Τρίτη 18 Ιουλίου 2017

Ιερομόναχος Δωρόθεος Κουτλουμουσιανοσκητιώτης (1873 – 16 Ιουλίου 1966)


Ο κατά κόσμον Δημήτριος Τσιρώνης γεννήθηκε στη Δίβρη Ηλείας το 1873. Δεκαπεντάχρονος κρυφά ήλθε να μονάσει στο Άγιον Όρος. Κατευθύνθηκε στην Καλύβη του Αγίου Σάββα του Ηγιασμένου της Κουτλουμουσιανής σκήτης του Αγίου Παντελεήμονος. Οι Γέροντες, λόγω της απαγορεύσεως των αγενείων στο Άγιον Όρος, και επειδή ήταν μικρός, τον φύλαγαν μέσα στην Καλύβη και κρεμούσαν σκεπάσματα στην απλωταριά, για να μη φαίνεται. Εκάρη μοναχός, το 1894, με τ’ όνομα Δωρόθεος. Χειροτονήθηκε διάκονος το 1898 και πρεσβύτερος το 1904.
Αργότερα απόκτησε δύο υποτακτικούς, τον ιερομόναχο Αντώνιο και τον μοναχό Σάββα. Τον δεύτερο τον πρόλαβα λίγο στη σκήτη, όταν ήλθα το 1985. Κατόπιν πήγε στη μονή Εσφιγμένου όπου και εκοιμήθη. Σε νεαρή ηλικία ψηφίσθηκε ηγούμενος ο Γέροντας Δωρόθεος στη μονή Εσφιγμένου, αλλά δεν θέλησε ν’ αναλάβει. Στη συνέχεια κατοίκησε, το 1934, στο Κουτλουμουσιανό Κελλί του Τιμίου Προδρόμου στις Καρυές. Διετέλεσε επί δεκαετία εφημέριος και τυπικάρης του ναού του Πρωτάτου. Άφησε φήμη εξαίρετου τυπικάρη. Ήταν επίσης σπουδαίος Πνευματικός. Στο πετραχήλι του εξομολογήθηκε ο αρχιεπίσκοπος Κύπρου Λεόντιος († 1947), όταν επισκέφθηκε το Άγιον Όρος.

Για λόγους υγείας και λόγω διαφόρων πειρασμών αναγκάσθηκε ν’ αφήσει το αγαπητό του Άγιον Όρος, περί το 1944. Στην αρχή εγκαταβίωσε στην Αγία Μονή της Άνδρου, ως Πνευματικός της εκεί γυναικείας αδελφότητος. Λόγω όμως των εκεί διχοστασιών, για το ημερολογιακό ζήτημα, αποσύρθηκε. Το 1952 μετέβη στην ιερά μονή Αγίου Ιωάννου Θεολόγου Παπάγου Αθηνών, όπου παρέμεινε έως τέλους Πνευματικός της αδελφότητος αλλά και πλήθους κόσμου. Λειτουργούσε τακτικότατα με κατάνυξη και ευλάβεια και αν δεν έβλεπε, λέγουν, σημείο στο άγιο ποτήριο, δεν μετελάμβανε. Κοινωνούσε με δάκρυα, με χαρά, με φωτεινό πρόσωπο. Η γλυκιά του λαλιά και η ηρεμία του μετέδιδε στο εκκλησίασμα ειρήνη. Τον λίγο ελεύθερο χρόνο του τον αφιέρωνε στη φίλη προσευχή.

Κυριακή 9 Ιουλίου 2017

Η ΠΑΝΤΟΔΥΝΑΜΙΑ ΤΗΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ


Μόνο στὴν ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ ἐξηγοῦνται ὅλα τὰ θαύματά Του, ὅλες οἱ ἀλήθειές Του, ὅλα τὰ λόγια Του, ὅλα τὰ γεγονότα τῆς Καινῆς Διαθήκης.
Μέχρι τὴν ἀνάστασή Του ὁ Κύριος δίδασκε γιὰ τὴν αἰώνια ζωή, ἀλλὰ μὲ τὴν ἀνάστασή Του ἔδειξε ὅτι ὁ Ἴδιος ὄντως εἶναι ἡ αἰώνια ζωή. Μέχρι τὴν ἀνάστασή Του δίδασκε γιὰ τὴν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν, ἀλλὰ μὲ τὴν ἀνάστασή Του ἔδειξε ὅτι ὁ Ἴδιος εἶναι πράγματι ἡ ἀνάσταση τῶν νεκρῶν.Μέχρι τὴν ἀνάστασή Του δίδασκε ὅτι ἡ πίστη σ’ Αὐτὸν μεταφέρει ἐκ τοῦ θανάτου εἰς τὴν ζωήν, ἀλλὰ μὲ τὴν ἀνάστασή Του ἔδειξε ὅτι ὁ Ἴδιος νίκησε τὸ θάνατο καὶ ἔτσι ἐξασφάλισε στοὺς θανατωμένους ἀνθρώπους τὴ μετάβαση ἐκ τοῦ θανάτου στὴν ἀνάσταση.
Μὲ τὴν ἁμαρτία ὁ ἄνθρωπος ἔγινε θνητὸς καὶ πεπερασμένος· μὲ τὴν ἀνάσταση τοῦ Θεανθρώπου γίνεται ἀθάνατος καὶ αἰώνιος. Σ’ αὐτὸ δὲ ἀκριβῶς ἔγκειται ἡ δύναμη καὶ τὸ κράτος καὶ ἡ παντοδυναμία τῆς τοῦ Χριστοῦ ἀναστάσεως. Καὶ γιὰ αὐτὸ χωρὶς τὴν ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ δὲν θὰ ὑπῆρχε κἄν ὁ Χριστιανισμός. Μεταξὺ τῶν θαυμάτων ἡ ἀνάσταση τοῦ Κυρίου εἶναι τὸ μεγαλύτερο θαῦμα. Ὅλα τὰ ἄλλα θαύματα πηγάζουν ἀπὸ αὐτὸ καὶ συνοψίζονται σ’ αὐτό. Ἀπ’ αὐτὸ πηγάζουν ἡ πίστη καὶ ἡ ἀγάπη καὶ ἡ ἐλπίδα καὶ ἡ προσευχὴ καὶ ἡ θεοσέβεια. Αὐτὸ εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖο καμία ἄλλη θρησκεία δὲν ἔχει· αὐτὸ εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖο ἀνυψώνει τὸν Κύριο ὑπεράνω ὅλων τῶν ἀνθρώπων καὶ τῶν θεῶν. Αὐτὸ εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖο κατὰ τρόπο μοναδικὸ καὶ ἀναμφισβήτητο δείχνει καὶ ἀποδεικνύει ὅτι ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς εἶναι ὁ μόνος ἀληθινὸς Θεὸς καὶ Κύριος σὲ ὅλους τοὺς ὁρατοὺς καὶ ἀόρατους κόσμους.
Τὸ ὅτι ὁ ἄνθρωπος πιστεύει ἀληθινὰ στὸν Ἀναστάντα Κύριο τὸ ἀποδεικνύει μὲ τὸ νὰ ἀγωνίζεται κατὰ τῆς ἁμαρτίας καὶ τῶν παθῶν καὶ ἐὰν μὲν ἀγωνίζεται, πρέπει νὰ γνωρίζει ὅτι ἀγωνίζεται γιὰ τὴν ἀθανασία καὶ τὴν αἰώνια ζωή. Ἐὰν ὅμως δὲν ἀγωνίζεται, τότε μάταιη ἡ πίστη του! Διότι, ἐὰν ἡ πίστη τοῦ ἀνθρώπου δὲν εἶναι ἀγώνας γιὰ τὴν ἀθανασία καὶ τὴν αἰωνιότητα, τότε τί εἶναι; Ἐὰν μὲ τὴν πίστη στὸ Χριστὸ δὲν φθάνει κανεὶς στὴν ἀθανασία καὶ τὴν ἐπὶ τοῦ θανάτου νίκη, τότε πρὸς τί ἡ πίστη μας; Ἐὰν ὁ Χριστὸς δὲν ἀναστήθηκε, τοῦτο σημαίνει ὅτι ἡ ἁμαρτία καὶ ὁ θάνατος δὲν ἔχουν νικηθεῖ. Ἐὰν δὲ δὲν ἔχουν αὐτὰ τὰ δύο νικηθεῖ, τότε γιατί νὰ πιστεύει κανεὶς στὸ Χριστό; Ἐκεῖνος ὅμως ὁ ὁποῖος μὲ τὴν πίστη στὸν Ἀναστάντα Χριστὸ ἀγωνίζεται ἐναντίον κάθε ἁμαρτίας του, αὐτὸς ἐνισχύει σιγὰ-σιγὰ μέσα του τὴν αἴσθηση ὅτι ὁ Κύριος πραγματικὰ ἀναστήθηκε, ἄμβλυνε τὸ κέντρο τοῦ θανάτου, νίκησε τὸ θάνατο σὲ ὅλα τὰ μέτωπα τῆς μάχης.
Χωρὶς τὴν ἀνάσταση δὲν ὑπάρχει οὔτε στὸν οὐρανὸ οὔτε κάτω ἀπὸ τὸν οὐρανὸ τίποτε πιὸ παράλογο ἀπὸ τὸν κόσμο αὐτὸ οὔτε μεγαλύτερη ἀπελπισία ἀπὸ τὴ ζωὴ αὐτή, δίχως ἀθανασία. Σ’ ὅλους τοὺς κόσμους δὲν ὑπάρχει περισσότερο δυστυχισμένη ὕπαρξη ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο, ποὺ δὲν πιστεύει στὴν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν. Γι’ αὐτό, γιὰ τὴν ἀνθρώπινη ὕπαρξη, ὁ Ἀναστημένος Κύριος εἶναι τὰ «πάντα ἐν πᾶσιν» σ’ ὅλους τοὺς κόσμους: ὅ,τι τὸ Ὡραῖο, τὸ Καλό, τὸ Ἀληθινό, τὸ Προσφιλές, τὸ Χαρμόσυνο, τὸ Θεῖο, τὸ Σοφό, τὸ Αἰώνιο. Αὐτὸς εἶναι ὅλη ἡ Ἀγάπη μας, ὅλη ἡ Ἀλήθειά μας, ὅλη ἡ Χαρά μας, ὅλο τὸ Ἀγαθό μας, ὅλη ἡ Ζωή μας, ἡ Αἰωνία Ζωὴ σὲ ὅλες τὶς αἰωνιότητες καὶ ἀπεραντοσύνες.

Παρασκευή 7 Ιουλίου 2017

Ο Θεός και η απελπισία μας Μητροπολίτης Σουρόζ Αντώνιος Bloom (†)


Ο Θεός μας βοηθάει και όταν δεν υπάρχει κανένας άλλος να μας βοηθήσει, είναι παρών στην μεγαλύτερη μας ένταση, στο σημείο που λυγίζουμε, στο κέντρο της θύελλας. Θα πρέπει να προετοιμαζόμαστε να περάσουμε μέσα από την απελπισία και όχι να την αποφεύγουμε. Ακόμα να είμαστε έτοιμοι για την περίοδο εκείνη που ο Θεός δεν μας αποκαλύπτεται, και να μην προσπαθήσουμε να Τον αντικαταστήσουμε με κάποιον ψεύτικο.
Storm_

Η υπόστασις του ανθρώπου μετά θάνατον δεν καταργείται π. Μάρκελλος Καρακαλληνός


Ο άνθρωπος από την δημιουργίαν του αποτελεί μία ιδιαιτέρα προσωπικότητα, η οποία δεν καταργείται με τον θάνατον. Ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός λέγει ότι η ένωσις της ψυχής και του σώματος γίνεται από την αρχήν της πλάσεως. «Έχει πλασθή συγχρόνως το σώμα και η ψυχή». Αυτή η υπόστασις του ανθρώπου δεν διασπάται ούτε και με τον θάνατον. Έστω και αν χωρίζεται η ψυχή από το σώμα με τον θάνατον, εν τούτοις η υπόστασις παραμένει η ιδία.
αποκαθηλωση-1
Κάθε άνθρωπος αποτελεί μία μοναδικήν και ανεπανάληπτον προσωπικότητα. Αυτή η ιδιαιτέρα ατομικότης, αυτό το ιδιαίτερον πρόσωπον ουδέποτε παύει να υπάρχη. Δια τούτο ο Κύριος εις την παραβολήν του Πλουσίου και του Λαζάρου λέγει ότι ο Πλούσιος είδε τον Λάζαρον εις τους κόλπους του Αβραάμ και όχι απλώς την ψυχήν του Λαζάρου.
Ο σκοπός της Θείας ενανθρωπήσεως είναι να οδηγηθή ο εκπεσών άνθρωπος εις την κληρονομίαν της Βασιλείας των ουρανών. Δια τούτο κηρύττεται από όλους τους Πατέρας, ότι ο σκοπός της σαρκώσεως του Θεού Λόγου είναι η θέωσις της ανθρωπίνης φύσεως.
Όταν όμως λέγωμεν θέωσιν της ανθρωπίνης φύσεως, δεχόμεθα μεν, ότι οι δίκαιοι γίνονται κοινωνοί της Θείας φύσεως, πάντοτε όμως υπό την προϋπόθεσιν, ότι η ανθρωπίνη φύσις δεν εκμηδενίζεται, αλλά κατά τα πεπερασμένα μέτρα αυτής μετέχει της θείας δόξης του απροσίτου Θεού.
Με άλλα λόγια η ατομικότης κάθε ανθρώπου διατηρείται, εξυψώνεται διά της αναστάσεως και προσεγγίζει προς την Θείαν δόξαν, παραμένει όμως πεπερασμένη.
Και όλα αυτά εξαρτώνται από την ενανθρώπησιν του Θεού Λόγου. Ο Ιησούς Χριστός, το δεύτερον πρόσωπον της Αγίας Τριάδος, προσέλαβε την ανθρωπίνην φύσιν και ηνώθη μετ’ αυτής εις ένα Πρόσωπον και εις μίαν υπόστασιν. Και αι δύο φύσεις παρέμειναν ασύμφυρτοι. Και η σάρκα θεωθείσα δεν έχασε την οικείαν αυτής φύσιν. Αυτός είναι ο Θεάνθρωπος Ιησούς, τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος. Επάνω εις το δόγμα των δύο φύσεων και της μιας υποστάσεως του Χριστού έγιναν όλοι οι αγώνες με τους μονοφυσίτας.
Οι δίκαιοι, χάριτι και όχι ουσία μετέχουν της Θείας δόξης και κοινωνίας, αλλά δεν παύει έκαστος να διατηρή την ιδίαν αυτού προσωπικότητα. Εδώ όμως κρύπτεται το μεγαλείον και η άπειρος Θεία σοφία και φιλανθρωπία.
Ο Λόγος ως άπειρος Θεός είναι «φως οικών απρόσιτον» (Α’Τιμ. στ’ 16), και ουδείς δύναται να προσεγγίση προς την θείαν Αυτού λαμπρότητα, όμως προς την θείαν αυτού ανθρωπίνην φύσιν ενούμεθα όλοι οι σεσωσμένοι Χριστιανοί, συναποτελούντες το σώμα αυτού «το πλήρωμα του τα πάντα εν πάσι πληρουμένου» (Εφ. α’ 23). Εφ’ όσον ο Χριστός είναι η Κεφαλή της Εκκλησίας και εμείς τα μέλη, τότε το σώμα γίνεται τέλειον, όταν όλοι είμεθα ενωμένοι με τον Χριστόν. Η Εκκλησία είναι το σώμα Του, το συμπλήρωμα του Χριστού ως ανθρώπου.
Είναι αρκετά αυτά έως εδώ διά να μας αποδείξουν ότι ο ενανθρωπήσας Θεός Λόγος είναι η αιτία που ο άνθρωπος διατηρεί την προσωπικότητα αυτού και μετά θάνατον. Αυτό θα γίνη περισσότερον κατανοητόν από την διδασκαλίαν των Αγίων Πατέρων.

Ο κάθε άνθρωπος διατηρεί τη δική του φύση και υπόσταση και μετά θάνατον π. Μάρκελλος Καρακαλληνός



Αυτήν την αδιάλυτον υπόστασιν της ψυχής και του σώματος μας περιγράφει ο Θεολόγος Γρηγόριος εις τον επιτάφιον λόγον προς Καισάριον τον αδελφόν του: «περιμένω την φωνήν του Αρχαγγέλου, την εσχάτην σάλπιγγα, τον μετασχηματισμόν του ουρανού, την μεταβολήν της γης, την απελευθέρωσιν των στοιχείων, την ανανέωσιν του κόσμου. Τότε θα αντικρύσω τον ίδιον τον Καισάριον, χωρίς να αποθνήσκη πια, χωρίς να τον πηγαίνωμεν εις τον τάφον, χωρίς να τον πενθούμε, χωρίς να τον λυπούμεθα. Θα είναι λαμπρός, ένδοξος, υψηλός…».
epitafios_thrinos
Την άποψιν ότι ο χωρισμός της ψυχής από του σώματος δεν καταργεί την υπόστασιν του ανθρώπου, δέχεται και ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης. Εις τον διάλογον με την αδελφήν του Μακρίνα χρησιμοποιεί δύο ωραιότατα παραδείγματα και με μια απίθανη παραστατικότητα αποδεικνύει ότι η ψυχή πάντοτε αναγνωρίζει το ιδικόν της σώμα, όπως όταν ήτο συνηνωμένον μετά του όλου σώματος και μετά την διάλυσιν αυτού.
Χρησιμοποιεί ένα παράδειγμα από την ζωγραφικήν. Ο ζωγράφος διά να ζωγραφίση ένα αντικείμενον αναμειγνύει τα διάφορα χρώματα μεταξύ τους, αλλά και μπορεί να διακρίνη την ανάμειξιν που έκανε.
Χρησιμοποιεί και δεύτερον παράδειγμα από την κεραμικήν τέχνην και αποδεικνύει πάλι, ότι η ψυχή δεν δυσκολεύεται να διακρίνη το ιδικόν της σώμα, όταν αυτό ευρίσκεται ανακατεμένο με άλλα ξένα στοιχεία.
Τα διάφορα κεραμικά αντικείμενα πλάθονται από τον ίδιο πηλό. Ο κεραμεύς κατασκευάζει διάφορα αντικείμενα τα οποία δεν έχουν το ίδιον σχήμα, ούτε την ιδίαν χρησιμότητα. Άλλο είναι πιθάρι, άλλο αμφορεύς, άλλο πινάκιον ή κάτι άλλο. Όλα αυτά τα αντικείμενα έχουν την ιδιομορφίαν τους και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά γνωρίσματα, από τα οποία αναγνωρίζονται από τους κατόχους τους.
Αν πάλι συντριβούν και ανακατευθούν και πάλιν αναγνωρίζονται, ποιο τμήμα ανήκει εις τον αμφορέα, ή εις το πιθάρι, ή εις το ποτήριον. Και εάν τέλος τα συντριβέντα αντικείμενα αναμειχθούν με τον ακατέργαστον πηλόν, τότε η διάγνωσις των κατειργασμένων γίνεται βεβαιοτέρα από τον κάτοχον.
Από τα ανωτέρω κατανοούμε πολύ καθαρά, ότι ο θάνατος, δηλαδή ο χωρισμός της ψυχής από το σώμα, δεν καταργεί την υπόστασιν του ανθρώπου. Ο άνθρωπος παραμένει ο ίδιος.
Ο χωρισμός της ψυχής από του σώματος είναι προσωρινός και διαρκεί όσον καιρόν θα ευρίσκωνται εις αυτό που ονομάζομε, μέση κατάστασις των ψυχών. Κατά την Δευτέραν Παρουσίαν του Χριστού θα γίνη η ένωσις ψυχής και σώματος. Θα αναστηθούμε με νέον άφθαρτον σώμα, όπως μας διδάσκη ο Απόστολος Παύλος. Ο Κύριος «θα μετασχηματίση το σώμα της ταπεινώσεως ημών εις το γενέσθαι αυτό σύμμορφον τω σώματι της δόξης αυτού» (Φιλιπ. γ’ 21).
Και ο άγιος Μακάριος ο Αιγύπτιος με πολλήν σαφήνειαν δηλώνει το αδιάλυτον της ανθρωπίνης φύσεως: «Κατά την Ανάστασιν όλα τα μέλη ανασταίνονται και ούτε μία τρίχα δεν χάνεται, όπως έχει γραφή. «Και ούτε τρίχα από την κεφαλήν σας δεν θα χαθή» (Λουκ. κα’, 18). Και όλα γίνονται φωτοειδή, όλα βυθίζονται εις το φως και εις την φωτιά και μεταβάλλονται, και όχι, όπως λένε μερικοί, ότι διαλύεται και γίνεται φωτιά και δεν υπάρχει η φύσις τους. Διότι ο Πέτρος είναι ο Πέτρος και ο Παύλος ο Παύλος και ο Φίλιππος ο Φίλιππος. Ο καθένας παραμένει εις την ιδικήν του φύσιν και υπόστασιν, γεμάτος από το Άγιον Πνεύμα».

(+π. Μαρκέλλου Καρακαλληνού, Η φύση του σώματος μετά την Ανάστασιν, Ι. Μ. Καρακάλλου, σ. 20-24)

Συνήθεια, αιχμαλωσία, απελπισία: οι χειρότερες μορφές της αμαρτίας Γέροντας Κλεόπας Ηλίε



Γι’ αυτό λέει ο Ευαγγελιστής Ιωάννης: «Όποιος όμως αμαρτάνει κατάγεται από το διάβολο, γιατί ο διάβολος συνδέεται με την αμαρτία εξ αρχής»(Α’ Ιωάν. 3,8), και άρα δείχνει με την υποταγή του στην αμαρτία ότι είναι του διαβόλου. Για την δικαία κατάσταση της θλίψεως και τιμωρίας ενός τέτοιου ανθρώπου, η Αγία Γραφή, αναφερόμενη σ’ αυτή τη φάση λέει: «Όποιος κάνει την αμαρτία είναι δούλος της» (Ιωάν. 8,34).
skotadi
Η ενδέκατη βαθμίδα της αμαρτίας είναι η απελπισία, η οποία είναι και η χειρότερη από όλες, διότι οδηγεί τον άνθρωπο στον παρόντα και αιώνιο θάνατο. Όταν ο διάβολος υποδουλώσει τον άνθρωπο με την αμαρτία μέχρι του βαθμού της συνήθειας, τότε του λέει στο αυτί: «Βλέπεις, ότι συνήθισες πλέον αυτή την αμαρτία, από την οποία δεν μπορείς να λυτρωθείς, διότι θέλοντας και μη την επιτελείς; Οπότε, μη σκέπτεσαι να μετανοήσεις και επιστρέψεις στον Θεό, διότι από εδώ και στο εξής δεν μπορείς να απαλλαγείς απ’ αυτήν, την οποία αγάπησες από την παιδική ή νεανική σου ηλικία ή επί τόσα χρόνια». Συνεπώς συμβουλεύει τον άνθρωπο να αμαρτάνει πάντοτε, λέγοντάς του: «Έτσι και αλλιώς μέχρι τώρα όλα τα έχασες, γι’ αυτό όσο βρίσκεσαι στη ζωή αυτή, κοίταξε να απολαύσεις την αμαρτία, την οποία συνήθισες και από την οποία, όπως βλέπεις, δεν μπορείς να σωθείς».
Έτσι λοιπόν, με τη ρομφαία της απελπισίας τον αποκόπτει από την ελπίδα της σωτηρίας της ψυχής του. Και εάν είναι ο άνθρωπος μορφωμένος, τον διδάσκει ο πονηρός να αναβάλλει την επιστροφή του στον Θεό και την εγκατάλειψη της αμαρτίας, λέγοντάς του: «Μην αφήνεις την αμαρτία τώρα, διότι έχεις ακόμη καιρό». Αλλά και αυτή η συμβουλή του διαβόλου αποσκοπεί να στερεώσει τον άνθρωπο, όσο γίνεται περισσότερο, στην θανατηφόρο συνήθεια της αμαρτίας, επειδή γνωρίζει ο πονηρός εχθρός μας, ότι αυτοί που δεν εγκαταλείπουν σήμερα την αμαρτία, αργότερα είναι ακόμη δυσκολότερο να την εγκαταλείψουν. Όπως λένε και οι Άγιοι Πατέρες, η αμαρτία μοιάζει με ένα καρφί που το καρφώνει κάποιος σε ένα σκληρό ξύλο. Εάν το κτύπησε ελαφρά, μπορεί εύκολα να το βγάλει, ενώ εάν το κτύπησε δυνατά, με πολλή δυσκολία θα μπορέσει να το βγάλει. Συνεπώς, κανείς ας μην εξαπατάται διότι, εάν δεν εγκαταλείψει σήμερα την αμαρτία στην οποία αιχμαλωτίζεται, αργότερα δεν θα μπορέσει να την αποβάλει. Όσο παλιώνει η αμαρτία μέσα μας, τόσο δυσκολότερα στο μέλλον μπορούμε να την εκριζώσουμε. Και όσο περισσότερες φορές κάνει ο άνθρωπος την αμαρτία, τόσο και ο διάβολος τον πολεμά με αυτήν για να τον ρίξει στην απελπισία, από την οποία δεν μπορεί πλέον να επιστρέψει στον Θεό.
Εάν δεν προλάβει να εξομολογηθεί στον Πνευματικό, οδηγείται κατ’ ευθείαν, χωρίς χρονοτριβή στην δωδέκατη βαθμίδα της αμαρτίας που είναι η αυτοκτονία, ο φοβερότερος σωματικός και πνευματικός θάνατος, όπως του προδότη Ιούδα. Αφού έκανε την προδοσία του Σωτήρα μας ο Ιούδας, αντί να επιστρέψει με βαθειά μετάνοια και να κλάψει με στεναγμούς, όπως ο Απ. Πέτρος, απελπίστηκε τελείως, έριξε τα αργύρια στον ναό και κρεμάσθηκε.
Ας μη ξεχνάμε ότι οι χειρότερες μορφές της αμαρτίας που θέλουν μεγάλη προσοχή είναι τρεις: Η συνήθεια της αμαρτίας, η αιχμαλωσία και η απελπισία, η οποία πλησιάζει τα όρια της τελείας εγκαταλείψεως και από όπου ο άνθρωπος πέφτει στα βάθη της κολάσεως με την αυτοκτονία, πέραν από την οποία δεν υπάρχει σωτηρία. Είθε όλοι μας να λυτρωθούμε από τέτοιες δυσάρεστες καταστάσεις με το έλεος του Πανάγαθου Θεού και Σωτήρα μας Χριστού, με τις πρεσβείες της Μητέρας του Αειπαρθένου Μαρίας και πάντων των Αγίων Του. Αμήν.

(Ιερομονάχου Κλεόπα Ηλίε, Πνευματικοί Λόγοι, εκδ. Ορθόδοξος Κυψέλη, σ. 121-127)

Η αξία της ανθρώπινης ζωής Μίνα Μπουλέκου, Συγγραφέας-Ποιήτρια


«Ερχόμαστε από μια σκοτεινή άβυσσο, καταλήγουμε σε μια σκοτεινή άβυσσο, το μεταξύ τους φωτεινό διάστημα το λέμε Ζωή» λέει ο μεγάλος μας Νίκος Καζαντζάκης στο έργο του «Ασκητική».
Η αξίας της ζωής μας, είναι μοναδική και ανεπανάληπτη και δεν δύναται να μετρηθεί. Από την ώρα που γεννιόμαστε, μέχρι την ώρα που θα φύγουμε, αποτελεί ένα ατέλειωτο ταξίδι αναζήτησης με διαφορετικό προορισμό. Ο κάθε ένας από εμάς, έχει να εκπληρώσει το δικό του επίγειο έργο και την δική του αποστολή. Η διαδρομή της, είναι σχεδόν πάντα άγνωστη, άλλοτε συναρπαστική και άλλοτε οδυνηρή.
– Αλήθεια ποια είναι η αξία και το νόημά της;
– Ποιος είναι ο σκοπός και ποιος ο προορισμός της ανθρώπινης ύπαρξης;
aksia
Έχει μελετηθεί από πολλούς στοχαστές της ανθρωπότητας, μέσα από διάφορα θεολογικά, φιλοσοφικά και λογοτεχνικά ρεύματα που απασχόλησαν την ανθρώπινη ιστορία και την εξέλιξη του είδους μας.
Η παρουσία μας εδώ στη γη, αποτελεί ένα μικρό μέρος ενός μεγαλύτερου σχεδίου του Θεού για την αιώνια ζωή μας. Όταν βρούμε τον αληθινό προορισμό της ψυχής μας, εκπληρώνουμε την πορεία του πεπρωμένου μας, μέσα από τις ατέλειωτες δοκιμασίες που καλούμαστε να αντιμετωπίσουμε στον καθημερινό μας αγώνα, μαθαίνουμε να είμαστε πιο δυνατοί, μαθαίνουμε να επιβιώνουμε, μαθαίνουμε να είμαστε καλύτεροι άνθρωποι. Άλλωστε ο σκοπός είναι να φτάσουμε σε ένα ανώτερο επίπεδο τελειότητας.
Η ζωή είναι το μεγαλύτερο δώρο που χάρισε ο Θεός στον άνθρωπο, δημιουργώντας τον κατ’ εικόνα και κατ’ ομοίωσιν. Είναι ένα καθημερινό θαύμα που συντελείται σε κάθε ζωντανή μορφή ολοκληρώνοντας έναν κύκλο με αρχή, μέση και τέλος.
Οι άνθρωποι μέσα στην πορεία τους, στο χώρο και στο χρόνο έπαψαν να θυμούνται και ξέχασαν τον παράδεισο, που τους δόθηκε τόσο απλόχερα. Δεν έμαθαν να εκτιμούν αυτό το θείο δώρο.
Η μεγαλύτερη παρωδία της ανθρωπότητας, είναι ότι η ζωή μας έγινε ένας διαρκής και συνεχόμενος θάνατος, με χιλιάδες αθώα θύματα που αφανίζονται καθημερινά σε πολέμους μίσους από άπληστους και μισαλλόδοξους ανθρώπους, χωρίς ηθικούς κανόνες, αποφασίζοντας ερήμην και στερώντας μας την ελπίδα, για την συνέχεια και την διαιώνισή μας.
Οι παράγοντες εκείνοι που συνθέτουν στο σύνολο της ζωής των ανθρώπων, μια ολοκληρωμένη πορεία είναι: η ελευθερία του κάθε ατόμου, ο σεβασμός στα δικαιώματά του, η δικαιοσύνη ως μέτρο εξισορρόπησης, η αγάπη στον εαυτό μας και στον συνάνθρωπό μας, η χαρά της προσφοράς, η προσδοκία της ευτυχίας, η ανάπτυξη σχέσεων, τόσο σε ατομικό όσο και σε κοινωνικό επίπεδο, με ιδιαίτερη έμφαση στη φιλία, η οποία αποτελεί μια σχέση επιλογής στηριζόμενη στην αλληλοεκτίμηση και στον αλληλοσεβασμό, η δημιουργία κάθε μορφής τέχνης που θα καλλιεργήσει τον εσωτερικό μας κόσμο και θα σφυρηλατήσει την πνευματική μας υπόσταση.
Ο καθένας από εμάς, χαράσσοντας το δικό του μονοπάτι ξεχωριστά, δίνει την δική του ερμηνεία, βασιζόμενος στο πώς έχει γαλουχηθεί και τι εμπειρίες έχει αποκτήσει κατά την διάρκειά του.
Σημαντική προϋπόθεση όλων, είναι οι προτεραιότητες που δίνουμε σε κάθε σκοπό, ιεραρχώντας από τα πιο σημαντικά στα λιγότερο σημαντικά πράγματα, καθορίζοντας και χτίζοντας τις πραγματικές αξίες της ζωής μας.

Τα όπλα αποφυγής της αμαρτίας και οι ωφέλειες της εξομολόγησης Γέροντας Κλεόπας Ηλίε,



Η μνήμη του θανάτου μάς βοηθεί να μην αμαρτάνουμε, όπως λέει και η Γραφή: «Υιέ, μιμνήσκου τα έσχατά σου, και εις τον αιώνα ουχ αμαρτήσεις» (Σοφία Σειράχ 7,36). Ενώ η υπενθύμιση των αμαρτιών δεν θα πρέπει να καταλήγει σε λεπτομέρειες, διότι υπάρχει ο κίνδυνος εκδηλώσεως της εμπάθειας του ανθρώπου.
2) Μετά την εξομολόγηση ν’ αποφεύγονται οι αιτίες της αμαρτίας. Οι φιλόσοφοι λέγουν ότι, οι ίδιες αιτίες οδηγούν πάντοτε στις ίδιες αμαρτίες. Προπαντός αυτοί που έπεσαν σε σαρκικές αμαρτίες πρέπει πολύ ν’ αποφεύγουν τις εμπαθείς φιλίες και συνομιλίες με πρόσωπα με τα οποία αμάρτησαν. Η Αγία Γραφή μάς λέει ότι «αυτός που φοβάται τον κίνδυνο, δεν θα πέσει σ’ αυτόν» (Σοφία Σειράχ 3,25).
exomolog
Φωτο: Σπύρος Δρόσος
3) Τό τρίτο όπλο αποφυγής της αμαρτίας είναι η συχνή εξομολόγηση. Απ’ αυτή προέρχονται πέντε ωφέλειες:
α) Όπως τα πουλάκια δεν επιστρέφουν πάλι, όταν βρουν τη φωλιά τους χαλασμένη, έτσι και οι δαίμονες φεύγουν για πάντα απ’ αυτούς που εξομολογούνται συχνά, διότι έτσι τους χαλούν τις φωλιές και τις παγίδες. Ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης λέει: «Για ποιά αιτία ο Νεεμάν ο Σύρος λούσθηκε επτά φορές, στον Ιορδάνη; Για να διδάξει όλους μας ότι πρέπει συχνά να εξομολογούμαστε, να λουζόμαστε στα νερά της μετανοίας». Και συνεχίζει λέγοντας: «Είπα να εξομολογούνται συχνά και οι Τιμιώτατοι Πατριάρχαι, αρχιερείς, Πνευματικοί, ιερείς, διότι σε μερικούς τόπους χάλασε η καλή αυτή συνήθεια για τέτοια ιερά πρόσωπα. Απορώ πράγματι. Για ποιά αιτία, προτρέπετε άλλους να κάνουν το έργο αυτό… διότι μόνο ο πάπας φαντάσθηκε τον εαυτό του αναμάρτητο και ποτέ οι πατριάρχαι και αρχιερείς της Ανατολικής Εκκλησίας». Ο άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος μάς λέει: «Εάν ομολογώμεν τας αμαρτίας ημών, πιστός έστι και δίκαιος, ίνα αφή ημίν τας αμαρτίας και καθαρίση ημάς από πάσης αδικίας» (Α’ Ιωάν. 1,4). Εάν δεν γίνεται συχνή εξομολόγηση, δυσκολότερα ξεριζώνονται τα πάθη από μέσα μας. Όπως το γέρικο και μεγάλο δένδρο δεν μπορεί να κοπεί με μία μόνο τσεκουριά, έτσι και ένα συνηθισμένο κακό δεν μπορεί να εκδιωχθεί με μία μόνο συντριβή της καρδίας, αλλά με πολλές.
β) Ο άνθρωπος που εξομολογείται συχνά, διατηρεί ευκολότερα στην μνήμη του τα παραπτώματα που διέπραξε από την τελευταία εξομολόγησή του, εν αντιθέσει με εκείνον που εξομολογείται σπανίως και δυσκολεύεται να κάνει ακριβή και λεπτομερή εξομολόγηση. Γι’ αυτό ο διάβολος, όταν θα εμφανισθεί στην ώρα του θανάτου του, δεν θα έχει να του παρουσιάσει τίποτε, εφ’ όσον πάντοτε λεπτομερώς τα εξομολογείτο.
γ) Αυτός που εξομολογείται συχνά, έστω και να πέφτει στο ίδιο θανάσιμο ίσως αμάρτημα, τρέχει αμέσως να εξαγορεύσει την αμαρτία του, λαμβάνει πάλι την άφεση και την Χάρι του Θεού και έτσι ελαφρύνει τη συνείδησή του από το βάρος της αμαρτίας.
δ) Η τετάρτη ωφέλεια είναι ότι ο εξομολογούμενος συχνά, εάν τον βρει η ώρα του θανάτου, είναι ψυχικά έτοιμος, έχει την Χάρι του Θεού και την ελπίδα της σωτηρίας του. Ο Μέγας Βασίλειος λέει ότι: «Ο διάβολος πηγαίνει πάντοτε στην ώρα του θανάτου των δικαίων και των αμαρτωλών, μήπως και βρει τον άνθρωπο στην αμαρτία για να του πάρει την ψυχή».
ε) Η πέμπτη ωφέλεια είναι ότι ο εξομολογούμενος συχνά αγωνίζεται να εγκρατεύεται από την αμαρτία, ενθυμούμενος ότι πριν ολίγες ημέρες πάλι εξομολογήθηκε και έχει να λάβει κανόνα και μεγάλη ντροπή ενώπιον του Πνευματικού του, ο οποίος θα τον ελέγξει γι’ αυτά που πάλι έκανε.
4) Το τέταρτο όπλο αποφυγής της αμαρτίας είναι η ενθύμηση της έσχατης Κρίσεως και η απόκριση που θα δώσει ο Δίκαιος Κριτής την ημέρα εκείνη στους αμαρτωλούς: «Πορεύεσθε απ’ εμού οι κατηραμένοι εις το πυρ το αιώνιον το ητοιμασμένον τω διαβόλω και τοις αγγέλοις αυτού» (Ματθ. 25, 41).
5) Το πέμπτο όπλο είναι η μνήμη των αιωνίων βασάνων του άδου, δηλαδή η μνήμη ότι η αμαρτία μάς αποχωρίζει από τον Θεό και την ευφροσύνη των δικαίων και ότι τα αιώνια βάσανα του άδου, τα οποία, όταν τα σκεπτόμαστε, δεν θα βασανίσουν την ψυχή μας, διότι η ενθύμησή τους θα μας προκαλέσει μετάνοια.

(Ιερομονάχου Κλεόπα Ηλίε, Πνευματικοί Λόγοι, εκδ. Ορθόδοξος Κυψέλη, σ. 37-41)

«Μετάνοια, όπως την έμαθα από σύγχρονους Αγίους και Γεροντάδες»Ανδρέας Χριστοφόρου, Νομικός


Είχαμε την ευλογία να γνωρίσουμε από κοντά, αρκετούς από τους σύγχρονους Αγίους και Γεροντάδες, στην περίοδο που ανιχνεύαμε τον δρόμο για την Πνευματική Ζωή.
Ποιος είναι στην πράξη, ο δρόμος της Θεραπείας από τις αμαρτίες και τα πάθη μας, ώστε να ζητούμε την Αγάπη προς τον Θεό και τον πλησίον μας;
Ακούσαμε και διαβάσαμε, ότι για να Αγαπήσουμε τον Θεό εξ όλης της καρδίας θα πρέπει να  περάσουμε από την Κάθαρση, στο Φωτισμό και τη Θέωση, όπως διδάσκει το Ευαγγέλιο, οι Άγιοι Πατέρες και η Ιερά Παράδοση της Ορθόδοξης Εκκλησίας μας.
Διαβάσαμε πολλούς βίους Αγίων, αλλά είχαμε ανάγκη, να διδαχτούμε και από τους Σύγχρονους Αγίους Πατέρες που τότε ήταν ακουστοί:
ο Άγιος Πορφύριος, ο Άγιος Παΐσιος,  ο Άγιος Γέροντας Ιάκωβος Τσαλίκης, ο Γέρων Αμβρόσιος της Μονής Δαδίου στην Αμφίκλεια, ο Γέροντας Ιωσήφ Βατοπαιδίνος, ο Παπά Μάρκος  Μανώλης, ο άγιος Γέρων Αντώνιος Γκίζας και τόσοι άλλοι.
gerontades1
Θα μιλήσω με τη σειρά, για τις συνομιλίες που είχα με τους Άγιους αυτούς Πατέρες και τα όσα μου είπαν απλά και πρακτικά για το Μυστήριο της Μετανοίας.
Η ανάγκη φάνηκε από συγκεκριμένα προβλήματα που με οδήγησαν με την ευχή του Πνευματικού στον Άγιο Πορφύριο, το 1982, στο Μήλεσι πριν ακόμα κτιστούν τα κτίρια, όπως φαίνονται σήμερα σε μια παράγκα, όπου ο Άγιος έμενε και εξομολογούσε τον κόσμο.
Μόλις τον αντίκρυσα ένοιωσα ότι ήμουν μπροστά στον Θεό, ένοιωσα ότι τον έβλεπα μετά φόβο Θεού πίστεως και αγάπης.
-«Γέροντα, έχω ένα πρόβλημα», του είπα.
-«Το ξέρω», μου είπε και μου απεκάλυψε το πρόβλημά μου, που είχε σχέση με την βρεφική μου ηλικία και την οικογένειά μου.
Είχα νυμφευτεί και είχα μόλις ένα παιδάκι. Μέσα από τις σχέσεις στο σπίτι, αντιλήφθηκα ότι έπρεπε να διορθώσω στον εαυτό μου ένα πολύ σοβαρό πρόβλημα που καταλάβαινε ότι μου ήταν εντελώς αδύνατο με τις δικές μου δυνάμεις να το λύσω, γιατί ξεκινούσε από την δική μου βρεφική ηλικία.
Ο Άγιος μου είπε ακριβώς και το πρόβλημα, το χρόνο και την ηλικία που το έπαθα.
Η αίσθηση της αδυναμίας μου μετά την αποκάλυψή του μεγάλωσε και ρώτησα:
-«Τί πρέπει να κάνω για να θεραπευτώ;»
-«Να εξομολογείσαι», μου είπε.
-«Μα εξομολογούμαι στον Πνευματικό μου», απάντησα και πολύ συχνά.
-«Δε φτάνει αυτό που κάνεις», μου είπε. «Εξομολόγηση, δεν είναι μόνο να πηγαίνεις στον Πνευματικό και να του λες τις αμαρτίες σου. Εξομολόγηση είναι να Μετανοείς καλά πρώτα, πριν πας. Δεν είδες τον άσωτο; Πρώτα ήλθε εις εαυτόν, συνειδητοποίησε την πείνα και την φτώχεια του, ένοιωσε ότι έχασε την Αγάπη του Πατέρα του, επιθύμησε να επιστρέψει στο σπίτι του με απόφαση να ζει όπως οι δούλοι του Πατέρα του και αναστάς, δηλαδή με πολλή προθυμία και ταπείνωση γύρισε, σίγουρος ότι ο Πατέρας του τον περίμενε με Αγάπη.
Τότε ο Πατέρας τον συγχώρησε και τον έντυσε με την στολή την πρώτη, του έδωσε το δαχτυλίδι του και τον Μόσχο τον σιτευτό, δηλαδή τον θεράπευσε. Τον συγχώρησε και τον θεράπευσε.
Αυτό να κάνεις, να σηκώνεσαι κάθε πρωί και αφού κάνεις την προσευχή που κάνεις, τον κανόνα σου, είτε διαβάζοντας όρθρο, είτε με κομποσκοίνι να λες μετά στον Χριστό τις αμαρτίες σου απέναντι στον Θεό και τους ανθρώπους που έβλαψες και να ζητάς συγχώρεση.
-«Πώς θα καταλάβω ότι συγχωρέθηκα», ρώτησα.
-«Δε λέει ο Απόστολος Παύλος, ότι καρπός του Πνεύματος είναι η Αγάπη, η Χαρά, η Ειρήνη, η Πίστις; Αυτά αν νοιώθεις όταν Μετανοείς, πήρες σε πρώτη δόση την άφεση των Αμαρτιών και την Αιώνιο Ζωή. Δηλαδή, θα συγχωρείσαι και θα αισθάνεσαι την Παρουσία του Θεού μέσα σου!
Δεν σταματάμε όμως εδώ. Έως εδώ, είπαμε Άφες ημίν τα οφειλήματα ημών.
Ο Χριστός όμως ζητά να λέμε και: Ως και ημείς αφίεμεν τοις οφειλέταις  ημών, έτσι δεν είναι;»
-«Έτσι είναι», απάντησα.
-«Μάλιστα λέει, αν δεν συγχωρέσουμε από καρδίας αυτούς που μας έβλαψαν, ούτε ο Χριστός θα μας συγχωρέσει. Πρώτα λοιπόν θα μετανοείς για τις αμαρτίες σου και μόλις λαμβάνεις την Άφεση, νοιώθοντας την Ειρήνη του Αγίου Πνεύματος, τότε θα συγχωρείς και εσύ τους άλλους.
Αυτός είναι ο Μόσχος ο Σιτευτός , η Άφεση των Αμαρτιών και η Αιώνιος Ζωή που πήρε πρώτα ο Άσωτος από τον Πατέρα του, αφού μετανόησε και ύστερα την μοιράστηκε με τους φίλους του, δηλαδή με Αγάπη την πρόσφερε σε αυτούς που τον έβλαψαν και τους έκανε στην καρδιά του, από εχθρούς, φίλους του.
Όλα αυτά σύμφωνα με το λόγο του Αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου, για τη Μετάνοια που γράφει:
«Μετά την τετυπωμένη ευχή, γονάτισε και πες τις αμαρτίες σου στο Θεό και αν ο Χριστός δεν σου συγχωρέσει τις Αμαρτίες σου, εγώ να χάσω τη Σωτηρία μου!»
Έτσι λοιπόν θα εξομολογείσαι, Μετανοώντας στην προσευχή σου το πρωί αλλά και όλη μέρα θα είσαι σε εγρήγορση, να βλέπεις τις παραβιάσεις των Εντολών του Χριστού που κάνεις, με την επιθυμία πρώτα, μετά με τον λογισμό και τέλος με τις πράξεις σου. Αυτό σημαίνει ο Λόγος του Χριστού, Γρηγορείτε και Προσεύχεσθε.
Ομιλία (1ο μέρος)  που πραγματοποιήθηκε στον αγ. Δημήτριο Θεσσαλονίκης στο πλαίσιο της Ημερίδας με τίτλο: «Το μεγαλείο της μετάνοιας στη ζωή του ανθρώπου».

Τετάρτη 5 Ιουλίου 2017

Χριστιανισμός και Φιλοσοφία


Χριστιανισμός και Φιλοσοφία  Προβάλει συχνά ως ερώτημα το, ποια ακριβώς ήταν η σχέση του Χριστιανισμού με την αρχαία ελληνική φιλοσοφία και αν η θεολογική σκέψη των Πατέρων θα μπορούσε να ονομαστεί Χριστιανική Φιλοσοφία. Αν και πολλοί συγγραφείς χρησιμοποιούν με ευκολία τον όρο αυτό, θα μπορούσαμε να πούμε ότι ως χαρακτηρισμός περιέχει κάτι το υπερβολικό και θα ήταν ορθότερο να μιλούσαμε μόνο περί «φιλοσοφίας τιθεμένης απολύτως εις την υπηρεσίαν της χριστιανικής δογματικής» και όχι «αυτοτελώς καλλιεργούμενης».
Το πρόβλημα της σύνθεσης και της συνάντησης των δύο μεγάλων πνευματικών μεγεθών της ιστορίας, Ελληνισμού και χριστιανισμού, συνήθως αντιμετωπίζεται από τους πιο πολλούς μελετητές ως επίτευγμα του τετάρτου ή πέμπτου αιώνα. Πολλοί όμως μένουν ανυποψίαστοι για τις προϋποθέσεις και τις διεργασίες οι οποίες συντελέστηκαν κατά τις πρώτες δεκαετίες της ιστορικής περιόδου του Χριστού, από ανθρώπους οι οποίοι συνέλαβαν την ιδέα μιας δυναμικής σύνθεσης Ελληνισμού και Χριστιανισμού και της συμπόρευσης των δύο μεγάλων αυτών πνευματικών ρευμάτων στο ιστορικό γίγνεσθαι.
Στην δογματικά ορισμένη Ορθόδοξη Πατερική Θεολογία, η χρήση της ελληνικής Φιλοσοφίας αφορούσε μόνο τη χρησιμοποίηση ορολογίας και σχημάτων και όχι «αποδοχή της θεολογούσας αρχαιοελληνικής σκέψης»: «η πατερική ελληνικότητα συνιστά αυθυπέρβαση έναντι της προχριστιανικής ελληνικότητος, όπως οι ίδιοι οι Έλληνες Πατέρες το βεβαιώνουν, ως τον 14ο αιώνα, όταν διατυπώνεται η τελική θέση στο πρόβλημα, στο «Συνοδικόν της Ορθοδοξίας». Εκεί κωδικοποιείται η μακραίωνη αγιοπατερική στάση, που διαφοροποιεί τη σπουδή της Ελληνικής Φιλοσοφίας, την παιδευτική της δηλαδή χρήση, από την αποδοχή της θεολογίας της. Ο Χριστιανισμός, στην αυθεντική του έκφραση ως Ορθοδοξία, είναι συνέχεια της προφητικής εμπειρικής θεολογήσεως. Εγκλωβισμένες στην αρχαιοελληνική θεολογούσα σκέψη… μένουν οι αιρέσεις». Χαρακτηριστικό είναι το παρακάτω απόσπασμα από το δογματικό κείμενο που ονομάζεται Συνοδικό της Ορθοδοξίας: «Ανάθεμα σε όσους ασχολούνται με τα ελληνικά μαθήματα και δεν τα χρησιμοποιούν μόνο για τη μόρφωση τους, αλλά και ακολουθούν τις περιττές διδασκαλίες τους και τις δέχονται σαν αληθινές, και μάλιστα ομολογούν πίστη σ’ αυτές».
Αυτό σημαίνει πως η επίσημη θέση της Εκκλησίας «απέκρουε τόσο την περιφρόνηση των ζηλωτών μοναχών προς τη ‘θύραθεν’ σοφία, όσο και τον προς αυτήν υπερβολικό θαυμασμό ορισμένων λόγιων κύκλων, ο οποίος ανέτρεπε την καθιερωμένη από τους μεγάλους Πατέρες ισορροπία της ελληνοχριστιανικής συνθέσεως».

ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ






Είναι μακάριος ο άνθρωπος εκείνος που έχει αγάπη Θεού, γιατί περιφέρει με την παρουσία του τον Θεό. Διότι ο Θεός είναι αγάπη, και αυτός που μένει μέσα στην αγάπη, μένει «ἐν τῷ Θεῷ».
Εκείνος που έχει αγάπη δε φοβάται, διότι η αγάπη βγάζει έξω από την ψυχή το φόβο. Εκείνος που έχει αγάπη δεν αποστρέφεται ποτέ κανέναν, ούτε μεγάλον, ούτε ένδοξο, ούτε άδοξο, ούτε φτωχό, ούτε πλούσιο, αλλά γίνεται ακάθαρτο αποσπόγγισμα όλων.
Εκείνος που έχει αγάπη δέν αλαζονεύεται εναντίον κάποιου, δεν ξιππάζεται, κανέναν δεν κακολογεί, αλλά και αυτούς που κακο¬λογούν τους αποφεύγει. Εκείνος που έχει αγάπη δε σκέφτεται με πανουργία, δε θέλει να υποσκελίσει, ούτε υποσκελίζει τον αδελφό.
Εκείνος που έχει αγάπη δε ζηλεύει, δε φθονεί, δεν κατατρέχει, δε χαίρεται με την πτώση των άλλων, δεν εξευτελίζει αυτόν πού έπεσε σε σφάλμα, αλλά τον συλλυπείται και τον συμπαραστέκεται και τον ανακουφίζει.

ΤΑ ΠΤΕΡΟΕΝΤΑ ΔΩΡΑ







[Ένα μικρό αριστούργημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη που γράφθηκε τριάμισι χρόνια πριν την κοίμησή του και παραμένει οδυνηρά και λυτρωτικά επίκαιρο για την Χριστιανική όσο και την ευρύτερη κοινωνία. Καλή ανάγνωση…]
Ξένος τοῦ κόσμου καὶ τῆς σαρκός, κατῆλθε τὴν παραμονὴν ἀπὸ τὰ ὕψη, συστείλας τὰς πτέρυγας ὅπως τὰς κρύπτῃ, θεῖος ἄγγελος. Ἔφερε δῶρα ἀπὸ τὰ ἄνω βασίλεια διὰ νὰ φιλεύσῃ τοὺς κατοίκους τῆς πρωτευούσης. Ἦτον ὁ καλὸς ἄγγελος τῆς πόλεως.
Ἐκράτει εἰς τὴν χεῖρα ἓν ἄστρον καὶ ἐπὶ τοῦ στέρνου του ἔπαλλε ζωὴ καὶ δύναμις, καὶ ἀπὸ τὸ στόμα του ἐξήρχετο πνοὴ θείας γαλήνης. Τὰ τρία ταῦτα δῶρα ἤθελε νὰ μεταδώσῃ εἰς ὅλους ὅσοι προθύμως τὰ δέχονται.
Εἰσῆλθεν ἐν πρώτοις εἰς ἓν ἀρχοντικὸν μέγαρον. Εἶδεν ἐκεῖ τὸ ψεῦδος καὶ τὴν σεμνοτυφίαν, τὴν ἀνίαν καὶ τὸ ἀνωφελὲς τῆς ζωῆς ζωγραφισμένα εἰς τὰ πρόσωπα τοῦ ἀνδρὸς καὶ τῆς γυναικός, καὶ ἤκουσε τὰ δύο τεκνία νὰ ψελλίζωσι λέξεις εἰς ἄγνωστον γλῶσσαν. Ὁ Ἄγγελος ἐπῆρε τὰ τρία οὐράνια δῶρά του, καὶ ἔφυγε τρέχων ἐκεῖθεν.
Ἐπῆγεν εἰς τὴν καλύβην πτωχοῦ ἀνθρώπου. Ὁ ἀνὴρ ἔλειπεν ὅλην τὴν ἑσπέραν εἰς τὴν ταβέρναν. Ἡ γυνὴ ἐπροσπάθει ν᾿ ἀποκοιμίσῃ μὲ ὀλίγον ξηρὸν ἄρτον τὰ πέντε τέκνα, βλασφημοῦσα ἅμα τὴν ὥραν ποὺ εἶχεν ὑπανδρευθῆ. Τὰ μεσάνυχτα ἐπέστρεψεν ὁ σύζυγός της· αὐτὴ τὸν ὕβρισε νευρικὴ μὲ φωνὴν ὀξεῖαν, ἐκεῖνος τὴν ἔδειρε μὲ τὴν ράβδον τὴν ὀζώδη, καὶ μετ᾿ ὀλίγον οἱ δύο ἐπλάγιασαν χωρὶς νὰ κάμουν τὴν προσευχήν των, καὶ ἤρχισαν νὰ ροχαλίζουν μὲ βαρεῖς τόνους. Ἔφυγεν ἐκεῖθεν ὁ Ἄγγελος.
Ἀνέβη εἰς μέγα κτίριον πλουσίως φωτισμένον. Ἦσαν ἐκεῖ πολλὰ δωμάτια μὲ τραπέζας, κ᾿ ἐπάνω των ἔκυπτον ἄνθρωποι μετροῦντες ἀδιακόπως χρήματα, παίζοντες μὲ χαρτία. Ὠχροὶ καὶ δυστυχεῖς, ὅλη ἡ ψυχή των ἦτο συγκεντρωμένη εἰς τὴν ἀσχολίαν ταύτην. Ὁ Ἄγγελος ἐκάλυψε τὸ πρόσωπον μὲ τὰς πτέρυγάς του διὰ νὰ μὴ βλέπῃ κ᾿ ἔφυγε δρομαῖος.
Εἰς τὸν δρόμον συνήντησε πολλοὺς ἀνθρώπους, ἄλλους ἐξερχομένους ἀπὸ τὰ καπηλεῖα, οἰνοβαρεῖς, καὶ ἄλλους κατερχομένους ἀπὸ τὰ χαρτοπαίγνια, μεθύοντας χειροτέραν μέθην. Τινὰς εἶδε ν᾿ ἀσχημονοῦν, καὶ τινὰς ἤκουσε νὰ βλασφημοῦν τὸν Ἁι-Βασίλην ὡς πταίστην. Ὁ Ἄγγελος ἐκάλυψε μὲ τὰς πτέρυγας τὰ ὦτα, διὰ νὰ μὴν ἀκούῃ, καὶ ἀντιπαρῆλθεν.
Ὑπέφωσκεν ἤδη ἡ πρωία τῆς πρωτοχρονιᾶς, καὶ ὁ Ἄγγελος διὰ νὰ παρηγορηθῇ, εἰσῆλθεν εἰς μίαν ἐκκλησίαν. Ἀμέσως πλησίον τῆς θύρας εἶδεν ἀνθρώπους νὰ μετροῦν νομίσματα, μόνον πὼς δὲν εἶχον παιγνιόχαρτα εἰς τὰς χεῖρας· καὶ εἰς τὸ βάθος, ἀντίκρυσεν ἕνα ἄνθρωπον χρυσοστόλιστον καὶ μιτροφοροῦντα ὡς Μῆδον σατράπην τῆς ἐποχῆς τοῦ Δαρείου, ποιοῦντα διαφόρους ἀκκισμοὺς καὶ ἐπιτηδευμένας κινήσεις. Δεξιὰ καὶ ἀριστερὰ ἄλλοι μερικοὶ ἔψαλλον μὲ πεπλασμένας φωνάς: Τὸν Δεσπότην καὶ ἀρχιερέα!
Ὁ Ἄγγελος δὲν εὗρε παρηγορίαν. Ἐπῆρε τὰ πτερόεντα δῶρά του ― τὸ ἄστρον τὸ προωρισμένον νὰ λάμπῃ εἰς τὰς συνειδήσεις, τὴν αὔραν, τὴν ἱκανὴν διὰ νὰ δροσίζῃ τὰς ψυχάς, καὶ τὴν ζωήν, τὴν πλασμένην διὰ νὰ πάλλῃ εἰς τὰς καρδίας, ἐτάνυσε τὰς πτέρυγας, καὶ ἐπανῆλθεν εἰς τὰς οὐρανίας ἁψῖδας.
Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης (1907)

Ο ΕΚ ΔΕΞΙΩΝ ΠΕΙΡΑΣΜΟΣ






Ἡ «δεξιὰ» καὶ ἡ «ἀριστερά» δὲν ἔχουν νὰ κάνουν μόνο μὲ τὴν θέση τῶν κομμάτων στὸ Κοινοβούλιο. Χρησιμοποιήθηκαν γιὰ νὰ ὁρίσουν δύο κατηγορίες πειρασμῶν στὴν πνευματικὴ ζωή. Μάλιστα, ὁ «δεξιὸς» πειρασμός, ὡς πιὸ ἀδιόρατος, θεωρήθηκε καὶ ὁ πιὸ ἐπικίνδυνος!
Πότε ἕνας πειρασμὸς ἔρχεται «ἐκ δεξιῶν» καὶ πότε «ἐξ ἀριστερῶν»;  Ἂς δώσουμε ἕνα παράδειγμα. Ὅταν ὁ πονηρὸς σοῦ ὑποβάλλει τὴ σκέψη νὰ ἐξαπατήσεις τὸν συνεργάτη σου γιὰ τὸ ἀτομικό σου ὄφελος, αὐτὸ εἶναι ἕνας «ἐξ ἀριστερῶν» πειρασμός. Γνωρίζεις ἀπὸ ποῦ προέρχεται, καὶ εἴτε τὸν δέχεσαι, εἴτε τὸν ἀπορρίπτεις. Ἐάν, ὅμως, τὸ πονηρὸ πνεῦμα σοῦ ψιθυρίσει ὅτι, τώρα ἀδελφέ μου εἴμαστε σὲ κρίση, ὁ συνεργάτης σου δὲν ἔχει οἰκογένεια, ἄρα ἐσύ δικαιολογεῖσαι νὰ τὸν ἐξαπατήσεις, χάριν τῶν παιδιῶν σου, τότε αὐτὸς εἶναι ἕνας «ἐκ δεξιῶν» πειρασμός, παρουσιάζεται δηλαδὴ μὲ τὸ ἔνδυμα τοῦ ἀγαθοῦ σκοποῦ, ἢ ἔστω καὶ ὡς ἀναγκαῖο κακό. Κατασκευάζει προφάσεις ἐν ἁμαρτίαις.
Ὁ ἐκ δεξιῶν πειρασμὸς μπορεῖ νὰ εἶναι ἀκόμη πιὸ …ἅγιος! Ἐμφανίζεται ὡς ἄγγελος φωτός, μὲ εὐλαβικὲς σκέψεις καὶ χωρία ἀπὸ τὴν Ἁγία Γραφή. Παρουσιάζει στὸν νοῦ ἕνα ψέμα μὲ προσωπεῖο ἀληθείας.  Προβάλλει μιὰ ἀρετή, ποὺ ὅμως εἶναι κακία μασκαρεμένη. Ἔτσι, μπορεῖ νὰ προσάγει στὴν ψυχὴ τὴν ἐμπάθεια μὲ τὸ ἔνδυμα τῆς ὑπεράσπισης τῆς πίστεως. Καὶ νομίζει τότε ὁ ἐγωιστὴς καὶ μισαλλόδοξος πὼς εἶναι ὁ ζηλωτὴς τοῦ Θεοῦ. Ἄλλοτε μπορεῖ νὰ καλλιεργεῖ τὴ χαλαρότητα καὶ ἀδιαφορία μὲ τὸ ἔνδυμα τοῦ μέτρου καὶ τῆς πραότητας. Καὶ ὁ ἀδιάφορος καὶ νωθρὸς παρουσιάζεται ὡς εἰρηνικὸς καὶ πρᾶος. Ἄλλοτε μπορεῖ νὰ καλύπτει τὴ σκληρότητα μὲ τὸ ἔνδυμα τῆς ἀκρίβειας ἢ τῆς εἰλικρίνειας. Καὶ ὁ ἀνελεήμων προβάλλει ὡς ἀκέραιος καὶ ἀκριβολόγος. Κι ἄλλοτε παίρνει ἄλλες μορφές, γιὰ νὰ κρύψει τὴν ἀληθινή του μορφή, νὰ μπεῖ σὰν κλέφτης καὶ νὰ συλήσει τὴν καρδιά.
Οἱ πατέρες τῆς ἐρήμου γνωρίζουν τὶς μεθόδους τοῦ διαβόλου, γι’ αὐτὸ καὶ μᾶς προειδοποιοῦν γιὰ ἕναν ἀκόμη λεπτότατο ἐκ δεξιῶν πειρασμό. Ὅταν ὁ νοῦς φθάσει στὸ σημεῖο νὰ προσεύχεται μὲ θερμό­τητα, ὅταν ὁ ἄνθρωπος αἰσθάνεται ἥσυχος καὶ ὀχυρωμένος, τότε οἱ δαίμονες, ποὺ ἐπιδιώκουν νὰ ἀποπροσανατολίσουν, ἔρχονται ἀπὸ τὰ δεξιά, δὲν δηλώνουν ποιοί εἶναι, ἀλλὰ σχηματίζουν τὴν δόξα τοῦ Θεοῦ καὶ ἄλλων ἀγαπητῶν πραγμάτων. Τότε νομίζει ὁ νοῦς ὅτι πέτυχε τὸ σκοπὸ τῆς προσευχῆς. Ἔτσι ὁ πονηρὸς σπείρει στὸν ἐγκέφαλο τοὺς σπόρους τῆς κενοδοξίας καὶ τῆς ὑπερηφανίας.
Πολὺ συχνὰ τὸ πονηρὸ πνεῦμα χρησιμοποιεῖ ἀλήθειες. Ἀληθεύει στὰ μικρά, προκειμένου νὰ μᾶς ἐξαπατήσει στὰ μεγάλα. Ἔτσι, ἀκόμη καὶ ἕνας μάγος μπορεῖ νὰ φανερώνει τὰ κρυμμένα ἢ νὰ «προφητεύει», καὶ ὑποστηρίζει ὅτι ἀντλεῖ δύναμη ἀπὸ τὸν Χριστό, ὅμως εἶναι μπερδεμένος μὲ τὸ κακό, καὶ προφητεύει αὐτὰ ποὺ σχεδιάζει ὁ ἴδιος ὁ πονηρός. Τοῦτο εἶναι ἰδιαίτερα ἐπίκαιρο στὴν ἐποχή μας, διότι ἡ δεισιδαιμονία πιάνει ρίζες στὶς ὑλιστικὲς κοινωνίες, καὶ σήμερα εἰσχωρεῖ ἀνεπαίσθητα στὴ ζωὴ ἀκόμη καὶ Χριστιανῶν.  Καὶ ὁ ἅγιος καὶ ὁ μάγος μποροῦν νὰ γνωρίζουν τὸ ὄνομά μας ἤ τὸ πρόβλημα ποὺ μᾶς ἀπασχολεῖ. Κριτήριο τῆς ἁγιότητας, ὅμως, εἶναι ἡ ταπείνωση καὶ ἡ ἀγάπη ποὺ ἀναδίδει ὁ ἄνθρωπος ὡς φυσικό, εὐῶδες θυμίαμα.
Πῶς ἀναγνωρίζουμε  τὸν ἐκ δεξιῶν πειρασμό; Πρῶτον, ἰσχύει μιὰ γενικὴ ἀρχή: Ἄν ἕνα γεγονὸς δὲν εἶναι ἀπὸ τὸν Θεό, ὁ διάβολος φέρει λογισμοὺς ὑπερήφανους. Δεύτερον, πρέπει νὰ ἐμπεδώσουμε ὅτι πολύ συχνὰ αὐτὸ ποὺ μᾶς φαίνεται ἀπόλυτα σωστὸ καὶ ἀληθινὸ καὶ δίκαιο εἶναι ἁπλὰ ἀντανάκλαση τοῦ προσωπικοῦ μας θελήματος.

ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΚΑΙ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ





Χάρις στην πρόνοια του Θεού η χριστιανική θρησκεία ήλθε στον κόσμο αυτό σε μια μοναδικὴ στιγμή της ιστορίας του. Οι Ρωμαίοι είχαν μόλις ολοκληρώσει την κατάκτηση όλου του Μεσογειακού κόσμου, προσφέροντας έτσι μια τεράστια έκταση, όπου άνθρωποι και ιδέες μπορούσαν να ταξιδεύουν ανεμπόδιστα.
Περισσότερο ίσως σημαντικό ήταν το γεγονός ότι στην πολιτισμική ζωή αυτής της περιοχής δέσποζαν σοφοί και διδάσκαλοι, γαλουχημένοι στις παραδόσεις του κλασσικού Ελληνικού κόσμου. Η εξαιρετική εμβρίθεια των φιλοσόφων, επιστημόνων και καλλιτεχνών, που αρχικώς συναντάμε στις περιοχές του Αιγαίου πελάγους, απλώθηκε, χάρις στην τόλμη των Ελλήνων και τις κατακτήσεις του Μεγάλου Αλεξάνδρου, σε όλες τις χώρες τη Ανατολικής Μεσογείου. Οι μεγάλες και επιφανείς πόλεις, που είχαν ανθήσει στο πέρασμα των Μακεδόνων, ιδιαιτέρως η Αλεξάνδρεια στην Αίγυπτο, τώρα διέθεταν σοφούς αναθρεμμένους στην Ελληνική παράδοση, που είχε εμπλουτιστεί και από τις παραδόσεις των παλαιοτέρων αυτοκρατοριών της Ανατολής. Ακόμη και αυτή η Ρώμη και οι δορυφόροι της προσέβλεπαν στην Ελλάδα για την πολιτισμική υποδομή τους.
Έτσι, η Χριστιανική Εκκλησία από τα πρώτα της χρόνια είχε να αντιμετωπίσει την πρόκληση του Ελληνισμού. Τί εννοούμε με τον όρο «Ελληνισμός»; Δεν είναι ταυτόσημος με τον Ελληνικό εθνισμό, αν και οι σημερινοί Έλληνες δικαίως μπορούν και διεκδικούν τη συγγένεια με τους διανοητές και καλλιτέχνες της κλασσικής Ελλάδος, των οποίων τη γλώσσα και τη γη κληρονόμησαν. Νομίζω πως Ελληνισμός είναι βασικώς μία στάση του νου, η αναζητηση μιας ερμηνείας του κόσμου στον οποίο ζούμε, η επιμονή για τη γνώση όλων των φαινομένων του, και η ελπίδα πως μπορούμε να κατανοήσουμε τα λάθη, τις θλίψεις και τις τραγωδίες του, πράγμα που τελικώς θα μας καταστήσει ικανούς να φθάσουμε στην αρμονία που το ανθρώπινο γένος ποθεί. Ήταν ένα τρομακτικό καθήκον.
Πολλοί ‘Ελληνες φιλόσοφοι -και πολλοί φιλόσοφοι σήμερα- ήσαν ειλικρινά απαισιόδοξοι. Όμως ο ερχομός του Χριστιανισμού φάνηκε σε άλλους να προσφέρει τη λύση. Η ασυμβίβαστη επιμονή του στις ηθικές αξίες, σε συνδυασμό με την έμφαση που έδινε στην αγάπη και την πίστη στην τελική λύτρωση, γοήτευσε πολλούς στοχαστές. Όμως, προκειμένου να γίνει αποδεκτός στον κόσμο της διανοήσεως, όφειλε να συνταυτιστεί τρόπον τινα με τον κυρίαρχο Ελληνισμό. Και ήταν το μεγάλο επίτευγμα των πρώτων Χριστιανών Πατέρων, κυρίως, νομίζω, των Καππαδοκών, το ότι μπορεσαν και εξέφρασαν το Χριστιανικό δόγμα με όρους που ήσαν αποδεκτοί από τους φιλοσόφους. Οι δε μεγάλες Οικουμενικές Σύνοδοι πρόσφεραν το φιλοσοφικό υπόβαθρο, το οποίο χρειαζόταν η Εκκλησία.