅτι ἡ σύγκρουση αὐτή τῆς Πατερικῆς καί Φραγκολατινικῆς Αὐγουστινείου Παραδόσεως ἔχει τήν προέλευσή της στήν διαμάχη τῶν Ὀρθοδόξων μέ τούς αἱρετικούς Ἀρειανούς καί Εὐνομιανούς κατά τήν ἐποχή τῆς Α΄ καί Β΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου.
Ἄς τό ἀναλύσουμε αὐτό, γιατί εἶναι οὐσιαστικό γιά τό θέμα μας καί θίγει σοβαρές διαφορές τῆς Παράδοσής μας ἀπό τήν ἀντίθετη Φραγκολατινική Αὐγουστίνεια Παράδοση.
Ὅπως ὡραῖα τά καταστρώνει καί τά κατοχυρώνει ὁ μεγάλος σύγχρονος θεολόγος πατήρ Ἰωάννης Ρωμανίδης, συγκεκριμένα ὁ ἱερός Αὐγουστῖνος: α) Διαφωνοῦσε σέ ὁρισμένα οὐσιαστικά σημεῖα, στά ὁποῖα ὅμως συμφωνοῦσαν οἱ Ὀρθόδοξοι καί οἱ αἱρετικοί· β) συμφωνοῦσε, ὁ Αὐγουστῖνος πάλι, μέ τούς Ἀρειανούς καί Εὐνομιανούς σέ ἕνα σημεῖο ἐναντίον τῶν Ὀρθοδόξων· γ) σέ κάποιο ἄλλο σημεῖο ὅμως συμφωνοῦσε μέ τούς Εὐνομιανούς ἐναντίον τῶν Ὀρθοδόξων καί τῶν Ἀρειανῶν καί τέλος· δ) συμφωνοῦσε μέν τυπικά μέ τό δόγμα τῆς Α΄ καί Β΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ἀλλά ὅπως θά δοῦμε, οὐσιαστικά συμφωνοῦσε μέ τίς προϋποθέσεις τῆς διδασκαλίας τῶν Ἀρειανῶν καί Εὐνομιανῶν.
Θά ἐξηγήσουμε καί τά τέσσερα αὐτά:
α) Ὅλοι οἱ ἅγιοι Πατέρες συμφωνοῦν σ᾿ αὐτό, ὅτι ὁ ἐμφανισθείς στούς Προφῆτες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης Ἄγγελος τοῦ Θεοῦ, ὅπως τόν λέει τό ἱερό κείμενο, ἤ Ἄγγελος τῆς δόξης ἤ Μεγάλης Βουλῆς Ἄγγελος ἤ Κύριος τῆς δόξης, εἶναι ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ, ὁ Χριστός. Καί στήν Π.Δ. ἐμφανιζόταν ὁ Χριστός, ἀσάρκως ὅμως. Τήν ἀλήθεια αὐτή δέν τήν ἀρνοῦνταν οὔτε καί αὐτοί οἱ αἱρετικοί Ἀρειανοί καί Εὐνομιανοί. Δίδασκαν ὅμως αὐτοί ὅτι ὁ ἐμφανιζόμενος στούς Προφῆτες Ἄγγελος Κυρίου, δηλαδή ὁ Χριστός, ἦταν κτίσμα· γιατί ἰσχυρίζονταν ὅτι ὁ Θεός ἀπεκάλυπτε ἤ φανέρωνε τόν Ἑαυτόν Του διά κτισμάτων. Καί ὡς κτίσμα αὐτοί πίστευαν καί τόν θεῖο Λόγο, τόν Υἱό τοῦ Θεοῦ.
Ὁ ἱερός Αὐγουστῖνος τήν πατερική αὐτή διδασκαλία περί τῆς ἐμφανίσεως τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ στούς Προφῆτες τήν χαρακτήριζε βλάσφημο· ἰσχυριζόταν δέ ὅτι ὄχι μόνο ὁ Λόγος ἀλλά καί τά τρία Πρόσωπα τῆς Ἁγίας Τριάδος ἀπεκαλύπτοντο διά μέσου γινομένων καί ἀπογινομένων κτιστῶν συμβόλων τῆς θεότητος, γιά νά ὁραθεῖ μέ αὐτά ἡ Ἁγία Τριάς ἀπό τίς ἀνθρώπινες αἰσθήσεις. Αὐτήν δέ τήν ἀποκάλυψη ὁ Αὐγουστῖνος τήν θεωροῦσε κατωτέρα· ὡς ἀνωτέρα ἀποκάλυψη θεωροῦσε αὐτήν πού χάριζε ὁ Θεός στόν νοῦ. Αὐτή ἡ θεωρία τοῦ ἱεροῦ Αὐγουστίνου περί θεοφανειῶν καί θείας ἀποκαλύψεως ἦταν πρωτάκουστη καί αὐτήν παρέλαβαν οἱ Φράγκοι γιά νά τήν ἀναπτύξουν περισσότερο. Τήν Φράγκικη αὐτή διδασκαλία περί θεοφανειῶν τήν ἔφερε στήν Ἀνατολή ὁ αἱρετικός Βαρλαάμ. Ὁ Βαρλαάμ ἰσχυριζόταν ἀκριβῶς τό ἴδιο: Ὅτι ἡ ἀποκάλυψη πού ἔγινε μέ τό Θαβώριο Φῶς ἦταν «χείρω νοήσεως»· ἦταν, δηλαδή, κατώτερη ἀπ᾿ αὐτήν πού γίνεται κατ᾿ εὐθεῖαν στόν νοῦ· κατώτερη καί αὐτῆς ἀκόμη τῆς ἁπλῆς νοήσεως. [21] «Δύναταί τις νά φαντασθῇ – λέει ὁ π. Ρωμανίδης – τήν ἀλγεινήν ἐντύπωσιν, τήν ὁποίαν προεκάλεσαν οἱ τοιοῦτοι ἰσχυρισμοί τοῦ Βαρλαάμ εἰς τήν Ὀρθόδοξον Ἀνατολήν, ὅπου τό Θαβώριον Φῶς ἐθεωρεῖτο ὑπό τῶν Πατέρων ὡς αὐτή αὕτη ἡ ἄκτιστος θεότης καί βασιλεία τῆς Ἁγίας Τριάδος». [22]

β) Ἀπό τά παραπάνω βλέπουμε ὅτι ὁ ἱερός Αὐγουστῖνος διαφωνοῦσε πρός τούς Ὀρθοδόξους καί τούς αἱρετικούς, τούς Ἀρειανούς καί τούς Εὐνομιανούς, στό ὅτι δέν παραδεχόταν πραγματικές φανερώσεις τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ στούς Προφῆτες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. Συμφωνοῦσε ὅμως μέ τούς αἱρετικούς αὐτούς ἐναντίον τῶν Ὀρθοδόξων στό ὅτι ἔλεγε ὅτι οἱ Προφῆτες καί οἱ Ἀπόστολοι ἔβλεπαν κτίσμα, καί ὄχι αὐτήν τήν Ἴδια τήν θεότητα.
Κατά τούς ἁγίους Πατέρες μας, ἀντίθετα πρός τόν Αὐγουστῖνο, οἱ Προφῆτες, οἱ Ἀπόστολοι καί οἱ Ἅγιοι πού ἔφτασαν στήν θέωση, βλέπουν ἀοράτως καί ἀκούουν ἀρρήτως ἐν τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι τόν Πατέρα διά τοῦ ἀκτίστου Λόγου καί ὄχι μέ τήν μεσολάβηση κάποιου κτίσματος.

γ) Οἱ ἅγιοι Πατέρες διδάσκουν ὅτι βλέποντες καί ἀκούοντες οἱ θεούμενοι τόν Θεό διά τοῦ Λόγου ἐν τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι μετεῖχαν τῶν ἀκτίστων ἐνεργειῶν τοῦ Θεοῦ καί ὄχι τῶν θείων ὑποστάσεων τῶν Τριῶν Προσώπων τῆς Ἁγίας Τριάδος καί τῆς θείας Οὐσίας. Δηλαδή, οἱ ἅγιοι Πατέρες κάνουν διάκριση στόν Θεό μεταξύ τῆς θείας Οὐσίας, πού εἶναι ἀμέθεκτη (δέν μπορεῖ, δηλαδή, νά μετάσχει κανείς ἄνθρωπος ἤ ἄγγελος σ᾿ αὐτή παρά μόνο τά Τρία Πρόσωπα τῆς Ἁγίας Τριάδος) καί τῆς θείας ἐνεργείας, πού εἶναι μεθεκτή. Τήν διάκριση αὐτή τήν ἔκαναν καί οἱ αἱρετικοί Ἀρειανοί· καί αὐτοί δίδασκαν ὅτι τά κτίσματα γνωρίζουν ὄχι τήν οὐσία, ἀλλά τήν ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ. Στά κτίσματα ὅμως οἱ Ἀρειανοί περιελάμβαναν καί τόν θεῖο Λόγο καί αὐτό ἦταν ἡ μεγάλη διαφορά τους μέ τούς Ὀρθοδόξους. Ὁ Ἄρειος σάν ἀπόδειξη ὅτι ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ εἶναι κτίσμα καί ὄχι Θεός, ὅπως Τόν πιστεύουμε οἱ Ὀρθόδοξοι, ἔλεγε ὅτι ὁ Λόγος δέν γνωρίζει τήν οὐσία τοῦ Πατρός, ἀλλά μετέχει, κατά χάριν, σέ μερικές ἐνέργειές Του. Ἔκαναν, λοιπόν, καί οἱ Ἀρειανοί διάκριση οὐσίας καί ἐνέργειας στόν Θεό.
Καί ὅμως αὐτή τήν διάκριση δέν τήν ἔκανε ὁ ἱερός Αὐγουστῖνος. Ὁ Αὐγουστῖνος εἶναι ὁ μόνος στήν ἀρχαία ἐποχή πού ἐπεχείρησε νά θεολογήσει περί τῆς Ἁγίας Τριάδος χωρίς νά ἔχει μελετήσει πατερικά ἔργα, ἀλλά μέ βάση μόνο τήν Ἁγία Γραφή καί τόν νεοπλατωνικό φιλόσοφο Πλωτῖνο. Μή γνωρίζοντας, λοιπόν, ὁ ἱερός Αὐγουστῖνος τήν πατερική θεολογία, ταύτισε τήν θεία οὐσία μέ τήν θεία ἐνέργεια. Τήν πλάνη αὐτή τήν εἶχαν κάνει προηγουμένως οἱ αἱρετικοί Εὐνομιανοί καί χωρίς νά τό ἀντιληφθεῖ τούς ἀκολούθησε ὁ Αὐγουστῖνος καί αὐτόν τόν ἀκολούθησαν οἱ Φραγκολατῖνοι. [23] Ἀλλά, ἐάν ταυτίζεται ἡ θεία οὐσία μέ τήν θεία ἐνέργεια, πῶς θεώνεται ὁ ἄνθρωπος; Μετέχοντας στήν οὐσία τοῦ Θεοῦ; Πῶς γνωρίζουμε τόν Θεό; Γνωρίζοντας τήν οὐσία Του; Ὁ ἱερός Αὐγουστῖνος, χωρίς νά τό γνωρίζει, δέχθηκε τήν διδασκαλία τῶν Εὐνομιανῶν ὅτι οἱ πιστοί μποροῦν, μέσω τῆς Ἁγίας Γραφῆς καί τῆς φιλοσοφίας, νά γνωρίσουν τήν οὐσία τοῦ Θεοῦ καί στήν ζωή αὐτή· στήν δέ μέλλουσα ζωή οἱ σεσωσμένοι, ἔλεγε, θά γνωρίσουν ἀπ᾿ εὐθείας τήν θεία οὐσία. [24] «Δέν θά ἀργήσω – ἔλεγε ὁ Αὐγουστῖνος – νά ἐρευνήσω τήν οὐσία τοῦ Θεοῦ, εἴτε διά τῆς Ἁγίας Γραφῆς Αὐτοῦ εἴτε διά τοῦ κτίσματος». [25]
Ἐπειδή ὁ ἱερός Αὐγουστῖνος ταύτιζε τήν θεία οὐσία μέ τίς θεῖες ἐνέργειες, γι᾿ αὐτό καί ἔλεγε ὅτι στίς θεοπτίες τους οἱ Προφῆτες, οἱ Ἀπόστολοι καί οἱ Ἅγιοι ἔβλεπαν κτιστά σύμβολα τῆς θεότητας καί ὄχι τήν Ἴδια τήν θεότητα, γιατί αὐτό γι᾿ αὐτόν θά σήμαινε ὅτι αὐτοί βλέπουν τήν Ἴδια τήν θεία οὐσία, ἀφοῦ δέν ἔκανε διάκριση θείας οὐσίας καί θείων ἐνεργειῶν στόν Θεό. Εἶχε ἀκούσει, φαίνεται, ὅτι οἱ Πατέρες ἀπέρριπταν τήν ἰδέα ὅτι στήν Ἁγία Γραφή οἱ κεχαριτωμένοι ἔβλεπαν τήν θεία οὐσία καί γι᾿ αὐτό ὁ Αὐγουστῖνος ἀπέρριπτε καί αὐτός τήν δυνατότητα αὐτή. [26] Γι᾿ αὐτό, καί ὅλα τά φυσικά εἰκονικά σύμβολα τῆς θεότητας πού συναντᾶμε στήν Ἁγία Γραφή (ὅπως: γνόφος, φῶς, δόξα, νεφέλη, ἀστραπή, καπνός, πῦρ, στήλη πυρός, στήλη νεφέλης, πύρινες γλῶσσες, τό «ὡσεί περιστερά») ὁ ἱερός Αὐγουστῖνος τά ἐξελάμβανε ὡς γινόμενα καί ἀπογινόμενα κτίσματα πού συμβόλιζαν τήν θεία παρουσία σ᾿ αὐτούς πού τά ἔβλεπαν, γιά νά ἀκουστεῖ ἀπό τούς ἀνθρώπους ὁ Θεός μέσω τῶν κτισμάτων αὐτῶν. Ἔλεγε δέ ὁ ἱερός Αὐγουστῖνος καί ἀπ᾿ αὐτόν λέγουν οἱ Φράγκοι, ὅτι ἡ ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ πού γίνεται στόν νοῦ τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἀνώτερη ἀπό τίς παραπάνω, διά τῶν κτισμάτων δῆθεν, γενόμενες ἀποκαλύψεις. [27]
Ἐπειδή δέ οἱ Φραγκολατῖνοι πιστεύουν ὅτι οἱ Προφῆτες εἶδαν καί ἄκουσαν κτίσματα, πού ἀντιπροσωπεύουν ἤ ἐκπροσωποῦν τόν Θεό, γι᾿ αὐτό, φυσικά, ὅπως τό λέει ὁ π. Ρωμανίδης, ἐξέλαβαν τήν θεοπνευστία τῆς Ἁγίας Γραφῆς ὡς κατά γράμμα, ἀφοῦ τά ὁραθέντα καί ἀκουσθέντα κατεγράφησαν ὡς γενόμενα προσιτά στίς φυσικές δυνάμεις τοῦ ἀνθρώπου, στίς αἰσθήσεις καί τήν λογική. Κατά τήν θεωρία αὐτή τό ἀποκαλυφθέν ἀποκαλύπτεται γιά νά γίνει ἀντιληπτό στήν λογική τοῦ ἀνθρώπου. Κατά τόν ἱερό Αὐγουστῖνο ὁ ἄνθρωπος δέχεται τά δόγματα τῆς Ἁγίας Γραφῆς μέ τήν πίστη καί ἔπειτα προσπαθεῖ μέ τήν διανοητική του ἱκανότητα, μέ τήν λογική του, νά τά κατανοήσει βοηθούμενος καί ἀπό τήν φιλοσοφία, ἰδιαίτερα τήν Νεοπλατωνική. Ἡ μέθοδος αὐτή ἔγινε τό θεμέλιο τῆς Φραγκολατινικῆς παραδόσεως καί συνοψίζεται στό ρητό τοῦ Αὐγουστίνου «CREDO UT INTELLIGAM», δηλαδή «πιστεύω γιά νά κατανοήσω». Ἔτσι, ὅπως εἴπαμε, ἔφτασε ὁ Αὐγουστῖνος νά πεῖ: «Δέν θά ἀργοπορήσω νά ἐρευνήσω τήν οὐσία τοῦ Θεοῦ, εἴτε διά τῆς Ἁγίας Γραφῆς Αὐτοῦ εἴτε διά τοῦ κτίσματος».
Ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης λέει καθαρά καί δυνατά: Ἡ ὅλη βάσις τῆς θεολογίας τοῦ Αὐγουστίνου συνοψίζεται εἰς τό ρητόν, πού ἐπεκράτησεν ὡς θεολογικόν σύνθημα τῶν Φράγκων, τό CREDO UT INTELLIGAM, δηλαδή πιστεύω ἵνα κατανοήσω. Κατά τήν πεπλανημένην ταύτην μέθοδον, ὁ πιστός πρῶτον ἀποδέχεται διά τῆς πίστεως τά δόγματα καί ἐν συνεχείᾳ, ἄν ἔχῃ φιλοσοφικήν κατάρτισιν, καταβάλλει πᾶσαν προσπάθειαν νά μεταβάλῃ τήν ἁπλῆν πίστιν εἰς γνῶσιν. [28]

δ) Ἀντίθετα πρός τήν παραπάνω Αὐγουστίνειο Φραγκολατινική πλάνη περί τῶν θεοφανειῶν, οἱ ἅγιοι Πατέρες τῆς Α΄ καί Β΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου ὡς κοινή βάση συζητήσεών τους μέ τούς αἱρετικούς Ἀρειανούς καί Εὐνομιανούς εἶχαν αὐτή τήν ἀκλόνητη διδασκαλία τῆς Ἁγίας Γραφῆς καί τῆς Ἱερᾶς Παραδόσεως, ὅτι: «Οἱ Προφῆται, οἱ Ἀπόστολοι καί οἱ Ἅγιοι βλέποντες ἀοράτως καί ἀκούοντες ἀρρήτως καί νοοῦντες ὑπερλόγως καί ὑπερνοητῶς ἔβλεπον τήν δόξαν, βασιλείαν καί θεότητα τοῦ Λόγου, ἤκουον καί ἐγνώριζον Αὐτόν τοῦτον τόν Λόγον ἐν Πνεύματι καί δι᾿ αὐτοῦ τόν Θεόν Πατέρα» (π. Ρωμανίδης). [29] Καί ἀκριβῶς γι᾿ αὐτόν τόν λόγο μποροῦσε νά γίνει συζήτηση, ἄν ὁ ἐμφανισθείς Λόγος εἶναι ὁμοούσιος ἤ ὁμοιούσιος ἤ ἀνόμοιος μέ τόν Πατέρα. Γιατί, ἄν ἑρμήνευαν οἱ Πατέρες καί οἱ αἱρετικοί τίς θεοφάνειες ὅπως ὁ ἱερός Αὐγουστῖνος καί ἄν ταύτιζαν κάθε θεῖο Πρόσωπο μέ τήν κοινή θεία Οὐσία, ὅπως τό κάνει αὐτός, δέν θά ὑπῆρχε πρόβλημα ὁμοουσίου ἤ ὁμοιουσίου καί ἀνομοιουσίου τοῦ Λόγου ἤ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος πρός τόν Πατέρα. Ἔτσι μποροῦμε νά ποῦμε ὅτι ὁ ἅγιος Αὐγουστῖνος τυπικά μόνο δεχόταν τίς ἀποφάσεις τῆς Α΄καί Β΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, γιατί διαφωνοῦσε μέ τίς προϋποθέσεις τῶν ἁγίων Πατέρων στήν πολεμική τους μέ τούς αἱρετικούς.

Ἡ ἄποψη τοῦ ἱεροῦ Αὐγουστίνου περί ἀποκαλύψεως, ὅτι δηλαδή οἱ Προφῆτες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης δέν εἶχαν θεοφάνεια τοῦ Λόγου Θεοῦ, ἀλλά εἶδαν μόνο κτίσματα γινόμενα καί ἀπογινόμενα καί ἡ ἄλλη ἀντίληψή του περί τοῦ προπατορικοῦ ἁμαρτήματος ὅτι οἱ ἀπόγονοι τοῦ Ἀδάμ ἐκληρονόμησαν τήν ἐνοχή του, ὁδήγησαν τήν Φραγκολατινική παράδοση στό νά ὑποτιμήσει ὑπερβολικά τόν πρίν ἀπό τήν Σάρκωση τοῦ θείου Λόγου λαό τοῦ Θεοῦ, τόν λαό δηλαδή τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, τούς Πατριάρχες καί τούς Προφῆτες. [30] Κατά τούς Πατέρες ὅμως οἱ δίκαιοι τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ἦταν φίλοι τοῦ Θεοῦ ἀκόμη καί πρίν ἀπό τήν καταλλαγή τῆς Σταυρικῆς Θυσίας τοῦ Χριστοῦ στόν Γολγοθᾶ, γιατί τό μυστήριο τοῦ Σταυροῦ ἐνεργεῖτο σ᾿ αὐτούς. [31] Γι᾿ αὐτόν τόν λόγο καί ἅγιοι Πατέρες χρησιμοποιοῦν τόν βίο τοῦ Μωυσέως ὡς παράδειγμα τελειότητος στήν ζωή αὐτή.


Ὄχι κτιστό τό πῦρ τῆς κολάσεως

Ἡ πλανεμένη, πάλι, διδασκαλία τῶν Φραγκολατίνων περί κολάσεως καί καθαρτηρίου πυρός ὀφείλεται στό ὅτι ἀκολούθησαν τόν Αὐγουστῖνο στά θέματα περί ἀποκαλύψεως. Ὅπως εἴπαμε, ὁ ἱερός Αὐγουστῖνος ὅλα τά φυσικά εἰκονικά σύμβολα τῆς θεότητας πού συναντᾶμε στήν Ἁγία Γραφή, ὅπως π.χ. νεφέλη, φῶς στήλη πυρός καί νεφέλης, πύρινες γλῶσσες κ.ἄ., τά ἐξελάμβανε ὡς κτίσματα· ἔτσι, κατά τόν ἴδιο τρόπο, καί οἱ ἀκολουθοῦντες τόν Αὐγουστῖνο Φράγκοι φαντάστηκαν ὡς κτιστό τό αἰώνιο πῦρ καί τό σκότος τό ἐξώτερο τῆς κολάσεως. Ἀπό τήν παρερμηνεία αὐτή, λοιπόν, ἔχουμε τά παράδοξα καί δεισιδαίμονα τῶν Φράγκων περί κολάσεως καί καθαρτηρίου πυρός, τά ὁποῖα περιγράφει ποιητικά ὁ Δάντης, ὁ ὁποῖος καί θεωρεῖται πατέρας τῆς Δυτικῆς Ἀναγεννήσεως. [32] Ἡ ἀλήθεια εἶναι ὅτι τό αἰώνιο πῦρ καί τό ἐξώτερο σκότος εἶναι τό ἴδιο μέ τήν δόξα καί τόν γνόφο τοῦ Θεοῦ. Ὅλοι θά δοῦν τόν Θεό, τήν ἄκτιστη, βέβαια, ἐνέργειά Του. Ὅσοι ὅμως ἔχουν καθαρή καρδιά θά Τόν δοῦν ὡς δόξα καί γνόφο (αὐτό εἶναι Παράδεισος), ἐνῶ ὅσοι ἔχουν ἀκάθαρτη καρδιά θά Τόν δοῦν ὡς καυστικό πῦρ (αὐτή εἶναι ἡ κόλαση μέ τό αἰώνιο πῦρ καί τό σκότος τό ἐξώτερο). Ἐπειδή ὅμως οἱ Φραγκολατῖνοι ἐπίστευσαν ὅτι οἱ κολασμένοι δέν θά βλέπουν κάτι τό ἄκτιστο, ἐξέλαβαν τό πῦρ τό αἰώνιο τῆς Ἁγίας Γραφῆς ὡς κτιστό, ὅπως εἴπαμε. Τοὐλάχιστον, μέ ἁπλῆ σκέψη θά ἔπρεπε νά ἀντιληφθοῦν, ὅτι τό πῦρ τό αἰώνιο καί τό σκότος τό ἐξώτερο δέν θά εἶναι αἰσθητό ἀπό τό γεγονός ὅτι «ἡτοίμασται τῷ διαβόλῳ καί τοῖς ἀγγέλοις αὐτοῦ». [33] Αὐτοί ἀσφαλῶς δέν ἔχουν αἰσθήσεις γιά νά βλέπουν αἰσθητῶς αἰσθητόν σκότος ἤ πῦρ. Σάν κτιστό, λοιπόν, πού ἐξέλαβαν οἱ Φραγκολατῖνοι τό αἰώνιο πῦρ φαντάστηκαν, ὅπως καί οἱ ἀρχαῖοι, τριώροφο τόν κόσμο τῆς σωτηρίας καί τῆς ἀπωλείας, πού ἀποτελεῖται: Ἀπό τόν ἀμετάβλητο οὐρανό γιά τούς εὐδαίμονες, ἀπό τήν μεταβλητή γῆ γιά τήν δοκιμασία τῶν ἀνθρώπων καί ἀπό τά μεταβλητά καταχθόνια γιά τούς κολασμένους καί καθαριζομένους!... «Ἀντιθέτως πρός τήν Φραγκικήν ταύτην Παράδοσιν, ἡ Ρωμαιοσύνη οὐδέποτε ἡρμήνευε τά περί κολάσεως καί θεοπνευστίας κατά τρόπον ὥστε νά υἱοθετήσῃ τήν κοσμολογίαν τοῦ τριωρόφου σύμπαντος τοῦ εἰδωλολατρικοῦ ἀρχαίου κόσμου, μέ παράδεισον ὑπεράνω τῶν οὐρανῶν, κόλασιν καί καθαρτήριον πῦρ ὑπό τήν γῆν καί τόπον δοκιμασίας ἐπί τῆς γῆς. Οὔτε ἐφαντάσθη ποτέ ὅτι ὁ Θεός ὑπηγόρευσε λέξεις εἰς τούς προφήτας καί ἀποστόλους παρ᾿ ἐκτός μέσῳ τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως τοῦ Λόγου» (π. Ἰωάννης Ρωμανίδης). [34]


Ὄχι γνώση Θεοῦ διά τῆς λογικῆς
καί τῶν πλατωνικῶν ἀρχετύπων

Τέλος θέλουμε νά μιλήσουμε γιά τήν πιό βασική διαφορά μεταξύ τοῦ ἱεροῦ Αὐγουστίνου καί τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας: Ὁ Αὐγουστῖνος πιστεύει, μαζί μέ τούς Πλατωνικούς, ὅτι ὁ ἄνθρωπος μέ τήν λογική του μπορεῖ νά γνωρίσει τόν Θεό, ἐνῶ ἀντίθετα οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας διδάσκουν ὅτι ἡ λογική μπορεῖ νά γνωρίσει μόνο τά κτιστά. Καί ἀφοῦ μεταξύ τοῦ κτιστοῦ καί τοῦ ἀκτίστου Θεοῦ δέν ὑπάρχει ὁμοιότητα, ἡ δέ λογική γνωρίζει μόνο τά κτιστά δέν μπορεῖ, λοιπόν, ὁ ἄνθρωπος μέ τήν λογική του νά γνωρίσει τόν Θεό. Τότε πῶς γνωρίζουμε τόν Θεό; Μέ τό νά γίνουμε ἅγιοι, θεούμενοι! Αὐτός εἶναι ὁ μόνος τρόπος γνώσεως τοῦ Θεοῦ: ἡ ἐμπειρία τῆς θεώσεως. Καί ὄχι ἡ εὐφυής λογική τοῦ ἀνθρώπου. Ἀλλά, καί ἄν ἡμεῖς δέν εἴμαστε ἅγιοι γιά νά ἔχουμε προσωπική ἐμπειρία θεώσεως, ὅμως, ζῶντες μέσα στήν Ἐκκλησία, καταφεύγουμε στούς ἁγίους μας καί δι᾿ αὐτῶν ἔχουμε γνώση Θεοῦ. Διαβάζοντες τήν Ἁγία Γραφή καί τήν ζωή καί τήν διδασκαλία τῶν ἁγίων τῆς Ἐκκλησίας μας ἀποκτοῦμε δι᾿ αὐτῶν γνώση Θεοῦ. Οἱ Προφῆτες, οἱ Ἀπόστολοι καί οἱ Ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας μας, αὐτοί εἶναι ἡ δική μας αὐθεντία περί τοῦ Θεοῦ. Οἱ Φραγκολατῖνοι ὅμως, διά τοῦ Αὐγουστίνου, εἰσάγουν ἄλλο τρόπο γνώσεως τοῦ Θεοῦ διά τῆς λογικῆς· ὅτι, δηλαδή, ἡ λογική τοῦ ἀνθρώπου μπορεῖ νά γνωρίσει κατ᾿ εὐθεῖαν τόν Θεό καί χωρίς τήν ἐμπειρία θεώσεως. [35] Εἶναι ἡ περίφημη ἀρχή πού εἴδαμε, πού ἀποτελεῖ τήν βάση τῆς θεολογίας τοῦ Αὐγουστίνου, τό Credo ut intelligam, δηλ. «πιστεύω, ἵνα κατανοήσω». Κατά τήν λανθασμένη αὐτή ἀρχή, ὅπως εἴπαμε, ὁ ἄνθρωπος δέχεται μέ τήν πίστη ὅσα γράφει ἡ Ἁγία Γραφή καί ἔπειτα μέ τήν λογική του, βοηθούμενος καί ἀπό τήν Φιλοσοφία, προσπαθεῖ νά κατανοήσει τά ἀποκαλυφθέντα· καί ὅσο μάλιστα περισσότερο εὐφυής εἶναι τόσο καί περισσότερο γνωρίζει τόν Θεό!...
Τό θέμα εἶναι πολύ σοβαρό, γιατί, μέ τήν λανθασμένη αὐτή ἀρχή εἰσάγεται ἄλλος τρόπος γνώσεως τοῦ ἀκτίστου Θεοῦ, διά τῆς λογικῆς. Ἀλλά πῶς, κατά τόν ἱερό Αὐγουστῖνο καί τούς Φραγκολατίνους, πῶς ὁ ἄνθρωπος διά τῆς λογικῆς του μπορεῖ νά γνωρίζει τόν ἄκτιστο Θεό; Διά τῶν «ἀρχετύπων»! Οἱ Φραγκολατῖνοι δέχονται τήν Πλατωνική διδασκαλία ὅτι τά εἰς τόν κόσμο κτιστά πράγματα εἶναι εἰκόνες τῶν ὑπερβατικῶν ἀρχετύπων. Αὐτή ἡ πλανεμένη διδασκαλία ὅτι τάχα στόν νοῦ τοῦ Θεοῦ ὑπάρχουν τά ἄκτιστα ἀρχέτυπα εἴδη (ἤ ἰδέες ἤ λόγοι) καί ὅτι τά στόν κόσμο κτιστά εἶναι εἰκόνες αὐτῶν τῶν ἀρχετύπων ἰδεῶν, αὐτή, λέγω, ἡ διδασκαλία ἀποτελεῖ τήν γνωσιολογική βάση τῆς λεγομένης Σχολαστικῆς θεολογικῆς καί φιλοσοφικῆς παραδόσεως τῶν Φραγκολατίνων. Κατά τήν ἀρχή αὐτή ὑπάρχει μιά ἀναλογία μεταξύ τῶν κτιστῶν πραγμάτων τοῦ κόσμου τούτου καί τῶν ἀκτίστων ἀρχετύπων τάχα εἰδῶν, πού ταυτίζονται μέ τήν θεία Οὐσία κατά τούς Φραγκολατίνους. Ἔτσι, κατ᾿ αὐτούς, σπουδάζοντες μέ τήν λογική τά κτίσματα, ἐξιχνιάζουμε δι᾿ αὐτῶν τήν θεία Οὐσία καί γνωρίζουμε, μᾶς λέγουν, τόν Θεό.
Ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης γράφει στό βιβλίο Του ΔΟΓΜΑΤΙΚΗ ΚΑΙ ΣΥΜΒΟΛΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΚΑΘΟΛΙΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ τόμ. Α΄ σ. 382:
«Ἀποδεχόμενος ἐπίσης ὁ Αὐγουστῖνος τάς περί ἀμεταβλήτων λόγων εἰδῶν τοῦ Πλάτωνος καί ταυτίζων ταῦτα μέ τήν θείαν οὐσίαν ἐθεμελίωσε τήν ὁμοιότητα μεταξύ κτιστοῦ καί ἀκτίστου, βάσει τῆς ὁποίας αὐτός καί οἱ Φραγκολατῖνοι ἠρεύνων τήν θείαν οὐσίαν μέσῳ τῶν ἐν κόσμῳ κτιστῶν εἰκόνων τῶν ἐν τῷ Θεῷ ἀκτίστων ἀρχετύπων εἰδῶν».
Ἐφόσον, κατά τήν πλανεμένη αὐτή ἰδέα, ὑπάρχει ὁμοιότης μεταξύ τῶν κτισμάτων καί τῶν ἀρχετύπων, κάθε κτίσμα ἔχει καί ἕνα ἀρχέτυπο. Τό ἀρχέτυπο εἶναι ἡ ἀμετάβλητη ἰδέα (ἤ εἶδος ἤ λόγος) καί κάθε κτίσμα ὁμοιάζει μέ τό ἀρχέτυπό του, μέ τήν οὐσία του, πού εἶναι στόν νοητό κόσμο. Ἡ ψυχή δέ τοῦ ἀνθρώπου ἔχει ὁμοιογένεια μέ τά ἀρχέτυπα, γιατί εἶναι πνευματική καί ἄυλη, ὅπως καί αὐτά· ὁπότε τό ὅμοιο γνωρίζει τό ὅμοιο. Μελετώντας, λοιπόν, ἡ ψυχή τά ἀντίγραφα τῶν ἀρχετύπων στόν παρόντα κόσμο ἐνθυμεῖται τά ἀρχέτυπα. [36] Ὅταν δέ ἡ ψυχή, μέ τόν θάνατο, ἀπαλλαγεῖ ἀπό τό σῶμα, τότε αὐτή ὄχι ἁπλᾶ θά ἐνθυμεῖται, ἀλλά καί θά ἔχει ἄμεση γνώση τῶν ἀρχετύπων αὐτῶν. Φωτισμός κατά τούς Φραγκολατίνους εἶναι ἡ ψυχή νά ἀσχολεῖται μέ αὐτά τά ἀρχέτυπα!... Φοβερή ἡ πλάνη αὐτή ἀπό πλευράς Ὀρθοδόξων. Γιά μᾶς τά ἀρχέτυπα τοῦ Πλάτωνα δέν ὑπάρχουν. Τήν Κυριακή τῆς Ὀρθοδοξίας διαβάζουμε καί ἀφορισμό γιά ὅποιον δέχεται ὅτι τά ἀρχέτυπα τοῦ Πλάτωνα ὑπάρχουν πραγματικά.
Ἐπαναλαμβάνουμε: Μέ ὅλη τήν πλανεμένη παραπάνω διδασκαλία τῶν Φραγκολατίνων, πού τήν παρέλαβαν ἀπό τόν ἱερό Αὐγουστῖνο, εἰσάγεται στόν Χριστιανισμό ἡ ἰδέα ὅτι ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ διά τῆς λογικῆς του καί μόνο νά γνωρίσει τόν ἄκτιστο Θεό καί αὐτήν ἀκόμη τήν Οὐσία τοῦ Θεοῦ!... Πῶς; Σπουδάζοντας τά κτίσματα, διεισδύοντας μέ τόν ἀνθρώπινο λόγο του στήν οὐσία καί τήν ἔννοια τῶν ὄντων, τά ὁποῖα ὄντα εἶναι ἀντίγραφα τῶν αἰωνίων τάχα ἀρχετύπων. Τά αἰώνια δέ αὐτά ἀρχέτυπα ταυτίζονται, λέγουν, μέ τήν οὐσία τοῦ Θεοῦ. Ἔτσι λοιπόν μέ τήν σπουδή τῶν ὄντων τοῦ κόσμου τούτου γνωρίζουμε τόν Θεό, αὐτήν ταύτην τήν οὐσία Του!... Φοβερή ἡ πλάνη αὐτή ξαναλέγουμε καί ἐνάντια πρός τήν διδασκαλία τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας μας, πού διδάσκουν ὅτι τόν Θεό τόν γνωρίζουμε διά τῆς προσευχῆς καί τῆς καθαρότητος τῆς καρδιᾶς, δηλαδή μέ τό νά γίνουμε ἅγιοι. Χρειάζεται ἀσφαλῶς χειραγωγία στήν ἄσκηση αὐτή τῆς προσευχῆς, στόν ἀγώνα αὐτόν γιά τήν κάθαρση τῆς ψυχῆς ἀπό τά πάθη, γι᾿ αὐτό καί γιά ἐκεῖνον πού θέλει νά γνωρίσει τόν Θεό εἶναι ἀπαραίτητη ἡ γνώση τῆς Ἁγίας Γραφῆς, ἡ μελέτη τοῦ βίου καί τῆς διδασκαλίας τῶν ἁγίων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας μας. «Τό ἰδεῶδες βεβαίως ἐξ ἐπόψεως θεολογικῆς καί πνευματικῆς θά ἦτο νά εὕρισκε πνευματικόν πατέρα γνήσιον, ἵνα δι᾿ αὐτοῦ μυηθῇ εἰς τά μυστήρια τῆς Ὀρθοδόξου Παραδόσεως καί, ἀφοῦ εὑρεθῇ καθ᾿ ὁδόν πρός τήν μύησιν αὐτήν, μελετήσῃ ἐπισταμένως τήν Ἁγίαν Γραφήν καί συγχρόνως τήν Πατερικήν ἑρμηνείαν Αὐτῆς» (πατήρ Ἰωάννης Ρωμανίδης)!!! [37]


YΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

1. Γιά τό θέμα αὐτό βλ. τό βιβλίο τοῦ Μητροπολίτου Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου κ. ΙΕΡΟΘΕΟΥ, Γέννημα καί θρέμμα Ρωμηοί· τό βιβλίο τοῦ καθηγητοῦ π. ΙΩΑΝΝΟΥ ΡΩΜΑΝΙΔΟΥ, Ρωμηοσύνη καί Ρωμαῖοι ἤ Ρωμηοί Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας σ. 57 ἑξ., ὅπως καί τά σχετικά σημαντικά ἔργα τοῦ Καθηγητοῦ π. Γεωργίου Μεταλληνοῦ. Βλ. καί τό ἄρθρο μας, Γιά τήν ἔκφραση «Ρωμαιοκαθολική Ἐκκλησία» στό φυλλάδιό μας ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΚΑΤΗΧΗΣΗ, τεῦχ. 1.
2. Καί «ὁ ὀρθός ἱστορικός διαχωρισμός τοῦ Χριστιανισμοῦ δέν εἶναι μεταξύ “Λατίνων” καί “Ἑλλήνων”, ἀλλά μεταξύ Φράγκων καί Ρωμαίων ἤ μεταξύ Φραγκοσύνης καί Ρωμαιοσύνης. Ὅλοι οἱ ἑλληνόφωνοι καί ἐκτός τοῦ Αὐγουστίνου λατινόφωνοι Ρωμαῖοι Πατέρες ἀνήκουν εἰς τήν Ρωμαιοσύνην ἤ εἰς τήν ρωμαϊκήν θεολογικήν παράδοσιν, ἡ ὁποία διακρίνεται σαφῶς ἀπό τήν Αὐγουστίνειον φραγκικήν θεολογικήν παράδοσιν» (π. Ἰωάννης Ρωμανίδης στό βιβλίο του Ρωμαῖοι ἤ Ρωμηοί Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, σ. 58. Βλ. καί σ. 67).
3. Στό ἀναφερθέν βιβλίο του Ρωμαῖοι ἤ Ρωμηοί Πατέρες σ. 52.
4. Ὅπου παραπ. σ. 55-56 σ. 104.
5. Ἡ ἰδέα αὐτή σέ ἐμᾶς ἐμφανίστηκε γιά πρώτη φορά μετά τήν Τουρκοκρατία.
6. Βλ. ὅπου παραπ. σ. 55. 56.
7. Ὁπ. παραπ. σ. 54-55.
8. Αὐτό, λέγομε ἡμεῖς, ἡ ἐπιθυμία δηλαδή τοῦ Αὐγουστίνου νά συμφωνεῖ μέ τούς Πατέρες, παρά τό ὅτι ἐξ ἀγνοίας τῆς διδασκαλίας των καί λόγω τοῦ μανιχαϊκοῦ παρελθόντος του δέν συμφωνοῦσε, ἡ ταπείνωσή του νά διόρθωνε τά ἐσφαλμένα του σέ τυχοῦσα ὑπόδειξη καί πρό παντός ἡ μετάνοιά του γιά τόν πρότερο ἁμαρτωλό βίο του τόν ἀναδεικνύει ἅγιο τῆς Ἐκκλησίας μας. Ἔχει ὅμως, ἐπαναλαμβάνουμε, ἐσφαλμένη θεολογία, πού ἔχει γίνει δεκτή καθ᾿ ὅλα ἀπό τούς Φράγκους. Ἡ σύγκρουση τῆς πατερικῆς θεολογίας μέ τήν φραγκική ἤ ἡ σύγκρουση τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ μέ τόν Βαρλαάμ εἶναι στήν βάση της σύγκρουση πατερικῆς καί Αὐγουστινείου διδασκαλίας.
9. Ὅπ. παραπ. σ. 59.
10. Διά μέσου τοῦ Πέτρου Μογίλα (1633-1646) ὡς φαίνεται.
11. Ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης λέει: «Μέ τήν ἵδρυσιν τοῦ Ἑλληνικοῦ κρατιδίου, μετά τήν ἐπανάστασιν τοῦ 1821, εἰσέβαλεν ἐν αὐτῷ ἡ ἰσχυρά ἐπιρροή τῆς Ρωσσίας καί τῆς Φραγκιᾶς, μέσῳ κυρίως τοῦ Πανεπιστημίου τῶν Ἀθηνῶν, μέ ὀλέθρια ἀποτελέσματα διά τήν Ρωμαιοσύνην, ἐφ᾿ ὅσον ἡ Ἱεραρχία τῆς Ἑλλάδος καί ἡ πνευματική ἡγεσία τῶν Νεοελλήνων ἐμορφώθη μέ τόν πνεῦμα τῆς Φραγκιᾶς (Εὐρώπης) καί τῆς Ρωσσίας» (ὅπ. παρ. σ. 75). Λέει ὅμως σέ ἄλλη ἑνότητα τό εὐχάριστο γιά τό «σήμερα» ὁ θεολόγος συγγραφεύς πατήρ: «Σήμερον, ὅτε ἡ Δυτική θεολογία εὑρίσκεται ἐν συγκεχυμένῃ καί πεπτωκυίᾳ καταστάσει, ἡ Πατερική θεολογία ἐπανῆλθεν εἰς τά Ἑλλαδικά Πανεπιστήμια καί οὕτω δεσπόζει ἐν Ἑλλάδι πρός ὄφελος τῆς Ρωμαιοσύνης» (ὅπ. παρ. σ. 80).
12. Βλ. περιοδικό μας ΘΥΜΙΑΜΑ, τεῦχος 13.
13. Βλ. τήν σπουδαία μελέτη τοῦ Καθηγητοῦ ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, Ἔννοια, Σημασία καί Κῦρος τοῦ Πατρός καί Διδασκάλου εἰς ΠΑΤΡΟΛΟΓΙΑΝ του τόμ. Α΄ σ. 17-79.
14. Ὅπ. παρ. σ. 81.
15. Γιά τήν σημασία τῆς γενομένης διακρίσεως ὑπό τῶν Εὐρωπαίων καί Ρώσων μεταξύ «Λατινικοῦ» καί «Γραικικοῦ» Χριστιανισμοῦ βλ. τήν μελέτη τοῦ καθηγητοῦ π. Ἰωάννου Ρωμανίδου, ΡΩΜΑΙΟΣΥΝΗ, Ρωμανία, Ρούμελη, Θεσσαλονίκη 1975, κεφ. α΄.
16. Ὅπ. παραπ. σ. 83.
17. Ὅπ. παραπ. σ. 87.88.
18. Δυστυχῶς καί πολλοί δικοί μας τά περί τοῦ Μεγάλου Πατρός ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ γνωρίζουν ἀπό τό σχετικό ἔργο αὐτοῦ τοῦ Meyerdorff μεταφρασθέν στήν ἑλληνική.
19. Σ᾿ αὐτούς τούς «ἑλληνίζοντες», ὅπως τούς ἔλεγαν, Πατέρες κατέτασσαν τούς: Διονύσιον Ἀρεοπαγίτην, Εὐάγριον Ποντικόν, Γρηγόριον Νύσσης, Μάξιμον Ὁμολογητήν κ.ἄ.
20. Στήν στήριξη τῆς θεωρίας του περί διακρίσεως τῶν Πατέρων σέ βιβλίζοντας καί ἑλληνίζοντας ὁ Ρῶσος Meyerdorff παρασύρθηκε καί ἀπό τό γεγονός ὅτι ὁ Βαρλαάμ καί πρίν ἀπό τήν σύγκρουσή του μέ τόν Παλαμᾶ εἶχε κηρυχθεῖ ὑπέρ τῆς ὑπεροχῆς τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων ἔναντι τοῦ Πάπα καί κατά τῆς ἐμμονῆς τῶν Λατίνων στόν δογματικό χαρακτήρα τοῦ Filioque καί ἦταν ἄρα ὑπέρ τῆς Ὀρθοδόξου καί ὄχι τῆς Λατινικῆς παραδόσεως. Ἀλλά ἡ θέση τοῦ Βαρλαάμ γιά τήν σχέση τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων καί τοῦ Πάπα, ὅπως φαίνεται καθαρά, εἶναι μιά πρώτη μορφή τῶν μετέπειτα θεωριῶν τῆς Δύσεως τῶν λεγομένων Conciliaristes, οἱ ὁποῖες ὑπεστήριξαν τήν ὑπεροχή τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων. Τό ὅτι ὁ Βαρλαάμ ἀκολουθεῖ τήν γραμμή αὐτή δέν ἀποδεικνύει τήν Ὀρθοδοξία του. Ὑπῆρξε ὁλόκληρο κίνημα στήν Δύση πού ὑπεστήριξε ζωηρά τίς ἀπόψεις αὐτές ἀπό τόν ΙΔ΄ αἰώνα καί τό κίνημα αὐτό συνετέλεσε στήν ἐπανάσταση τῶν Προτεσταντῶν κατά τοῦ Πάπα τόν ΙΣΤ΄ αἰώνα. Ἐπίσης, στό θέμα περί τοῦ Filioque ὁ Βαρλαάμ τάχθηκε ὄχι μόνο κατά τῆς θέσεως τῶν Λατίνων, ὅπως εἴπαμε προηγουμένως, ἀλλά καί κατά τῆς ἐμμονῆς τῶν Πατέρων περί τοῦ αἱρετικοῦ τοῦ Filioque, γιατί ἔλεγε ὅτι τό Filioque δέν ἀνήκει στήν ἀποκάλυψη καί γι᾿ αὐτό οἱ συλλογισμοί κατά ἤ ὑπέρ αὐτοῦ εἶναι διαλεκτικοί. Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς ὅμως ἔλεγε ὅτι ἔχουμε ἁγιογραφικά καί πατερικά δογματικά ἀξιώματα πού ἀποτελοῦν τήν βάση ἀποδείξεων γιά τό αἱρετικό τοῦ Filioque καί οἱ συλλογισμοί, λοιπόν, γι᾿ αὐτό δέν ἔχουν διαλεκτικό χαρακτήρα, ἀλλά ἀποτελοῦν δόγμα: Στόν Θεό ὑπάρχουν τά κοινά καί τά ἀκοινώνητα, πού ἀνήκουν σέ ἕνα μόνο Πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος. Ἔτσι, λοιπόν, ἡ ἐκπόρευση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος πρέπει νά εἶναι ἤ μόνο ἀπό τόν Πατέρα (ὁπότε εἶναι ἀκοινώνητο ἰδίωμα) ἤ καί ἀπό τόν Πατέρα καί ἀπό τόν Υἱό καί ἀπό τό Ἅγιο Πνεῦμα. Δέν μπορεῖ τό Ἅγιο Πνεῦμα νά ἐκπορεύεται καί ἀπό τόν Πατέρα καί ἀπό τόν Υἱό (Filioque), χωρίς τό κοινό ἰδίωμα τῶν δύο προσώπων νά εἶναι ἰδίωμα καί τοῦ τρίτου προσώπου, ὁπότε τό Ἅγιο Πνεῦμα θά μετέχει στήν αἰτία τῆς ὑπάρξεως τοῦ ἑαυτοῦ Του!... Ἡ πατερική, πάλι, διδασκαλία ὅτι ὁ Πατήρ εἶναι ἡ μόνη πηγή θεότητος σημαίνει καθαρά ὅτι τό Πνεῦμα ἔχει τήν ὕπαρξή Του μόνο ἀπό τόν Πατέρα ὅπως καί ὁ Υἱός. – Τό γεγονός, πάλι, ὅτι ὁ Βαρλαάμ κατηγορεῖ τόν πρύτανι τῶν Φραγκολατίνων θεολόγων Θωμᾶν Ἀκινάτην, γιατί αὐτός ταυτίζει τά πάντα στόν Θεό μέ τήν θεία οὐσία, παρέσυρε καί ἄλλους νά νομίσουν ὅτι αὐτό εἶναι μιά ἄλλη ἀπόδειξη ὅτι ὁ Βαρλαάμ ἀντιπροσωπεύει μία Ὀρθόδοξη καί ὄχι Λατινική παράδοση καί συνετέλεσε καί αὐτό πάλι στόν χωρισμό τῶν Πατέρων σέ βιβλίζοντας καί ἑλληνίζοντας. Τό ὅτι ὅμως ὁ Βαρλαάμ ἐπικρίνει τόν Ἀκινάτη δέν σημαίνει ὅτι εἶναι ὀρθόδοξος, ἀλλά ὅτι ἀνήκει στήν ἄλλη αἱρετική, πάλι, μερίδα ἐπί τοῦ θέματος αὐτοῦ, τήν λεγομένη μερίδα τῶν Σκωτιστῶν· γι᾿ αὐτό καί λέγει ὁ Βησσαρίων (πρώην Νικαίας καί μετέπειτα Καρδινάλιος τῆς Παπικῆς Ἐκκλησίας) ὅτι ὁ Βαρλαάμ εἰσήγαγε τά Σκωτιστικά (DUNS SGOTUS) ἀντιθωμιστικά ἐπιχειρήματα στήν Ἀνατολή (βλ. π. Ἰωάννου Ρωμανίδη, ὅπ. παρ. σ. 124-130).
21. «Τό ἐν Θαβωρίῳ λάμψαν φῶς Θεότητος οὐκ ἀπρόσιτον ἦν, οὐδέ κατά ἀλήθειαν ὑπῆρχε φῶς Θεότητος, οὐδέ ἀγγέλων ὅλως ἱερώτερον ἤ θειότερον, ἀλλά καί χεῖρον καί κατώτερον καί αὐτῆς τῆς ἡμετέρας νοήσεως. Πάντα γάρ τά τε νοήματα καί τά νοούμενα σεμνότερά ἐστι τοῦ φωτός ἐκείνου, ὡς τῇ ὄψει διά τοῦ ἀέρος προσπίπτοτος καί αἰσθητικῇ δυνάμει ὑποπίπτοντος, καί τά αἰσθητά μόνα δεικνύντος τοῖς ὁρῶσιν, ὑλικοῦ τε ὄντος καί ἐσχηματισμένου, καί ἐν τόπῳ καί ἐν χρόνῳ φαινομένου καί τόν ἀέρα χρωματίζοντος, καί νῦν μέν συνισταμένου τε καί φαινομένου, νῦν δέ διαλυομένου καί εἰς τό μή εἶναι χωροῦντος, ἅτε φανταστοῦ, μεριστοῦ τε καί πεπερασμένου. Διό καί ὁρώμενον ἦν ὑπό τῶν στέρησιν πασχόντων τῶν νοερῶν ἐνεργειῶν, μᾶλλον δέ μηδέπω ταύτας ὅλως κτησαμένων καί μήπω κεκαθαρμένων ὄντων, ἀλλά ἀτελῶν ἀξιωθέντων τῆς τῶν θεοειδῶν νοήσεων. Ἀναγόμεθα δέ ἀπό τοῦ τοιούτου φωτός ἐπί νοήματα καί θεωρήματα, ἅ κρείττω ἐστίν ἀσυγκρίτως τοῦ φωτός ἐκείνου. Τοιγαροῦν οἱ λέγοντες αὐτό ὑπέρ νοῦν καί ἀληθινόν καί ἀπρόσιτον καί τά τοιαῦτα, πεπλανημένοι εἰσι καθάπαξ, καί οὐδέν τῶν φαινομένων καλῶν ὑψηλότερον εἰδότες, ἀσεβεῖς τε διά τοῦτο καί ὀλεθριώτατα δόγματα εἰς τήν Ἐκκλησίαν εἰσάγοντες» (Βλ. Τόμον τοῦ 1341.8 Ἰωάννου Καρμίρη, Τά Δογματικά καί Συμβολικά Μνημεῖα, σ. 357).
22. Ὅπ. παραπ. σ. 108. 109.
23. Ἐπειδή οἱ Εὐνομιανοί πρῶτον ταύτισαν τήν θείαν οὐσία καί τήν θεία ἐνέργεια, γι᾿ αὐτό ὁ Παλαμᾶς χαρακτηρίζει ὡς Εὐνομιανούς ὅσους δέν δέχονται τήν διάκριση θείας οὐσίας καί ἀκτίστου ἐνεργείας στόν Θεό. Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς παραπονεῖται ἐναντίον τοῦ Βαρλαάμ ὅτι οὔτε οἱ Ἀρειανοί εἴχαν φθάσει ποτέ στό σημεῖο νά ταυτίσουν τήν θεία ἐνέργεια μέ τήν θεία οὐσία. Οἱ Ἀρειανοί ἔλεγαν ὅτι ὁ θεῖος Λόγος εἶναι τῆς θελήσεως τοῦ Θεοῦ καί ὄχι τῆς οὐσίας τοῦ Θεοῦ. Αἱρετικό αὐτό πού ἔλεγαν περί τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ, φαίνεται ὅμως ἀπ᾿ αὐτό ὅτι ἔκαναν διάκριση μεταξύ θείας οὐσίας καί θείας ἐνεργείας στόν Θεό. Γι᾿ αὐτό καί ὁ Παλαμᾶς παρατηρεῖ: «Θέλησιν δέ τήν οὐσίαν τοῦ Θεοῦ οὐδ᾿ οἱ θελήσεως Υἱόν εἰπόντες τόν Λόγον τοῦ Θεοῦ ἐτόλμησαν εἰπεῖν» (Ὑπέρ τῶν Ἱερῶς Ἡσυχαζόντων, 3, 2, 6). Τό θέμα τῆς διακρίσεως μεταξύ θείας οὐσίας καί θείας ἐνεργείας βρίσκεται στήν βάση τῆς διαμάχης μεταξύ τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ καί τοῦ Βαρλαάμ. Αὐτό ἐκδηλώθηκε ἀπό τήν ἀρχή, στό πρῶτο ἤδη στάδιο τῆς διαμάχης τους. Ἡ διάκριση μεταξύ θείας οὐσίας καί θείας ἐνεργείας ἀντιστοιχεῖ ἀκριβῶς στήν διάκριση, πάλι, στόν Θεό μεταξύ τοῦ τρόπου ὑπάρξεως καί τῶν ἐνεργειῶν τῆς Ἁγίας Τριάδος. Ὁ τρόπος ὑπάρξεως εἶναι τῆς οὐσίας τοῦ Θεοῦ· ἀπό τόν τρόπον δέ, ὅπως καί ἀπό τήν οὐσία, διαφέρει καί διακρίνεται ἡ ἐνέργεια. Οἱ τρόποι τῆς ὑπάρξεως κάθε ὑποστάσεως τῆς Ἁγίας Τριάδος εἶναι ὑποστατικοί· κάθε δηλαδή τρόπος ὑπάρξεως ἀνήκει σέ μιά μόνο θεία ὑπόσταση· ἡ θεία ὅμως ἐνέργεια εἶναι φυσική ἀπό τήν οὐσία καί γι᾿ αὐτό εἶναι κοινή. Ἀκριβῶς γιά τόν λόγο αὐτό καί ἡ ἐκπόρευση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ὡς τρόπος ὑπάρξεως, δέν μπορεῖ νά ταυτισθεῖ μέ τήν πέμψιν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
24. Ἔλεγε ὅμως ὁ ἱερός Αὐγουστῖνος ὅτι οἱ ἐν ἐκστάσει διατελοῦντες μποροῦν νά δοῦν καί στήν ζωή αὐτή τήν οὐσία τοῦ Θεοῦ, ὅπως ὁ Μωυσῆς καί ὁ Παῦλος. Ἀλλά, γενικά, ὁ Αὐγουστῖνος, ὅπως ὅλοι οἱ ἐν συνεχεία Φραγκολατῖνοι Σχολαστικοί δέχονται τήν ἀπό τούς σεσωσμένους μετά τόν θάνατό τους θέα τῆς θείας οὐσίας. «Ἐν τούτοις κατά τούς Ὀρθοδόξους Πατέρας οἱ θεούμενοι οὔτε ἐν θεωρίᾳ εὑρεθέντες ἐν τῇ ζωῇ ταύτῃ, οὔτε πέραν τοῦ τάφου βλέπουν ἤ θά ἴδουν τήν θείαν οὐσίαν, ἀλλ᾿ ἐντεῦθεν καί πέραν τοῦ τάφου καί εἰς τήν κοινήν ἀνάστασιν βλέπουν καί θά ἴδουν τήν φυσικήν καί ἄκτιστον δόξαν καί βασιλείαν τοῦ Χριστοῦ, ὡς εἶδον αὐτόν οἱ ἀπόστολοι ἐν Θαβώρ καί κατά τήν Πεντηκοστήν. Τό αὐτό ἰσχύει καί διά τούς ἀγγέλους, οἵτινες γνωρίζουν μόνον τήν θείαν δόξαν καί θεότητα καί οὐδόλως τήν θείαν οὐσίαν, γνωστήν μόνον εἰς τήν Ἁγίαν Τριάδα» (π. Ἰωάννης Ρωμανίδης, ὅπ. παραπ. σ. 112).
25. De Trinitate Βλ. Β΄ Πρόλ.
26. Συνεδύαζε ὅμως, ὅπως φαίνεται ἀπό τά προηγούμενα (βλ. ὑποσ. 22), τήν θέση αὐτή τῶν Εὐνομιανῶν ὅτι οἱ πιστοί μποροῦν καί στή ζωή αὐτή νά γνωρίσουν μέσω τῆς Ἁγίας Γραφῆς καί τῆς φιλοσοφίας τήν οὐσία τοῦ Θεοῦ.
27. Ὁ π. Ρωμανίδης στό μνημ. βιβλίο του (σ. 118) λέει: «Ἐν ἀντιθέσει πρός τήν Πατερικήν ταύτην διδασκαλίαν αἱ ἀνωτέρω ἀποκαλύψεις λαμπρινοῦ γνόφου, δόξης, φωτός, φωτεινῆς νεφέλης, στήλης πυρός, στήλης νεφέλης, πυρίνων γλωσσῶν εἶναι διά τόν Αὐγουστῖνον ἐμφανίσεις γινομένων καί ἀπογινομένων κτισμάτων, ὑποπιπτόντων εἰς τάς αἰσθήσεις τῶν προφητῶν καί τῶν ἀποστόλων καί, ὡς ἐκ τούτου, κατώτεραι τῶν γιγνομένων ἀπ᾿ εὐθείας εἰς τόν νοῦν ἀποκαλύψεων, ἐφ᾿ ὅσον εἰς αὐτά δέν χρειάζεται ὁ νοῦς νά ἀφαιρῇ νοήματα ἀπό τάς αἰσθήσεις. Διά τήν Αὐγουστίνειον Φραγκολατινικήν παράδοσιν τοῦ Βαρλαάμ ἡ ἀποκαλυφθεῖσα μέσῳ τῆς φιλοσοφίας καί τῆς Ἁγίας Γραφῆς ἀλήθεια εἶναι προσιτή διά τῆς πίστεως εἰς τήν λογικήν τοῦ κατά τήν μόρφωσιν ἱκανοῦ πιστοῦ καί μόνον τά μή οὕτως ἀποκαλυφθέντα ὑπερβαίνουν τήν λογικήν».
28. Ὅπ. παραπ. σ. 109-114.129.
29. Ὅπου παραπ. σ. 114. Καί ὁ ἴδιος θεολόγος Πατήρ ἀλλοῦ λέει πάλι: «Διά τήν Ἁγίαν Γραφήν καί τούς Πατέρας ἡ εἴσοδος τοῦ Μωυσέως, τῶν προφητῶν καί τῶν ἐν Θαβώρ ἀποστόλων εἰς τήν φωτεινήν νεφέλην, τήν δόξαν, τήν βασιλείαν, τόν λαμπρινόν γνόφον, τό φωτεινόν σκότος, τόν τόπον, ὅπου κατοικεῖ ὁ Θεός, τήν στήλην πυρός, τήν στήλην νεφέλης, ὡς καί ἡ μέθεξις τῶν πυρίνων γλωσσῶν τῆς Πεντηκοστῆς σημαίνουν ὅλα τήν φανέρωσιν καί μέθεξιν εἰς τήν θεότητα τοῦ Χριστοῦ, τοῦ Πατρός καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί ἀποτελοῦν τήν ὑψίστην μορφήν τῆς ἀποκαλύψεως καί τήν ὅλην βάσιν τῆς Πατερικῆς θεολογίας, συνιστοῦν δέ αὐτήν ταύτην τήν θέωσιν ἤ θεοπτίαν ἤ θεωρίαν τῆς ἀκτίστου ἐνεργείας καί παρουσίας τοῦ Θεοῦ».
30. Αὐτό, κατά τόν π. Ρωμανίδη, ὀφείλεται στήν ἰσχυρή ἐπί τοῦ Αὐγουστίνου Πλατωνική καί Μανιχαϊκή ἐπιρροή εἰς τά θέματα περί τοῦ ἀνθρώπου, πτώσεως, Θεοῦ καί Παλαιᾶς Διαθήκης.
31. Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς ἀντίθετα πρός τούς Φραγκολατίνους λέει: «Ὁ τοῦ Χριστοῦ Σταυρός προανεκηρύττετο καί προετυποῦτο μυστικῶς ἐκ γενεῶν ἀρχαίων καί οὐδείς ποτε κατηλλάγη τῷ Θεῷ χωρίς τῆς τοῦ Σταυροῦ δυνάμεως... Φίλοι δέ Θεοῦ πολλοί τῶν πρό νόμου καί μετά νόμον, μήπω τοῦ Σταυροῦ φανέντος, ὑπ᾿ αὐτοῦ τοῦ Θεοῦ μεμαρτύρηνται· καί ὁ βασιλεύς καί προφήτης Δαβίδ, ὡς πάντως ὄντων τότε τῷ Θεῷ φίλων, “ἐμοί δέ”, φησί, “λίαν ἐτιμήθησαν οἱ φίλοι σου ὁ Θεός”. Πῶς οὖν εἰσιν οἵ πρό τοῦ Σταυροῦ φίλοι τοῦ Θεοῦ ἐχρημάτισαν, ἐγώ ὑμῖν ὑποδείξω... Ὥσπερ μήπω παραγενομένου τοῦ ἀνθρώπου τῆς ἁμαρτίας, τοῦ υἱοῦ τῆς ἀνομίας, τοῦ Ἀντιχρίστου λέγω, ὁ ἠγαπημένος τῷ Χριστῷ φησι Θεολόγος “καί νῦν, ἀγαπητοί, ὁ Ἀντίχριστός ἐστι”, οὕτω καί ὁ Σταυρός ἦν ἐν τοῖς προγενεστέροις καί πρό τοῦ τελεσθῆναι» (Ὁμιλία ΙΑ΄ Εἰς τόν Τίμιον καί Ζωοποιόν Σταυρόν. ΕΠΕ 9, 282 ἑξ. Συνιστοῦμε νά μελετηθεῖ ὅλη ἡ ὁμιλία, ὅπου ἀποδεικνύει ὅτι οἱ δίκαιοι τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ἦταν φίλοι τοῦ Θοῦ ἀκόμη καί πρίν ἀπό τήν καταλλαγή μέ τήν Σταυρική θυσία τοῦ Χριστοῦ).
32. Ὁ Καθηγητής κ. Ν. Ματσούκας γράφει στό βιβλίο του ΔΟΓΜΑΤΙΚΗ ΚΑΙ ΣΥΜΒΟΛΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ Β΄ σ. 548. 549 ὑποσ. 204: Στήν Πολιτεία τοῦ Θεοῦ ὁ Αὐγουστίνος περιγράφει τήν κτιστή φωτιά τῆς κόλασης μέ φοβερές παραστάσεις. Θέλοντας μάλιστα ν᾿ ἀποδείξει πώς ὑπάρχει αἰώνια τό πῦρ τῆς κολάσεως, δίχως ποτέ νά σβήνει οὔτε ποτέ νά ἐκμηδενίζονται σ᾿ αὐτό τά ζωντανά σώματα, ἐπιστρατεύει παραδείγματα ἀπό τήν φυσική πραγματικότητα. Μᾶς λέγει πώς ὑπάρχουν σκουλήκια πού ζοῦν σέ ὑψηλότατες θερμοκρασίες (πράγματι ὑπάρχουν τέτοιοι μικροοργανισμοί, ὅπως καί ἄλλοι πού ζοῦσαν σέ χαμηλότατα ὅρια θερμοκρασίας). Ἀνάμεσα σ᾿ αὐτά εἶναι καί ἡ σαλαμάνδρα. (Μόνο πού κατά τίς μυθικές ἀντιλήψεις ἐκείνης τῆς ἐποχῆς ἡ σαλαμάνδρα σβήνει τή φωτιά, ὅταν βρεθεῖ σ᾿ αὐτή). Τά ἡφαίστεια τῆς Σικελίας φλέγονται καί δέν καίγονται ποτέ. Ἐξάλλου ἡ σάρκα τοῦ νεκροῦ παγωνιοῦ δέν λιώνει μέ κανέναν τρόπο. (Ὁ ἴδιος ὁ Αὐγουστίνος μᾶς λέει ὅτι σ᾿ ἕνα γεῦμα πῆρε κρυφά ἕνα κομμάτι σάρκας παγωνιοῦ ἀπό τό τραπέζι καί πειραματίστηκε). Ὁ ἀσβέστης εἶναι αἰώνια μιά ζωντανή φωτιά πού δέν σβήνει παρά μόνο μέσα σέ νερά. Βλ. De Civitate Dei 21,2 καί PL 41, 700-712. Ἔτσι ὁ Αὐγουστίνος – ἤδη εἶχε προηγηθεῖ ὁ Τερτυλλιανός – ἔδωσε μέ τίς περιγραφές αὐτές μιά βάση γιά τούς σχολαστικούς νά ὑποστηρίξουν ὅτι τό πῦρ τῆς κολάσεως εἶναι κτιστό. Ἄλλωστε καί ἡ μή διάκριση οὐσίας καί ἐνεργείας στόν Θεό ἐκεῖ ὁδηγεῖ. (Κτιστή πραγματικότητα κατ᾿ ἀνάγκη πρέπει νά ἔρχεται σέ σχέση μέ τούς κολασμένους, καί ὄχι ἡ ἄκτιστη οὐσία τοῦ Θεοῦ). Ἡ ὀρθόδοξη θεολογία βεβαίως δέν δέχεται τούτη τήν ἄποψη. Ὁ Θεός μέ τίς ἄκτιστες ἐνέργειες περιβάλλει τά πάντα. Οἱ κολασμένοι νιώθουν ὀδύνη, ὡς τυφλοί, πού δέν ἔχουν τή θέα τοῦ Θεοῦ. Ἡ ἐπίδραση προέρχεται ἀπό τήν ἄκτιστη φωτιστική ἐνέργεια πού γιά τούς τυφλούς κολασμένους εἶναι ὀδυνηρή. Βλ. Νικηφόρου Γρηγορᾶ, Ρωμαϊκῆς Ἱστορίας 24, 9 PG 148, 1424C: «Ἀκούομεν δέ κάν τοῖς Εὐαγγελίοις πῦρ ἡτοιμασμένον εἶναι τῷ Διαβόλῳ καί τοῖς ἀγγέλοις αὐτοῦ. Εἰ οὖν ἄκτιστον εἶναι κἀκεῖνο κατά τόν Παλαμᾶν καί Θεός ἄν πρός τε καί ἄναρχος εἴη ἄν αὐτό». Ἐδῶ βλέπουμε πώς οἱ σχολαστικοί εἰρωνεύονται τόν Παλαμά· θεωροῦν πώς τό πῦρ τῆς κολάσεως δέν μπορεῖ νά εἶναι ἄκτιστο. Σύμφωνα μέ τίς προϋποθέσεις τους ἔχουν ἀσφαλῶς δίκαιο. Τό ἴδιο μποροῦν νά λένε καί μερικοί ὀρθόδοξοι θεολόγοι, ὑπό τήν ποϋπόθεση πώς θά δηλώνουν ὅτι δέν ἑρμηνεύουν τήν ὀρθόδοξη παράδοση. Καί ἄλλοτε τό εἶχα τονίσει· ἡ θεολογία καί συγκεκριμένα ἡ δογματική (πρόκειται δηλαδή ἐδῶ γιά τήν ἐπιστημονική θεολογία) ἔχει τή μέθοδο τοῦ de lege lata. Περιγράφει τί κεῖται. Ὁ πατρολόγος ὅμως Π. Χρήστου διαφωνώντας μαζί μου, δίχως ἴσως νά τό συνειδοτοποιήσει διαφώνησε μέ τούς ὀρθόδοξους πατέρες· καί ὑποστηρίζει πώς τό πῦρ τῆς κολάσεως εἶναι κτιστό. Βλ. Π. Κ. Χρήστου, Μάξιμος Ὁμολογητής καί Νικόλαος Ματσούκας, Κληρονομία 12, 1, Θεσσαλονίκη 1980, σελ. 206-207. Βλ. καί ἀπάντηση Νίκου Α. Ματσούκα, Μία ἀπάντηση στόν κ. Παναγιώτη Χρήστου, Θεσσαλονίκη 1981, σελ. 25-26.
33. Ματθ. 25,41. Παραθέτουμε μία περικοπή τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ (Ὑπέρ τῶν ἱερῶς Ἡσυχαζόντων, 1,3,10), ἡ ὁποία, ὅπως τήν χαρακτηρίζει ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης, «συνοψίζει κατά τρόπον θαυμαστόν τήν οὐσίαν τῆς Ὀρθοδόξου διδασκαλίας περί ἀποκαλύψεως, θεώσεως, κολάσεως, γνώσεως τοῦ Θεοῦ, θεμελίων τῆς ἀποφατικῆς θεολογίας, αὐθεντίας καί ἀλαθήτου»: «Νῦν μέν οὖν οὕτω τοῖς ἐν ἀγάπῃ καθαρθεῖσιν ὁ Θεός ὁρᾶται, τότε δέ φησι “πρόσωπον πρός πρόσωπον”. Οἱ δέ τῷ μή παθεῖν τά θεῖα, μηδ᾿ ἰδεῖν μηδαμῶς πιστεύοντες ὡς φῶς ὑπέρ φῶς ὁρᾶσθαι τόν Θεόν, ἀλλά λογικῶς μόνον θεωρεῖσθαι τυφλοῖς ἑοίκασιν, οἵ τῆς τοῦ ἡλίου θέρμης μόνης ἀντιλαμβανόμενοι τοῖς ὁρῶσιν ἀπιστοῦσιν, ὅτι καί φαιδρός ἐστιν ὁ ἥλιος. Εἰ δέ καί τούς ὁρῶντας οἱ τυφλοί μεταδιδάσκειν ἐγχειροῦσιν, ὡς οὐ φῶς ἐστιν ὁ ἐν αἰσθητοῖς φανότατος ἁπάντων ἥλιος, καταγέλαστοι μέν οὗτοι τοῖς αἰσθητῶς ὁρῶσιν ἔσονται. Ἐκεῖνοι δέ οἱ τά παραπλήσια πάσχοντες περί τόν τοῦ παντός ὑπερανιδρυμένον “τῆς δικαιοσύνης ἥλιον”, οὐ παρά τῶν νοερῶς ὡς ἀληθῶς ὁρώντων μόνον, ἀλλά καί παρά τῶν πιστευόντων τοῖς ὁρῶσι θρηνηθήσονται, μή μόνον ὅτι τοῦ Θεοῦ δι᾿ ὑπερβολήν τῆς περί ἡμᾶς ἀγαθότητος, ἐκ τοῦ πάντων ἐξῃρημένου καί ἀλήπτου καί ἀφθέγκτου, πρός τό νῷ μεθεκτόν τε καί θεωρητόν ἀοράτως συγκαταβαίνοντος καθ᾿ ὑπερούσιον ἑαυτοῦ δύναμιν ἀνεκφοίτητον, αὐτοί μένουσιν ἀνέραστοι πρός τόν αὐτοπτικόν καί αὐτονόητον ἐκεῖνον ἔρωτα, ἀλλ᾿ ὅτι καί τοῖς πρός τό φῶς ἐκεῖνο χειραγωγοῦσι διά τῶν λόγων ὑπό φιλανθρωπίας ἁγίοις οὐκ ἐθέλοντες ἕπεσθαι, κατά κρημνῶν φέρουσιν ἑαυτούς καί συγκατασπᾶν ἐπιχειροῦσι τούς πειθομένους, ὡς ἄν δήπου κοινωνούς σχοῖεν ὅταν “ὡς πῦρ ἴδωσι” κατά τόν θεολόγον Γρηγόριον “ὅν ὡς φῶς οὐκ ἐγνώρισαν” (Ὁμιλία κα΄, 2), οὐδέ ἐπίστευσαν. Ἀλλά γάρ καί τό πῦρ ἐκεῖνο σκοτεινόν, μᾶλλον δέ τῷ ἠπειλημένῳ σκότει ταὐτόν. Ταῦτα δέ “τῷ διαβόλῳ καί τοῖς ἀγγέλοις αὐτοῦ προητοίμασται” κατά τόν τοῦ Κυρίου λόγον. Οὐκοῦν οὔτε αἰσθητόν ἁπλῶς, ἀμοιροῦσι γάρ αἰσθήσεως προητοίμασται τοῖς πονηροῖς ἀγγέλοις, οὐθ᾿ ἁπλῶς ἄγνοια τουτί τό σκότος, οὐ γάρ ἀγνοήσουσι τότε μᾶλλον τόν Θεόν ἤ νῦν οἱ νῦν τοῖς κληρονόμοις τοῦ σκότους ἐκείνου πεπεισμένοι, μᾶλλον μέν οὖν καί βέλτιον εἴσονται· “πᾶσα” γάρ φησι “σάρξ ἐξομολογήσεται ὅτι Κύριος Ἰησοῦς Χριστός εἰς δόξαν Θεοῦ Πατρός” ἀμήν. (Φιλιππησίους Β΄ 11). Οὐκ ἄρ᾿ οὐδέ τό φῶς ἐκεῖνο αἰσθητόν κυρίως, οὐδέ μέν οὖν γνῶσις, εἴπερ μηδέ ἄγνοια τό ἀντιδιαστελλόμενον πρός τοῦτο σκότος. Εἰ δέ μή τό φῶς ἐκεῖνο γνῶσις, παρεκτικόν δέ μᾶλλον τῆς μυστικῆς καί ἀπορρήτου γνώσεως τῶν μυστηρίων τοῦ Θεοῦ καί ὁ ἀρραβών νῦν τοῖς κεκαθαρμένοις τήν καρδίαν ἐνορώμενος, οὐ γνῶσίς ἐστιν ἁπλῶς, ἀλλ᾿ ἀναλόγου μέν γνώσεως χορηγός, αὐτός δέ φῶς νοητόν καί νοερόν, μᾶλλον δέ πνευματικόν, πνευματικῶς ἐγγινόμενός τε καί ὁρέμενος, ὑπεροχικῶς ἐξῃρημένος πάσης γνώσεως καί ἀρετῆς καί τῆς ἐνταῦθα κατά χριστιανούς τελειότητος παρεκτικός μονώτατος, οὐκ ἀπό μιμήσεως ἤ φρονήσεως προσγινομένης, ἀλλ᾿ ἀποκαλύψει καί χάριτι τοῦ Πνεύματος» (Γρηγορ. Θεολόγου, Ὁμιλία κα΄, 2). Καί ἐπακολουθεῖ σπουδαιοτάτη κατοχύρωση καί ἀνάπτυξη τῶν σημείων αὐτῶν.
34. Ὅπ. Παραπ. σ. 135.
35. Ἔχουν γραφεῖ καί σέ μᾶς βιβλία μέ βάση τήν ἀρχή αὐτή, π.χ. «Ὁμιλοῦν οἱ σοφοί περί τοῦ Θεοῦ»!... Καί νά σκεφθεῖ κανείς γιά νά ἀποτροπιάσει, ὅτι αὐτοί οἱ «σοφοί», πού παρέθεταν τίς γνῶμες τους περί Θεοῦ ἦταν Προτεστάντες ἤ Φραγκολατῖνοι!...
36. Καί λέγω «ἐνθυμεῖται» τά ἀρχέτυπα, γιατί, κατά τήν πλανεμένη αὐτή Πλατωνική ἰδέα, ἡ ψυχή γνώριζε αὐτά τά ἀρχέτυπα προτοῦ νά φυλακισθεῖ στό σῶμα. Αὐτή ἡ Πλατωνική ἀντίληψη μέσα στόν Χριστιανισμό πῆρε τήν μορφή περί ἐμφύτου γνώσεως τοῦ Θεοῦ στόν ἄνθρωπο.
37. Ρωμαῖοι ἤ Ρωμηοί Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, τόμ. 1, σ. 54.

Λόγος ψυχωφελής και θαυμάσιος (Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός)


ΚΑΙΟΜΕΝΗ ΒΑΤΟΣ: "Περί πασῶν τῶν ἀρετῶν καί τῶν παθῶν". Λόγος ψυχωφελής καί  θαυμάσιος (η΄ μέρος: ἡ ἀπόκτηση τῶν ἀρετῶν) Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός

Πρέπει να ξέρομε ότι ο άνθρωπος είναι διπλός, δηλαδή από σώμα και ψυχή, και έχει διπλές τις αισθήσεις και διπλές τις αρετές τους. Πέντε αισθήσεις έχει η ψυχή και πέντε το σώμα. Οι ψυχικές αισθήσεις είναι, νους, διάνοια, γνώμη, φαντασία και αίσθηση· οι σοφοί τις ονομάζουν και δυνάμεις. Οι σωματικές αισθήσεις είναι τούτες: όραση, όσφρηση, ακοή, γεύση και αφή. Γι΄ αυτό και διπλές είναι οι αρετές, διπλές και οι κακίες. Ώστε είναι αναγκαίο να γνωρίζει καθαρά ο κάθε άνθρωπος, πόσες είναι οι ψυχικές αρετές και πόσες οι σωματικές. Και ποια είναι τα ψυχικά πάθη και ποια τα σωματικά. Ψυχικές αρετές είναι εν πρώτοις οι τέσσερις γενικότατες αρετές, οι οποίες είναι, ανδρεία, φρόνηση, σωφροσύνη και δικαιοσύνη. Από αυτές γεννιούνται οι ψυχικές αρετές πίστη, ελπίδα, αγάπη, προσευχή, ταπείνωση, πραότητα, μακροθυμία, ανεξικακία, χρηστότητα, αοργησία, θεία γνώση, ευφροσύνη, απλότητα, αταραξία, ειλικρίνεια, η χωρίς έπαρση διάθεση, η χωρίς υπερηφάνεια, φθόνο, δόλο, η αφιλαργυρία, συμπάθεια, ελεημοσύνη, μεταδοτικότητα, αφοβία, αλυπία, κατάνυξη, σεμνότητα, ευλάβεια, επιθυμία των μελλόντων αγαθών, πόθος της βασιλείας του Θεού και επιθυμία της θείας υιοθεσίας.

Σωματικές αρετές, ή μάλλον εργαλεία των αρετών, που όταν γίνονται με γνώση κατά το θέλημα του Θεού και μακριά από κάθε υποκρισία και ανθρωπαρέσκεια, κάνουν τον άνθρωπο να προκόβει στην ταπείνωση και την απάθεια, είναι οι εξής: εγκράτεια, νηστεία, πείνα, δίψα, αγρυπνία, ολονύκτια στάση στην προσευχή, συνεχής γονυκλισία, αλουσία, χρήση ενός μόνο ενδύματος, ξηροφαγία, το να τρώει κανείς αραιά, να πίνει μόνο νερό, χαμαικοιτία, φτώχεια, ακτημοσύνη, αποφυγή περιποιήσεως, καλλωπισμού, αφιλαυτία, μόνωση, ησυχία, το να μη βγαίνει κανείς έξω, στέρηση, αυτάρκεια, σιωπή, το να κάνει κανείς εργόχειρο με τα χέρια του, και κάθε κακοπάθεια και σωματική άσκηση, και άλλα τέτοια, τα οποία, όταν είναι το σώμα εύρωστο και ενοχλείται από τα σαρκικά πάθη, είναι αναγκαιότατα και ωφελιμότατα. Όταν όμως το σώμα είναι εξασθενημένο και έχει, με τη βοήθεια του Θεού, νικήσει τα πάθη, δεν είναι τόσο αναγκαία, γιατί η αγία ταπείνωση και η ευχαριστία τα αναπληρώνουν όλα.

Τώρα πρέπει να κάνομε λόγο και για τις ψυχικές και σωματικές κακίες, δηλαδή τα πάθη. Ψυχικά πάθη είναι η λήθη, η ραθυμία και η άγνοια. Από τα τρία αυτά σκοτίζεται το μάτι της ψυχής, δηλαδή ο νους, και κυριεύεται από όλα τα πάθη, τα οποία είναι: ασέβεια, κακοδοξία, δηλαδή η κάθε αίρεση, βλασφημία, θυμός, οργή, πικρία, οξυθυμία, μισανθρωπία, μνησικακία, καταλαλιά, κατάκριση, λύπη χωρίς λόγο, φόβος, δειλία, φιλονικία, ζήλια, φθόνος, κενοδοξία, υπερηφάνεια, υποκρισία, ψεύδος, απιστία, πλεονεξία, φιλοϋλία, εμπαθής προσκόλληση σε κάτι, σχέση με γήινα πράγματα, ακηδία, μικροψυχία, αχαριστία, γογγυσμός, οίηση, έπαρση, σπουδαιοφάνεια, αλαζονεία, φιλαρχία, ανθρωπαρέσκεια, δολιότητα, αναίδεια, αναισθησία, κολακεία, υπουλότητα, ειρωνεία, διβουλία, συγκατάθεση σε αμαρτήματα του παθητικού μέρους της ψυχής και συνεχής μελέτη αυτών, περιπλάνηση των λογισμών, η μητέρα των κακών φιλαυτία και η ρίζα όλων των κακών φιλαργυρία, κακοήθεια και πονηρία.

Σωματικά πάθη είναι: γαστριμαργία, λαιμαργία, απόλαυση, μέθη, λαθροφαγία, ποικιλότροπη φιληδονία, πορνεία, μοιχεία, ασέλγεια, ακαθαρσία, αιμομιξία, παιδεραστία, κτηνοβασία, κακές επιθυμίες και όλα τα παρά φύση αισχρά πάθη· κλοπή, ιεροσυλία, ληστεία, φόνος, η κάθε σωματική άνεση και απόλαυση των θελημάτων της σάρκας, και μάλιστα όταν έχει υγεία το σώμα· μαντείες, μαγείες, οιωνισμοί, κλυδωνισμοί, αγάπη για στολίδια, κομπασμοί, νωθρότητες, καλλωπισμοί, φτιασιδώματα του προσώπου, η αξιοκατάκριτη αργία, φαντασιώσεις, τυχερά παιχνίδια, η εμπαθής παράχρηση των τερπνών του κόσμου, η φιλοσώματη ζωή που παχαίνει το νου και τον κάνει γήινο και κτηνώδη, και δεν τον αφήνει να σηκωθεί προς το Θεό και προς την εργασία των αρετών.

Ρίζες όλων αυτών των παθών και πρωταίτιες είναι η φιληδονία, η φιλοδοξία και η φιλαργυρία, από τις οποίες γεννιέται κάθε κακό. Δεν αμαρτάνει ποτέ ο άνθρωπος, αν πρωτύτερα δεν υπερισχύσουν και δεν τον κατακυριεύσουν οι δυνατοί γίγαντες που αναφέρει ο σοφότατος ασκητής Μάρκος, δηλαδή η λήθη, η ραθυμία και η άγνοια. Αυτές τις γεννά η ηδονή, η καλοπέραση και η αγάπη της δόξας των ανθρώπων και του περισπασμού. Πρωταίτια όλων αυτών και κακή μητέρα είναι, όπως προείπαμε, η φιλαυτία, δηλαδή η παράλογη αγάπη του σώματος και εμπαθής προσκόλληση σ΄ αυτόΗ διάχυση και η χαύνωση του νου με ευτραπελίες και αισχρολογίες προξενούν πολλά κακά και πολλές πτώσεις, όπως επίσης και η θρασύτητα και το γέλιο.

Πρέπει επίσης να γνωρίζομε ότι η εμπαθής φιληδονία είναι πολύμορφη και πολύτροπη, και είναι πολλές οι ηδονές που εξαπατούν την ψυχή, όταν δεν είναι στερεωμένη στο Θεό με νήψη και θείο φόβο, και δεν φροντίζει για την εργασία των αρετών με αγάπη προς το Χριστό. Γιατί είναι πάρα πολλές οι ηδονές που τραβούν προς τον εαυτό τους τα μάτια της ψυχής· είναι οι ηδονές των σωμάτων, των χρημάτων, της απολαύσεως, της δόξας, της ραθυμίας, της οργής, της εξουσίας, της φιλαργυρίας, της πλεονεξίας. Και φαίνονται όλες αυτές ότι έχουν λαμπερά πρόσωπα και αξιαγάπητα, ικανά να προσελκύσουν εκείνους που παθαίνονται για όλα αυτά και δεν έχουν σφοδρό έρωτα προς την αρετή και δεν υπομένουν τη σκληρότητά της. Κάθε σχέση με τα γήινα και η κάθε προσκόλληση σ΄ αυτά προξενεί ηδονή και ευχαρίστηση σ΄ αυτόν που την έχει, και αποδεικνύει ότι είναι ανώφελο και βλαβερό το επιθυμητικό μέρος της ψυχής όταν είναι εμπαθές, επειδή εξαιτίας του, εκείνος που αποστερείται κάτι που ποθεί, υποτάσσεται στο θυμό, στην οργή, στη λύπη και στη μνησικακία. Αν τώρα, μαζί με την εμπαθή προσκόλληση, επικρατήσει και κάποια έστω μικρή συνήθεια, αλίμονο! κάνει τότε εκείνον που κυριεύτηκε από αυτήν να ακολουθεί διαρκώς την παράλογη αυτή εμπαθή προσκόλληση αναίσθητα και χωρίς θεραπεία, με την ηδονή που είναι κρυμμένη μέσα σ΄ αυτήν.

Είναι πολυσχιδής η ηδονή της επιθυμίας, όπως προείπαμε· δεν αρκείται μόνο στην πορνεία και τις άλλες σωματικές απολαύσεις, αλλά ζητεί και τα λοιπά πάθη. Αφού, σωφροσύνη είναι όχι μόνον η αποχή από την πορνεία και τις σαρκικές ηδονές, αλλά να απέχει κανείς και από τις άλλες ηδονές. Γι΄ αυτό εκείνος που αγαπά τη φιλοχρηματία, τη φιλαργυρία και την πλεονεξία είναι ακόλαστος. Γιατί όπως ο ακόλαστος έχει έρωτα προς τα σώματα, έτσι και αυτός έχει έρωτα προς τα χρήματα. Ή μάλλον, αυτός είναι πιο ακόλαστος, αφού δεν έχει τόση βία από τη φύση να τον σπρώχνει σ΄ αυτά. Γιατί αμαθής ηνίοχος δεν είναι εκείνος πού δεν μπορεί να δαμάσει το άγριο και δυσάγωγο άλογο, αλλά εκείνος που δεν μπορεί να κρατήσει το ήμερο και ήσυχο άλογο. Και από παντού φαίνεται ότι είναι περιττή και όχι φυσική η επιθυμία των χρημάτων, γιατί δεν βιάζεται σ΄ αυτήν ο άνθρωπος από τη φύση, αλλά από την κακή του προαίρεση. Γι΄ αυτό και αμαρτάνει ασυγχώρητα εκείνος που νικιέται εκούσια από τη φιλοχρηματία. Ώστε πρέπει να γνωρίζομε καλά ότι η φιληδονία δεν έγκειται μόνον στην τρυφή και στην απόλαυση των σωμάτων, αλλά σε κάθε τρόπο και πράγμα που το αγαπά κανείς με πάθος και με την προαίρεση της ψυχής του. Και για να γνωρίζονται καθαρότερα τα πάθη που αφορούν στα τρία μέρη της ψυχής, προσθέτομε και τα παρακάτω με συντομία.

Η ψυχή διαιρείται σε τρία μέρη, το λογιστικό, το θυμικό και το επιθυμητικό.

Του λογιστικού αμαρτήματα είναι αυτά: απιστία, αίρεση, αφροσύνη, βλασφημία, αχαριστία, και οι συγκαταθέσεις των αμαρτημάτων, οι οποίες γίνονται από το παθητικό μέρος. Η ίαση και η θεραπεία αυτών των κακών είναι η αδίστακτη πίστη στο Θεό και τα αληθινά και χωρίς πλάνη ορθόδοξα δόγματα της ευσέβειας, η αδιάκοπη μελέτη των λόγων του Πνεύματος, η καθαρή και αδιάλειπτη προσευχή, και η ευχαριστία προς το Θεό.

Τα αμαρτήματα του θυμικού είναι τα εξής: η ασπλαχνία, το μίσος, η ασυμπάθεια, η μνησικακία, ο φθόνος, ο φόνος και η συνεχής αυτών και των παρομοίων μελέτη. Η ίαση και η θεραπεία τους είναι η φιλανθρωπία, η αγάπη, η πραότητα, η φιλαδελφία, η συμπάθεια, η ανεξικακία και η καλοσύνη.

Του επιθυμητικού τα αμαρτήματα είναι τα εξής: η γαστριμαργία, η λαιμαργία, η οινοποσία, η πορνεία, η μοιχεία, η ακαθαρσία, η ασέλγεια, η φιλοχρηματία, η επιθυμία της κενής δόξας και η επιθυμία χρυσού και πλούτου και σαρκικών ηδονών. Η ίαση και η θεραπεία αυτών είναι η νηστεία, η εγκράτεια, η κακοπάθεια, η ακτημοσύνη, το σκόρπισμα των χρημάτων στους φτωχούς, η επιθυμία των μελλόντων εκείνων αθάνατων αγαθών, ο πόθος της βασιλείας του Θεού και η επιθυμία της θείας υιοθεσίας.

Τώρα πρέπει να κάνομε λόγο για τη διάγνωση των εμπαθών λογισμών, από τους οποίους γίνεται η κάθε αμαρτία. Οκτώ είναι οι βασικοί λογισμοί της κακίας: της γαστριμαργίας, της πορνείας, της φιλαργυρίας, της οργής, της λύπης, της ακηδίας, της κενοδοξίας και της υπερηφάνειαςΤο να μας παρενοχλούν ή να μη μας παρενοχλούν οι οκτώ αυτοί λογισμοί, αυτό δεν είναι στην εξουσία μας. Το να επιμένομε όμως σ΄ αυτούς ή να μην επιμένομε, να κινούμε τα πάθη ή να μην τα κινούμε, αυτό είναι στην εξουσία μας.

Στους λογισμούς αυτούς διακρίνομε τα εξής: προσβολή, συνδυασμό, πάλη, πάθος, συγκατάθεση (που πλησιάζει και μοιάζει με την πράξη), ενέργεια και αιχμαλωσία. Προσβολή είναι η απλή υπόμνηση του διαβόλου: «Κάνε τούτο ή εκείνο», όπως συνέβη στον Κύριο και Θεό μας: «Πες να γίνουν οι πέτρες αυτές ψωμιά». Αυτό, όπως είπαμε, δεν είναι στην εξουσία μας. Συνδυασμός είναι η παραδοχή του λογισμού που μας υποβάλλει ο εχθρός, και μ΄ ένα τρόπο, η μελέτη του πονηρού λογισμού και ηδονική συνομιλία με την προαίρεσή μας. Πάθος είναι η έξη που δημιουργείται από το συνδυασμό του λογισμού που υποβάλλει ο εχθρός, και η κατά κάποιο τρόπο συνεχής σχετική μελέτη και φαντασία. Πάλη είναι η αντίσταση στο λογισμό που γίνεται ή προς κατάργηση του πάθους που αυτός περιέχει – δηλαδή του εμπαθούς λογισμού – ή προς συγκατάθεση, καθώς λέει ο Απόστολος: «Η σάρκα επιθυμεί κατά του πνεύματος και το πνεύμα κατά της σάρκας, κι αυτά είναι αντίθετα μεταξύ τους». Αιχμαλωσία είναι η βίαιη και αθέλητη απαγωγή της καρδιάς που τυραννιέται από προηγούμενο εθισμό στην αμαρτία και μακρά συνήθεια. Συγκατάθεση είναι η συγκατάνευση στο πάθος που περιέχει ο λογισμός. Ενέργεια είναι η ίδια η πράξη του εμπαθούς λογισμού, στον οποίο συγκατατεθήκαμε. Εκείνος λοιπόν που αντιμετωπίζει απαθώς το πρώτο, δηλαδή την προσβολή, ή το διώχνει αμέσως με αντίρρηση και σταθερότητα, έκοψε με μια και όλα τα επόμενα.

Η κατάργηση των οκτώ παθών ας γίνεται με τον εξής τρόπο. Με την εγκράτεια καταργείται η γαστριμαργία· με τον θείο πόθο και την επιθυμία των μελλόντων αγαθών καταργείται η πορνεία· με τη συμπάθεια προς τους φτωχούς καταργείται η φιλαργυρία· με την αγάπη προς όλους και την καλοσύνη καταργείται η οργή· με την πνευματική χαρά καταργείται η κοσμική λύπη· με την υπομονή, την καρτερία και την ευχαριστία προς το Θεό καταργείται η ακηδία· με την κρυφή εργασία των αρετών και τη συνεχή προσευχή με συντριβή καρδιάς, καταργείται η κενοδοξία· με το να μην κρίνει κανείς τον άλλο ή να τον εξευτελίζει, όπως έκανε ο αλαζόνας Φαρισαίος, αλλά να νομίζει τον εαυτό του τελευταίο απ΄ όλους, καταργείται η υπερηφάνεια. Έτσι λοιπόν, αφού ελευθερωθεί ο νους από τα παραπάνω πάθη και ανυψωθεί στο Θεό, ζει από εδώ τη μακάρια ζωή και δέχεται τον αρραβώνα του Αγίου Πνεύματος. Και όταν φύγει από εδώ, έχοντας απάθεια και αληθινή γνώση, στέκεται μπροστά στο φως της Αγίας Τριάδας, και καταφωτίζεται μαζί με τους αγίους αγγέλους στους απέραντους αιώνες.

Η ψυχή λοιπόν, όπως προαναφέρθηκε, έχει τρία μέρη· αυτά είναι: λογισμός, θυμός και επιθυμίαΌταν στο θυμικό μέρος υπάρχει αγάπη και φιλανθρωπία, και στην επιθυμία καθαρότητα και σωφροσύνη, τότε ο λογισμός είναι φωτισμένος· όταν όμως στο θυμικό μέρος υπάρχει μισανθρωπία και στο επιθυμητικό υπάρχει ακολασία, τότε ο λογισμός είναι σκοτισμένος. Ο λογισμός λοιπόν τότε υγιαίνει και σωφρονεί και φωτίζεται, όταν έχει τα πάθη υποταγμένα και θεωρεί πνευματικά τους λόγους των κτισμάτων του Θεού και ανυψώνεται προς την μακάρια και Αγία Τριάδα. Ο θυμός τότε κινείται κατά φύση, όταν αγαπά όλους τους ανθρώπους και δεν έχει εναντίον κανενός λύπη ή μνησικακία. Η δε επιθυμία, όταν με την ταπεινοφροσύνη, την εγκράτεια και την ακτημοσύνη νεκρώσει τα πάθη, δηλαδή την ηδονή της σάρκας και τον πόθο των χρημάτων και της πρόσκαιρης δόξας, και στραφεί προς το θείο και αθάνατο έρωτα. Γιατί η επιθυμία κινείται προς τρία πράγματα: είτε προς τη σαρκική ηδονή, είτε προς τη μάταιη δόξα, ή προς απόκτηση χρημάτων. Και για την παράλογη αυτή έφεση καταφρονεί το Θεό και τις άγιες εντολές Του, λησμονεί τη θεϊκή ευγένεια, γίνεται θηρίο εναντίον του πλησίον, σκοτίζει το λογισμό και δεν αφήνει να στραφεί και να δει την αλήθεια. Ενώ εκείνος που απόκτησε ανώτερο φρόνημα, όπως προείπαμε, απολαμβάνει από εδώ τη βασιλεία των ουρανών και ζει μακάρια ζωή αναμένοντας τη μακαριότητα που προορίζεται για όσους αγαπούν το Θεό. Αυτής είθε ν΄ αξιωθούμε κι εμείς με τη χάρη του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. Αμήν.

Πρέπει να γνωρίζομε και αυτό· ότι δεν μπορούμε να φτάσομε στο μέτρο κάποιας αρετής, παρά με κοπιαστική φιλοπονία για την απόκτησή της και προσπαθώντας με όση δύναμη έχουμε σ΄ όλη μας τη ζωή, όπως λόγου χάρη για την ελεημοσύνη, την εγκράτεια, την προσευχή, την αγάπη, ή κάποια από τις γενικές αρετές. Από αυτές μερικώς ο καθένας ασκεί κάποια αρετή· λ.χ. ασκεί κανείς πότε-πότε την ελεημοσύνη, αλλά επειδή την ασκεί λίγο, δεν μπορούμε να τον χαρακτηρίσομε ελεήμονα, κι ακόμη περισσότερο όταν δεν το κάνει αυτό καλά και θεάρεστα. Γιατί το καλό δεν είναι καλό όταν δε γίνεται καλά. Αλλά καλό είναι πράγματι όταν δεν απολαμβάνει εδώ το μισθό του από οποιαδήποτε αιτία, π.χ. από ανθρωπαρέσκεια λόγω καλής φήμης, ή επιδίωξη δόξας, ή από πλεονεξία και αδικία. Επειδή ο Θεός δε ζητεί εκείνα που γίνονται και νομίζονται καλά, αλλά εξετάζει το σκοπό για τον οποίο γίνονται. Όπως λένε και οι θεοφόροι Πατέρες, όταν ο νους λησμονήσει το σκοπό της ευσέβειας, τότε και το έργο που είναι φανερά ενάρετο, γίνεται ανώφελο· και εκείνα που γίνονται χωρίς διάκριση και σκοπό, όχι μόνο δεν ωφελούν και αν ακόμη είναι καλά, αλλά βλάπτουν. Το αντίθετο συμβαίνει μ΄ εκείνα που νομίζονται κακά, γίνονται όμως με θεοσεβή σκοπό· όπως εκείνος που μπήκε στο πορνείο και τράβηξε από εκεί την πόρνη. Από αυτό γίνεται φανερό ότι δεν είναι ελεήμων εκείνος που έκανε λίγες φορές την ελεημοσύνη, ούτε είναι εγκρατής εκείνος που εγκρατεύθηκε λίγο, αλλά εκείνος που πάρα πολλές φορές και σε όλη του τη ζωή εργάστηκε ολικά την αρετή με ασφαλή διάκριση. Γιατί η διάκριση είναι μεγαλύτερη απ΄ όλες τις αρετές, επειδή είναι βασίλισσα και αρετή των αρετών. Όπως πάλι και για τ΄ αντίθετα· δε λέμε πόρνο ή μέθυσο ή ψεύτη εκείνον που μια φορά γλίστρησε σ΄ ένα από αυτά, αλλά εκείνον που πέφτει συχνά σ΄ αυτά και μένει αδιόρθωτος. Κοντά σ΄ όσα είπαμε, πρέπει να γνωρίζομε και τούτο, που είναι και αναγκαιότατο σ΄ όλους εκείνους που έχουν ζήλο να κατορθώσουν την αρετή και επιμελούνται να αποφύγουν την κακία· ότι δηλαδή, όσο η ψυχή είναι ασυγκρίτως καλύτερη από το σώμα και σε πολλά και μέγιστα σημεία είναι σπουδαιότερη και πιο πολύτιμη, τόσο και οι ψυχικές αρετές – και μάλιστα εκείνες που μιμούνται το Θεό και έχουν το όνομά Του – είναι ανώτερες από τις σωματικές αρετές. Αντίθετα πρέπει να νοούμε για τις ψυχικές κακίες, ότι διαφέρουν από τα σωματικά πάθη και ως προς τις ενέργειές τους και ως προς την έκτιση των τιμωριών που επιβάλλονται σ΄ αυτές, αν και στους πολλούς, δεν ξέρω πως, αυτό τους διαφεύγει. Γιατί τη μέθη, την πορνεία, τη μοιχεία, την κλοπή και τα παραπλήσια μ΄ αυτά, τα προσέχουν και τα αποφεύγουν, ή τα τιμωρούν, επειδή φαίνονται στους πολλούς βδελυρά. Απέναντι όμως στα ψυχικά πάθη, που είναι πολύ χειρότερα και βαρύτερα από αυτά και που οδηγούν στην κατάσταση των δαιμόνων και στην αιώνια κόλαση που τους περιμένει όσους τ΄ ακολουθούν χωρίς διόρθωση, μένουν αδιάφοροι. Εννοώ δηλαδή το φθόνο, τη μνησικακία, την πονηρία, την αναισθησία, τη φιλαργυρία, που ο Απόστολος την θεωρεί ρίζα όλων των κακών, και τα όμοιά τους.

Μιλήσαμε γι΄ αυτά με όλη την αμάθεια και την αφέλειά μας, κάνοντας μία ευσύνοπτη και σαφή έκθεση του λόγου περί αρετών και παθών, για να μπορεί κανείς εύκολα να διακρίνει και να εξακριβώνει τη διαίρεση και τη διαφορά τους με ακρίβεια και σαφήνεια. Γι΄ αυτό και μιλήσαμε για το καθένα με πολλούς τρόπους και από πολλές απόψεις, ώστε, αν είναι δυνατόν, καμιά πλευρά της αρετής ή της κακίας να μην αγνοείται· ακόμη για να επιδιώξομε με χαρά τις αρετές – και μάλιστα τις ψυχικές, με τις οποίες προσεγγίζομε στο Θεό – και για ν΄ αποφεύγομε τις κακίες με όλη μας τη δύναμη. Γιατί είναι αληθινά μακάριος εκείνος που ζητά την αρετή και την ασκεί και εξετάζει με επιμέλεια τι είναι αρετή, επειδή με αυτήν πλησιάζει το Θεό και ενώνεται νοερά μ΄ Αυτόν. Φρόνηση, ανδρεία, σοφία, αληθινή γνώση και πλούτος αναφαίρετος είναι κυρίως το ν΄ ανυψώνεται ο άνθρωπος με την πρακτική αρετή στη θεωρία του Δημιουργού.

Η αρετή λέγεται έτσι από το ρήμα «αιρείσθαι»· γιατί είναι αιρετή και θελητή, επειδή κάνομε αυτοπροαίρετα και θεληματικά το αγαθό, κι όχι χωρίς να θέλομε και αναγκαστικά. Η φρόνηση πάλι λέγεται έτσι, γιατί φέρνει στο νου τα ωφέλιμα.

Αν θέλεις, ας προσθέσομε στον αφελή αυτό λόγο, σαν χρυσή σφραγίδα, και λίγα περί του «κατ΄ εικόνα και ομοίωσιν» του πιο τιμημένου από όλα τα κτίσματα του Θεού, δηλαδή του ανθρώπου. Το νοερό και λογικό ζώο, ο άνθρωπος, μόνο απ΄ όλα τα κτίσματα είναι «κατ΄ εικόνα και ομοίωσιν» του Θεού. Κάθε άνθρωπος λέγεται «κατ΄ εικόνα Θεού» για το αξίωμα του νου και της ψυχής, δηλαδή το ακατάληπτο, το αόρατο, το αθάνατο, το αυτεξούσιο. Και ακόμη για την ικανότητα να άρχει, να τεκνοποιεί και να οικοδομεί. «Καθ΄ ομοίωσιν» λέγεται για την αρετή και τις πράξεις με τις οποίες μιμείται το Θεό και έχουν το όνομα του Θεού. Δηλαδή το να δείχνει φιλανθρωπία προς τους συνανθρώπους, να οικτείρει, να ελεεί και να αγαπά τους συνδούλους του, και να δείχνει στους άλλους κάθε ευσπλαχνία και συμπάθεια. «Να γίνεστε, λέει ο Χριστός και Θεός, σπλαχνικοί, όπως είναι σπλαχνικός και ο ουράνιος Πατέρας σας». Το «κατ΄ εικόνα» το έχει κάθε άνθρωπος, γιατί ο Θεός δεν ανακαλεί τα χαρίσματά Του. Το «καθ΄ ομοίωσιν» όμως το έχουν σπάνιοι και μόνον οι ενάρετοι και άγιοι, οι οποίοι μιμούνται – κατά το δυνατόν σε ανθρώπους – την αγαθότητα του Θεού. Είθε κι εμείς ν΄ αξιωθούμε την υπεράγαθη φιλανθρωπία του Θεού, αφού Του φανούμε ευάρεστοι με την αγαθοεργία και γίνομε μιμητές εκείνων που έχουν ευαρεστήσει από αιώνων το Χριστό. Γιατί σ΄ Αυτόν ανήκει το έλεος και σ΄ Αυτόν πρέπει κάθε δόξα, τιμή και προσκύνηση, μαζί με τον άναρχο Πατέρα Του, και το πανάγιο και αγαθό και ζωοποιό Πνεύμα Του, τώρα και πάντοτε και στους αιώνες των αιώνων.

(Πηγή: egolpion.com)

ΘΕΙΑ ΜΕΤΑΛΗΨΙΣ ΧΩΡΙΣ ΟΛΙΓΟΠΙΣΤΙΑ(Ἱερά Μονή Ὁσίου Γρηγορίου)

 

Τι είναι η θεία Μετάληψη και γιατί μεταλαβαίνουμε; - ΕΚΚΛΗΣΙΑ ONLINE

Μέσα στό κλῖμα τοῦ γενικευμένου φόβου, τό ὁποῖο προκάλεσε ἡ πανδημία τοῦ κορωνοϊοῦ, ἀμφισβητήθηκε ὁ παραδεδομένος τρόπος τῆς θείας Μεταλήψεως. Ἄνθρωποι πού δέν καταλαβαίνουν τί εἶναι ἡ Ἐκκλησία, ἀδιάφοροι ἤ ἐχθρικοί πρός τήν χριστιανική πίστι, ἔριξαν καί καλλιέργησαν στόν φοβισμένο κόσμο τήν ἰδέα ὅτι ἡ κοινή λαβίδα πρέπει νά καταργηθῇ, διότι μπορεῖ νά μεταδώσῃ ἀσθένειες καί νά θέσῃ σέ κίνδυνο τήν δημόσια ὑγεία. Ἔτσι, δυστυχῶς, ἐπηρεάσθηκαν καί κάποιοι πιστοί ἄνθρωποι. Διστάζουν πιά νά μεταλάβουν ἀπό τήν ἴδια λαβίδα. Νομίζουν ὅτι κινδυνεύουν. Ἄλλοι πάλι δέν ἐπιτρέπουν σέ μέλη τῆς οἰκογενείας τους νά μεταλάβουν, φοβούμενοι τήν μετάδοσι τοῦ ἰοῦ στό σπίτι τους.

Ἡ ἰδέα βρῆκε ὑποστήριξι καί ἀπό θεολόγους, οἱ ὁποῖοι ἔγραψαν ὅτι πρέπει νά συγκαταβοῦμε στήν ἀδυναμία τῶν φοβισμένων συνανθρώπων μας· ὅτι εἶναι φιλανθρωπία τό νά μή τούς βάλουμε σέ κίνδυνο· ὅτι δέν εἶναι ἀρχαία παράδοσις ἡ λαβίδα· ὅτι δέν προσβάλλουμε τό Μυστήριο μέ τούς ἐναλλακτικούς τρόπους μεταλήψεως· καί ὅτι, τέλος πάντων, ἦρθε ἡ ὥρα νά καταργηθῇ «αὐτός ὁ ἀπολίτιστος τρόπος τῆς Μεταλήψεως διά λαβίδος».

Εἶναι φανερό ὅτι ὁ κακομήχανος διάβολος ἔβαλε τήν Ἐκκλησία σέ νέα δοκιμασία. Ἔσπειρε πρῶτα στήν ψυχή μας τόν φόβο, τήν ὀλιγοπιστία καί τήν ἀμφιβολία, ὅτι δῆθεν κινδυνεύουμε ἀπό τήν θεία Μετάληψι, καί κατόπιν ἔβαλε ἀνθρώπους νά ἐξευγενίσουν τήν ὀλιγοπιστία μας καί νά τήν ὀνομάσουν ἄλλοτε συγκατάβασι καί ἄλλοτε ἀγάπη καί ἐνδιαφέρον γιά τούς συνανθρώπους μας. Ἔβαλε καί κάποιους ἄλλους νά ἀποδομήσουν τήν πίστι μας στό ὑπερφυές καί θεῖο Μυστήριο τῆς Θείας Κοινωνίας, νά πιστέψουμε δηλαδή ὅτι μπορεῖ νά γίνῃ μέσο διασπορᾶς ἀσθενειῶν. Μέ τέτοιους φόβους τοποθετήσαμε φίλαυτα τήν ὑγεία μας πάνω καί ἀπό τήν πρώτη ἐντολή τοῦ Θεοῦ, πού ὁρίζει νά ἀγαπᾶμε τόν Θεό «ἐξ ὅλης τῆς καρδίας καί ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς καί ἐξ ὅλης τῆς διανοίας καί ἐξ ὅλης τῆς ἰσχύος» μας[1]. Ἐπιθυμοῦμε νά Τόν μεταλαμβάνουμε ἀμφισβητώντας Τον!

Τίς σκέψεις πού ἀκολουθοῦν τίς προσφέρουμε στούς ἀδελφούς μας χριστιανούς πού ἀγαποῦν τόν Χριστό, πού θέλουν νά ζοῦν στήν Ἐκκλησία μέ γνήσιο καί αὐθεντικό τρόπο, πού ποθοῦν τήν ἐν Χριστῷ σωτηρία τους, ἀλλά φοβοῦνται καί διστάζουν νά μεταλάβουν μέ τήν παραδοσιακά γνωστή μας ἁγία λαβίδα.

α΄. Ὁ ἀθέλητος φόβος, ὅτι θά ἀρρωστήσουμε ἤ θά πεθάνουμε, εἶναι συγγνωστός, ἀφοῦ ἀκόμη δέν ἔχουμε ἀποκτήσει βιωματική «πεῖρα τῆς Ἀναστάσεως»[2]. Ἡ ἀσθένεια γεννᾶ ὑπαρξιακό φόβο θανάτου, ὁ ὁποῖος ὑπερβαίνεται μόνο μέ ἰδιαίτερη Χάρι ἀπό τόν Θεό. Ὅμως, ἄν ὡς ἀτελεῖς ἄνθρωποι φοβηθήκαμε, γιά τήν Ἐκκλησία ὡς Ἐκκλησία ὁ φόβος τοῦ θανάτου εἶναι ἀδικαιολόγητος. Ἡ Ἐκκλησία ἔχει τήν ἀναστάσιμη ἐμπειρία, ἡ ὁποία δέν ἔχει φόβο καί ὀλιγοπιστία («ἡ τελεία ἀγάπη ἔξω βάλλει τὸν φόβον»[3]). Αὐτήν τήν ἐμπειρία τήν ἐκφράζουν οἱ Ἅγιοι. Αὐτοί μᾶς λένε πῶς πρέπει νά μεταλαμβάνουμε, μᾶς ὑπενθυμίζουν ὅτι σέ καιρό λοιμικῆς ἐπιδημίας ἔκαναν λιτανεῖες, λειτουργοῦσαν καί ἐλειτουργοῦντο καί μετελάμβαναν χωρίς φοβίες γιά τήν Θεία Λειτουργία καί γιά τήν κοινή λαβίδα τῆς Μεταλήψεως. Ἔχοντας αὐτήν τήν παρακαταθήκη τῶν Ἁγίων μας, πρέπει μᾶλλον νά μετανοοῦμε γιά τήν ὀλιγοπιστία μας, παρά νά ζητοῦμε νά καταστήσουμε τόν φοβισμένο ἑαυτό μας καινό νομοθέτη στήν Ἐκκλησία.

β΄. Ὅπως διδάσκει ἡ Ἐκκλησία μας, μέ τήν Θεία Λειτουργία οἱ χριστιανοί προσφέρουμε στόν Θεό τήν Εὐχαριστία μας. Δηλαδή προσφέρουμε τόν ἑαυτό μας, τούς συνανθρώπους μας καί ὅλη τήν ζωή μας εὐχαριστιακά στόν Θεό, διότι ἀνήκουμε σέ Αὐτόν καί ὄχι στόν ἑαυτό μας[4]. Μεταλαμβάνουμε «μετά φόβου Θεοῦ, πίστεως καί ἀγάπης» εὐχαριστώντας τόν Χριστό πού πέθανε καί ἀναστήθηκε γιά μᾶς[5]. Σέ αὐτήν τήν εὐχαριστιακή πρᾶξι συμμετέχουμε καθαροί ἀπό κάθε πάθος, διότι λέμε: «Ἰδού βαδίζω πρός Θείαν Κοινωνίαν· Πλαστουργέ, μή φλέξῃς με τῇ μετουσίᾳ· πῦρ γάρ ὑπάρχεις τούς ἀναξίους φλέγον· ἀλλ’ οὖν κάθαρον ἐκ πάσης με κηλίδος»[6].

Τώρα, μέ τήν φοβία πού ἔσπειραν στόν νοῦ μας, κυριευμένοι ἀπό ὀλιγοπιστία ἀλλάζουμε νοοτροπία, διάθεσι καί στάσι. Ξεχνοῦμε ὅτι ἡ Μετάληψις προϋποθέτει εὐχαριστιακή διάθεσι καί ὅτι εἶναι Εὐχαριστία στόν Θεό. Δείχνουμε ὅτι ἀνήκουμε ὄχι εὐχαριστιακά στόν Θεό ἀλλά φίλαυτα στόν ἑαυτό μας. Συμπεριφερόμαστε ἐγωκεντρικά. Μεταλαμβάνοντας ἔτσι, μέ ὀλιγοπιστία, μέ τήν ἰδέα δηλαδή ὅτι ἐνδέχεται νά κολλήσουμε ἀσθένεια, ἀστοχοῦμε καί προφανῶς ἁμαρτάνουμε.

Τόν παλαιό καιρό ἡ Ἐκκλησία ὕψωνε δυνατή φωνή νά κλείσουν οἱ πόρτες τοῦ ναοῦ γιά τούς ἀμυήτους, γιά ἐκείνους πού δέν εἶχαν ἀκόμη βαπτισθῆ («τάς θύρας, τάς θύρας»). Ὅσοι ἐπίσης χριστιανοί εἶχαν ἁμαρτήσει βαρειά, στέκονταν στόν νάρθηκα τῆς Ἐκκλησίας «προσπίπτοντες» ἤ «προσκλαίοντες» γιά ἕνα, δύο, τρία ἤ καί περισσότερα χρόνια. Μετά ἀπό αὐτήν τήν προετοιμασία ἔμπαιναν στόν κυρίως ναό, ἔστεκαν «ἀκροώμενοι» τό κήρυγμα καί κάποιες εὐχές καί ἐπέστρεφαν στόν νάρθηκα μαζί μέ τούς κατηχουμένους. Μόνον ὅταν μετά ἀπό μία ὁλοκληρωμένη μετάνοια μποροῦσαν «μετά φόβου Θεοῦ, πίστεως καί ἀγάπης» νά σταθοῦν καθαροί μπροστά στόν Θυσιαζόμενο Ἀμνό, μόνον τότε ἀνταποκρίνονταν στήν προτροπή τοῦ λειτουργοῦ «προσέλθετε» στήν θεία Μετάληψι. Εἶναι μία ἀρχαία καλή πρακτική. Ἄς διερωτηθοῦμε καί ἐμεῖς σήμερα, μήπως θά ἔπρεπε νά παραμείνουμε στόν νοερό νάρθηκα τῆς Ἑκκλησίας «προσκλαίοντες» γιά τήν ὀλιγοπιστία μας, ἕως ὅτου ἐπανακτήσουμε φόβο Θεοῦ, πίστι καί ἀγάπη, δηλαδή μέχρις ὅτου παύσουμε νά ἀμφισβητοῦμε φίλαυτα τόν Νικητή τοῦ θανάτου. Ἄλλωστε, πρέπει νά κοινωνοῦμε ἀξίως. Ἡ ὀλιγοπιστία, ἡ ἀμφιβολία καί ἡ ἀμφισβήτησις δέν εἶναι καλές προϋποθέσεις. Ὁ ἀπόστολος Παῦλος μᾶς ἔχει προειδοποιήσει: «ὅς ἄν ἐσθίῃ τόν ἄρτον τοῦτον ἤ πίνῃ τὸ ποτήριον τοῦ Κυρίου ἀναξίως, ἔνοχος ἔσται τοῦ σώματος καί αἵματος τοῦ Κυρίου. Δοκιμαζέτω δέ ἄνθρωπος ἑαυτόν, καί οὕτως ἐκ τοῦ ἄρτου ἐσθιέτω καί ἐκ τοῦ ποτηρίου πινέτω»[7].

γ΄. Ἄν οἱ Ὀρθόδοξοι πιστέψουμε, δεχθοῦμε ἤ τυχόν συνηγορήσουμε ὅτι ἡ Θεία Κοινωνία μεταδίδει καί διασπείρει ἀσθένειες, ἄν δέν ἀντιλαμβανόμαστε (ἔστω, ἄν ὄχι διά μεθέξεως, τοὐλάχιστον διά πίστεως) ὅτι ὁ λειτουργός πού μεταδίδει καί ὁ πιστός πού μεταλαμβάνει τόν Ἄρτο καί τόν Οἶνο τῆς Εὐχαριστίας εἶναι μέσα στόν ὑπέρφωτο γνόφο τῆς Βασιλείας, προδίδουμε τόν λόγο τῆς χριστιανικῆς μας ὑπάρξεως. Ἡ Θεία Κοινωνία πρέπει νά εἶναι μετοχή στήν Βασιλεία τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος· διαφορετικά, στήν Λειτουργία παίζουμε θέατρο.

Ὅσοι πλησιάζουν στό Ἅγιο Ποτήριο μέ θεία ἀγάπη, ψελλίζοντας μέ αἴσθησι καρδίας «ἔθελξας πόθῳ με, Χριστέ, καί ἠλλοίωσας τῷ θείῳ σου ἔρωτι» καί «τοῦτο αὐτό ἐστι τό ἄχραντον Σῶμά σου καί τοῦτο αὐτό ἐστι τό τίμιον Αἷμά σου»[8], δέν θά συμφωνοῦσαν μέ τήν δική μας ὀλιγοπιστία. Δέν θά δέχονταν νά μεταλάβουν ἀπό ἄλλη λαβίδα, ἤ χωρίς λαβίδα, ἀπό φόβο καί μόνο.

δ΄. Δημοσιεύθηκε, ὅτι τήν περίοδο τῶν περιοριστικῶν μέτρων κάποιος χριστιανός ζήτησε νά μεταλάβῃ. Τοῦ τό ἀρνήθηκαν. Ἔφυγε ξαφνικά τήν ἄλλη μέρα ἀπό τήν παροῦσα ζωή μέ τό παράπονο. Καί ὄχι μόνο. Ἄς τό ὁμολογήσουμε. Ἀξίζει νά διερωτηθῇ κανείς: Μέ τέτοια ὀλιγόπιστη ποιμαντική πῶς θά σταθοῦμε μπροστά στό ἀδέκαστο Βῆμα; Τί θά ποῦμε στόν δικαιοκρίτη Κύριο γιά ὅλους ἐκείνους τούς ἀδελφούς μας πού εἶχαν ἀνάγκη νά μεταλάβουν (ἀρρώστους, πονεμένους, ἑτοιμοθανάτους κ.λπ.) καί ἔφυγαν ἀπό τήν ζωή χωρίς τό οὐράνιο Ἐφόδιο ἐξαιτίας τῆς ὀλιγοπιστίας μας;

ε΄. Ἀπό μή Ὀρθοδόξους δέν ἀπαιτοῦμε νά ἀποδεχθοῦν ὅτι ἡ Θεία Κοινωνία εἶναι ὑπερφυές Μυστήριο καί δέν μεταδίδει ἀσθένειες. Ἄλλωστε, ἡ χρῆσις λαβίδος δέν εἶναι στοιχεῖο τῆς πρακτικῆς τους καί γι’ αὐτό τήν φοβοῦνται· καί τήν μετάληψι ἀπό τό ἴδιο Ἅγιο Ποτήριο τήν ἔχουν καταργήσει ἐδῶ καί αἰῶνες. Ὅσοι Ὀρθόδοξοι ζοῦμε σέ ἕνα ἑτερόδοξο περιβάλλον, ὀφείλουμε νά λειτουργούμεθα σύμφωνα μέ τήν δική μας λειτουργική Παράδοσι, καί νά μή συρώμεθα στήν χοάνη τῆς ὁμογενοποιήσεως τῶν λειτουργικῶν τύπων. Ἡ ὁμογενοποίησις ὁδηγεῖ σέ συγκρητιστικές ἀτραπούς καί θεολογικά ὀλισθήματα. Θά μεταλαμβάνουμε χωρίς νά ὀλιγοπιστοῦμε στό Μυστήριο, χωρίς τήν ἰδέα ὅτι διά τοῦ Ποτηρίου ἤ διά τῆς λαβίδος μεταδίδονται ἀσθένειες. Καί ἄν ἐπισείωνται ποινές καί ἀσήκωτα πρόστιμα, θά θυμόμαστε τίς ἐποχές τῶν διωγμῶν. Ἡ Ἐκκλησία σέ περίοδο διωγμοῦ χρησιμοποιοῦσε ἀνενδυάστως ἐναλλακτικούς τρόπους Μεταλήψεως. Ἔστελνε στόν φυλακισμένο μάρτυρα τήν Θεία Κοινωνία μέ κάποιον ἐπιδέξιο τρόπο. Δέν δίσταζε νά ἐπινοῇ τρόπους, ὥστε τό «ἐφόδιον τῆς ἀθανασίας» νά φθάσῃ στόν φυλακισμένο ἀθλητή τῆς θείας ἀγάπης. Μέ τήν διαφορά ὅτι οὔτε ὁ φυλακισμένος μάρτυς οὔτε ὁ θαρραλέος μεταφορέας τῆς Θείας Κοινωνίας διακατέχονταν ἀπό φοβία καί ὀλιγοπιστία γιά τό Μυστήριο. Ἦσαν πλημμυρισμένοι ἀπό τόν φόβο τοῦ Θεοῦ, τήν πίστι καί τήν ἀγάπη. Μετελάμβαναν μέ πίστι, ὄχι μέ ὀλιγοπιστία!

στ΄. Ἄν τυχόν βρεθοῦμε σέ συνθῆκες διωγμοῦ, πολύ σωστά πρέπει νά βροῦμε διάφορα “τεχνάσματα”, μέ τά ὁποῖα θά μεταλαμβάνουν οἱ σύγχρονοι μάρτυρες. Ἄν ὅμως ἀλλάξουμε τόν τρόπο Μεταλήψεως ἀπό φόβο, ὀλιγοπιστία καί φιλαυτία, δέν θά μπορέσουμε νά κρύψουμε τήν εὐθύνη μας: «Ἑκουσίως γάρ ἁμαρτανόντων ἡμῶν μετά τό λαβεῖν τήν ἐπίγνωσιν τῆς ἀληθείας, οὐκέτι περί ἁμαρτιῶν ἀπολείπεται θυσία, φοβερά δέ τις ἐκδοχή κρίσεως καί πυρός ζῆλος ἐσθίειν μέλλοντος τούς ὑπεναντίους»[9]. Σέ νεοελληνική ἀπόδοσι: «Ἄν, ἀφοῦ γνωρίσαμε τήν ἀλήθεια, ἁμαρτάνουμε μέ τήν θέλησί μας, δέν ἀπομένει πλέον ἄλλη θυσία νά συγχωρηθοῦν οἱ ἁμαρτίες μας, ἀλλά μᾶς περιμένει φοβερή καταδίκη καί τό αἰώνιο πῦρ πού μέλλει νά κατακαίῃ ἐκείνους πού ἀντιστέκονται στόν Θεό».

Ὅταν ἡ ἴδια ἡ συνείδησίς μας θά μᾶς καταλογίσῃ ὅτι ἀπιστοῦμε στό Μυστήριο, δέν θά μᾶς καλύψῃ καμμία διδακτορική διατριβή περί τοῦ «πότε εἰσήχθη ἡ χρῆσις λαβίδος εἰς τήν Ἐκκλησίαν», οὔτε θά μᾶς δικαιώσῃ κάποια δῆθεν ποιμαντική μας εὐαισθησία γιά ἐκείνους πού θέλουν νά μεταλάβουν τόν Ζωοδότην ἀλλά Τόν φοβοῦνται, διότι τό ἀψευδές στόμα τοῦ Χριστοῦ εἶπε κάποτε τόν σκληρό ἀλλά ἀποφασιστικό λόγο: «Μή καί ὑμεῖς θέλετε ὑπάγειν;»[10]. Καί ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἔγινε «τοῖς πᾶσι τά πάντα, ἵνα πάντως τινάς σώσῃ», ὄχι ὅμως ὡς ἄνομος ἀλλ’ «ὡς ἔννομος Χριστῷ»[11]. Ὄχι ὀλιγοπιστώντας ἤ ἀμφισβητώντας Ἐκεῖνον, χάριν τοῦ Ὁποίου ἔγινε τά πάντα τοῖς πᾶσι. Τά ρητορικά σχήματα νεωτεριστῶν θεολόγων, πού ἀναφέρονται στήν ἐπικινδυνότητα τοῦ «ἰοῦ τοῦ φονταμενταλισμοῦ» καί τῶν ἄλλων συναφῶν «λοιμογόνων ἰῶν τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος», θά φανοῦν ἀνίσχυρα, ὅταν ἡ συνείδησίς μας θά μᾶς καταλογίζῃ ὅτι ἁμαρτήσαμε. Γιατί ἄραγε δέν εἶναι «λοιμογόνος» ἡ ὀλιγοπιστία καί ἡ φοβία πού μᾶς ἔρχονται ἀπό ἕναν κόσμο πού ἀγνοεῖ, περιφρονεῖ ἤ καί ἐχθρεύεται τό Ὀρθόδοξο ἦθος καί βίωμα; Δέν εἶναι διδακτική ἡ ἱστορία πού διασώζει ὁ ἀρχιεπίσκοπος Ἀλεξανδρείας Διονύσιος (3ος αἰώνας) περί τῆς ἀφοβίας, τῆς πίστεως καί τῆς αὐτοθυσίας τῶν χριστιανῶν[12], οἱ ὁποῖοι ἐν καιρῷ φοβερῆς λοιμικῆς ἐπιδημίας συμπαραστέκονταν στούς ἀσθενεῖς καί κήδευαν τούς νεκρούς σχεδόν σίγουροι ὅτι θά ἀρρωστήσουν καί θά πεθάνουν καί οἱ ἴδιοι, τήν ἴδια στιγμή πού οἱ ἐθνικοί ἔφευγαν φοβισμένοι καί ἐγκατέλειπαν ἀβοήθητους καί ἄταφους τούς ἴδιους τούς συγγενεῖς τους; Ὅταν οἱ ἡρωϊκοί ἐκεῖνοι χριστιανοί τῆς Ἀλεξανδρείας ἀψηφοῦσαν τόν θάνατο γιά τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ καί τοῦ θνήσκοντος συνανθρώπου, θά εἶχαν ἄραγε τήν ὀλιγοπιστία νά φοβοῦνται τήν θεία Μετάληψι ἀπό τό ἕνα Ἅγιο Ποτήριο (σήμερα τήν ἁγία λαβίδα) στόν ναό τους;

ζ΄. Ἡ ἐπιστροφή στήν «παλαιά τάξι τῆς μεταλήψεως» (ὅπως στήν Λειτουργία τοῦ ἁγίου Ἰακώβου) δέν εἶναι λύσις. Πρῶτον, διότι ἡ παλαιά τάξις δέν εἶναι ἄμοιρη ἀντικειμενικῶν δυσκολιῶν (μετάληψις βρεφῶν, ἡλικιωμένων, ἀσθενῶν), λόγῳ τῶν ὁποίων εἶχε σταδιακά ἐγκαταλειφθῆ. Δεύτερον, διότι ἐφ’ ὅσον ἡ μετάληψις τοῦ θείου Αἵματος προβλεπόταν καί ἀπαιτεῖ νά γίνεται ἀπό τό ἴδιο Ἅγιο Ποτήριο, δέν θά ἐπιτραπῇ ἀπό τούς ἀντιεκκλησιαστικά νομοθετοῦντες πολιτικούς ἄρχοντες. Καί τρίτον, διότι ἡ τυχόν «τροποποίησίς» της μέ χρῆσι πολλῶν λαβίδων, ὥστε νά ἀποφευχθῇ ἡ μετάληψις ἀπό τό ἴδιο Ἅγιο Ποτήριο, φανερώνει ὅτι φοβόμαστε καί ὀλιγοπιστοῦμε, καί ἑπομένως ὁδηγούμαστε στίς συνέπειες πού προαναφέρθηκαν. Ἕνας ἱερεύς, πού ἐπί πολλές δεκαετίες μεταλαμβάνει χιλιάδες πιστούς (ὑγιεῖς καί ἀσθενεῖς) καί ὁμολογουμένως χωρίς φόβο καταλύει τό Ἅγιο Ποτήριο, ὁπωσδήποτε δέν θά διστάσῃ καί σήμερα νά παροτρύνῃ τούς φοβισμένους χριστιανούς μας νά ἀποβάλουν τόν φόβο καί νά πλησιάσουν χωρίς ὀλιγοπιστία στό Ποτήριο τῆς Ζωῆς. Οἱ συνοδικές ἀποφάσεις τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καί τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, σύμφωνα μέ τίς ὁποῖες δέν ὑφίσταται λόγος νά ἀλλάξῃ ὁ τρόπος τῆς θείας Μεταλήψεως, εἶναι παρήγορες καί ἐνισχυτικές.

Ὅσοι φοβηθήκαμε, ἄς προσπέσουμε ἐν μετανοίᾳ σέ Ἐκεῖνον πού ἀπό ἐμᾶς ἀμφισβητήθηκε, ἄς ζητήσουμε τήν συγχώρησί Του γιά τήν ὀλιγοπιστία μας καί ἄς «ἀναστηλώσουμε» μέσα μας τήν ἀφοβία γιά τήν θεία Μετάληψι. Διότι, ὅσο φοβόμαστε τήν διασπορά ἀσθενειῶν μέ τήν χρῆσι τῆς λαβίδος, κατεβάζουμε τό Μυστήριο ἀπό τό θεῖο ὕψος του καί ἐνεργοῦμε ὡς εἰκονομάχοι. Ἡ «ἀναστήλωσις» αὐτή θά γίνῃ ἕνα ἀσφαλές κριτήριο πού θά διαχωρίζῃ τίς θεοφιλεῖς λύσεις ἀνάγκης ἐν καιρῷ διωγμοῦ ἀπό τίς ὀλιγόπιστες «λύσεις» ἐν καιρῷ εἰρήνης. Ἄς συνεχίσουμε νά μεταλαμβάνουμε ἀκριβῶς ὅπως μεταλαμβάναμε, καί μάλιστα στόν ναό, ἐφ’ ὅσον μᾶς τόν ἀφήνουν ἀνοικτό, ἀκόμη καί ἄν συμβῇ μαζί μέ ἐμᾶς νά μεταλαμβάνουν ἀπό τό ἴδιο Ἅγιο Ποτήριο καί ἀσθενεῖς ἀπό ὁποιαδήποτε ἀσθένεια. Ἄς μή ἐπιτρέψουμε στούς λογισμούς τῆς ὀλιγοπιστίας νά κατακυριεύσουν τόν νοῦ καί τήν καρδιά μας. Ὅταν ὁ Πέτρος κάποτε ὀλιγοπίστησε, ἄρχισε νά βυθίζεται καί ἄκουσε τόν Κύριο νά τοῦ λέγῃ: «Ὀλιγόπιστε, εἰς τί ἐδίστασας;»[13]. Ἄν κλείσουν τούς ναούς μας, θά βρεθοῦν τρόποι μεταλήψεως, χωρίς ἀπό ἐμᾶς τούς ἴδιους νά «κενωθῇ ὁ σταυρός τοῦ Χριστοῦ»[14] λόγῳ ἀπιστίας στό Μυστήριο τῆς ἄπειρης ἀγάπης τοῦ Θεοῦ, τήν μετάληψι τῆς θείας Εὐχαριστίας.


[1] Πρβλ. Μάρκ. ιβ΄ 30.

[2] Βλ. Παρακλητική, ἦχος γ΄, Ὄρθρος Κυριακῆς, γ΄ στιχηρόν Αἴνων.

[3] Α΄ Ἰω. δ΄ 16-18.

[4] Α΄ Κορ. στ΄ 19.

[5] Β΄ Κορ. ε΄ 15.

[6] Μ. Ὡρολόγιον, Ἀκολουθία Θ. Μεταλήψεως.

[7] Α΄ Κορ. ια΄ 27-28.

[8] Μ. Ὡρολόγιον, Ἀκολουθία Θ. Μεταλήψεως.

[9] Ἑβρ. ι΄ 26-27.

[10] Ἰω. στ΄ 67.

[11] Πρβλ. Α΄ Κορ. θ΄ 21-22.

[12] Εὐσεβίου Καισαρείας, Ἐκκλησιαστική Ἱστορία Ζ-Ι, ΕΠΕ, Θεσ/νίκη 1978, τόμ. 3, κα΄ «Περί τῆς ἐπισκηψάσης νόσου», σελ. 54-60.

[13] Ματθ. ιδ΄ 31.

[14] Α΄ Κορ. α΄ 17.

Ο Παπαδιαμάντης πίσω από τα χριστουγεννιάτικα διηγήματα

 


Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης φωτογραφημένος από τον Γ. Χατζόπουλο το 1908

Εμυ Ντούρου

Με αφορμή ένα άρθρο του Σταμ. Σταμ. από το 1943.

Τα τελευταία χρόνια κάθε φορά που πλησιάζουν τα Χριστούγεννα βλέπω να κυκλοφορεί στα σάιτ και στο Facebook ένα άρθρο του Σταμ. Σταμ. σχετικά με το πώς γνώρισε τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη στα γραφεία της εφημερίδας «Ακρόπολις» όταν εκείνος πήγε να του αφήσει χριστουγεννιάτικα διηγήματα προς δημοσίευση. Όσα περιγράφονται στο κείμενο με κέντρισαν να αναζητήσω περισσότερες λεπτομέρειες για τη ζωή του Παπαδιαμάντη.

Το άρθρο του Σταμ. Σταμ., δηλαδή του Σταμάτη Σταματίου, ο οποίος εργάστηκε για πολλές δεκαετίες ως δημοσιογράφος σε εφημερίδες, δημοσιεύτηκε το 1943 στα «Αθηναϊκά Νέα» με τίτλο «Πώς τον γνώρισα». Σε αυτό περιγράφει την πρώτη επαφή του με τον Παπαδιαμάντη ένα βροχερό βράδυ λίγο πριν από τα Χριστούγεννα (δεν μας λέει ποιας χρονιάς), την εποχή που μαθητής στο Γυμνάσιο της Πλάκας έγραφε παράλληλα στην «Ακρόπολη» και είχε αναλάβει την επιμέλεια του χριστουγεννιάτικου τεύχους του περιοδικού «Α.Ο.Δ.Ο», καθώς και τη διανομή χρηματικών εράνων που έκανε η εφημερίδα υπέρ των πτωχών. Του είχε ζητηθεί τότε να βρει μεταξύ άλλων τον Παπαδιαμάντη προκειμένου να του ζητήσει να γράψει για το περιοδικό. Ο Σταματίου επειδή δεν μπορούσε να τον εντοπίσει του άφηνε παντού μηνύματα.

«Πέρασαν ημέρες αρκετές. Ήσαν προπαραμονές των Xριστουγέννων. Ήταν ώρα δειλινού και ενώ καθόμουνα σ’ ένα από τα γραφεία της Ακροπόλεως εις την Στοάν του Πάππου, τότε. Άλλος κανείς μού φαίνεται από την σύνταξη δεν ήτανε εκεί. Ήταν η ώρα της ρετσίνας, του κόρτε και του ρεπορτάζ. Κι εγώ τότε ούτε ρετσίνα έπινα, ούτε με τα ρεπορτάζ απησχολούμην. Κάτι έγραφα όμως εκείνη την στιγμή, και ήμουνα απορροφημένος με την εργασία, όταν μέσα στο θαμπόφως της εσπέρας, που γινότανε βαθύτερον εις το γραφείον, άνοιξε η πόρτα και μπήκε ένας άνθρωπος, μάλλον υψηλός, κακοντυμένος, με υποκάμισο ζουλισμένο στο λαιμό, χωρίς γραβάτα, με ρούχα οπωσδήποτε απεριποίητα και μακρύ επανωφόρι τριμμένο. Παρά την φτωχική εμφάνισιν, τα γένεια του και τα απεριποίητα μαλλιά του, το μελαψό του πρόσωπο ήτανε κόκκινο στα μάγουλα, κι από τα μάτια του έσταζε μια γλύκα. Εμπήκε συνεσταλμένος και δειλός.

— Ο κύριος Σίγμα;

Ενόμισα πως ήταν κανένας από τους φτωχούς που συστημένοι εις εμέ από τη διαχείριση, ήρχοντο να πάρουνε σημείωμα για να εισπράξουν το χριστουγεννιάτικο βοήθημά τους.

— Εγώ είμαι, του απήντησα, αλλά καθίστε μια στιγμή, σας παρακαλώ, να τελειώσω κάτι που γράφω εδώ και αμέσως θα σας διευκολύνω.

Εκάθισε σκυφτός με γυρμένο το κεφάλι και κοίταζε διαρκώς το πάτωμα.

— Ο κακομοίρης, σκέφθηκα, φτώχεια μεγάλη θα ’χει!

Και τον κοίταξα με βλέμμα πονεμένο και μια συμπάθεια μεγάλη που έφτανε μέχρι συγκινήσεως.

— Ορίστε, του είπα, άμα ετελείωσα.

— Με ζητήσατε;

— Όχι, εγώ δεν σας ζήτησα, αλλά ξέρω γιατί ήρθατε και θα τελειώσω αμέσως τη δουλειά σας.

Μου φαίνεται ότι δίναμε δέκα δραχμές σε κάθε άτομο οικογενείας. Σημειωτέον ότι η “Ακρόπολις”, η οποία έκαμνε τις ημέρες εκείνες τις μεγάλες αυτές φιλανθρωπικές χειρονομίες, κινδύνευε να μη βγει για έλλειψη χαρτιού και οι συντάκται της να μην πάρουν ούτε δέκα δραχμές για να περάσουν τα Χριστούγεννα.

Για να κανονίσω το ποσόν όπου θα έπαιρνε, ηθέλησα να μάθω τα μέλη της οικογενείας του.

— Είσθε παντρεμένος;

— Όχι… ακόμη! μου είπε μ’ ένα πικρό μειδίαμα.

— Έχετε άλλη οικογένεια;

— Δύο αδελφές, αλλά δεν είναι εδώ.

Για να τον βοηθήσω περισσότερο, εσκέφθηκα να κάμω μία πλαστογραφία. Να συμπεριλάβω ως συγκατοικούσας εις τας Αθήνας με αυτόν και τας αδελφάς του και έκαμα μίαν απόδειξιν για τριάκοντα δραχμές.

— Λαμβάνεις τον κόπο, του είπα, να περάσεις από το λογιστήριον.

Ευχαρίστησε ψιθυριστά, σαν φοβισμένος και συνεσταλμένος πάντοτε, σηκώθηκε, αλλά σαν να κοντοστεκότανε.

— Κι αυτά τί να τα κάμω; Δεν τα θέλετε;

Και μου έδειχνε κάτι χαρτιά, Νόμισα πως ήταν πιστοποιητικά απορίας.

— Κράτησέ τα, του είπα, εμάς δεν μας χρειάζονται.

Εσείστηκε, λυγίστηκε ολίγο, έκανε, σκυφτός, να φύγει, ξαναγύρισε.

— Τότε αφού δεν σας χρειάζονται αυτά, εγώ με τι δικαίωμα θα πληρωθώ;

— Δεν πειράζει, αρκούμεθα εις τον λόγον σας. Χριστούγεννα είναι τώρα.

— Ναι, αλλά αν δεν πάρετε αυτά, εγώ δεν μπορώ να πάρω χρήματα.

— Μα δεν τα παίρνετε εσείς τα χρήματα, σας τα δίνουμε ημείς!…

— Ε, τότε, πάρτε κι εσείς ετούτα που μου τα ζητήσατε. Και τα άφησε σιγά και μαλακά απάνω στο τραπέζι.

Εσκέφθηκα, μήπως του ζήτήσει τίποτα πιστοποιητικά το λογιστήριο.

— Μα τι είναι, επιτέλους, αυτά, του λέω, που πρέπει απαραιτήτως να τα πάρουμε;

— Το διήγημα των Χριστουγέννων, που μου εζητήσατε.

— Το διήγημα των Χριστουγέννων… και ποιος είσθε σεις;

— Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης!

— Ο ίδιος;

— Ο ίδιος και ολόκληρος!

Έπεσε το ταβάνι και με πλάκωσε, η πένα έφυγε από τα χέρια μου, όλα εκεί μέσα, καρέκλες, βιβλία, εφημερίδες, σαν να στροβιλίσθηκαν γύρω μου και έκανα ώρες να συνέλθω.

Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης! Αυτός ο πρίγκηψ των Ελλήνων λογογράφων, που τον φανταζόμουνα ακτινοβολούντα, γελαστόν, ωραίον, καλοντυμένον, ευτυχή, γεμάτον εγωισμόν, αέρα και μεγαλοπρέπεια, αυτός!… Αυτός ο μαλακός, ο καλός, ο δειλός, ο φοβισμένος και τσαλακωμένος άνθρωπος, που στεκότανε με συστολή μαθητού επιμελούς, εκεί ενώπιόν μου!… Αυτός, που μας έδωκε γλύκες πνευματικές και συγκινήσεις ψυχικές, που συνιστόρησε κόσμους θαλασσινούς κι εζωντάνεψε εμπρός μας ανθρώπους μακρινούς κι αγνώστους, που τους έκανε δικούς μας, εντελώς δικούς μας, σαν να περάσαμε μια ζωή μαζί, αυτός σε μια τέτοια κατάσταση, εκεί ενώπιόν μου! Του έσφιξα το χέρι, χωρίς να ημπορώ ούτε μια λέξη να προφέρω. Από την ταραχή μου και τη σαστιμάρα μου ούτε το φως δεν άναψα. Αισθάνθηκα ένα τρεμουλιαστό χέρι να σφίγγει το δικό μου και τον έχασα μέσα εις το σκοτάδι.

Έτσι τον έχασα κι απόψε, μόλις της λάμπας το φιτίλι έπεφτε κι έσβηνε το φως, γιατί δεν είχε πια πετρέλαιο! Έμεινε όμως πίσω μια μοσχοβολιά κηριού που λιώνει εμπρός στις άγιες εικόνες, κάτι από του καντηλιού το σβήσιμο, κάτι από θυμιατού πέρασμα μακρινό, μακρινό πολύ…».

Διαβάζοντας το άρθρο του Σταμ. Σταμ., χρειάζεται να συνδυάσει κανείς ημερομηνίες για να καταλάβει σε ποια εποχή αναφέρεται. Ο δημοσιογράφος γεννήθηκε το 1881. Οπότε για να φοιτεί στο γυμνάσιο δεν θα ήταν πάνω από 18 χρόνων. Άρα απ’ όσα γράφει το περιστατικό συνέβη το 1899 ή λίγο αργότερα, όταν δηλαδή ο Παπαδιαμάντης ήδη είχε φύγει από την «Ακρόπολη» όπου εργαζόταν για χρόνια. Υπάρχει ωστόσο και το ενδεχόμενο να μην θυμάται καλά ο Σταμ. Σταμ. έπειτα από σχεδόν μισό αιώνα και να συνέβη αρκετά αργότερα, μετά το 1904 δηλαδή που όντως ιδρύεται το περιοδικό «Α.Ο.Δ.Ο.» και επιστρέφει ο Παπαδιαμάντης στην Αθήνα έπειτα από σχεδόν δύο χρόνια (1902-1904) που έμεινε στη Σκιάθο από όπου δημοσίευσε τη «Φόνισσα» το 1903 στο περιοδικό «Παναθήναια».

Ο Παπαδιαμάντης εργαζόταν στον Τύπο ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του 1870. Το πρώτο του διήγημα ήταν το «Χριστόψωμο» το οποίο δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Εφημερίς» στις 26 Δεκεμβρίου 1887 (όταν ο Σταμάτης Σταματίου ήταν μόλις έξι χρόνων) και έχει θέμα μια κακιά πεθερά, τη γραία Καντάκαινα, «ήτις επέρριπτεν εις την νύμφην αυτής το σφάλμα της μη αποκτήσεως εγγόνου διά το γήρας της». Όταν η γραία προσπαθεί με κάθε τρόπο να διαβάλλει την «αγαθοτάτης ψυχής» νύφη της, Διαλεχτή (ποτέ τα ονόματα δεν είναι τυχαία στον Παπαδιαμάντη), βρίσκει αντίσταση από τον γιο της, τον Καπετάν Καντάκη, ο οποίος αγαπά πολύ τη γυναίκα του. Έτσι η ίδια αναλαμβάνει να δηλητηριάσει τη νύφη της προκειμένου να απαλλάξει τον γιο της.

Από τα 170 διηγήματα του Παπαδιαμάντη που γνωρίζουμε σήμερα τα 25 είναι γραμμένα με αφορμή την εορταστική περίοδο των Χριστουγέννων, της Πρωτοχρονιάς και των Φώτων (Μ. Θεοδοσοπούλου, Παπαδιαμαντικά 2011, Εκδόσεις Τέττιξ). Τα διηγήματα αυτά τα έγραψε σε περιόδους που βρισκόταν στην Αθήνα και εργαζόταν στις εφημερίδες. Πώς βρέθηκε όμως ο Παπαδιαμάντης να εργάζεται σε εφημερίδες; Σύμφωνα με τον καθηγητή του ΕΚΠΑ Φώτη Αρ. Δημητρακόπουλο, ο δημοσιογράφος και συγγραφέας Αλέξανδρος Μωραϊτίδης, συμπατριώτης και συγγενής του Παπαδιαμάντη, ήταν εκείνος που τον παρακίνησε να εργαστεί στην εφημερίδα «Εφημερίς» ίσως από το 1874. «Στον Μωραϊτίδη λοιπόν χρωστάμε το ότι έφερε τον Παπαδιαμάντη σε επαφή με το δημοσιογραφικό κόσμο, συγκυρία ευτυχής που οδήγησε το μεγάλο πεζογράφο μας, μέσω των εφημερίδων, στη δημιουργική γραφή».

Πέντε χρόνια μετά, πάλι μέσω του Μωραϊτίδη, γνώρισε τον Βλάση Γαβρηιλίδη, τον εκδότη της «Ακροπόλεως». Ο Γαβρηιλίδης ο οποίος ήταν ένα λαμπρό μυαλό που διέβλεπε αμέσως το ταλέντο και τις ικανότητες βοήθησε τον Παπαδιαμάντη στη δημοσίευση του μυθιστορήματος «Μετανάστις» (1879) στον «Νεολόγο» της Κωνσταντινούπολης, ενώ δημοσίευσε τους «Εμπόρους των Εθνών» στη σατιρική εφημερίδα του «Μη Χάνεσαι» το 1882. Η τακτική συνεργασία με την «Ακρόπολη» ξεκίνησε τον Απρίλιο του 1891 όπου ο Παπαδιαμάντης μετέφραζε λογοτεχνικές επιφυλλίδες (συχνά κείμενα ελαφρά, χωρίς καμία λογοτεχνική αξία) και τις ειδήσεις που λάμβανε από τις ξένες εφημερίδες – οΔροσίνης τον χαρακτήριζε «νυχτερίδα των εφημερίδων» γιατί ξενυχτούσε περιμένοντας να έρθουν τα ξενόγλωσσα φύλλα.

Ο Παπαδιαμάντης εργαζόταν πολλές φορές πάνω από δέκα ώρες τη μέρα. Ο Ν.Δ. Τριανταφυλλόπουλος κάνει λόγο για «μεταφραστικό είλωτα». Ο Γιάννης Βλαχογιάννης στο κείμενό του με τίτλο «Αλ. Παπαδιαμάντης – ο άνθρωπος» γράφει: «Ποιος δεν θυμάται εκείνα τα δάκτυλα, που είχανε βγάλει κάλους χοντρούς, βαστώντας την πέννα και γράφοντας; Ο άνθρωπος ο πιο πρωτότυπος ήτανε γραμμένο του να μεταφράζη, να μεταφράζη…». Κάποιες φορές είχε την τύχη να πέφτουν στα χέρια του τιτάνες όπως ο Ντοστογιέφσκι και ο Πόε –μεταξύ άλλων έχει μεταφράσει τον «Δράκουλα» του Στόκερ– όμως αυτό δεν συνέβαινε κάθε μέρα. Ο Παπαδιαμάντης σε αντίθεση με τους εδραιωμένους λόγιους που μετέφραζαν επώνυμα, όπως ο Βλάχος, ο Ραγκαβής και ο Βικέλας, ήταν σχεδόν αόρατος ή αρκετά σπάνια υπέγραφε με αρχικό γράμμα ή ψευδώνυμο. Εκείνη την εποχή έστελνε συχνά γράμματα στον ιερέα πατέρα του όπου σχεδόν πάντα έκανε λόγο για την ανέχειά του και ζητούσε την οικονομική ενίσχυση της οικογένειάς του. Τον Οκτώβριο του 1881 έγραφε σε επιστολή του προς τον πατέρα του: «Με έξι χιλ. δραχμάς διετηρήθην εγώ εις τας Αθήνας επί 10 έτη, πότε νηστικός και πότε χορτάτος. Αυτή είναι η αλήθεια».

Μπορεί όπως αναφέρει ο Βλαχογιάννης να «ζούσε αδιαφορώντας τέλεια, αν η κοινωνία των ασήμαντων ή μοχθηρών συγχρόνων του τον αγνοούσε ή τον παρεγνώριζε», ωστόσο ήταν ένας άνθρωπος μακριά απ’ τον τόπο του, μόνος του στην Αθήνα χωρίς οικογένεια και με ελάχιστους φίλους (συναναστρεφόταν μόνο όσους θεωρούσε αυθεντικούς πνευματικούς δημιουργούς και τους απλούς ανθρώπους της γειτονιάς). Αυτή ήταν η ζωή του όταν έγραψε «Το χριστόψωμο», τη «Σταχομαζώχτρα», τα «Χριστούγεννα του τεμπέλη», τον «Χριστό στο Κάστρο» όπου κατέγραψε κατά βάση την ασφυκτική πίεση που ασκεί η οικογένεια στα μέλη της, όταν ακόμη οι θεωρίες του Φρόιντ δεν είχαν καν διατυπωθεί. Το βάθος των έργων του Παπαδιαμάντη έκαναν τον Γιάννη Τσαρούχη αρκετές δεκαετίες μετά να σημειώσει στο βιβλίο «Μάτην ωνείδισαν την ψυχήν μου» (Εκδόσεις Καστανιώτη): «Ο Παπαδιαμάντης κάτω από το ήσυχο βλέμμα του, κάτω από τη γαλήνη, η οποία στηρίζεται στη χριστιανική, ορθόδοξη πίστη είναι πολύ πιο τραγικός, πολύ πιο Ευρωπαίος στις ανησυχίες από πολλούς ευρωπαΐζοντες οι οποίοι σήμερα δεν θα έκαναν ούτε για επαρχιακά φύλλα, με τις επαναστατικές τους ιδέες και με τις πρωτοτυπίες τους».

Επανέρχομαι στο άρθρο του Σταμ. Σταμ. όπου περιγράφει τον Παπαδιαμάντη κακοντυμένο «με υποκάμισο ζουλισμένο στο λαιμό, χωρίς γραβάτα, με ρούχα οπωσδήποτε απεριποίητα και μακρύ επανωφόρι τριμμένο» για να κλείσω με ένα απόσπασμα από το βιβλίο «Αλέξανδρος Αδαμαντίου Εμμανουήλ» (Εκδόσεις Καστανιώτη) του Κωστή Παπαγιώργη«Εξωθημένος σε μια πενιχρή περιθωριακή ζωή, σε λαϊκούς χώρους με συντροφιά κάποια ναυάγια της ζωής, ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης θα δεχθεί ως φυσικό συγγενή του το κρασί. Μέχρι τέλους θα του μείνει πιστός. Το κρασί του χάριζε μια εσωτερική γαλήνη, το σπίθισμα της πνευματικής μεταρσίωσης, που τόσο το είχε ανάγκη. Το άλλο πάθος του ήταν το κάπνισμα. Τα “ψιλά Αγρινίου, του Βάρκα…” τα αγόραζε χύμα, με την οκά, και το τραπέζι του στην εφημερίδα ήταν κατάστικτο από καψίματα. Πότης, καπνιστής, άνθρωπος που ήξερε το καλό φαγητό, επειδή είχε σπουδάσει την πείνα, ο νέος συγγραφέας θα αφήσει στην ιστορία των γραμμάτων αυτή τη φιγούρα του άπλυτου, του κακοντυμένου, του λιγομίλητου επαρχιώτη, που θα κέρδιζε πολλά σαν συγγραφέας, επειδή είχε χάσει σαν άνθρωπος».

Info

  • Το https://papadiamantis.net/ είναι ανεκτίμητη πηγή πληροφοριών για τη ζωή και το έργο του Παπαδιαμάντη. Από εκεί προέρχονται και οι φωτογραφίες του άρθρου.
  • Στα αποσπάσματα που υπάρχουν μέσα σε εισαγωγικά διατηρείται η ορθογραφία και η σύνταξη των πρωτότυπων κειμένων.
  • Το κείμενο δημοσιεύτηκε αρχικά με τη μορφή newsletter το οποίο στέλνεται κάθε Πέμπτη στα e-mail των αναγνωστών της εφημερίδας. Αν θέλετε μπορείτε να λαμβάνετε το newsletter του βιβλίου ή τα καθημερινά newsletter των δημοσιογράφων του Documento με την εγγραφή σας εδώ 
  • πηγη:https://documentonews.us14.list-manage.com/subscribe?u=7e602d8b089141807dc2573aa&id=eb71e35891 

Παρασκευή 27 Νοεμβρίου 2020

Άγιος Σωφρόνιος του Έσσεξ: Όταν η μετάνοια είναι πύρινη


Η «χωρίς διάκριση πίστη»
Άγιος Σωφρόνιος του Έσσεξ: Η μετάνοια είναι ένα ανεκτίμητο δώρο προς την ανθρωπότητα

Με τη μετάνοιά μας, δε ζούμε μόνο το ατομικό μας δράμα· ζούμε μέσα στον ίδιο τον εαυτό μας την τραγωδία όλου του κόσμου, το δράμα της ιστορίας του από την αρχή του χρόνου.

Καλύτερα, ασφαλώς να μην αμαρτήσουμε. Αλλά όταν η μετάνοια είναι πύρινη, μπορεί να αποκαταστήσει κάθε απώλεια.

Οφείλουμε να φυλάξουμε το πνεύμα της μετανοίας κατά τη διάρκεια όλης της ζωής μας μέχρι τέλους. Η μετάνοια είναι η βάση κάθε ασκητικής και πνευματικής ζωής.

Μόνον όταν μας φωτίσει το φως του Χριστού μπορούμε να βλέπουμε τις αμαρτίες μας.

Η μετάνοια είναι ένα ανεκτίμητο δώρο προς την ανθρωπότητα. Η μετάνοια είναι το Θείο θαύμα για την αποκατάστασή μας μετά την πτώση.

Η μετάνοια είναι έκχυση θείας εμπνεύσεως πάνω μας, με τη δύναμη της οποίας ανεβαίνουμε προς τον Θεό, τον Πατέρα μας, για να ζήσουμε αιώνια στο φως της αγάπης Του.

Με τη μετάνοια συντελείται η θέωσή μας. Αυτό είναι γεγονός με ασύλληπτο μεγαλείο. Η δωρεά αυτή έγινε δυνατή με την προσευχή του Χριστού στη Γεσθημανή, με τον θάνατό Του στον Γολγοθά, και στην Ανάστασή Του (βλ. Λουκ. κδ’ 45-47)…

Η οδός προς την αγίαν θεωρίαν διέρχεται δια της μετανοίας. …εάν δεν απομακρυνθούμε από το κράσπεδο του ιματίου του, η βοήθεια θα έλθει.

Είναι ζωτικό να ζούμε «εν τη προσευχή» για να μπορέσουμε να αντιδράσουμε με σθένος στην καταστρεπτική επίδραση του έξω κόσμου…

Άγιος Σωφρόνιος του Έσσεξ

Όποιος διαστρέφει με την αίρεση τους λόγους του Κυρίου, θα νιώσει: α) την ντροπή Του και β) φόβο στην Μέλλουσα Κρίση! Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς

 


«Ος γαρ εάν επαισχυνθή με και τους εμούς λόγους εν τῃ γενεᾲ ταύτη τῃ μοιχαλίδι και αμαρτωλῲ, και ο υιός του ανθρώπου επαισχυνθήσεται αυτόν όταν έλθη εν τῃ δόξῃ του πατρός αυτού μετά των αγγέλων των αγίων» (Μάρκ. η’ 38)

Επιμέλεια σύνταξης: katanixi.gr

Αναδημοσιεύουμε από το Ιστολόγιο Κατάνυξη.



Λέγει ο Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς:
«Ος γαρ εάν επαισχυνθή με και τους εμούς λόγους εν τῃ γενεᾲ ταύτη τῃ μοιχαλίδι και αμαρτωλῲ, και ο υιός του ανθρώπου επαισχυνθήσεται αυτόν όταν έλθη εν τῃ δόξῃ του πατρός αυτού μετά των αγγέλων των αγίων» (Μάρκ. η’ 38)

Γιατί είπε ο Χριστός εμέ και τους εμούς λόγους;

Όποιος ντρέπεται Εμένα, σημαίνει όποιος αμφιβάλλει για τη θεότητά Μου, για τη θεία Μου ενσάρκωση από την αγία Παρθένο, για τα σταυρικά Μου πάθη και την Ανάστασή Μου, για την πτωχεία Μου σ’ αυτόν τον κόσμο και για την αγάπη μου προς τους αμαρτωλούς.

Όποιος ντρέπεται για τους λόγους Μου, σημαίνει όποιος αμφιβάλλει για το ευαγγέλιο ή αρνιέται τη διδασκαλία Μου, όποιος διαστρέφει τους λόγους Μου και με την αίρεση προκαλεί σύγχυση ανάμεσα στους πιστούς, όποιος φέρεται αλαζονικά στην αποκάλυψη και τη διδασκαλία Μου και την αντικαθιστά με άλλες, δικές του διδαχές ή όποιος κρύβεται σκόπιμα και δεν ομολογεί τα λόγια Μου μπροστά στους ισχυρούς αυτού του κόσμου. Αυτός θα νιώσει και τη δική Μου ντροπή, και το δικό του φόβο. (Εννοεί φυσικά στην Μέλλουσα Κρίση, όπως προκύπτει από το άνωθι χωρίο της Αγίας Γραφής που ερμηνεύει ο Άγιος).

Πηγή: ἀπό  «Καιρός Μετανοίας» Ομιλίες Β’, Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς,
(Επιμέλεια – Μετάφραση – Κεντρική διάθεση: Πέτρος Μπότσης)