Τετάρτη 27 Αυγούστου 2014

Προσευχή εις το Άγιον Πνεύμα


Προσευχή εις το Άγιον Πνεύμα
Βασιλεύ Ουράνιε, Παράκλητε, το Πνεύμα το Άγιον, ελθέ μεθ’ ημών και αγίασον ημάς. (Ιωαν. ιδ’ 17).

Πνεύμα Οδηγητικόν, οδήγει ημάς επί τρίβους δικαιοσύνης. (Ιωαν. ιδ’ 17).

Πνεύμα Διδακτικόν, κατάστησον ημάς διδακτούς Θεού. (Α’ Κορ. β’ 13).

Πνεύμα Αληθείας, αποκάλυπτε εις ημάς τα μυστήρια της Βασιλείας των Ουρανών. (Ιωαν. ιδ’ 17).

Πνεύμα Σοφίας, διάνοιγε τους οφθαλμούς της διανοίας μας ίνα κατανοή τα θαυμάσια εκ του Νόμου Σου. (Α’ Κορ. ιβ 8 – Ψαλμ. 118).

Πνεύμα Συνέσεως, απομάκρυνε την αφροσύνη μας. (Β’ Τιμ. α’ 7).

Πνεύμα Υπομνηματικόν, υπενθύμιζε εις ημάς τον υψηλόν μας προορισμόν. (Ιωαν.ιδ’. 17)

Πνεύμα Παράκλητον, ενίσχυε ημάς εις τας θλίψεις του βίου τούτου. (Ιωαν. ιδ’ 17).

Πνεύμα Ευθές, εγκαίνισον εν τοις εγκάτοις ημών. (Ψαλ. Ν’ 12).

Πνεύμα Δυνάμεως, ενίσχυε ημάς εις την άρσιν του καθ’ ημέραν σταυρού μας. (Πραξ. α’ 8).

Πνεύμα Φωτός, καταύγαζε τα σκότη της νυκτός της παρούσης ζωής.

Πνεύμα Ερευνητικόν, ερευνόν και ετάζον καρδίας και νεφρούς, χάριζε εις ημάς συνείδησιν αγαθήν. (Α’ Κορ. β’ 10).

Πνεύμα Λαλούν, λάλει αγαθά εις τας καρδίας ημών. (Ματθ. ι’ 20).

Πνεύμα Ζωοποιούν, ανόρθωσον τα εκ της αμαρτίας παραλελυμένα και νεκρά μας μέλη. ( Ιωαν. ς’ 63).

Πνεύμα Πληρούν, πλήρωσον τας καρδίας ημών, πίστεως, ελπίδος και αγάπης. (Λουκ. α’ 41).

Πνεύμα Προφητικόν, χάριζε εις ημάς παρρησίαν προφήτου εις τας πονηράς κα δυσκόλους ημέρας μας. (Πραξ. α’ 16).

Περί προσευχής

Περί προσευχής
ΚΥΡΙΛΛΟΥ ΜΟΝΑΧΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ

Αντίγραφον επιστολής. μέρος αυτής.
Περί δε της προσευχής που απαιτείτε να σας απα­ντήσω, θα σας γράψω και θα σας εξηγήσω λεπτομερώς, διότι σας χρεωστώ πολλά. Λοιπόν, πρόσεχε αδελφέ με πολλήν προθυμίαν δια να εννοήσης καλώς, διότι αυτά που θα σας γράψω είναι η τέχνη των τεχνών και η επι­στήμη των επιστημών, καθώς λέγουν οι άγιοι Πατέρες.

Ο άνθρωπος είναι διπλούς, από ψυχήν και από σώ­μα, και εργάζεται τας αρετάς, άλλας με το σώμα και άλ­λας με την ψυχήν, και άλλας με την ψυχήν και με το σώ­μα μαζί. Λοιπόν ο Θεός είναι Πνεύμα άυλον και αόρατον, και η ψυχή είναι άυλος και αόρατος, το σώμα είναι αισθητόν και ορατόν και ως τοιούτον κάμνει και την προσευχήν αισθητήν και ορατήν. «αΰλως τω αΰλω προσέρχου και προσεύχου». Η προσευχή είναι εξ λογιών. και αι μεν τρεις πρώται ανάγονται εις το πρακτικόν μέρος, επειδή φαίνονται, ακούονται και διακρίνο­νται. αι δε λοιπαί τρεις, ανάγονται εις το πνευματικόν και θεωρητικόν μέρος, επειδή ούτε φαίνονται ούτε α­κούονται ούτε διακρίνονται αισθητώ τω τρόπω. η ψυχή ως αόρατος που είναι, κάμνει και την προσευχήν άυλον και αόρατον. Και επειδή ο Θεός είναι Πνεύμα, και η ψυχή πάλιν πνεύμα, δια τούτο όταν κάνωμεν προσευχήν πνευματικήν, νοεράν και αόρατον, ενούται η ψυχή με τον Θεόν τον αόρατον, καθώς λέγει και ένας Άγιος Λέγει ο Κύριος, «η βασιλεία των ουρανών εντός υμών εστί» (Λκ. 17, 21), δηλαδή εις την καρδίαν. Βασιλείαν ουρανών εξηγούν οι άγιοι Πατέρες την πιο τελειοτέραν και τρανωτέραν έλαμψιν και δόξαν, επειδή εις τους ουρανούς, η απόλαυσις είναι το θείον κάλλος, η θεία δόξα, η οποία τόσον πολύ ευφραίνει τας ψυχάς, ού­τως ώστε δεν υπάρχει τίποτε, ούτε δια φαγητόν, ούτε δια ποτόν, ούτε δια ύπνον, ούτε κανέν άλλο υλικόν τίποτε. Εις τους ουρανούς υπάρχει μία ακροτάτη ευφροσύνη, αγαλλίασις, ειρήνη άνευ τινός μεταβολής αιωνίως, η ο­ποία θα αναβρύη από το πρόσωπον του Χριστού, και θεωρείται και απολαμβάνεται από όλας τας σεσωσμένας ψυχάς. Η θεία δόξα, το θείον κάλλος, ο θείος εκείνος φωτισμός, θα είναι το παν δια τον σεσωσμένον άνθρωπον. Εκεί οι άνθρωποι όλοι θα είναι ως ήλιοι, καθώς το λέγει ο Κύριος, «οι δίκαιοι εκλάμψουσιν ως ο ήλιος» (Μτ. 13, 43). Έκαστος θα είναι όλος φωτεινός, θα λάμπη ως ο ήλιος, και ακόμη περισσότερον, θα έχη σώμα άφθαρτον, κούφον, άνευ βάρους, άνθρωπος πνευματικός, όλος φως, το σχήμα το ίδιον, αλλά όλα τα μέλη φωτει­νά, κεφαλήν, χείρας, πόδας δάκτυλα, όλα φωτεινά, όλο φως, και έκαστος θα λάμπη ωσάν τον ήλιον. εκεί φωναί αισθηταί δεν υπάρχουν, όλα νοερά, δοξολογίαι, ευχαριστίαι κ.λ.π. Νοερώς θα ακούωμεν, νοερώς θα ψάλλωμεν, νοερώς θα εννοούμεν. Με ολίγα λόγια άγγελοι μετά σώ­ματος, και όλοι υιοί Θεού και θεοί κατά χάριν. Τότε ο άνθρωπος αυτός ο τώρα ταπεινός και τόσον ευτελής, τό­τε θα είναι ανώτερος και από τους αγγέλους, διότι θα εί­ναι άγγελος εν σώματι και οι άγγελοι θα τον τιμούν πε­ρισσότερον από τον εαυτόν τους, καθότι θα βλέπουν τον ουράνιον Βασιλέα μετά σώματος, πράγμα το οποίον αυ­τοί υστερούνται. Ω δόξα, ω χάρις, ω πλούτος δόξης! ω θεία μεγαλεία που έχει να αξιωθή, ο σήμερον ευτελής και ταπεινός άνθρωπος. και έπειτα εις τους ουρανούς έκλαμπρος και ένδοξος.

Η προσευχή - Αγίου Νείλου του ασκητού



Η προσευχή - Αγίου Νείλου του ασκητού
Αγίου Νείλου του ασκητού
Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ
Πρόλογος
ΓΝΩΡΙΖΟΥΜΕ, άραγε, οι σημερινοί χριστιανοί, τί είναι η αληθινή προσευχή, ποια τα χαρακτηριστικά της και ποιοι οι καρποί της;
Οι Άγιοι της Εκκλησίας μας, που υπήρξαν οι κα­τεξοχήν προσευχόμενοι άνθρωποι, μας έχουν παραδώσει την ιερή τους εμπειρία με τρόπο εκφραστικό και κατηγορηματικό. Η προσευχή, μας λένε, είναι ανύψωση του νου στο Θεό και συνομιλία μαζί Του. Η προσευχή είναι ένωση του ανθρώπου με το Θεό. έργο των αγγέλων. κλειδί του Παραδείσου. φωτισμός της ψυχής. συγχώρηση των αμαρτημάτων. μητέρα των αρετών. Η προσευχή είναι όπλο ακαταμάχητο. θησαυρός αδαπάνητος. γέφυρα που σώζει από τους πειρασμούς. τείχος που προστατεύει από τις θλίψεις. Η προσευχή είναι καθρέφτης της πνευματικής ζωής του ανθρώπου και εργασία που ποτέ δεν τελειώνει.
Εύκολα, λοιπόν, αντιλαμβάνεται κανείς, πως η προσευχή δεν αποτελεί ένα απλό «θρησκευτικό καθήκον» ή μια «συναισθηματική εκτόνωση». Είναι η ατμόσφαιρα μέσα στην οποία ζει η ψυχή. Είναι η ολοκληρωτική στροφή και προσφορά του ανθρώπου στο Θεό. Μια προσφορά, που, όταν συνοδεύεται από τον αγώνα για την τήρηση των εντολών του Χριστού, ελκύει τη θεία χάρη. Κι αυτή με τη σειρά της καθαρίζει την καρδιά, φωτίζει το νου, μεταμορφώνει τον όλο άνθρωπο και τον χριστοποιεί.
Γι' αυτό, χριστιανός που δεν προσεύχεται, δεν είναι αληθινός χριστιανός. Και άνθρωπος που δεν ξέρει να προσευχηθεί, δεν είναι ολοκληρωμένος άνθρωπος.
«Όπως το σώμα», λέει ο ιερός Χρυσόστομος, «χωρίς την ψυχή, είναι νεκρό, έτσι και η ψυχή, χωρίς την προσευχή, είναι νεκρή».
Στις επόμενες σελίδες προσφέρεται επιλεκτικά, σε ελεύθερη νεοελληνική απόδοση, ένα κλασικό έργο της πατερικής γραμματείας, ο «Λόγος περί προσευχής», που βρίσκεται καταχωρημένος στη Φιλοκαλία και αποδίδεται στον Σιναΐτη άγιο Νείλο τον ασκητή (5ος αι.).
Ολόκληρο το έργο αποτελείται από 153 μικρά μα περιεκτικά "κεφάλαια", που χειραγωγούν με ασφάλεια στην οδό της πνευματικής προσευχής όποιον θελήσει όχι να τα διαβάσει βιαστικά, μα να τα μελετήσει προσεκτικά και να τ' αφομοιώσει. Γιατί είναι αλήθεια, πως για τον σημερινό άνθρωπο ο λόγος του αγίου Νείλου είναι τροφή στέρεη. Είναι ισχυρό αντίδοτο στον πνευματικό λιμό της εποχής μας, όπου το «μυστήριον της ανομίας» ενεργείται με ταχύτατους ρυθμούς.
Στις επερχόμενες δοκιμασίες θα μας θρέψει και θα μας στηρίξει μόνο η «εν πνεύματι και αληθεία» κοινωνία με τον όντως Όντα Θεό, τον Παντοκράτορα Κύριο. Ο δικός Του αιώνιος λόγος ακούγεται σήμερα, όσο ποτέ άλλοτε, αφυπνιστικός και σωτήριος: «Βλέπετε, αγρυπνείτε και προσεύχεσθε... ίνα καταξιωθήτε εκφυγείν πάντα τα μέλλοντα γίνεσθαι και σταθήναι έμπροσθεν του Υιού του ανθρώπου» (Μαρκ. 13:33 και Λουκ. 21:36).
Η προσευχή
ΠΡΟΣΕΥΧΗ είναι το ανέβασμα του νου στο Θεό. Πρόκειται για μια εργασία πνευματική, που αρμόζει στην αξία του ανθρώπινου νου περισσότερο απ' οποιαδήποτε άλλη ασχολία.
                                                               *
Η προσευχή γεννιέται από την πραότητα και την αοργησία. φέρνει στην ψυχή τη χαρά και την ευχαριστία. προφυλάσσει τον άνθρωπο από τη λύπη και την αθυμία.
                                                               *
Όπως το ψωμί είναι τροφή του σώματος και η αρετή τροφή της ψυχής, έτσι και του νου τροφή είναι η πνευματική προσευχή.
                                                               *
Όπως η όραση είναι ανώτερη απ' όλες τις αισθήσεις, έτσι και η προσευχή είναι η πιο θεία και ιερή απ' όλες τις αρετές.
                                                               *
Εκείνος που αγαπά το Θεό, συνομιλεί πάντοτε μαζί Του σαν γιος προς πατέρα και αποστρέφεται κάθε εμπαθή σκέψη.
                                                               *
Αφού η προσευχή είναι συναναστροφή του νου με το Θεό, σε ποιαν άραγε κατάσταση θα πρέπει να βρίσκεται αυτός, για να μπορέσει, χωρίς να στρέφεται αλλού, να πλησιάσει τον Κύριό του και να συνομιλεί μαζί Του χωρίς τη μεσολάβηση άλλου;
                                                               *
Αν ο Μωυσής, προσπαθώντας να πλησιάσει τη φλεγόμενη βάτο, εμποδιζόταν, ώσπου έβγαλε τα σανδάλια από τα πόδια του, εσύ, που θέλεις να δεις το Θεό και να συνομιλήσεις μαζί Του, δεν θα πρέπει να βγάλεις και να πετάξεις από πάνω σου κάθε αμαρτωλό λογισμό;
                                                               *
Όλος ο πόλεμος ανάμεσα σ' εμάς και τους ακάθαρτους δαίμονες δεν γίνεται για τίποτ' άλλο παρά για την πνευματική προσευχή. Γιατί σ' αυτούς είναι πολύ εχθρική και ενοχλητική η προσευχή, ενώ σ' εμάς είναι πρόξενος σωτηρίας, τερπνή και ευχάριστη.
                                                               *
Τί θέλουν οι δαίμονες να ενεργούν μέσα μας; Γαστριμαργία, πορνεία, φιλαργυρία, οργή, μνησικακία και τα λοιπά πάθη, για να παχυνθεί ο νους απ' αυτά και να μην μπορέσει να προσευχηθεί σωστά. Γιατί όταν υπερισχύσουν τα άλογα πάθη, δεν τον αφήνουν να κινείται λογικά.
                                                               *
Μη νομίζεις ότι απέκτησες αρετή, αν προηγουμένως δεν αγωνίστηκες γι' αυτήν μέχρις αίματος. Γιατί, κατά τον απόστολο Παύλο (Εφ. 6:11), πρέπει ν' αντιστεκόμαστε στην αμαρτία μέχρι θανάτου, με αγωνιστικότητα και άμεμπτο τρόπο.
                                                               *
Δεν μπορεί ο δεμένος να τρέξει. Ούτε ο νους, που δουλεύει σαν σκλάβος σε κάποιο πάθος, θα μπορέσει να κάνει αληθινή προσευχή. Γιατί σύρεται και γυρίζει εδώ κι εκεί από την εμπαθή σκέψη και δεν μπορεί να σταθεί ατάραχος.
                                                               *
Δεν θα κατορθώσεις να προσευχηθείς καθαρά, αν ανακατεύεσαι με υλικά πράγματα και ταράζεσαι με αδιάκοπες φροντίδες. Γιατί προσευχή σημαίνει απαλλαγή από κάθε μέριμνα.
                                                               *
Αν θέλεις να προσευχηθείς, έχεις ανάγκη από το Θεό, που δωρίζει την αληθινή προσευχή σ' όποιον επιμένει ακούραστα στον αγώνα της προσευχής. Να Τον επικαλείσαι, λοιπόν, λέγοντας. «αγιασθήτω το όνομά σου, ελθέτω η βασιλεία σου» (Ματθ. 6:9 )· δηλαδή, ας έρθει το Άγιο Πνεύμα και ο Μονογενής Σου Υιός. Γιατί αυτό μας δίδαξε ο Χριστός, λέγοντάς μας πως πρέπει να προσκυνούμε και να λατρεύουμε τον Θεό Πατέρα «με τη δύναμη του Πνεύματος, που φανερώνει την αλήθεια» (Ιω. 4:24).
                                                               *
Πρώτα-πρώτα προσευχήσου ν' αποκτήσεις δάκρυα, για να μαλακώσεις με το πένθος την αγριότητα της ψυχής σου. Εύκολα τότε θα ομολογήσεις με ειλικρίνεια, ενώπιον του Κυρίου, τις αμαρτίες που διέπραξες, και θα λάβεις απ' Αυτόν την άφεση.
                                                               *
Να χρησιμοποιείς τα δάκρυα για να πετύχεις κάθε αίτημά σου. Γιατί χαίρεται πολύ ο Κύριος, όταν προσεύχεσαι με δάκρυα.

Τι είναι η προσευχή;Αγίων Καλλίστου και Ιγνατίου Ξανθοπούλων





Τι είναι η προσευχή;
Αγίων Καλλίστου και Ιγνατίου Ξανθοπούλων
Η προσευχή που γίνεται με προθυμία είναι φως της διανοίας, φως άσβεστο και αδιάκοπο. Γι' αυτό ο πονηρός βάζει στην διάνοια μας αναρίθμητους συρφετούς λογισμών, και εκείνα που ποτέ δεν λογισθήκαμε τα μαζεύει την ώρα της προσευχής και τα ρίχνει στην ψυχή μας. Ακόμη η προσευχή είναι μεγάλο όπλο, μεγάλη ασφάλεια. Και ο Θεολόγος (Γρηγόριος) σημειώνει: «να θυμάσαι τον Θεό περισσότερο από το να αναπνέεις». Και πάλι: «Να σκέφτεσαι τον Θεό συνέχεια παρά να αναπνέεις». Και ο Άγιος Ισαάκ λέει: «Χωρίς αδιάλειπτη προσευχή δεν μπορείς να πλησιάσεις τον Θεό. Και αν μετά τον κόπο της προσευχής έχεις στο νου σου μέριμνα για άλλα, δημιουργείται σκορπισμός της διανοίας.
Ακόμη κάθε προσευχή κατά την οποία δεν θα μοχθήσει το σώμα και δεν συντριβεί μέσα της η καρδιά θεωρείται έκτρωμα, γιατί εκείνη η προσευχή είναι χωρίς ψυχή».
Και ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος γράφει: «Η προσευχή κατά την ποιότητά της (την ουσία της) είναι κοινωνία και ένωση με τον Θεό ενώ κατά την ενέργειά της είναι σύσταση του κόσμου, καταλλαγή του Θεού, μητέρα των δακρύων αλλά και θυγατέρα, συγχώρηση των αμαρτημάτων, γέφυρα που περνά τους πειρασμούς, φράγμα στην θλίψη, αναχαίτιση των πνευματικών πολέμων, έργο Αγγέλων, τροφή όλων των ασωμάτων, η μέλλουσα ευφροσύνη, εργασία απέραντη, πηγή των αρετών, πρόξενος των χαρισμάτων, αόρατη προκοπή, τροφή της ψυχής, φωτισμός του νου, πέλεκυς που κόβει την απόγνωση, απόδειξη της ελπίδας στον Θεό, λύτρωση από την λύπη, πλούτος των μοναχών, θησαυρός των ησυχαστών, ελάττωση του θυμού, καθρέπτης της προκοπής, παρουσίαση των πνευματικών μέτρων, φανέρωση της πνευματικής καταστάσεως, αποκάλυψη των μελλόντων, σημείο δόξας. Η προσευχή γι' αυτόν που προσεύχεται πραγματικά είναι δικαστήριο και κριτήριο και βήμα Κυρίου πριν από το μελλοντικό βήμα».
(Αγίων Καλλίστου και Ιγνατίου Ξανθοπούλων, Περί προσευχής)
Περιοδικό Άγιος Μηνάς 
ΤΡΙΜΗΝΙΑΙΑ ΕΚΔΟΣΙΣ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ ΚΑΣΤΟΡΙΑΣ
ΤΕΥΧΟΣ 48 ΙΟΥΛΙΟΣ -ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ 2011

Ερμηνεία τροπαρίων του Μεγάλου Κανόνος

Ερμηνεία τροπαρίων του Μεγάλου Κανόνος
Αρχιεπισκόπου Μύρων Ιωάννου του Λινδίου
ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΡΟΠΑΡΙΩΝ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΚΑΝΟΝΟΣ [*]
 
ΤΡΟΠΑΡΙΟΝ ΙΒ' 
Ει και ήμαρτον, Σωτήρ,
αλλ' οίδα, ότι φιλάνθρωπος ει·
πλήττεις συμπαθώς
και σπλαγχνίζη θερμώς,
δακρύοντα βλέπεις,
και προστρέχεις ως πατήρ,
ανακαλών τον άσωτον.
 
ΕΡΜΗΝΕΙΑ 
Η αγάπη του Θεού, οπού έχει προς τον άνθρωπον, είναι τοσούτον πολλή και με­γάλη. ώστε οπού κάμνει και αυτούς τους αγίους Αγγέλους να εκπλήττωνται και να υπερθαυμάζωσι. Ταύτην δε την υπερβάλλουσαν θείαν αγάπην εννοώντας και ο προφητάναξ, θαυμαστικώς ανεβόησε πρός τον Θεόν λέγωντας· «Τι έστιν άν­θρωπος, ότι μιμνήσκη αυτού; Ή υιός ανθρώπου, ότι επισκέπτη αυτόν;» (Ψαλμ. η' 8). Όθεν αν είχε χώραν το πάθος του φθόνου αναμεταξύ εις την άυλον εκείνην και απαθή φύσιν των υπερκοσμίων και ουρανίων Δυνάμεων, δεν ήθελαν φθονήση βέβαια οι άγιοι Άγγελοι κανένα άλλο πράγμα περισσότερον, παρά μόνον τον αμαρτωλόν εκείνον, οπού μετανοεί με όλην του την ψυχήν και καρδίαν, και προστρέχει εις τον φιλάνθρωπον και φιλόστοργον πατέρα Θεόν με θερμά και κατανυκτικά δάκρυα. Διά τούτο και γί­νεται εις τους ουρανούς διά την επιστροφήν ενός αμαρτωλού μεγάλη χαρά και πανήγυρις, καθώς μας βεβαιώνει το θείον και ιερόν Εύαγγέλιον, και μάλιστα η πα­ραβολή του ασώτου, τον οποίον μόνον οπού είδεν ο ουράνιος πατήρ, ότι διελογίζετο καθ' εαυτόν λέγωντας· «Ας απέλ­θω προς τον πατέρα μου», δεν ανέμεινεν ο φιλόστοργος εκείνος πατήρ του ιδίου υιού την προς αυτόν επιστροφήν και επάνοδον, αλλ' ευθέως προλαβών έδραμε με ανοικτάς αγκάλας εις την τούτου θερμήν προϋπάντησιν. Και αφού γλυκέως τον κατεφίλησε και με ενδύματα φωτεινά τον εστόλισε, τότε παρευθύς σφάξας και τον σιτευτόν μόσχον, εποίησεν εκείνην την ημέραν δι' αυτόν μεγάλην εορτήν και πανήγυριν. Ω φιλανθρω­πίας μέγεθος, ω υπερβολή αγαθότητος! 
Έχωντας λοιπόν, αμαρτωλέ άνθρω­πε, τοιούτον πατέρα φιλεύσπλαγχνον και πανάγαθον, διά τι δεν μετανοείς από τας αμαρτίας σου; Διά τι δεν επιστρέφεις προς το πλούσιον αυτού έλεος; Διά τι αναβάλλης τον καιρόν με το αύριον και μεθαύριον; Μήπως και ηξεύρεις τι θέλει γένει έως την αύριον; Αν σε αρπάση ως κλέπτης ο θάνατος αύριον, τι θέλεις κάμει τότε, ταλαίπωρε; Εδώ μεν εις την παρούσαν ζωήν ο Θεός ως πανά­γαθος πλήττει και μαστίζει τους αμαρτάνοντας με άκραν του ελεημοσύνην και με πατρικήν του συμπάθειαν εκεί δε εις τον μέλλοντα αιώνα δεν πλήττει πλέον συμπαθώς τους αμετανοήτους, ουδέ σπλαγχνίζεται θερμώς τους πονηρούς και αδιορθώτους, αλλ' ως δίκαιος κριτής τους παραπέμπει ομού με τον Διάβολον εις το πυρ το αιώνιον, εις το σκότος το εξώτερον και εις τον κλαυθόν εκείνον τον απαράκλητον και απαραμύθητον. 
Προ του θανάτου λοιπόν, αγαπητέ, οπού σου χρησιμεύει, κατά πολλά η με­τάνοια, προ του θανάτου κλαύσον και δάκρυσον, διά να ιδή ο Θεός τα δάκρυά σου και να εξαλείψη με αυτά πάσας τας αμαρτίας σου. Προ του θανάτου πρόσδραμε εις τον ουράνιον Πατέρα σου, διά να σε προϋπαντήση και αυτός με την συνήθη φιλανθρωπίαν του, καθώς τότε και τον υιόν εκείνον τον άσωτον· προ του θανάτου βόησον, και ειπέ με κατάνυξιν προς τον φιλόψυχον Χριστόν και Σωτήρα σου: «Αγκαλά και ήμαρτον, Σώτέρ μου πολυέλεε, αλλά πάλιν ηξεύρω καλώτατα, ότι είσαι Δεσπότης μου αμνησίκακος και φιλάνθρωπος. Ελέησόν με λοιπόν, πολυεύσπλαγχνε Κύριε. Πλήξόν με εδώ συμπαθώς ως ιατρός ευσπλαγχνικός και πανάριστος. Με τας συμπαθητικάς σου πληγάς ίασαί με τον άθλιον. Ως τον άσωτον υιόν ανακάλεσαί με. Δεν έχω άλλην ελπίδα ο δείλαιος, ειμή μόνην την φιλανθρωπίαν και αγα­θότητα. Άνες μοι ουν, Κύριε, και μη συναπωλέσης με ταις ανομίαις μου, μηδέ τη­ρήσης τα κακά μου εις τον αιώνα τον μέλλοντα, μηδέ καταδικάσης με εν τοις κατωτάτοις τόποις του άδου κατά τας μυσαράς και βδελυράς πράξεις μου, αλλ' οίκτειρόν με ένεκεν του πλήθους του ελέους σου, και συγχώρησόν μοι διά το όνομά σου το άγιον. Ότι μόνος εσύ εί­σαι ο Θεός των μετανοούντων και Σωτήρ των αμαρτιόντων, και σοι την δόξαν και ευχαριστίαν και προσκύνησιν αναπέμπομεν εις αιώνα τον άπαντα».
 

ΤΡΟΠΑΡΙΟΝ Β'
Πρόσχες μοι
ο Θεός ως οικτίρμων
ιλέω όμματί σου
και δέξαι μου την θερμήν
εξομολόγησιν.
 
ΕΡΜΗΝΕΙΑ 
Φοβερόν πράγμα είναι, αγαπητοί, η αμαρτία. Ο άνθρωπος, οπού την πράτ­τει, δεν έχει ομμάτια να την ιδή με τελει­ότητα. Όταν βιασθή από τους κριτάς να την ομολογήση εις τα κριτήρια, πάσχει με μύριους τρόπους να την συγκαλύψη. Υποφέρει πολλάς τιμωρίας και βάσανα, μόνον διά να μη παρρησιασθή εις τα ομμάτια των ανθρώπων η αμαρτία του. Και τούτο διά τι τάχα; Διότι η αμαρτία, με το να είναι μία ύβρις ασύγκριτος εις τον μέγαν και φοβερόν των απάντων Κύριον, και ένα φαρμάκι άπειρον, οπού φαρμακεύει της θείας εκείνης και απεί­ρου ευσπλαγχνίας το ανεξάντλητον πέ­λαγος, ενεφύτευσεν εις αυτήν ο Θεός φυσικώς και ένα μίσος άπειρον, ώστε οπού να μην έχη ομμάτια να την βλέπη μηδέ εκείνος ο ίδιος, οπού την πράττει. Και με ένα λόγον, τόσον κατά πολλά ασυγκρίτως φοβερόν και τρομακτικόν πράγμα είναι η αμαρτία, οπού όλαις η ζωαίς των μυριάδων Αγγέλων και ανθρώπων αν εδίδοντο εις θάνατον, δεν ήθελαν δυνηθή εις το να την εξαλείψωσιν από τον κόσμον. Παρά μόνος ένας Θεός παντοδύναμος εδυνήθη να το κάμη τούτο με την διά σαρκός επί γης επιδημίαν του, με τα φρικτά πάθη του, και με τον σταυρικόν αυτού θάνατον. 
Όθεν όσαις φοραίς αμαρτάνει ο άν­θρωπος ύστερον από το άγιον Βάπτι­σμα, τόσαις φοραίς πάλιν ξανασταυρώνει και θανατώνει της δόξης τον Κύριον. Και παρακινεί τον Θεόν εις τόσην πολ­λήν οργήν και αγανάκτησιν, ώστε οπού, αν έλιπεν η θερμή εξομολόγησις και τα κατανυκτικά των αμαρτωλών δάκρυα, βέβαια ο Θεός ήθελεν εξαλείψη πάλιν από προσώπου της γης όλον το ανάστη­μα της ανθρωπίνης φύσεως. 
Των ολίγων λοιπόν μετανοημένων α­μαρτωλών η παντελής αποχή της αμαρ­τίας και η θερμή μετάνοια και διάπυρος αυτών εξομολόγησις, και των ενάρετων και αγίων ανθρώπων αι καθημεριναί δεήσεις και πρεσβείαι, οπού κάμνουν προς τον Θεόν υπέρ πάσης της ανθρωπότητος. καταπραΰνουσι την κατά των αμαρτανόντων φοβεράν οργήν του Κυ­ρίου, και προσέχει τω κόσμω ως οικτίρμων και πολυέλεος με όμμα ιλαρόν τε και ήμερον, αποδίδωντας εν καιρώ τω προσήκοντι τους ετησίους όμβρους, των αέρων την ευκρασίαν, της γης την καρποφορίαν και τας λοιπάς άλλας απεί­ρους ευεργεσίας του, όσαι αφορώσι προς σύστασιν του κόσμου και διαμονήν όλης της ανθρωπότητος. 
Και τούτο το έλεος γίνεται μόνον εν­ταύθα, έως οπού ζη ο άνθρωπος. Μετά δε την εντεύθεν αυτού αποβίωσιν, αν εξήλθεν εκ του βίου αμετανόητος, τότε τον απαντά μία εκδοχή φοβέρας κρίσεως, διά να δώση φρικτήν απολογίαν δι' όσα έπραξεν, είτε αγαθά, είτε φαύλα, έως και εις τα παραμικρά κινήματα της διανοίας του. 
Ταύτα λοιπόν εννοούντες, αγαπητοί μου, ας φρίξωμεν, ας τρομάξωμεν. Και όταν πλησιάζωμεν εις το μυστήριον της ιεράς Εξομολογήσεως, ας μην είμεθα απρόσεκτοι και ακατάνυκτοι, αλλ' ας παριστάμεθα μετά πολλού φόβου και τρόμου ως ενώπιον του φοβερού εκείνου Βήματος. Διότι εκείνην την ώραν, οπού εξομολογούμεθα τας αμαρτίας μας, έχομεν όλον τον χορόν των ουρανίων Αγγέ­λων και αρχαγγελικών Δυνάμεων, οπού μας ακροάζονται. Έχομεν και αυτόν τον μέγαν και φοβερόν Θεόν και ποιητήν πάσης της κτίσεως, οπού προσέχει εις την εδικήν μας εξομολόγησιν. Και ει μεν γίνεται με αλήθειαν, με κατάνυξιν και με καρδίας θερμότητα, καταπαύει ο Θεός τον καθ' ημών θυμόν του και την δικαίαν του αγανάκτησιν, και μας προσέχει εις το εξής με όμμα ίλεον, παρέχωντάς μας αοράτως με του Πνευματικού το στόμα και την των αμαρτιών μας συγχώρησιν, και την θείαν του αρωγήν και βοήθειαν, εις το να μένωμεν του λοιπού από τας παγίδας του Διαβόλου και από τα πεπυρωμένα βέλη της αμαρτίας αβλαβείς και απλήγωτοι. 
Ειδέ και δεν γίνεται με τούτον τον τρόπον η εξομολόγησίς μας, αλλά μόνον απλώς και ως έτυχε κατά συνήθειαν, ουαί ημίν, και μυριάκις ουαί, και αλλοίμονον. Διότι ο Θεός τότε περισσότερον αγριούται εναντίον μας, και έτι μάλλον καθ' ημών εξάπτει την δικαίαν του αγα­νάκτησιν. Όθεν διά να μη πάθωμεν ένα τοιούτον, και αποκτήσωμεν τον Θεόν εχθρόν ημών και πολέμιον και κατά πολ­λά εναντίον μας ωπλισμένον και οργιζόμενον, ας κάμωμεν τελείαν αποχήν από τας αμαρτίας μας. Ας τας εξομολογηθώμεν με κατάνυξιν και. θερμότητα, διά να έχωμεν και τον Θεόν ίλεων, και διά να επιτύχωμεν και της ουρανίου αυτού και αϊδίου μακαριότητος, εν Χριστώ τω Θεώ ημών, ω η δόξα εις τους αιώνας. Αμήν.
 

ΤΡΟΠΑΡΙΟΝ ΚΕ' 
Ου δάκρυα,
ουδέ μετάνοιαν έχω,
ουδέ κατάνυξιν·
 αυτός μοι ταύτα Σωτήρ,
ως Θεός δώρησαι.
 

ΕΡΜΗΝΕΙΑ 
Καθώς ο ήλιος λάμπει και φωτίζει της οικουμένης τα πέρατα, τοιαύτης λογής και η χάρις του Θεού ως άλλος πολύφωτος ήλιος λάμπει και φωτίζει τας καρ­δίας εκείνων, οπού είναι κεκαθαρμένοι από τα πάθη ψυχής τε και σώματος. Και εις οποίαν καρδίαν λάμπει η θεία χάρις, από εκείνην ως από πηγήν τινά αναβρύουσι και τα πνευματικά δάκρυα, τα οποία είναι ένας φανερός και αισθητός καρπός του αγίου Πνεύματος. Και περί των τοιούτων δακρύων δεν λέγει ο συγ­γραφεύς του παρόντος τροπαρίου, αλλά περί των άλλων δακρύων της μετανοίας και κατανύξεως, από τα οποία γεν­νώνται εκείνα τα πνευματικά δάκρυα, οπού είναι χαράς αφάτου παραίτια, και ένα σημείον της αγάπης του Θεού ολοφάνερον. 
Όθεν και τα πρώτα και τα δεύτερα δάκρυα είναι δώρον του Πνεύματος, ωσάν οπού τα μεν της μετανοίας καθαίρουσιν την ψυχήν του μετανοούντος από παντός μολυσμού σαρκός τε και πνεύματος, τα δε της αγάπης του Θεού δάκρυα την καθιλαρύνουσι, και την ευφραίνουσι με τρόπον άρρητον τε και ανεκλάλητον. Είναι δε και δάκρυα φυσικά, με τα οποία κλαίομεν τους αποθαμένους μας, και τας συμφοράς, οπού μας επισυμβαίνουσι. Και όταν δεν ημπορούμεν να κλαύσωμεν τας αμαρτίας μας με δά­κρυα μετανοίας και κατανύξεως, πρέπει να μιμώμεθα εκείνους τους κηπουρούς, οπού εγκεντρίζουσι τα άγρια δένδρα εις ήμερα. Και ενθυμούμενοι τους αποθαμένους μας, να κλαίωμεν με φυσικά δά­κρυα· και ευθύς οπού αρχίσουν οι ο­φθαλμοί μας να σταλάζωσι δάκρυα, με­ταφέροντες την ενθύμησιν εκείνην εις τας αμαρτίας μας, να εγκεντρίζωμεν τα φυσικά εις τα της μετανοίας δάκρυα· και μετανοούντες, να δυνάμεθα να κλαίω­μεν και τας αμαρτίας μας με δάκρυα κα­τανύξεως, καθώς προλαβόντες εκλαίομεν τους νεκρούς μας με δάκρυα φύσεως. 
Αλλά τούτο, οπού σε συμβουλεύω, αγαπητέ, είναι μία εδική μας μέθοδος, και τα δάκρυα, οπού προέρχονται από την εδικήν μας μέθοδον και επίνοιαν, αγκαλά και ωφέλιμα, πλην είναι προσω­ρινά, και ολιγοχρόνια, και τρόπον τινά αθεμελίωτα, και καθώς γίνονται, ούτω πάλιν και απογίνονται· τα δε εκ του Θεού δάκρυα, ως θείον δώρον, είναι στε­ρεά και αβίαστα· και μόνον, οπού ενθυμηθώμεν τας αμαρτίας μας, παρευθύς αβιάστως και εν ευκολία κλαίομεν. Και όποιος έλαβε παρά Θεού τούτο το δώ­ρον των δακρύων της μετανοίας και κα­τανύξεως, πρέπει να το φυλάττη με όλην του την δύναμιν, διά να μη του το φθείρη ή η αμέλεια, ή η πολλή παρρησία, ή τα άκαιρα γέλοια, ή η κενοδοξία και η φθοροποιός οίησις. 
Αλλά διά να λάβωμεν τούτο το δώρον των δακρύων των πνευματικών, πρέπει πρώτον μεν, να εισφέρωμεν και ημείς τα εδικά μας· ήγουν τον τρόπον και την μέθοδον οπού είπομεν ανωτέρω· δεύτερον δε, να το ζητώμεν επιπόνως και παρά Θεού με συνεχή δέησιν. Διότι η εδική μας μέθοδος και επίνοια μόνη χωρίς του Θεού την χάριν δεν κατορθώνει τίποτε. «Χωρίς εμού ου δυνασθε» λέγει ο Κύριος, «ποιείν ουδέν» (Ιω. ιε' 5)· και πάλιν: «Αιτείτε, και δοθήσεται υμίν· ζητείτε, και ευρήσετε» (Ματθ. ζ' 7). Αλλα πρέπει να ηξεύρωμεν, ότι ο Θεός δια τo αυτεξούσιον, οπού μας εχάριαε, δεν μας σώζει χωρίς να του ζητώμεν επιπόνως την σωτηρίαν μας· ουδέ μας δίδει τα εδικά του χαρίσματα, αν πρώτον ημείς δεν του προσφέρωμεν τα εδικά μας θελήματα και κινήματα. «Προηγουμένων μεν γαρ των ημετέρων, έπονται και τα παρά του Θεού», λέγει ο θείος Χρυσόστομος, «μη προηγουμένων δε των ημετέρων, ουδέ τα παρά του Θεού έψεται. Η γαρ χάρις, καν χάρις η, τους εθέλοντας και εκζητούντας αυτήν σώζει». 
Θέλεις να λάβης το χάρισμα της θερ­μής κατανύξεως άνωθεν; Κατανύγου πρώτον εσύ με βιαίαν κατάνυξιν, και τό­τε θέλεις λάβει παρά Θεού και την αβίαστον και θερμήν κατάνυξιν. Θέλεις να λάβης το χάρισμα της μετανοίας; Μετα­νόει εσύ πρώτον με εξωτερικήν μετάνοιαν αναστέναζε με βίαν· ύπαγε σωματικώς εις τον πνευματικόν πατέρα σου, εξομολογού συνεχώς με τα χείλη τας αμαρ­τίας σου, και τότε θέλεις λάβει και της καρδίας την θερμήν και κατανυκτικήν μετάνοιαν. Θέλεις να λάβης το θεοδώρητον χάρισμα των δακρύων; Βιάζου εσύ πρώτον να κλαίης με φυσικά δάκρυα τας αμαρτίας σου, καθώς κλαίεις και εις τας συμφοράς σου, και εις των συγγενών σου τον θάνατον, και τότε θέλεις λάβει και το χάρισμα των πνευματικών δακρύ­ων, διά να κλαίης αβιάστως και ευκόλως με μόνην την ψιλήν των αμαρτιών σου ενθύμησιν. Το ίδιον μεταχειρίζου και εις τα άλλα πνευματικά χαρίσματα· ήγουν δίδε εσύ πρώτον εις τον Θεόν τα σωμα­τικά και επίπονα, και τότε θέλει σου δώ­σει και ο Θεός τα πνευματικά και ακοπίαστα· δίδε εις τον Θεόν σωματικήν προσευχήν και ψαλμωδίαν, διά να σου δώση και ο Θεός πνευματικήν και ακο­πίαστον προσευχήν και ψαλμωδίαν, οπού να προσεύχεσαι με χαράν και κα­τάνυξιν, και να ψάλλης με πνευματικήν ευφροσύνην και αγαλλίασιν. Ομοίως δίδε ελεημοσύνην βιαζόμενος, διά να λάβης χάρισμα αβίαστου ευσπλαγχνίας και ελεημονητικής διαθέσεως· δίδε τα σωματικά, διά να λαμβάνης ως μισθόν τα πνευματικά· δίδε τα εδικά σου, διά να σου δίδη και ο Θεός τα εδικά του. «Προηγουμένων μεν γαρ των ημετέρων, έπονται και τα παρά. του Θεού, μη προηγουμένων δε των ημετέρων, ουδέ τα παρά του Θεού έψεται. Η γαρ χάρις, καν χάρις η, τους εθέλοντας και εκζητούντας αυτήν σώζει». Ης και τύχοιμεν εν Χριστώ τω Θεώ ημών· αυτώ η δόξα εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.
 

ΤΡΟΠΑΡΙΟΝ Ι’ 
Γνώτε και ίδετε,
ότι εγώ ειμι Θεός,
ο ερευνών καρδίας
και κολάζων εννοίας,
ελέγχων πράξεις
και φλογίζων αμαρτίας,
και κρίνων ορφανόν
και ταπεινόν και πτωχόν.

Τρίτη 19 Αυγούστου 2014

Άγιοι Ιερόθεος και Τιμόθεος. Δεκεμβρίου 29, 2010 — anaxoriti


Στην Καλύβα «Κοίμησης της Θεοτόκου» εκεί, πού είναι και το Σπήλαιο του αγίου Ακάκιου, κι όπου έζησε καί άσκήτευσε ό μεγάλος αυτός Δάσκαλος της αρετής. Ό ακάματος αυτός εργάτης, πού με την άκρα ταπείνωση έφτασε από την πράξη στη θεωρία και από τη θεωρία στην πράξη της αρετής, επειδή κατά το αποστολικό λόγιο, «Πολύ Ισχύει δέησης δικαίου ενεργούμενη» (Ιακώβ. Ε’ 16), με την ευχή και πρεσβεία του αγίου Ακάκιου, οί διάδοχοι του, Ίωνας ό πνευματικός και μετ’ αυτόν ό υποτακτικός του Πελάγιος ιερομόναχος, Ακάκιος ό νεώτερος ως το 1880, εξακολούθησαν ασκητικά αγωνιζόμενοι, με άκρα υπακοή, αυταπάρνηση και ταπείνωση, συνέχισαν την ιερή Παράδοση της ασκητικής ζωής του οσίου Ακάκιου καί των Αγίων Πατέρων.
Μετ’ αυτούς, Ίωνας ό δεύτερος με τον Γέροντα Διονύσιο καί Ακάκιο συνέχισαν την πορεία της πνευματικής ζωής των προκατόχων των, μέχρι το 1910, οπόταν δύο αδελφοί Κακούνη από το Καστόριον της Πελοποννήσου καταγόμενοι, ξεκίνησαν από τοLINN της Ν. Υόρκης καί ήλθαν κατ’ ευθείαν στο Αγιον Όρος για να μονάσουν.

Κυριακή 17 Αυγούστου 2014

Πώς συγχωρούμε τους άλλους και ποιος είναι ο "Χρυσός Κανόνας" Η Κούρμπα της Γνώσεως



Μορφωμένος άνθρωπος ο κ. Σταύρος. Με πτυχίο πανεπιστημίου και ξένες γλώσσες και πείρα ζωής. Δυσκολευόταν, όμως, στα πνευματικά. Δεν μπορούσε να καταλάβει και τα πιο απλά πράγματα. Όλα τα εξέταζε και τα πλησίαζε με αυστηρότητα. Ήταν σχολαστικά ηθικιστής. Δεν ήταν πρόθυμος να συγχώρηση εύκολα τους άλλους. Παντού έβλεπε αμαρτίες και αμαρτωλούς. Αυτό κάνουν όλοι οι ηθικιστές. Καθόταν τώρα απέναντι από τον Γέροντα Ιάκωβο, έναν ασκητικό ιερομόναχο, με ροζιασμένα χέρια και ένοιωθε σαν μαθητούδι μπροστά στον δάσκαλο. Ερωτήσεις πολλές. Αντιρρήσεις περισσότερες. Αλλά και οι απαντήσεις σοφές και αποκαλυπτικές.
Ρώτησε τον Γέροντα για το σοβαρό (το σοβαρότερο;) θέμα της συγχωρήσεως των άλλων ανθρώπων, που δυσκολευόταν να το κατανόηση:

—Αφού βλέπω καθαρά και ολοφάνερα τον άλλον να αμαρτάνη, πως να τον συγχωρήσω; Δεν έχω δίκαιο;
—Όλους μας βλέπει ο Θεός αδιάκοπα και ξέρει καθαρά και ολοφάνερα ότι αμαρτάνουμε. Γιατί μας συγχωρεί και μας ανέχεται και μας περιμένει να. μετανοήσουμε και να ζητήσουμε άφεση αμαρτιών;
—Πάλι δεν σας καταλαβαίνω, πάτερ μου. Τι πρέπει να κάνουμε; Να πούμε στην αμαρτία μπράβο; Να την επαινέσουμε σιωπώντας;
—Ποτέ δεν πρέπει να επαινούμε την αμαρτία, είπε ο π. Ιάκωβος. Συγχωρούμε τον αμαρτωλό και όχι την αμαρτία. Εάν δεν κάνουμε αυτήν την διάκριση, αυτό το ξεχώρισμα μεταξύ αμαρτίας και αμαρτωλού, θα βρισκόμαστε πάντοτε σε λάθος δρόμο.
—Τότε, τι πρέπει να κάνουμε; Πώς να αντιμετωπίζουμε αυτό το θέμα;
—Έχεις δει τους σιδεράδες, που μαστορεύουν τα σίδερα; Δεν τα πιάνουν τα αναμμένα σίδερα με τα χέρια τους, γιατί θα καούν, εξήγησε ο Γέροντας. Έχουν ειδικές τσιμπίδες και δαγκάνες και έτσι τα πλησιάζουν και τα μαστορεύουν. Το ίδιο πρέπει να κάνουμε και για κάθε πρόβλημα και για κάθε θέμα, που πλησιάζουμε. Να έχουμε τα κατάλληλα εργαλεία και στα πνευματικά θέματα τις κατάλληλες προϋποθέσεις. Αυτό ισχύει και για το θέμα της συγχωρήσεως των άλλων.

Η Ελευθερία τής ύπαρξης τού... Οίκου Ανοχής Πηγή: Νικολάε Στάϊνχαρτ. "Το Ημερολόγιο τής Ευτυχίας"




Αναδημοσίευση από: http://iereasanatolikisekklisias.blogspot.gr/2012/11/blog-post_5.html
Αν δεν υπήρχε ο διάβολος, θα μπορούσε να φανταστεί κανείς μια πόλη, μέσα στην κεντρική αγορά της οποίας θα βρίσκονταν στη σειρά ο οίκος ανοχής, τα μαγαζιά της νύχτας και το παράνομα στέκια. Μόνο που... θα ήταν άδεια…- ΝΙΚΟΛΑΕ ΣΤΑΪΝΧΑΡΤ.
Οι Ιερείς που βιάζονται να εγκρίνουν με επαινετικά λόγια τα μέτρα ηθικής που παίρνουν κάποια ολοκληρωτικά καθεστώτα (κατάργηση της πορνείας, απαγόρευση των εκτρώσεων, δυσκολία στην έκδοση διαζυγίου) σκέφτονται πιστεύω πιο πολύ το γράμμα του νόμου κι όχι το πνεύμα του νόμου, που αποτελεί τη βάση τέτοιων μέτρων. Διότι το πνεύμα πνέει μόνο εκεί όπου υπάρχει ελευθερία κι εκεί όπου η αρετή βγαίνει μέσα από την ελεύθερη βούληση και επιλογή του καθενός. (Όλα μου επιτρέπονται αλλά δεν μου είναι όλα χρήσιμα.) Αν δεν υπήρχε ο διάβολος, θα μπορούσε να φανταστεί κανείς μια πόλη, μέσα στην κεντρική αγορά της οποίας θα βρίσκονταν στη σειρά ο οίκος ανοχής, τα μαγαζιά της νύχτας και το παράνομα στέκια. Μόνο που... θα ήταν άδεια.
Θα φτάναμε τελικά σ' ένα σημείο όπου ο οίκος ανοχής, τα ξενυχτάδικα και το στέκια του τζόγου, όχι μόνο θα ήταν άδεια, άλλα και κλειστά, διότι απλώς δεν θα είχαν καθόλου πελάτες.
(Πόσο μ' αρέσει να σκέφτομαι τον διάβολο πίσω από τα κλειστά παντζούρια ενός τέτοιου μαγαζιού, να τρέχει από δω κι από κει, να βρυχάται σαν λιοντάρι, που γυρεύει ποιόν να καταπιεί, άλλα να μη βρίσκει κανέναν. Η μια άλλη εικόνα: ακουμπισμένος ο διάβολος στο παντζούρι, με τα μάτια του να σπινθηροβολούν στο σκοτάδι, να κοιτάζει απελπισμένος και ντροπιασμένος τα άδεια τραπέζια με τις πράσινες τσόχες.)
Δεν μπορώ πάντως, όπως και να 'χουν τα πράγματα, να συμφωνήσω με τους Ιερείς (έστω κι αν μέσα σ' αυτούς βρίσκεται και ο π. Σοφιανός Β.), που εξυμνούν τα διατάγματα της Ασφάλειας στα όποια γίνεται λόγος για το κούρεμα των μαλλιών των αγοριών και για τις φούστες των κοριτσιών.

Η ηθική των αιρετικών και το εκκλησιαστικό ήθος Αρχιμ. Αυγουστίνου Γ. Μύρου, Δρ Θ.


Πηγή: Από το περιοδικό ΔΙΑΛΟΓΟΣ - ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ  ΜΑΡΤΙΟΣ 2009, ΤΕΥΧΟΣ 55.
Αναδημοσίευση από: http://www.egolpion.net/h8ikh-airetikwn.el.aspx
Όσοι αγάπησαν με πολύ πόθο τον τρόπο σκέψεως και ζωής, που περιέχεται στην καινή διδαχή του Χριστού δεν έγιναν έτσι με τον φόβο και τον τρόμο, ούτε με την απειλή και την τιμωρία, αλλά με την θεία αγάπη και τον ζωντανό πόθο για τον Θεό. Και δεν χρειάσθηκαν ούτε προστάγματα, ούτε εντολές και νόμους, για να ακολουθήσουν την αρετή και να αποφύγουν την κακία, αλλά ως τέκνα ευγενικής καταγωγής και ελεύθερα και έχοντας επίγνωση της άξιας τους, χωρίς κανένα φόβο και καμία τρομοκρατία, από μόνοι τους πορεύθηκαν προς την αρετή
     Οι οπαδοί των αιρέσεων συνηθίζουν συστηματικά να καυχώνται για τον ενάρετο βίο των μελών της «Ομολογίας» τους και συγχρόνως να στιγματίζουν τα μέλη της ιστορικής Εκκλησίας ως κατάφορτα από αμαρτίες και πάθη. Αρέσκονται, μάλιστα, αφ' ενός μεν να μεγαλοποιούν τα λεγόμενα εκκλησιαστικά σκάνδαλα, αφ' ετέρου δε να προβάλλουν κάποια παραδείγματα ανθρώπων οι όποιοι δημόσια ομολογούν ότι προσχωρώντας στην συγκεκριμένη «Ομολογία» τους αυτόματα απαλλάχθηκαν από φοβερά πάθη, όπως το πάθος του τσιγάρου, των ναρκωτικών, του αλκοολισμού, της σαρκολατρείας κ. α.  Οι ομολογίες αυτές προβληματίζουν πολλούς και τους κάνουν να διερωτώνται, μήπως στην συγκεκριμένη αίρεση υπάρχει όντως η αλήθεια.
Είναι μαρτυρημένο ότι κατά κανόνα ο ενάρετος βίος συνδέεται με την αληθινή πίστη και η αμαρτωλή διαγωγή με την πλανεμένη πίστη. Αυτό το εδίδαξεν ο ίδιος ο Ιησούς με τον λόγο του: «πας ο φαύλα πράσσων μισεί το φως και ουκ έρχεται προς το φως... ο δε ποιών την αλήθειαν έρχεται προς το φως». Την ίδια αλήθεια υπενθυμίζει με άλλη διατύπωση και ο άγιος Χρυσόστομος, ο οποίος γράφει ότι «εάν η πίστη χωρίς τον ενάρετο βίο δεν έχει καμία άξια, πολύ περισσότερο ισχύει το αντίστροφο».
Ο προβληματισμός, όμως, για το αν και πως συνδέεται η πίστη με τον ενάρετο ή αμαρτωλό βίο αυτών που την υποστηρίζουν, οφείλεται κυρίως στην άγνοια που έχουν οι πολλοί για το ακριβές περιεχόμενο της αρετής. Αυτή η άγνοια δημιουργούσε τον ίδιο ακριβώς προβληματισμό και στους ανθρώπους των πρώτων χριστιανικών αιώνων, σε σχέση τότε με τους ειδωλολάτρες. Μας τον μεταφέρει ανάγλυφα ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος από την εποχή του (τέλη 4ου αι. μ. Χ.): «Τι λοιπόν, λένε οι πολλοί, δεν υπάρχουν και χριστιανοί που επιτελούν έργα αμαρτωλά, αλλά και ειδωλολάτρες που ζουν ενάρετα;».
Στον προβληματισμό αυτό απάντα άμεσα ο ίδιος ο οικουμενικός διδάσκαλος, αξιοποιώντας την βασική θεολογική αρχή της διακρίσεως. Διακρίνει δηλαδή δύο ειδών αρετές την πνευματική αρετή, αυτήν που εμφανίζεται ως καρπός του Αγίου Πνεύματος, και την φυσική αρετή, αυτήν που έχουν λάβει όλοι οι άνθρωποι με την δημιουργία τους από τον θεό. «Κι εγώ γνωρίζω, λέγει, ότι υπάρχουν χριστιανοί που ζουν με φαυλότητα. Εάν όμως υπάρχουν ειδωλολάτρες που ζουν ενάρετα αυτό ακόμη δεν το έχω διαπιστώσει με βεβαιότητα. Βέβαια, μη μου μιλάς για αυτούς που είναι από τη φύση τους επιεικείς και κόσμιοι, διότι αυτό στην πραγματικότητα δεν είναι αρετή. Αντίθετα, μίλησέ μου για εκείνον που αντιμετωπίζει στον βίο τούτα πάθη και γνωρίζει να φιλοσοφή... Ούτε πάλι να μου προβάλης ως επιχείρημα ότι ο τάδε ειδωλολάτρης ζει με σωφροσύνη και δεν αρπάζει τα αγαθά των άλλων, διότι δεν είναι μόνα αυτά που συνιστούν την αρετή. Διότι, ποιο το όφελος για κάποιον που τα έχει όλα αυτά, αλλά παραμένει δούλος της κενοδοξίας και υπολογίζοντας την συντροφιά των φίλων του παραμένει στην πλάνη; Αυτό σίγουρα δεν είναι δείγμα καλού βίου, διότι όποιος είναι δούλος της δόξης δεν είναι λιγώτερο απαράδεκτος από εκείνον που πορνεύει». Σε άλλο δε σημείο σημειώνει: «Και από που θα προέλθη ο τέλειος (ενάρετος) βίος; Από πουθενά αλλού, παρά μόνον από την θεία ενέργεια. Πως τότε εξηγείται ότι υπάρχουν και ειδωλολάτρες με ενάρετο βίο; Εκείνοι, αν τελικά υπάρχουν τέτοιοι, υπάρχουν είτε εκ φύσεως, είτε από κενοδοξία».

Οι Ευσεβοφανείς ΚΩΣΤΑ Ε. ΤΣΙΡΟΠΟΥΛΟΥ Από το βιβλίο «Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ» , Οι Εκδόσεις των Φίλων


Αναδημοσίευση από: http://www.alopsis.gr/
Το παρακάτω κείμενο, αν και αποκαλεί καταχρηστικά τον Χριστιανισμό "Θρησκεία", κάτι που δεν είναι, ουσιαστικά αποτελεί μια κραυγή αγωνίας για τον Θρησκειοποιημένο Ψευτοχριστιανισμό, που πολλοί από εμάς βιώνουμε.
Η θρησκεία αποκρίνεται στον πιο βαθύ καημό του ανθρώπου: τον καημό της αθανασίας. Είναι η σχεδία που τον φέρνει, μέσα απ' το φόβο και περνώντας τον απ' το τρομερό ρίγος του χάους, στο ακρωτήρι της πίστης και της ελπίδας. Τον λυτρώνει από τον παραλογισμό, του αποκαλύπτει τις εσχατιές της αλήθειας — το σκοπό της επίγειας παρουσίας του και την μετά θάνατο πραγματικότητα — και υπερπληρώνει την ψυχή του με τον ευλογημένο ζήλο της αγιότητας. Η θρησκεία είναι το έργο της φανέρωσης του Θεού στον άνθρωπο και η συμπόρευσή τους μέσα στην εποχή της ελευθερίας και της ευθύνης που είναι ο βίος αυτός.
Φανερό πως μιλώντας για θρησκεία, έχουμε ουσιαστικά στο νου μας τον Χριστιανισμό, τη θρησκεία που δεν τεχνουργήθηκε απ' το μεταφυσικό δέος του ανθρώπου αλλ' αποκαλύφθηκε απ' τον ίδιο το Θεό και αδιάκοπα αποκαλύπτεται στους πιστούς δια της Εκκλησίας.
Ενώ, λοιπόν, η θρησκεία — η χριστιανική θρησκεία — είναι τα άγια των αγίων της ζωής, υποφέρει επί αιώνες αλλά υποφέρει έντονα και στην εποχή μας από μια μεγάλη κατηγορία ανθρώπων που ενώ φαίνονται ευσεβείς κι αφοσιωμένοι σ' αυτήν, ουσιαστικά δεν είναι. Δεν πρόκειται, όπως εύκολα θα μπορούσε να υποθέσει κανείς, για υποκριτές. Η υποκρισία έχει μέσα της το στοιχείο του εκούσιου, της θέλησης του ανθρώπου που την επαγγέλλεται. Ο υποκριτής γνωρίζει πως είναι υποκριτής και η συνείδησή του καταφάσκει, συμφωνεί σ' αυτή την αγυρτεία. Εκείνος χρησιμοποιεί τη θρησκεία για σκοπούς δικούς του, κοινωνικής προβολής, οικονομικών ωφελημάτων και λοιπά. Αντίθετα, ο ευσεβοφανής δεν γνωρίζει σωστά την κατάστασή του. Νομίζει, ή καλύτερα, πιστεύει πως είναι ευσεβής. Δεν περνά απ' τη συνείδησή του η σκιά κανενός δισταγμού, καμιάς αμφιβολίας. Πιστεύει πως εκφράζει στο ακέραιο το πνεύμα της θρησκείας κι ακόμη κάτι περισσότερο: πως έχει ταχθεί άνωθεν να την υπερασπίζει και να διώχνει έξω απ' το ναό τους διάφορους κολυβιστές και μεταπράτες κάθε εποχής. Ο ευσεβοφανής ζει επιφανειακά, ζει ελαττωματικά τον Χριστιανισμό κι επειδή το βίωμά του δεν πάει σε βάθος, δεν έχει ουσία πνευματική, εύκολα τον ωθεί στο θρησκευτικό φανατισμό που είναι ο πιο σκληρός, ο πιο ολέθριος κι ο πιο βλάσφημος του Θεού αλλά και του ανθρώπου φανατισμός.

Ζόφος του Μακαρθισμού Συντάκτης: Χρύσανθου Λαζαρίδη, Γ. Γ. Δικτύου 21

Αναδημοσιεύουμε εδώ άλλο ένα ΣΗΜΑΝΤΙΚΟ άρθρο από το Δίκτυο 21, επειδή γράφει ευθαρσώς πράγματα που βάζουν σε κίνδυνο την ίδια τη δημοκρατία. Γιατί πέρα από τα σκάνδαλα, είναι προφανές ότι κάποια αντιεκκλησιαστικά κέντρα, κατευθύνουν μέσω τηλε-εισαγγελέων και άλλων δημοσιογράφων και Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης που είναι "στο κόλπο", επιθέσεις κατά όσων βάζουν στο στόχο. Και όχι μόνο της Εκκλησίας, ούτε μόνο αληθείς και νόμιμες επιθέσεις...
Τουλάχιστον έγιναν φανεροί οι δημοσιογράφοι και οι εφημερίδες εκείνες που είναι "στο κόλπο"...
Ένα σύννεφο τρομοκρατίας απλώνεται σήμερα πάνω από την Ελλάδα: Σκοτεινός παρακρατικός μηχανισμός τροφοδοτείται από επιλεκτικές πληροφορίες μυστικών υπηρεσιών, τις διαχέει στα "μήντια", βραχυκυκλώνει όλους τους θεσμούς προστασίας προσωπικών δεδομένων, σπάει επιδεικτικά πάσης φύσεως προσωπικά απόρρητα, επικαλείται την "Κάθαρση" ως πρόσχημα και "δολοφονεί" ηθικά – κυριολεκτικώς λιντσάρει – κάποιους, τρομοκρατώντας όλους τους άλλους.
Αυτό που βλέπουμε να ξετυλίγεται καθημερινά δεν έχει καμία σχέση με τη "δημοσιογραφική έρευνα". Γιατί οι δημοσιογράφοι, στην συντριπτική τους πλειοψηφία, δεν είναι "παπαγαλάκια" ούτε ρουφιάνοι. Δεν δημοσιεύουν κάθε μεμονωμένη πληροφορία που τους δίνεται, αν δεν την ελέγξουν, αν δεν τη διασταυρώσουν, αν δεν βεβαιωθούν για την αξιοπιστία των πηγών τους...
Δεν επιδιώκεται η "Κάθαρση" – που είναι απαραίτητη, έτσι κι αλλιώς. Εκβιάζεται και τρομοκρατείται κάθε δημόσιο πρόσωπο. Τέτοια "Κάθαρση", ακριβώς με τον ίδιο τρόπο – διαχέοντας αποσπασματικά στοιχεία, κατευθείαν από τις μυστικές υπηρεσίες και χωρίς καμία προστασία των αθώων – έκανε στις ΗΠΑ των πρώτων μεταπολεμικών χρόνων ο Γερουσιαστής Μακάρθυ. Το φαινόμενο ονομάστηκε "Μακαρθισμός" κι εκ των υστέρων αποκαλύφθηκε πίσω του το πιο σκοτεινό παρακράτος...
Σήμερα στόχος είναι η Εκκλησία, αλλά δεν είναι ο πρώτος ούτε θα είναι ο τελευταίος...

* Το καλοκαίρι του 2002, "παπαγαλάκια" δημοσιοποιούσαν ό,τι πληροφορία τους "δινόταν", ενοχοποιώντας ως "τρομοκράτες" παλαιούς αριστερούς, αντιστασιακούς κατά της χούντας. Εκ των υστέρων αποδείχθηκε ότι οι άνθρωποι ήταν αθώοι...

* Ίδιου τύπου μηχανισμός ξεσπάθωσε ήδη κατά της Εκκλησίας. Αποσιωπώντας ή παραποιώντας κρίσιμες πληροφορίες. Σπώντας προσωπικά απόρρητα με παράνομους τρόπους και χρησιμοποιώντας στοιχεία από τηλεφωνικές υποκλοπές, βάσει των οποίων δεν μπορεί να σταθεί κατηγορία ή καταδίκη από δικαστήριο. Η Ελλάδα είναι η μόνη χώρα στον κόσμο, όπου οι "τηλε-εισαγγελείς" μπορούν να χρησιμοποιούν στα τηλεοπτικά "παράθυρα" στοιχεία που δεν μπορούν να χρησιμοποιήσουν οι πραγματικά Εισαγγελείς στα πραγματικά Δικαστήρια..

Κυριακή 3 Αυγούστου 2014

.«Ἡ ἐπιζήμια εὐλάβεια, ἔργο τοῦ πονηροῦ»




Ὁ τί­τλος αὐ­τός εἶ­ναι ἕ­νας ὅ­ρος πού ὁ ἅ­γιος Κύ­ριλ­λος Ἀ­λε­ξαν­δρεί­ας χρη­ση­μο­ποίη­σε γιά τούς χρι­στια­νούς ἐ­κεί­νους πού πρό­βαλ­λαν καί προ­βάλ­λουν καί ἀ­κού­ου­μεν καί σή­με­ρα συ­χνά πυ­κνά νά  προ­βάλ­λε­ται αὐ­τή ἡ δι­και­ο­λο­γί­α «Εἶ­μαι ἁ­μαρ­τω­λός, καί ἀ­νά­ξιος πῶς νά κοι­νω­νή­σω;»  Καί μέ τήν  πρό­φα­ση αὐ­τή στε­ροῦν­ται τῆς ζω­ῆς καί δέν συμ­με­τέ­χουν στό με­γά­λο αὐ­τό Δεῖ­πνο τοῦ Κυ­ρί­ου, πού κα­τά τόν θεῖ­ο Χρυ­σό­στο­μο «Μέ­νουν ἄ­γευ­στοι καί παν­τε­λῶς ἀ­μέ­το­χοι τοῦ ἁ­για­σμοῦ καί τῆς μα­κα­ρι­ό­τη­τος».
 Με­ρι­κοί ἀ­πό ἀ­μέ­λεια καί ἄλ­λοι ἀ­πό ἄ­γνοι­α, ζη­μι­ώ­νον­ται ἀ­φάν­τα­στα, ἐ­πι­κα­λού­με­νοι μι­ά «ἐ­πι­ζή­μιον εὐ­λά­βεια», τήν ὁ­ποί­αν χα­ρα­κτη­ρί­ζει ὁ ἅ­γιος, «πα­γί­δα καί βρό­χον ἔρ­γον τοῦ πο­νη­ροῦ δι­α­βό­λου».
Στά ὑ­πο­μνή­μα­τά του, ὁ ἅ­γιος Κύ­ριλ­λος Ἀ­λε­ξαν­δρεί­ας, στό κα­τά Ματ­θαῖ­ον καί Ἰ­ω­άν­νην εὐ­αγ­γέ­λια,  ἀ­να­φέ­ρε­ται στό θέ­μα μέ τά ἑ­ξῆς:« Ναί μέν μπο­ρεῖ κά­ποι­ος νά πεῖ», «εἶ­ναι γραμ­μέ­νον· ὥ­στε ὅς ἄν έ­σθί­η τόν ἄρ­τον τοῦ­τον ἤ πί­νη τό πο­τή­ριον τοῦ­το ἀ­να­ξί­ως, ἔ­νο­χος ἔ­σται τοῦ σώ­μα­τος καί τοῦ αἵ­μα­τος τοῦ Κυ­ρί­ου»(Α΄ Κορ.ι­α΄27), «Ἐ­γώ λοι­πόν ἐ­ξέ­τα­σα καί βρῆ­κα τόν ἑ­αυ­τό μου ἀ­νά­ξιο, καί δέν κοι­νω­νῶ». Σ’ αὐ­τόν πού λέ­γει αὐ­τά θά ἀ­κού­σει. «Πό­τε θά γί­νεις ἄ­ξιος, πό­τε θά στα­μα­τή­σεις νά γλυ­στρᾶς στήν ἁ­μαρ­τί­α; Πό­τε θά πα­ρα­στή­σεις τόν ἑ­αυ­τό σου  κα­θα­ρό ἐ­νώ­πιον τοῦ Χρι­στοῦ ὅ­ταν συ­νε­χῶς φο­βᾶ­σαι ὅ­τι θά πέ­σεις; Θά πρέ­πει νά γνω­ρί­ζεις ὅ­τι πο­τέ δέ θά στα­μα­τή­σεις νά γλυ­στρᾶς καί νά πέ­φτεις σέ κά­τι, ἑ­πο­μέ­νως δέν ἔ­χεις δί­και­ο.»Συ­νε­χί­ζον­τας στό ἴ­διο θέ­μα ὡς ἑ­ξῆς:  «Δέ θά μπο­ροῦ­σε κά­ποι­ος νά ἔ­χει τε­λεί­ως κα­θα­ρήν τήν ψυ­χήν του ἔ­στω κι’ ἄν εἶ­ναι ἀ­πό τούς πιό προ­σε­κτι­κούς καί ἐρ­γα­τι­κούς στήν πνευ­μα­τι­κή ζω­ή, ἀ­φοῦ εἶ­ναι γραμ­μέ­νο:«Ποι­ός μπο­ρεῖ νά καυ­χη­θεῖ ὅ­τι ἔ­χει ἁ­γνήν τήν ψυ­χή του; ὅ­ταν αὐ­τός πού  φταί­ει καί στό πιό μι­κρό εἶ­ναι ἔ­νο­χος καί πα­ρα­βά­της ὅ­λων»; Κα­νέ­νας λοι­πόν δέ μπο­ρεῖ νά ἀ­πο­φύ­γει τήν ἁ­μαρ­τί­α ὅ­σο προ­σε­κτι­κός καί ἄ­γρυ­πνος ἄν εἶ­ναι, για­τί ὑ­πάρ­χει καί  ἡ κα­τά νοῦν ἁ­μαρ­τί­α, καί ποι­ός μπο­ρεῖ εὔ­κο­λα νά τήν ἀ­πο­φύ­γει; Ἡ ἀ­να­μαρ­τη­σί­α μό­νο στό Θε­ό ἀ­νή­κει. Αὐ­τή εἶ­ναι ἡ φύ­ση μας, καί ἄν θέ­λα­με μό­νοι μας νά σω­θοῦ­με δέ θά μπο­ροῦ­σα­με, ἄν δέν μᾶς ἔ­σω­ζε ἡ ἀ­γά­πη καί εὐ­σπλα­χνί­α τοῦ Κυ­ρί­ου.

Γρηγορίου Παλαμά: Ομιλία στην Θεία Μεταμόρφωση του Κυρίου και Θεού και Σωτήρα μας Ιησού Χριστού.





ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΠΑΛΑΜΑ
 Ομιλία στην
Θεία Μεταμόρφωση του Κυρίου και Θεού
 και Σωτήρα μας Ιησού Χριστού.
Ὅπου καί ἀπόδειξη ὅτι, ἄν καί εἶναι ἄκτιστο τό κατ᾽ αὐτήν θειότατο φῶς, ὅμως δέν εἶναι οὐσία τοῦ Θεοῦ.

 Ὁ Προφήτης Ἠσαΐας προεῖπε γιά τό εὐαγγέλιο ὅτι «λόγο συντετμημένο θά δώσει ὁ Κύριος ἐπί τῆς γῆς» (Ἠσ. 10, 25). Συντετμημένος λόγος εἶναι ἐκεῖνος, πού μέσα σέ λίγες λέξεις περικλείει πλούσιο νόημα. Ἄς ἐπανεξετάσουμε λοιπόν σήμερα ὅσα ἔχουμε ἐκθέσει κι ἄς προσθέσουμε ὅσα ὑπολείπονται, γιά νά ἐμφορηθοῦμε ἀκόμη περισσότερο ἀπό τά ἐναποκείμενα ἄφθαρτα νοήματα καί ὁλόκληροι νά καταληφθοῦμε ἀπό τά θεῖα.
  «Τόν καιρό ἐκεῖνο παραλαμβάνει ὁ Ἰησοῦς τόν Πέτρο, τόν Ἰάκωβο καί τόν Ἰωάννη καί τούς ἀνεβάζει σέ ὄρος ὑψηλό κατ᾽ ἰδίαν. Ἐκεῖ μεταμορφώθηκε ἐνώπιόν τους καί ἔλαμψε τό πρόσωπό Του ὅπως ὁ ἥλιος» (Ματθ. 17, 1). Ἰδού τώρα εἶναι καιρός εὐπρόσδεκτος, σήμερα ἡμέρα σωτηρίας, ἀδελφοί, ἡμέρα θεία, νέα καί ἀΐδιος, πού δέν μετρεῖται μέ διαστήματα, δέν αὐξομειώνεται, δέν διακόπτεται ἀπό νύκτα. Διότι εἶναι ἡ ἡμέρα τοῦ Ἥλιου τῆς δικαιοσύνης, ὁ ὁποῖος δέν ὑφίσταται ἀλλοίωση ἤ σκιά ἕνεκα μετατροπῆς» (Ἰακ. 1, 7). Αὐτός, ἀφ᾽ ὅτου φιλανθρώπως ἔλαμψε σέ μᾶς μέ εὐδοκία τοῦ Πατρός καί συνεργία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί μᾶς ἐξήγαγε ἀπό τό σκοτάδι στό θαυμαστό του φῶς, συνεχίζει γιά πάντα νά λάμπει πάνω ἀπό τά κεφάλια μας ὡς ἄδυτος ἥλιος.
 Ἐπειδή, λοιπόν, εἶναι δικαιοσύνης καί ἀλήθειας ἥλιος, δέν ἀνέχεται νά φέγγει καί νά γνωρίζεται ἀπό αὐτούς πού μετέρχονται τό ψεῦδος ἤ ὑψώνουν τήν ἀδικία μέ λόγια ἤ τήν ἐπιδεικνύουν μέ ἔργα. Ἀλλά ἐμφανίζεται καί γίνεται πιστευτός ἀπό τούς ἐργάτες τῆς δικαιοσύνης καί τούς ἐραστές τῆς ἀλήθειας καί αὐτούς εὐφραίνει μέ τίς λάμψεις Του. Αὐτό εἶναι πού λέει ἡ Γραφή «Φῶς ἀνέτειλε γιά τόν δίκαιο καί ἡ σύζυγός του εὐφροσύνη» (Ψαλμ. 96, 12). Γι᾽ αὐτό καί ὁ ψαλμωδός προφήτης ἄδει πρός τόν Θεό: «Τό Θαβώρ καί ὁ Ἑρμών θά ἀγαλλιάσουν στό ὄνομά σου» (Ψαλμ. 88, 12), προαναγγέλλοντας τήν εὐφροσύνη πού προκλήθηκε ἀργότερα στό ὄρος ἀπό τήν ἔλλαμψη ἐκείνη σ᾽ αὐτούς πού τήν εἶδαν.
Ὁ δέ Ἠσαΐας λέει: «λύσε κάθε δεσμό ἀδικίας, διάλυσε τούς κόμπους βιαίων συνθηκῶν, κάθε ἄδικη συμφωνία ἀναίρεσε» (Ἠσ. 58, 6). Καί κατόπιν: «Τότε θά ξεχυθεῖ σάν τήν αὐγή τό φῶς σου καί τά ἰάματά σου γρήγορα θά ἀνατείλουν, θά πορεύεται ἐνώπιόν σου ἡ δικαιοσύνη σου καί ἡ δόξα τοῦ Θεοῦ θά σέ προστατεύει» (Ἠσ. 58, 8). Καί πάλι, «ἐάν ἀφαιρέσεις ἀπό σένα δεσμό καί χειρονομία καταδικαστική καί κακολογία, καί δώσεις στόν πεινασμένο ἄρτο μέ τήν ψυχή σου καί χορτάσεις ψυχή ταπεινωμένη, τότε θά ἀνατείλει μέσα ἀπό τό σκοτάδι τό φῶς σου καί τό σκοτάδι σου θά γίνει σάν μεσημέρι» (Ἠσ. 58, 9). Πράγματι, τούς καθιστᾶ κι αὐτούς ἄλλους ἥλιους, πάνω στούς ὁποίους ὁ ἥλιος αὐτός θά λάμψει ἀπλέτως· «διότι θά λάμψουν καί οἱ δίκαιοι ὅπως ὁ ἥλιος στήν βασιλεία τοῦ Πατρός τους» (Ματθ. 13, 43).
  Ἄς ἀποβάλλουμε λοιπόν, ἀδελφοί, τά ἔργα τοῦ σκότους, κι ἄς ἐργαζόμαστε τά ἔργα τοῦ φωτός, ὥστε ὄχι μόνο νά βαδίσουμε εὐσχημόνως σάν σέ τέτοια ἡμέρα, ἀλλά καί ἡμέρας υἱοί νά γίνουμε. Καί ἄς ἀνεβοῦμε στό ὄρος, ὅπου ὁ Χριστός ἔλαμψε, γιά νά δοῦμε τί συνέβη ἐκεῖ. Ἤ μᾶλλον, ἐάν εἴμαστε ὅπως πρέπει καί ἔχουμε γίνει ἄξιοι τέτοιας ἡμέρας, ὁ ἴδιος ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ θά μᾶς ἀνεβάσει στόν κατάλληλο καιρό. Τώρα ὅμως, παρακαλῶ, ἐντείνετε καί ἀνυψῶστε τούς ὀφθαλμούς τῆς διάνοιας πρός τό φῶς τοῦ εὐαγγελικοῦ κηρύγματος, ἕως ὅτου μεταμορφωθεῖτε μέ τήν ἀνακαίνιση τοῦ νοῦ σας καί ἔτσι ἀποκτώντας τήν θεία αἴγλη ἀπό ψηλά, νά γίνετε σύμμορφοι μέ τό ὁμοίωμα τῆς δόξας τοῦ Κυρίου (Φιλ. 3, 21), τοῦ ὁποίου τό πρόσωπο ἐπάνω στό ὄρος ἔλαμψε σήμερα σάν τόν ἥλιο.