Σάββατο 26 Νοεμβρίου 2016

Η ΘΕΙΑ ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ ΟΡΙΣΜΟΣ




Θεία αποκάλυψη είναι η φανέρωση του Θεού στην κτίση και την ιστορία. Ο απρόσιτος κατά την ουσία Θεός γίνεται με την ελεύθερη ενέργεια του προσιτός και με αυτήν αποκαλύπτεται στους ανθρώπους. Η αποκάλυψη αυτή νοείται ως φανέρωση του θελήματος, και της άκτιστης φυσικής δόξας του. Αυτή η συνεχής φανέρωση του Θεού πραγματώνεται με τις Θεοφάνειες. Η αποκάλυψη γίνεται κατά δύο τρόπους:

Α) Στην κτίση. Εδώ έχουμε μερική φανέρωση της δημιουργικής, συνεκτικής και προνοητικής ενέργειας του Θεού μέσα από την κτίση και τη συνείδηση του ανθρώπου.

Β) Στην ιστορία. Εδώ πρόκειται για την ιστορική φανέρωση των ενεργειών του Θεού τόσο στα πλαίσια της Παλαιάς Διαθήκης, όσο και στα πλαίσια της Καινής Διαθήκης και της ζωής της Εκκλησίας.

Και με τους δύο τρόπους η αποκάλυψη του Θεού είναι το υπερφυσικό γεγονός, αφού οι αποκαλυπτόμενες φυσικές και ουσιώδεις ενέργειες του Θεού είναι άκτιστες και υπερφυσικές.




ΠΗΓΕΣ ΤΗΣ ΘΕΙΑΣ ΑΠΟΚΑΛΥΨΕΩΣ 


Κατά την ορθόδοξη θεώρηση πηγή της θείας αποκαλύψεως είναι ο ίδιος ο Τριαδικός Θεός. Η θεία αποκάλυψη διατυπώνεται αυθεντικά στην Αγία Γραφή και την Ιερή Παράδοση.

Η Ορθόδοξη Εκκλησία θεωρεί ως Ιερή Παράδοση την αποστολική διδασκαλία, φορέας της οποίας ήταν κατά τους πρώτους αιώνες η αρχαία αδιαίρετη Εκκλησία, της οποίας αποτελεί συνέχεια. Η αποστολική αυτή διδασκαλία, παραδόθηκε αρχικά προφορικά στην Εκκλησία από το Χριστό και τους Αποστόλους, και στη συνέχεια διατυπώθηκε  γραπτώς τόσο στην Καινή Διαθήκη, όσο και στα γραπτά μνημεία των οικουμενικών και ορθοδόξων τοπικών συνόδων, στα συγγράμματα των πατέρων, στη θεία λατρεία και στην όλη πράξη της Εκκλησίας . Έτσι η Ιερή παράδοση μεταβλήθηκε από αποστολική σε εκκλησιαστική . Η Ιερή Παράδοση νοείται ως η αδιάλειπτη ενέργεια του Αγίου Πνεύματος στην Εκκλησία και συνδέεται στενότατα με τις συνεχείς θεοφάνειες.


Η Αγία Γραφή αποτελεί αδιάσπαστο κομμάτι της Ιερής Παραδόσεως της Εκκλησίας. Μόνο ένα μέρος  της θείας αποκαλύψεως καταγράφηκε στην Αγία Γραφή, από τους θεόπνευστους συγγραφείς της. Κατά την Ορθόδοξη Εκκλησία η Αγία Γραφή γίνεται πλήρης και αυτάρκης φορέας των θείων αληθειών μόνο κάτω από το φως της Ιερής Παραδόσεως, η οποία την ερμηνεύει και την συμπληρώνει. Ο χαρακτήρας λοιπόν της Παραδόσεως είναι κατά πρώτο λόγο ερμηνευτικός. Η Παράδοση ερμηνεύει και αποσαφηνίζει ασαφή και δυσνόητα χωρία της Αγίας Γραφής. Κατά δεύτερο λόγο ο χαρακτήρας της Παραδόσεως είναι συμπληρωματικός . Αυτό σημαίνει ότι η Παράδοση συμπληρώνει και διαφωτίζει όσα λέγονται μόνο αμυδρά στην Αγία Γραφή ή λείπουν και τελείως, αλλά δεν αντιφάσκουν με αυτήν, όπως είναι π.χ. ο νηπιοβαπτισμός, ο κανόνας της Αγίας Γραφής, το αειπάρθενο της Θεοτόκου, η επίκληση των αγίων, η τιμή των λειψάνων και των εικόνων των αγίων κ.λ.π.

Ο ΘΕΟΣ ΕΙΝΑΙ ΑΠΡΟΣΙΤΟΣ ΣΤΗΝ ΟΥΣΙΑ ΤΟΥ




Κατά τη χριστιανική πίστη ο Θεός είναι "μυστήριο", είναι ακατάληπτος και αχώρητος στο νου μας. Έτσι, είναι αδύνατο να σχηματίσουμε πλήρη εικόνα της ουσίας του, όπως επίσης είναι αδύνατο να βρεθούν χαρακτηρισμοί και ονόματα, που να μπορούν να εκφράσουν πλήρως την ουσία και το περιεχόμενο της έννοιας «Θεός».

Ο Θεός είναι αόρατος, ασύλληπτος, υπερβατικός, πέρα απ' όλα τα λόγια, πέρα από κάθε κατανόηση. Ο Θεός είναι άπειρος και τέλειος και γι' αυτό δεν μπορεί να γίνει κατανοητός από μας τους ατελείς και πεπερασμένους. Όπως είναι αδύνατο να χωρέσει μέσα σ' ένα ποτήρι ολόκληρος ο ωκεανός, έτσι είναι αδύνατο να χωρέσει μέσα στο ανθρώπινο μυαλό ο άπειρος κα ανεξιχνίαστος Θεός.





Ο ΘΕΟΣ ΕΙΝΑΙ ΜΕΘΕΚΤΟΣ ΣΤΙΣ ΕΝΕΡΓΕΙΕΣ ΤΟΥ


Ο Θεός μπορεί να είναι άπειρος και ασύλληπτος με το νου και τις αισθήσεις μας, ωστόσο η άπειρη αγάπη του δεν άφησε να πλανιόμαστε μέσα στο σκοτάδι της άγνοιας. Ο Θεός δεν άφησε τον εαυτό του άγνωστο και κρυμμένο. Όλος ο ορατός κόσμος που μας περιβάλλει αποτελεί ένα πρώτης τάξεως καθρέπτη μέσα από τον οποίο μπορούμε να πάρουμε μια πρώτη γεύση του θεϊκού μεγαλείου.

Εκτός από τη φυσική αυτή οδό γνώσεως του Θεού, εμείς οι Χριστιανοί έχουμε και την αποκάλυψη που μας έκανε ο ίδιος ο Υιός του με την Ενανθρώπηση του. Όμως και οι δύο αυτοί τρόποι (φυσικός και εξ αποκαλύψεως) γνώσεως του Θεού είναι ατελείς, αφού η ουσία του Θεού είναι απρόσιτη.

Γι' αυτό οι Πατέρες της Εκκλησίας μας λένε ότι η  ουσία του Θεού είναι άγνωστη και άρρητη (δε λέγεται) και μόνο «τα περί τον Θεόν» μπορούμε να γνωρίσουμε. Για περισσότερη κατανόηση του θέματος ο Πατέρες της Εκκλησίας κάνουν διάκριση ανάμεσα στην ουσία και τις ενέργειες του Θεού. Και η μεν ουσία είναι ακατάληπτη, ενώ οι ενέργειές του για τον κόσμο και ιδιαίτερα για τον άνθρωπο είναι «μεθεκτές» (κατανοητές) από την αντιληπτική ικανότητα του ανθρώπου, αρκεί βέβαια αυτός να φτάσει σε

κάποιο βαθμό τελειότητας.

Τη «μέθεξη» αυτή των ενεργειών του Θεού μπορούν να την πετύχουν όλοι οι πιστοί. Όταν η μέθεξη των ενεργειών του Θεού φτάσει στο ύψιστο σημείο της (τελείωση, τότε έχουμε τη «θέωση» του ανθρώπου, η οποία βέβαια δε σημαίνει ότι προσεγγίζουμε και την ουσία του Θεού. Απλώς γινόμαστε «θεοειδείς», όχι όμως και θεοί.

ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΥΠΟΣΤΑΣΕΙΣ ΚΑΙ ΤΑ ΙΔΙΩΜΑΤΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΥΠΟΣΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ







Η Αγία Τριάδα

Ο Θεός είναι Ένας, άναρχος, άπειρος και αΐδιος στην ουσία και τη φύση του. Όμως αυτός ο Ένας στην ουσία Θεός είναι τριαδικός, διακρίνεται σε τρεις υποστάσεις, σε τρία πρόσωπα: τον Πατέρα, τον Υιό και το Άγιο Πνεύμα.



Πρόκειται για μια από τις βασικότερες αλήθειες της πίστης μας, που μας αποκάλυψε ο ίδιος ο Θεός με απλότητα και σαφήνεια. Το δόγμα της τριαδικότητας του Θεού είναι αδύνατο να το διερευνήσουμε λογικά. Το βρίσκουμε διατυπωμένο με ποικίλους τρόπους στην αγία Γραφή. Στη μεν Παλαιά Διαθήκη με σαφείς υπαινιγμούς και προεικονίσεις, στη δε Καινή Διαθήκη ολοφάνερα όπως στη Βάπτιση του Χριστού, όπου ακούγεται η φωνή του Πατέρα και εμφανίζεται το Άγιο Πνεύμα σαν Περιστέρι, στην αρχιερατική προσευχή του Χριστού, όπου ο Χριστός λέει «εγώ ερωτήσω τον Πατέρα και άλλον Παράκλητον δώσει υμίν το Πνεύμα της αληθείας, ο παρά του Πατρός εκπορεύεται» (Ιω. 15,26) και στην τελευταία συνάντηση του με τους μαθητές του, όπου τους λέει: «Πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τα έθνη βαπτίζοντες αυτούς εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος» (Ματθ. 28,18) κ.α.



Το καθένα από τα πρόσωπα της Αγίας Τριάδας είναι ο όλος Θεός και όχι ένα μέρος του Θεού, όλες τις ιδιότητες που έχει ο Πατέρας τις έχει και ο Υιός και το Άγιο Πνεύμα. Ωστόσο τα τρία πρόσωπα της Αγίας Τριάδας δε συγχέονται μεταξύ τους, αλλά ξεχωρίζουν από το ότι ο Πατέρας γεννά τον Υιό και εκπορεύει το Άγιο Πνεύμα, ο Υιός γεννιέται από τον Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα εκπορεύεται από τον Πατέρα.





ΤΑ ΙΔΙΩΜΑΤΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ


Τα στοιχεία του Θεού είναι η μια ουσία, η τριαδικότητα και η πολυδυναμία. Η ουσία του Θεού είναι μία, γιατί ένας είναι ο Θεός. Είναι απόλυτα υπερβατική, ανεξερεύνητη και αδιάγνωστη. Είναι το μυστήριο του Θεού, απρόσιτο σε κάθε κτιστή οντότητα, ανθρώπους και αγγέλους. Μόνον ο άπειρος Θεός γιγνώσκει εαυτόν και κανένας άλλος.

Οι υποστάσεις είναι τρόπος της αϊδίου υπάρξεως του ενός Θεού. Κάθε υπόστα­ση είναι φορέας ολόκληρης της ουσίας του Θεού, ώστε ουσιαστικά να μην υπάρχουν τρεις Θεοί, αλλά ένας. Τα πρόσωπα της Τριάδος είναι διακρίσεις οι οποίες ωστόσο δεν καταστρέφουν την ενότητα και απλότητα της θείας φύσεως.

Κάθε πρόσωπο στην Τριάδα έχει και το υποστατικό του ιδίωμα, το οποίο είναι αυστηρά προσωπικό, αμετάδοτο και ακοινώνητο, δηλαδή δεν μπορεί να μεταδοθεί στα δύο άλλα πρόσωπα της Αγίας Τριάδας.



Το υποστατικό ιδίωμα του Πατρός είναι το αγέννητο και άναρχο. Δεν έχει ούτε χρονική αρχή ούτε αρχή προελεύσεως. Είναι η πηγαία θεότης, από την οποία λαμβάνουν αϊδίως το είναι ο Υιός και το Πνεύμα το άγιο. Στο πρόσωπο του Πατρός στηρίζεται η μοναρχία (η μία αρχή) στην τριαδική θεότητα. Ό Πατήρ δεν είναι ανώτερος του Υιού και του αγίου Πνεύματος. Τα θεία πρόσωπα είναι ομοούσια, ισότιμα και ισοδύναμα μεταξύ τους.



Ο Υιός γεννάται αϊδίως από τον Πατέρα. Το υποστατικό του ιδίωμα είναι η γέννηση της οποίας τη φύση αγνοούμε. Από τη γέννηση αυτή πρέπει ν' απομακρυνθεί κάθε παράσταση φυσικής γεννήσεως, πράγμα ανήκουστο και βλάσφημο για την άϋλη φύση του Θεού. Και ενώ είναι άχρονος με τη χρονική αρχή της υποστάσεως του, η γέννηση του εί­ναι αΐδια. Ό Υιός δεν υποτάσσεται στη βουλή του Πατρός, αλλά έχει την αυτήν ουσία, την αυτή τιμή και την αυτή δόξα με τον Γεννήτορα.

Την γέννηση του Υιού πρέπει να διαστείλουμε από την πρόοδο (= δημιουργία) των όντων από το Θεό. Ή πρώτη είναι πρόοδος αναγκαία στο Θεό. Αντίθετα τα κτίσματα είναι προϊόντα της δημιουργικής βουλής του Θεού. Αν θέλει ο Θεός υπάρχουν, αν όχι μένουν ανύπαρκτα. Αυτό δε συμβαίνει και με τον Υίόν, ο οποίος δεν είναι προϊόν της βουλής του Πατρός, αλλ' υπάρχει αναγκαίως στην αΐδια φύση του Γεννήτορα.



Το υποστατικό ιδίωμα του Πνεύματος είναι η εκπόρευση. Το Άγιο Πνεύμα υπάρχει, καθ' όσον εκπορεύεται εκ του Πατρός. Και η εκπόρευση είναι πρόοδος μυστηριακή, της οποίας τη φύση αγνοούμε. Και το Πνεύμα είναι ομοούσιο και ομόθρονο μαζί με τα δύο αλλά πρόσωπα της Αγίας Τριάδος. Επομένως δεν υποτάσσεται στον Πατέρα και τον Υιό, ούτε είναι κτίσμα του Πατρός. Το Πνεύμα καλείται άγιο, γιατί είναι η πηγή, το πλήρωμα και ο φορέας κάθε άλλης υπαρκτής αγιότητος. Καθαγιάζει το «εκ Πατρός δι' Υιού» έργο, συνάπτον με τη χάρη του τα λογικά όντα με το δημιουργό Θεό.





Η ΕΝΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΟΙ ΔΙΑΚΡΙΣΕΙΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ


Την ενότητα του Θεού στοιχειοθετούν οι λεγόμενες «ενώσεις» οι οποίες είναι: α) Η μία ουσία, ή οποία πληρούται απαράλλαχτα σε κάθε πρόσωπο της τριαδικής θεότητος, ώστε ν' αποκρούεται η ιδέα του τριθεϊσμού. β) η μία βουλή και ενέργεια, η οποία είναι κοινή σε όλα τα πρόσωπα της θεότητας και γ) η αγαπητική περιχώρηση των προσώπων, το ότι δηλαδή τα θεία πρόσωπα, αν και επί μέρους και ίδια, δεν αποχωρίζονται αλλήλων, αλλά το ένα ενοικεί στα άλλα με αγάπη, η οποία είναι ο σύνδεσμος της θεότητας. Όλα τα στοιχεία αυτά απεργάζονται τη θεότητα σε μία υπερφυσική ενότητα, η οποία αποκρούει κάθε ιδέα μονωτική και διασπαστική στο Θεό.

Την πολυδυναμία αφ' ετέρου του ενός Θεού συνθέτουν οι διακρίσεις πού υπάρχουν σ' αυτόν, οι οποίες είναι: α) η τριαδικότητα αυτού, το γεγονός δηλαδή ότι σ' αυτόν υπάρχουν τρία αδιαχώριστα και αδιαίρετα πρόσωπα, τρεις διακεκριμένες και αχώριστες υποστάσεις πού εξαίρουν τον προσωπικό χαρακτήρα του χριστιανικού Θεού και β) η πολλότητα των ενεργειών, των δυνάμεων εκείνων, πού δημιουργούν, ζωοποιούν και αγιάζουν τα κτιστά όντα.



Η πολυδυναμία, τέλος, αναφέρεται στην ύπαρξη πολ­λών ενεργειών στη μία αμέριστη και αδιαίρετη ουσία του Θεού. Οι ενέργειες είναι διακρίσεις θεοπρεπείς στη θεότητα. Δεν επιφέρουν μερισμό και κατατομή στη θεότητα, ούτε καταστρέφουν την απλότητα της άπειρης ουσίας του Θεού. Αν και δεν ταυτίζονται με τη θεία ουσία, διακρίνονται αυτής θεοπρεπώς, χωρίς να γνωρίζουμε σε τι συνί­σταται η διάκριση αυτή, όπως δε γνωρίζουμε σε τι συνίσταται η διάκριση των θείων υποστάσεων.

Οι ενέργειες του Θεού είναι ο έμφυτος πλούτος της θεότητας, αΐδιες και άκτιστες. Μέσω αυτών κοινωνεί ο υπερβατικός Θεός με την εξωτερική κτίση. Είναι όμως διαφορετικές μεταξύ τους, πολλές τον αριθμό, ανάλογα με τις πολυποίκιλες σχέσεις της θεότητας με τον εξωτερικό φυσικό κόσμο. Δια των θείων ενεργειών κοινωνεί ο άνθρωπος με το Θεό, αγιάζεται και θεοποιείται. Οι θείες ενέργειες ταυτίζονται με τη χάρη του Θεού, με το άκτιστο Θαβώριο φως και με τη δόξα της αγίας Τριάδος.

 

Η ΓΕΝΕΣΗ ΤΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΔΟΓΜΑΤΟΣ ΤΟ ΤΡΙΑΔΙΚΟ ΔΟΓΜΑ ΣΤΗΝ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗ ΕΠΟΧΗ




Στην αποστολική εποχή οι ομολογίες πίστεως αναφέρονταν άλλοτε στο πρόσωπο και το έργο του Ιησού Χριστού, άλλοτε στα πρόσωπα του Θεού Πατέρα και του Ιησού Χριστού και άλλοτε και στα τρία θεία πρόσωπα: τον Πατέρα, τον Υιό και το Άγιο Πνεύμα. Αργότερα όμως, προς το τέλος της αποστολικής εποχής, καθιερώθηκε αποκλειστικά η τριαδολογική ομολογία. Στην καθιέρωση της ομολογίας αυτής συνέβαλε κυρίως η λειτουργική πράξη της Εκκλησίας κατά το Βάπτισμα, το οποίο σύμφωνα με την εντολή του Κυρίου έπρεπε να γίνεται "εις το όνομα του Πατρός και του Υϊού και του Αγίου Πνεύματος" (Ματθ. 28,19).

Η συμβολή της βαπτισματικής πράξεως στην καθιέρωση της τριαδολογικής ομολογίας φαίνεται και στη Διδαχή των δώδεκα Αποστόλων (τέλος του 1ου αι.) καθώς και στην Α' Απολογία του φιλοσόφου και μάρτυρα Ιουστίνου (περίπου 150 μ.Χ.). Μετά την καθιέρωση της τριαδολογικής ομολογίας μέσω της Βαπτισματικής πράξεως η χρήση της διαδόθηκε σ' ολόκληρη την Εκκλησία.




ΟΙ ΠΡΩΤΕΣ ΑΝΤΙΤΡΙΑΔΙΚΕΣ ΤΑΣΕΙΣ

ΚΑΙ Η ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΤΟΥΣ


Για πρώτη φορά στην ιστορία της Χριστιανικής Θεολογίας παρουσιάζεται ταύτιση ή σύγχυση του προσώπου του Υιού και του Αγίου Πνεύματος στον Ποιμένα του Ερμά. Ο Ερμάς συγχέει τον σαρκωθέντα Υιό του Θεού με το Άγιο Πνεύμα και κάνει λόγο για την προΰπαρξη του Αγίου Πνεύματος, καθώς και για την ευάρεστη στο Θεό πολιτεία της σάρκας, στην οποία κατοίκησε το Άγιο Πνεύμα.

ΑΓΙΟΣ ΣΙΛΟΥΑΝΟΣ Ο ΑΘΩΝΙΤΗΣ Η ΓΝΩΡΙΜΙΑ ΜΕ ΤΟ ΘΕΟ ΠΩΣ ΘΑ ΓΝΩΡΙΣΟΥΜΕ ΤΟ ΘΕΟ




Πολύ μας αγαπάει ο Κύριος. Αυτό το έμαθα από το Άγιο Πνεύμα, που μου έδωσε Εκείνος κατά το μέγα Του έλεος. Γέρασα και ετοιμάζομαι για το θάνατο και γράφω την αλήθεια από αγάπη για τους ανθρώπους. Το Άγιο Πνεύμα, που μου έδωσε ο Κύριος, θέλει να σωθούν όλοι, να γνωρίσουν όλοι τον Θεό.

Ήμουν χειρότερος κι από ένα βρωμερό σκύλο, εξαιτίας των αμαρτιών μου. Σαν άρχισα όμως να ζητώ συγχώρηση από τον Θεό, Αυτός μου έδωσε όχι μόνο τη συγχώρηση αλλά και το Άγιο Πνεύμα. Έτσι, εν Πνεύματι Αγίω, γνώρισα τον Θεό.

Βλέπεις αγάπη που έχει ο Θεός για μας; Ποιος, αλήθεια, θα μπορούσε να περιγράψει την ευσπλαχνία Του;

Αδελφοί μου, πέφτω στα γόνατα και σας παρακαλώ, πιστεύετε στον Θεό, πιστεύετε πως υπάρχει το Άγιο Πνεύμα, που μαρτυρεί για τον Θεό σ’ όλες τις Εκκλησίες μας, αλλά και στην ψυχή μου.

Το Άγιο Πνεύμα είναι αγάπη. Και η αγάπη αυτή πλημμυρίζει όλες τις ψυχές των ουρανοπολιτών αγίων. Και το ίδιο Άγιο Πνεύμα είναι στη γη, στις ψυχές όσων αγαπούν τον Θεό. Εν Πνεύματι Αγίω οι ουρανοί βλέπουν τη γη, ακούνε τις προσευχές μας και τις προσκομίζουν στον Θεό.

Ζούμε στη γη και δεν βλέπουμε τον Θεό, δεν μπορούμε να Τον δούμε. Αλλά σαν έρθει το Άγιο Πνεύμα στην ψυχή, τότε θα δούμε τον Θεό, όπως Τον είδε ο άγιος Στέφανος (Πράξ. 7:55-56). Η ψυχή και ο νους αναγνωρίζουν αμέσως με το Άγιο Πνεύμα ότι Αυτός είναι ο Κύριος. Έτσι ο άγιος Συμεών ο Θεοδόχος, με το Άγιο Πνεύμα, αναγνώρισε στο μικρό βρέφος τον Κύριο (Λουκ. 2:25-32). Έτσι και ο άγιος Ιωάννης ο Βαπτιστής, με το Άγιο Πνεύμα επίσης, αναγνώρισε τον Κύριο και Τον υπέδειξε στους ανθρώπους. Και στον ουρανό και στη γη, ο Θεός γνωρίζεται μόνο με το Άγιο Πνεύμα, όχι με την επιστήμη. Και τα παιδιά που δεν σπούδασαν καθόλου, γνωρίζουν τον Κύριο με το Άγιο Πνεύμα. Χωρίς το Άγιο Πνεύμα κανείς δεν μπορεί να γνωρίσει τον Θεό και πόσο πολύ μας αγαπάει. Ακόμα κι αν διαβάζουμε πως μας αγάπησε και έπαθε από αγάπη για μας, σκεφτόμαστε γι' αυτά μόνο με το νου, αλλά δεν καταλαβαίνουμε όπως πρέπει, με την ψυχή, την αγάπη του Χριστού. Όταν όμως μας διδάξει, τότε γνωρίζουμε με ενάργεια και αισθητά την αγάπη, τότε γινόμαστε όμοιοι με τον Κύριο.



Καθένας μας μπορεί να κρίνει για τον Θεό κατά το μέτρο της χάριτος του Αγίου Πνεύματος που γνώρισε. Γιατί πως είναι δυνατό να σκεφτόμαστε και να κρίνουμε για πράγματα που δεν είδαμε η δεν ακούσαμε και δεν ξέρουμε; Οι άγιοι λένε πως είδαν τον Θεό. Αλλά υπάρχουν και άνθρωποι που λένε ότι δεν υπάρχει Θεός. Είναι φανερό πως μιλούν έτσι γιατί δεν Τον γνώρισαν αυτό όμως δεν σημαίνει καθόλου πως ο Θεός δεν υπάρχει.

Οι άγιοι μιλούν για πράγματα που πραγματικά είδαν και γνωρίζουν. Δεν λένε, για παράδειγμα, πως είδαν ένα άλογο μήκους ενός χιλιομέτρου ή ένα πλοίο δέκα χιλιομέτρων, που δεν υπάρχουν. Κι εγώ νομίζω, πως, αν δεν υπήρχε Θεός, δεν θα μιλούσαν καν γι' Αυτόν στη γη. Οι άνθρωποι όμως θέλουν να ζουν σύμφωνα με το δικό τους θέλημα και γι' αυτό λένε πως δεν υπάρχει Θεός, βεβαιώνοντας έτσι μάλλον πως υπάρχει.

Όλων των λαών η ψυχή αισθανόταν πως υπάρχει ο Θεός, αν και δεν ήξεραν να λατρεύουν τον αληθινό Θεό. Το Άγιο Πνεύμα όμως δίδαξε πρώτα τους Προφήτες, έπειτα τους Αποστόλους, κατόπιν τους αγίους πατέρες και Επισκόπους μας, κι έτσι έφτασε ως εμάς η αληθινή πίστη. Εμείς γνωρίσαμε τον Κύριο με το Άγιο Πνεύμα. Και όταν Τον γνωρίσαμε, τότε στερεώθηκε σ’ Αυτόν η ψυχή μας.

Γνωρίστε, λαοί, ότι πλαστήκαμε για να δοξάζουμε τον ουράνιο Θεό, και μην προσκολλάστε στη γη, γιατί ο Θεός είναι Πατέρας μας και μας αγαπάει σαν πολυπόθητα παιδιά Του.

Όποιος δεν γνωρίζει τη χάρη, δεν την επιζητεί. Οι άνθρωποι προσκολλήθηκαν στη γη, γι' αυτό οι πιο πολλοί δεν ξέρουν πως τίποτα το γήινο δεν μπορεί να συγκριθεί με τη γλυκύτητα του Αγίου Πνεύματος.



Πολλοί φιλονικούν για την πίστη - και δεν υπάρχει τέλος σ’ αυτές τις φιλονικίες -, ενώ, αντί να φιλονικούμε, πρέπει να προσευχόμαστε μόνο στον Θεό και την Παναγία, και ο Κύριος θα μας δώσει το φωτισμό χωρίς φιλονικίες, και μάλιστα γρήγορα.

Πολλοί μελέτησαν όλες τις θρησκείες, αλλά δεν γνώρισαν την αληθινή πίστη όπως πρέπει. Όποιος όμως προσεύχεται στον Θεό με ταπείνωση να τον φωτίσει, σ’ αυτόν ο Κύριος θα δώσει να μάθει πόσο αγαπάει τον άνθρωπο. Οι υπερόπτες ελπίζουν να μάθουν τα πάντα με το νου τους, αλλά ο Θεός τους έθεσε όρια.



Ο Κύριος είπε: Όπου ειμί εγώ, εκεί και ο διάκονος ο εμός έσται… ίνα θεωρή την δόξαν την εμήν (Ιω. 12,26 και 17,24). Οι άνθρωποι όμως δεν κατανοούν τις Γραφές, τις βρίσκουν σχεδόν ακατανόητες. Μόνο όταν τους διδάξει το Άγιο Πνεύμα, τότε όλα γίνονται κατανοητά και η ψυχή αισθάνεται σαν να είναι στους ουρανούς. Γιατί το ίδιο Άγιο Πνεύμα είναι και στους ουρανούς και στη γη και στην Αγία Γραφή και στις ψυχές όσων αγαπούν τον Θεό. Χωρίς Πνεύμα Άγιο οι άνθρωποι πλανώνται και αδυνατούν να γνωρίσουν αληθινά τον Θεό και την ανάπαυση κοντά Του, έστω κι αν μελετούν συνεχώς.

Ω αδελφοί, σας παρακαλώ και σας ικετεύω στο όνομα της ευσπλαχνίας του Θεού: Πιστεύετε στο Ευαγγέλιο και στη μαρτυρία της Αγίας Εκκλησίας, και τότε θα γευθείτε, ήδη απ’ αυτή τη γη, τη μακαριότητα του παραδείσου. Αληθινά, η βασιλεία του Θεού είναι μέσα μας: Η αγάπη του Θεού χαρίζει στην ψυχή τον παράδεισο. Πολλοί πρίγκιπες και άρχοντες εγκατέλειψαν τους θρόνους τους, όταν γνώρισαν την αγάπη του Θεού. Κι αυτό είναι ευνόητο, γιατί η αγάπη του Θεού είναι φλογερή. Με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος η χαρά της ψυχής φτάνει ως τα δάκρυα, και τίποτα επίγειο δεν μπορεί να συγκριθεί μαζί της.

Πόσο ευτυχισμένοι είμαστε εμείς οι ορθόδοξοι Χριστιανοί! Τι Θεό έχουμε! Είναι αξιολύπητοι όσοι δεν γνώρισαν τον Θεό. Αυτοί δεν βλέπουν το αιώνιο φως, και μετά το θάνατο πορεύονται στο αιώνιο σκοτάδι. Αυτό το ξέρουμε, γιατί το Άγιο Πνεύμα πληροφορεί μέσα στην Εκκλησία τους αγίους για το τι υπάρχει στον ουρανό και τι στον Άδη.

Ω, πόσο αξιολύπητοι είναι οι πλανεμένοι άνθρωποι! Αυτοί δεν μπορούν να ξέρουν τι είναι η αληθινή χαρά. Μερικές φορές διασκεδάζουν και γελούν, αλλά το γέλιο και η απόλαυση που δοκιμάζουν θα μεταβληθούν σε θρήνο και θλίψη. Δική μας χαρά είναι ο Χριστός. Με τα πάθη Του μας έγραψε στο βιβλίο της ζωής, και στη βασιλεία των ουρανών θα είμαστε αιώνια με τον Θεό και θα βλέπουμε τη δόξα Του και θα ευφραινόμαστε μαζί Του. Η χαρά μας είναι το Άγιο Πνεύμα. Είναι τόσο γλυκό και ευχάριστο! Αυτό μαρτυρεί στην ψυχή για τη σωτηρία.



Τα επίγεια μαθαίνονται με την επίγεια διάνοια, ενώ ο Θεός και όλα τα επουράνια γνωρίζονται μόνο με το Άγιο Πνεύμα. Γι’ αυτό παραμένουν απρόσιτα στο νου που δεν αναγεννήθηκε.






ΤΙ ΜΑΣ ΕΜΠΟΔΙΖΕΙ ΝΑ ΓΝΩΡΙΣΟΥΜΕ ΤΟ ΘΕΟ



Η απιστία προέρχεται από την υπερηφάνεια. Ο υπερήφανος ισχυρίζεται πως θα γνωρίσει τα πάντα με το νου του και την επιστήμη, αλλά η γνώση του Θεού παραμένει ανέφικτη γι' αυτόν, γιατί ο Θεός γνωρίζεται μόνο με αποκάλυψη του Αγίου Πνεύματος.



Ο Κύριος αποκαλύπτεται στις ταπεινές ψυχές. Σ' αυτές δείχνει τα έργα Του, που είναι ακατάληπτα για το νου μας. Με τον φυσικό μας νου μπορούμε να γνωρίσουμε μόνο τα γήινα πράγματα, κι αυτά μερικώς, ενώ ο Θεός και όλα τα ουράνια γνωρίζονται με το Άγιο Πνεύμα.

Μερικοί μοχθούν σ’ όλη τους τη ζωή για να μάθουν τι υπάρχει στον ήλιο ή στη σελήνη ή κάτι παρόμοιο, αλλ’ αυτά δεν ωφελούν την ψυχή. Αν όμως προσπαθούσαμε να γνωρίσουμε τι υπάρχει μέσα στον άνθρωπο, τότε θα βλέπαμε στην ψυχή του αγίου τη βασιλεία των ουρανών, ενώ στην ψυχή του αμαρτωλού σκοτάδι και κόλαση. Και είναι ωφέλιμο να το ξέρουμε, γιατί θα είμαστε αιώνια είτε στη βασιλεία είτε στην κόλαση.



Ο νωθρός στην προσευχή εξετάζει με περιέργεια τα πάντα, όσα βλέπει στη γη και στον ουρανό, αλλά δεν γνωρίζει ποιος είναι ο Κύριος ούτε προσπαθεί να το μάθει. Κι όταν ακούει διδασκαλία για τον Θεό, λέει:

Μα πως είναι δυνατό να γνωρίσουμε τον Θεό; Κι εσύ από πού Τον γνωρίζεις;

Θα σου πω: Μαρτυρεί το Άγιο Πνεύμα, Αυτό γνωρίζει και μας διδάσκει.

Αλλά μήπως το Πνεύμα είναι ορατό;

Οι Απόστολοι Το είδαν να κατεβαίνει σε πύρινες γλώσσες, κι εμείς Το αισθανόμαστε μέσα μας. Είναι γλυκύτερο από κάθε τι γήινο. Αυτό γεύονταν οι Προφήτες και μιλούσαν στο λαό και ο λαός τους πρόσεχε. Οι άγιοι Απόστολοι έλαβαν Άγιο Πνεύμα και κήρυξαν σωτηρία στον κόσμο χωρίς να φοβούνται τίποτα, γιατί τους ενίσχυε αυτό το Πνεύμα. Το ίδιο και οι μάρτυρες και οι ασκητές πήγαιναν χαρούμενοι στο μαρτύριο και την κακοπάθεια. Γιατί το Άγιο Πνεύμα, το αγαθό και γλυκύ, έλκει την ψυχή στην αγάπη του Κυρίου. Κι έτσι η ψυχή, χάρη στη γλυκύτητα του Αγίου Πνεύματος, δεν φοβάται τα βασανιστήρια.



Πολλοί άνθρωποι λένε σήμερα πως δεν υπάρχει Θεός. Μιλούν έτσι γιατί στην καρδιά τους ζει υπερήφανο πνεύμα, που τους υποβάλλει ψέμματα κατά της Αλήθειας και της Εκκλησίας του Θεού. Νομίζουν πως είναι σοφοί, ενώ στην πραγματικότητα δεν αντιλαμβάνονται καν ότι τέτοιοι λογισμοί δεν είναι δικοί τους, αλλά προέρχονται από τον εχθρό. Αν όμως κανείς τους δεχτεί στην καρδιά του και τους αγαπήσει, τότε γίνεται συγγενής με το πονηρό πνεύμα. Και είθε να μη δώσει ο Θεός σε κανένα να πεθάνει σε τέτοια κατάσταση.

Αντίθετα, στην καρδιά των αγίων ζει η χάρη του Αγίου Πνεύματος, που τους κάνει συγγενείς του Θεού. Οι άγιοι νιώθουν ολοκάθαρα πως είναι πνευματικά παιδιά του ουράνιου Πατέρα, και γι' αυτό λένε: Πάτερ ημών…



Η υπερηφάνεια εμποδίζει την ψυχή να μπει στο δρόμο της πίστεως. Στον άπιστο δίνω μια συμβουλή. Ας πει: Κύριε, αν υπάρχεις, φώτισε με, και θα σε υπηρετήσω μ' όλη μου την καρδιά και μ' όλη μου την ψυχή. Και ο Κύριος θα φωτίσει οπωσδήποτε μια τέτοια ταπεινή σκέψη και προθυμία για την υπηρεσία του Θεού. Δεν πρέπει όμως να λέει: Αν υπάρχεις, παίδεψέ με. Γιατί αν έρθει η τιμωρία, είναι δυνατό να μη βρει τη δύναμη να ευχαριστήσει τον Θεό και να μετανοήσει.

Όταν ο Κύριος σε φωτίσει, τότε η ψυχή σου θα Τον αισθανθεί, θα αισθανθεί πως την συγχώρησε και την αγαπάει. Θα το μάθεις με την πείρα σου, και η χάρη του Αγίου Πνεύματος θα μαρτυρεί στην ψυχή τη σωτηρία, και θα θέλεις τότε να διακηρύσσεις σ’ όλο τον κόσμο: Πόσο πολύ μας αγαπάει ο Κύριος!

Ο Απόστολος Παύλος, όσο δεν γνώριζε τον Κύριο, Τον καταδίωκε. Όταν όμως Τον γνώρισε, τότε γύρισε σ’ όλη την οικουμένη κηρύσσοντας το Χριστό.

Για να σωθείς, είναι ανάγκη να ταπεινωθείς. Γιατί τον υπερήφανο, και με τη βία να τον βάλεις στον παράδεισο, κι εκεί δεν θα βρει ανάπαυση. Κι εκεί δεν θα είναι ικανοποιημένος και θα λέει: Γιατί δεν είμαι εγώ στην πρώτη θέση; Αντίθετα, η ταπεινή ψυχή είναι γεμάτη αγάπη και δεν επιδιώκει πρωτεία, αλλά επιθυμεί για όλους το καλό και ευχαριστιέται με όλα.



Δείξαμε μεγάλη αμέλεια και δεν καταλαβαίνουμε πια αν υπάρχει η κατά Χριστόν ταπείνωση και αγάπη. Βέβαια, η ταπείνωση αυτή και η αγάπη γίνονται γνωστές μόνο με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος. Εμείς όμως δεν ξέρουμε ότι, για να προσελκύσουμε τη χάρη κοντά μας, πρέπει να την ποθήσουμε μ' όλη μας την ψυχή. Αλλά πώς θα ποθήσουμε κάτι που δεν το γνωρίζουμε καθόλου; και όμως, όλοι μας τη γνωρίζουμε τη χάρη, έστω και λίγο, γιατί το Άγιο Πνεύμα κινεί κάθε ψυχή στην αναζήτηση του Θεού.

Ω, πώς πρέπει να παρακαλούμε τον Κύριο να δώσει στην ψυχή το ταπεινό Άγιο Πνεύμα! Η ταπεινή ψυχή έχει μεγάλη ανάπαυση, ενώ η υπερήφανη βασανίζει η ίδια τον εαυτό της. Ο υπερήφανος δεν γνωρίζει την αγάπη του Θεού και βρίσκεται μακριά Του. Υπερηφανεύεται πως είναι πλούσιος ή επιστήμων ή ένδοξος, μα δεν ξέρει την τραγικότητα της φτώχειας και της απώλειας του, αφού δεν γνώρισε τον Θεό. Απεναντίας, εκείνον που αγωνίζεται εναντίον της υπερηφάνειας, τον βοηθάει ο Κύριος να νικήσει αυτό το πάθος.



Είναι αδύνατο ν' αγαπήσουμε και να γνωρίσουμε τον Κύριο, αν δεν ζήσουμε σύμφωνα με τις εντολές Του. Ο άνθρωπος όμως από μόνος του είναι ανίκανος να τηρήσει τις εντολές του Θεού. Γι’ αυτό ο Ιησούς είπε: Αιτείτε, και δοθήσεται υμίν (Ματθαίος 7:7). Αν δεν ζητάμε, βασανίζουμε μόνοι μας τον εαυτό μας και χάνουμε τη χάρη του Αγίου Πνεύματος.



Στον αγώνα μας πρέπει να είμαστε ανδρείοι. Ο Κύριος αγαπάει την ανδρεία και συνετή ψυχή. Αν δεν έχουμε ανδρεία και σύνεση, τότε πρέπει να τα ζητάμε από τον Θεό και να υπακούμε στους πνευματικούς, γιατί σ’ αυτούς ζει η χάρη του Αγίου Πνεύματος. Ο άνθρωπος μάλιστα, που ο νους του έπαθε βλάβη από δαιμονική ενέργεια, ιδίως αυτός πρέπει να υπακούει στον πνευματικό και να μην εμπιστεύεται καθόλου τον εαυτό του.

Οι ψυχικές συμφορές μας έρχονται από την υπερηφάνεια, ενώ τις σωματικές τις παραχωρεί πολλές φορές ο Θεός από αγάπη για μας, όπως έγινε με τον πολύαθλο Ιώβ.

Είναι πολύ δύσκολο να διαγνώσεις μέσα σου την υπερηφάνεια. Να όμως μερικά συμπτώματα: Αν σε προσβάλλουν δαίμονες ή σε βασανίζουν κακοί λογισμοί, αυτό σημαίνει πως δεν έχεις ταπείνωση. Γι’ αυτό, έστω κι αν δεν αντιλήφθηκες την υπερηφάνεια σου, ταπεινώσου. Αν είσαι οξύθυμος ή, όπως λένε, νευρικός, αυτό είναι αληθινή συμφορά. Κι αν πάσχεις από παροξυσμούς και φοβίες, θα γιατρευτείς με τη μετάνοια, με το ταπεινό φρόνημα και με την αγάπη για τον αδελφό σου, ακόμα και για τους εχθρούς. Όποιος δεν αγαπάει τους εχθρούς, σ’ αυτόν δεν έχει κατοικήσει ακόμα η χάρη του Θεού.



Στην πλάνη πέφτει κανείς είτε από απειρία είτε από υπερηφάνεια. Κι αν είναι από απειρία, ο Κύριος θεραπεύει γρήγορα αυτόν που πλανήθηκε. Αν όμως είναι από υπερηφάνεια, τότε θα υποφέρει για πολύν καιρό η ψυχή, ώσπου να μάθει την ταπείνωση, και τότε θα θεραπευθεί από τον Κύριο.

Στην πλάνη πέφτουμε όταν νομίζουμε πως είμαστε πιο συνετοί και έμπειροι από τους άλλους, ακόμα κι από τον πνευματικό μας πατέρα. Έτσι σκέφτηκα κι εγώ με την απειρία μου, και γι' αυτό υπέφερα. Ευχαριστώ βαθιά τον Θεό, γιατί έτσι με ταπείνωσε, με νουθέτησε και δεν πήρε το έλεος Του από μένα. Και τώρα σκέφτομαι πως χωρίς εξομολόγηση στον πνευματικό δεν είναι δυνατό ν’ απαλλαγούμε από την πλάνη, γιατί στον πνευματικό έδωσε ο Θεός τη χάρη του δεσμείν και λύειν.



Η ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΜΕ ΤΟΝ ΘΕΟ



Όποιος αγαπάει τον Κύριο, σκέφτεται πάντα Εκείνον. Η θύμηση του Θεού γεννάει την προσευχή. Αν δεν θυμάσαι τον Κύριο, τότε και δεν θα προσεύχεσαι, και χωρίς την προσευχή, δεν θα παραμείνει η ψυχή στην αγάπη του Θεού, γιατί η χάρη του Αγίου Πνεύματος έρχεται με την προσευχή.

Η προσευχή προφυλάσσει τον άνθρωπο από την αμαρτία, γιατί ο νους, όταν προσεύχεσαι, είναι απασχολημένος με τον Θεό και στέκεται με ταπεινό Πνεύμα ενώπιον του Κυρίου, τον Οποίο γνωρίζει η ψυχή του προσευχομένου.

Ο αρχάριος όμως χρειάζεται χειραγωγό, επειδή η ψυχή, πριν έρθει η χάρη του Αγίου Πνεύματος, έχει μεγάλο πόλεμο εναντίον των εχθρών και δεν μπορεί να διακρίνει η ίδια αν η γλυκύτητα που δοκιμάζει προέρχεται από τον εχθρό. Αυτό μπορεί να το διακρίνει μόνο εκείνος που γεύθηκε ο ίδιος το Άγιο Πνεύμα. Αυτός αναγνωρίζει τη χάρη κατά τη γεύση.

Οποίος θέλει να ασκεί την προσευχή χωρίς χειραγωγό και, μέσα στην υπερηφάνεια του, φαντάζεται πως μπορεί να τη διδαχθεί από τα βιβλία, αυτός βρίσκεται κιόλας στην πλάνη. Τον ταπεινό όμως τον προστατεύει ο Κύριος. Έτσι, αν πράγματι δεν υπάρχει έμπειρος οδηγός, αυτός καταφεύγει στον υπάρχοντα πνευματικό, και ο Κύριος θα τον σκεπάσει χάρη στην ταπείνωση του. Σκέψου ότι στον πνευματικό ζει το Άγιο Πνεύμα, και αυτός θα σου πει το ωφέλιμο. Αν όμως σκεφτείς πως ο πνευματικός ζει με αμέλεια και διερωτηθείς, πως είναι δυνατό να έχει το Άγιο Πνεύμα; θα υποστείς εξαιτίας αυτής της σκέψης σου μεγάλο πειρασμό, και ο Κύριος θα σε ταπεινώσει και θα επιτρέψει να πέσεις σε κάποια πλάνη.

Η προσευχή δίνεται στον προσευχόμενο. Η προσευχή που γίνεται μόνο από συνήθεια, χωρίς καρδιά συντριμμένη για τις αμαρτίες της, δεν είναι αρεστή στον Θεό.



Ω άνθρωπε, μάθε την κατά Χριστόν ταπείνωση, και ο Κύριος θα σου χαρίσει να γευθείς τη γλυκύτητα της προσευχής. Κι αν θέλεις να προσεύχεσαι καθαρά, γίνε ταπεινός, γίνε εγκρατής, εξομολογήσου ειλικρινά και θα σε αγαπήσει η προσευχή. Γίνε υπάκουος, υποτάξου ευσυνείδητα στις αρχές, μείνε ευχαριστημένος με όλα, και τότε ο νους σου θα καθαριστεί από μάταιους λογισμούς. Να θυμάσαι πως σε βλέπει ο Κύριος, γι' αυτό πρόσεχε μήπως λυπήσεις με κάτι τον αδελφό. Μην τον κατακρίνεις και μην τον στενοχωρήσεις ούτε μ' ένα βλέμμα, και το Πνεύμα το Άγιο θα σε αγαπήσει και θα σε βοηθήσει σε όλα.

Το Άγιο Πνεύμα μοιάζει πολύ με αγαπημένη, γνήσια μητέρα. Η μητέρα αγαπάει το παιδί της και πονάει γι' αυτό. Έτσι και το Άγιο Πνεύμα σπλαχνίζεται, συγχωρεί, θεραπεύει, νουθετεί και χαροποιεί. Και αναγνωρίζεται το Άγιο Πνεύμα στην ταπεινή προσευχή.

Όποιος αγαπάει τους εχθρούς, αυτός γρήγορα θα γνωρίσει τον Κύριο με το Άγιο Πνεύμα. Όποιος όμως δεν τους αγαπάει - γι' αυτόν δεν θέλω ούτε καν να γράψω. Όμως τον λυπάμαι, γιατί βασανίζει τον εαυτό του και τους άλλους και δεν θα γνωρίσει τον Κύριο.



Στις Εκκλησίες τελούνται οι ιερές ακολουθίες και το Πνεύμα του Θεού κατοικεί σ’ αυτές. Η ψυχή, ωστόσο, είναι ο καλύτερος ναός του Θεού, και όποιος προσεύχεται εσωτερικά, γι' αυτόν όλος ο κόσμος έγινε ναός του Θεού. Αυτό όμως δεν είναι για όλους.

Πολλοί προσεύχονται προφορικά η προτιμούν να προσεύχονται με βιβλία. Και αυτό καλό είναι και ο Κύριος δέχεται την προσευχή τους. Αν όμως κανείς προσεύχεται και σκέφτεται άλλα πράγματα, ο Κύριος δεν εισακούει αυτή την προσευχή.



Η αδιάλειπτη προσευχή προέρχεται από την αγάπη και χάνεται εξαιτίας της κατακρίσεως, της αργολογίας και της ακράτειας. Όποιος αγαπάει τον Θεό, αυτός μπορεί να Τον σκέφτεται μέρα και νύχτα, γιατί το ν’ αγαπάς τον Θεό καμιά εργασία δεν το παρεμποδίζει.




Η ΑΛΗΘΙΝΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ



Όλοι μας ταλαιπωρούμαστε στη γη και ζητάμε ελευθερία, μα λίγοι ξέρουν τι είναι η ελευθερία και που βρίσκεται.

Κι εγώ θέλω επίσης ελευθερία και την αναζητώ μέρα και νύχτα. Έμαθα πως βρίσκεται κοντά στον Θεό, και δίνεται απ’ Αυτόν σ’ όσους έχουν ταπεινή καρδιά, σ’ όσους μετανόησαν και έκοψαν το θέλημα τους ενώπιον του Κυρίου. Σ' οποίον μετανοεί, ο Θεός δίνει την ειρήνη Του και την ελευθερία να Τον αγαπάει. Γιατί δεν υπάρχει τίποτα πολυτιμότερο στον κόσμο από την αγάπη του Θεού και του πλησίον. Σ' αυτά βρίσκει η ψυχή ανάπαυση και χαρά.



Η καρδιά μου πονάει για όλον τον κόσμο και προσεύχομαι με δάκρυα γι' αυτόν, να μετανοήσουν όλοι και να γνωρίσουν τον Θεό, να ζήσουν με αγάπη και να γευθούν τη γλυκύτητα της ελευθερίας του Θεού.

Ω, όλοι οι άνθρωποι, προσευχηθείτε και κλάψτε για τις αμαρτίες σας, για να σας συγχωρήσει ο Κύριος. Όπου υπάρχει άφεση αμαρτιών, εκεί βρίσκεται η ελευθερία της συνειδήσεως και η αγάπη, έστω και λίγη.



Ο Κύριος μας έδωσε την εντολή να αγαπάμε ο ένας τον άλλον. Αυτή είναι η αληθινή ελευθερία: η αγάπη για τον Θεό και τον πλησίον. Εδώ βρίσκεται και η ελευθερία και η ισότητα. Στην κοσμική τάξη είναι αδύνατο να υπάρξει ισότητα -αυτό όμως δεν έχει σημασία για την ψυχή. Δεν μπορεί να είναι ο καθένας βασιλιάς ή άρχοντας, πατριάρχης ή ηγούμενος ή διοικητής. Μπορεί όμως ο καθένας, σε όποια τάξη κι αν ανήκει, ν' αγαπάει τον Θεό και να είναι ευάρεστος σ’ Εκείνον - κι αυτό είναι το σπουδαίο. Και όσοι αγαπούν περισσότερο τον Θεό στη γη, θα έχουν περισσότερη δόξα στη βασιλεία των ουρανών και θα είναι πιο κοντά στον Κύριο. Ο καθένας θα δοξαστεί κατά το μέτρο της αγάπης του.

Η θεία χάρη δεν αφαιρεί την ελευθερία, αλλά συνεργεί μόνο στην εκπλήρωση των εντολών του Θεού. Ο Αδάμ βρισκόταν στην κατάσταση της χάριτος, αλλά δεν του αφαιρέθηκε το αυτεξούσιο. Οι άγγελοι παραμένουν επίσης στο Άγιο Πνεύμα, αλλά δεν τους έχει αφαιρεθεί η ελεύθερη βούληση.



Ο Κύριος έδωσε στη γη το Άγιο Πνεύμα, και όσοι το έλαβαν, αισθάνονται τον παράδεισο μέσα τους.

Ίσως πεις: Γιατί λοιπόν δεν έχω κι εγώ μια τέτοια χάρη; Επειδή εσύ δεν παραδόθηκες στο θέλημα του Θεού, αλλά ζεις σύμφωνα με το δικό σου θέλημα.



Παρατηρήστε εκείνον που αγαπάει το θέλημα του: δεν έχει ποτέ ειρήνη στην ψυχή του και δεν ευχαριστιέται με τίποτα. Γι’ αυτόν όλα γίνονται όπως δεν θα έπρεπε. Όποιος όμως δόθηκε ολοκληρωτικά στο θέλημα του Θεού, έχει την καθαρή προσευχή και η ψυχή του αγαπάει τον Κύριο.

*

Έτσι δόθηκε στον Θεό η Υπεραγία Παρθένος: "Ιδού η δούλη Κυρίου γένοιτο μοι κατά το ρήμα σου" (Λουκ. 1,38).

Αν λέγαμε κι εμείς: "Ιδού ο δούλος Κυρίου, γένοιτο μοι κατά το ρήμα σου", τότε τα ευαγγελικά λόγια του Κυρίου θα ζούσαν στις ψυχές μας, η αγάπη του Θεού θα βασίλευε σ’ όλον τον κόσμο και η ζωή στη γη θα ήταν απερίγραπτα ωραία.

Αλλά μολονότι τα λόγια του Κυρίου ακούγονται τόσους αιώνες σ’ όλη την οικουμένη, οι άνθρωποι δεν τα καταλαβαίνουν και δεν θέλουν να τα παραδεχθούν. Όποιος όμως ζει σύμφωνα με το θέλημα του Θεού, αυτός θα δοξαστεί και στον ουρανό και στη γη.



«Η γνωριμία με το Θεό» Αγίου Σιλουανού του Αθωνίτου (από φυλλάδιο της Ιεράς Μονής Παρακλήτου, Ωρωπός Αττικής 2005).

Η Βασιλεία του Θεού





Η έννοια της Βασιλείας του Θεού είναι μία εκ των σημαντικότερες διδασκαλίες του ευαγγελίου και μια από τις πλέον συζητήσιμες θεολογικές διαφοροποιήσεις μεταξύ της θεολογίας της Δύσης και της Ανατολής. Σκοπός και πρόταση της διδασκαλίας αυτής είναι να καταδειχτεί πως ο κόσμος της πτώσης πλέον έπαυσε με την έλευση του Χριστού και πως επήλθε μία νέα ανακαινισμένη και μεταμορφωμένη κτίση, όπου σε αυτή πλέον υπάρχει η ελπίδα της απολυτρώσεως του ανθρώπου.



Ο Θεός ως δημιουργός του σύμπαντος κόσμου και της κτίσεως, είναι και ο κυβερνήτης της πλάσης, ο οποίος ως σκοπό δεν έχει μόνο τη συντήρηση του κόσμου αυτού, αλλά επιδιώκει και να οδηγήσει τα πλάσματά του στην τελείωση, και την κτίση στην πλήρωση του σχεδίου Του. Έτσι ο ίδιος με την πανσοφία Του καθοδηγεί την πλάση, μη αφήνοντάς την σε τυχαία πορεία, αλλά αντιθέτως ενεργώντας μέσω της Θείας θελήσεώς του. Η αποδοχή δε αυτής της πορείας του κόσμου υπό τη Θεία καθοδήγηση του Θεού, σε καμία περίπτωση δεν αναιρεί τη δυνατότητα του αυτοβούλου, του αυτεξουσίου και της ελευθερίας του ανθρώπου, αλλά αντιθέτως αυτή είναι που γίνεται και μέσο της Θείας θελήσεως.



Η βάση της διδασκαλίας αυτής φαίνεται να είναι γνωστή από την Παλαιά Διαθήκη. Σύμφωνα λοιπόν με το πνεύμα της Παλαιάς Διαθήκης η βασιλεία του Θεού, αποτελεί την παρουσία του Θεού και την αποκάλυψη του σχεδίου Του, έχοντας ιστορικό χαρακτήρα καθώς αυτή συντελείται εν τόπο και χρόνο στο λαό του Ισραήλ και με την πρώτη παρουσία του Θεού στον Αβραάμ. Η βασιλεία αυτή για το λαό του Ισραήλ αποτελούσε μία διαρκή πραγματικότητα, ενώ το εσχατολογικό όραμα μέχρι τη βαβυλώνια αιχμαλωσία δεν υπήρχε στον τρόπο σκέψης και τη διδασκαλία τους, κάτι που όμως άλλαξε όπως γίνεται έκδηλα φανερό, τόσο από τα μετέπειτα βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης, όσο και από την Καινή Διαθήκη. Είναι όμως επίσης φανερό πως οι ιδέες αυτές στο λαό του Ισραήλ κατά την εποχή του Χριστού είχαν έντονο ανατρεπτικό κατά της εξουσίας τόνο, καθώς οι προφητείες των μεγάλων ανδρών της Παλαιάς Διαθήκης εκλαμβάνονταν κατά γράμμα. Το μήνυμα μάλιστα του Χριστού υπήρξε για αυτούς έντονα ανατρεπτικό. Ο ίδιος μίλησε για πόλεμο στα πάθη και την αμαρτία, για το παράδειγμα της αγάπης και τελικά για τη μεταστροφή του ανθρώπου σύμφωνα με την οποία θα συντελεστεί το θέλημα του πατρός Του. Έτσι κήρυξε μια διαφορετική βασιλεία, μία πνευματική βασιλεία, με κέντρο τον εσωτερικό άνθρωπο και όχι την εξωτερική πυγμή, καθώς η βασιλεία που έφερε δεν ήταν από τον κόσμο τούτο.



Από μερικούς ερευνητές η βασιλεία του Θεού ταυτίστηκε με την Καινή κτίση της δευτέρας παρουσίας. Στην ιστορία της εκκλησίας και ήδη από τα πρώτα της βήματα εμφανίστηκαν αιρέσεις οι οποίες ταύτισαν το εσχατολογικό όραμα της βασιλείας του Θεού με μία επίγεια, κτιστή, υλική αναγέννηση κατά τη Δευτέρα παρουσία του Χριστού. Πρώτος υπήρξε ο γνωστικός Κήρινθος, ο οποίος μπόλιασε με αρκετά χιλιαστικά ιουδαϊκά στοιχεία το χριστιανικό κήρυγμα, ενώ ακολούθησαν οι Εβιωναίοι, οι Ναζηραίοι, αλλά και στα νεώτερα χρόνια οι Σπουδαστές της Γραφής και οι Μάρτυρες του Ιεχωβά κ.α.

Πέραν αυτών όμως και επιφανείς εκκλησιαστικοί άνδρες υποστήριξαν το μοντέλο αυτό. Ανάμεσά τους ήταν ο Παπίας Ιεραπόλεως, ο Ειρηναίος της Λυών, ο Ιππόλυτος Ρώμης, ο Τερτυλλιανός και άλλοι. Πολλοί πατέρες όμως τόσο στην Ανατολή όσο και στη Δύση αντέκρουσαν με σφοδρότητα, πολλές φορές, το ζήτημα αυτό. Χαρακτηριστικός υπήρξε ο ιερός Αυγουστίνος με αποτέλεσμα να περιπέσει η θεωρία αυτή σε ανυποληψία. Η τάση της εσχατολογικής προοπτικής επαναφέρθηκε όμως μετά τη διάσπαση των εκκλησιών της Δύσης, μεταξύ προτεσταντισμού και καθολικής εκκλησίας, απορρίπτοντας όμως κατά βάση το υλιστικό χιλιαστικό μοντέλο και προτάσσοντας τη βασιλεία του Θεού στις καρδιές των ανθρώπων. Ειδικά σε ότι αφορά τον προτεσταντισμό, ενώ πρότεροι θεολόγοι με κορυφαίο τον Harnack αναφέρονται στην παρουσία της βασιλείας του Θεού ως μια παρούσα πραγματικότητα στις καρδιές των ανθρώπων, οι νεώτεροι διαλεκτικοί με ηγέτη τον K. Barth συνάγουν πως κάτι τέτοιο είναι αδύνατο λόγω της παντελούς αδυναμίας του ανθρώπου να σωθεί. Η βασιλεία του Θεού σε αυτούς γίνεται πραγματικότητα δια της πίστεως και μόνο.

 

Η ΥΠΑΡΞΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥ





Ο Θεός δεν είναι αντικείμενο να τον εξετάσουμε σε κάποιο εργαστήριο επιστημονικά. Έτσι, δεν είναι δυνατόν να μιλάμε για αποδείξεις περί ύπαρξης ή ανυπαρξίας του Θεού, παρά μόνο για λογικές σκέψεις περί Αυτού. Αν και αυτά είναι ζητήματα έξω από την ανθρώπινη εμπειρία, παρόλα αυτά οι άνθρωποι ζητούν να βρουν μια λογική αιτία πίστης στη θεότητα.



Η ΥΠΑΡΞΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥ


Ο άνθρωπος ως σκεπτόμενο πρόσωπο, δεν μπορεί να νοήσει τον εαυτό του και να συλλάβει το νόημα του κόσμου έξω και ανεξάρτητα από την ιδέα του Θεού. Αισθάνεται ότι δεν είναι ον αυθύπαρκτο και το περί Θεού ερώτημα είναι καίριο, πού θέτει μόνον ο λογικά σκεπτόμενος άνθρωπος. Η άλογη κτίση δεν έχει τέτοιου είδους ευαισθησίες και δε διατυπώνει παρόμοια ερωτήματα, ούτε έχει ανάλογους προβληματισμούς. Μόνον ο άνθρωπος ρωτά, γιατί είναι η λογική «εικόνα» του Θεού.

Στο ερώτημα περί υπάρξεως του Θεού ανάγεται ο άνθρωπος και από το γεγονός ότι ο Θεός είναι κεκρυμμένος και αθέατος. Δεν μπορείς να τον συναντήσεις και να τον δεις, να λάβεις εμπειρική αίσθηση της παρουσίας του. Ο Θεός κυβερνά τον κόσμο, όμως δεν μπορείς να κατανοήσεις την ενέργεια του αυτή, η οποία είναι άκρως αινιγματική στο φτωχικό μυαλό μας, σε σημείο πού, βλέποντας τόση ακαταστασία, τόση κακότητα και τόση φυσική και ηθική αθλιότητα στον κόσμο, ν' αναρωτιέται κανείς αν πράγματι υπάρχει ο Θεός και προνοεί αληθινά για τα πλάσματα του.

Το ζήτημα της υπάρξεως του Θεού είναι ζήτημα καθαρό πίστεως. Το ιερό Σύμβολο της Πίστεως ρητά ομολογεί: «Πιστεύω εις ένα Θεόν». Ο άνθρωπος, ο λογικά σκεπτόμενος, έχει τη δυνατότητα να δεχθεί ή να μη δεχθεί την ύπαρξη του Θεού. Με τη σκέψη αυτή, το περί Θεού ερώτημα έχει δευτερεύουσα σημασία, γιατί, αν πιστεύεις αληθινά στο Θεό, το ερώτημα δεν έχει κανένα νόημα.





ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΑ ΠΟΥ Ν' ΑΠΟΔΕΙΚΝΥΟΥΝ

ΤΗΝ ΥΠΑΡΞΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥ


Την ύπαρξη του Θεού κανένας δεν μπορεί να την αποδείξει λογικά, όπως αποδεικνύει τις φυσικές αλήθειες. Η ουσία του Θεού είναι απολύτως υπερβατική, αθέατη στα μάτια μας και απρόσιτη στη φυσική μας διάνοια. Έμμεσα μόνο μπορούμε να διακρίνουμε τη θεία ενέργεια, η οποία διακατέχει και συγκρατεί τα όντα και είναι διάχυτη στην εξωτερική δημιουργία. Και αυτή πάλι μόνο με τους οφθαλμούς της ψυχής μας μπορούμε να τη συλλάβουμε.

Η ύπαρξη του Θεού προϋποθέτει την πίστη και αυτό αρκεί. Ο Θεός υπάρχει στην περιοχή της καρδιάς που τη φλογίζει η πίστη και όχι στο μυαλό πού κυριαρχείται από το λόγο και διέπεται από την αυστηρή επιστημονική γνώση. Αν ο Θεός δεν υπάρχει στην καρδιά ως μυστική παρουσία, δεν υπάρχει πουθενά. Γι' αυτό, όταν ερωτόμαστε από ανθρώπους λογικοκρατούμενους αν υπάρχει Θεός, η απάντηση μας πρέπει να είναι αρνητική, με την έννοια ότι ο Θεός δεν υπάρχει όπως τον θέλουν αυτοί, κομμένος και ραμμένος στα μέτρα τους.

Ο Θεός φυσικά υπάρχει και  δεν είναι δημιούργημα του νου και της φαντασίας του ανθρώπου, όπως υποστηρίζουν πολλοί. Τον Θεό ο άνθρωπος αποδέχεται με την πίστη και την αγάπη του. Ως λογικά όμως σκεπτόμενο ον, προσπαθεί να τεκμηριώσει και με επιχειρήματα την πίστη του αυτή. Προς το σκοπό αυτό διαμόρφωσε από πολύ παλιά διάφορους λογικούς συλλογισμούς. Στη θεολογία οι συλλογισμοί αυτοί είναι γνωστοί ως «αποδείξεις περί της υπάρξεως του Θεού». Φυσικά δεν πρόκειται περί επιστημονικών αποδείξεων, γιατί ο Θεός βρίσκεται πέρα από τα όντα και δεν είναι μέγεθος φυσικό πού να μπορεί να εκτιμηθεί με κριτήρια αισθητά και εμπειρικά. Οι συλλογισμοί αυτοί δεν είναι αποδείξεις, αλλά ενδείξεις, επιχειρήματα λογικοφανή, δείκτες πού προσανατολίζουν τη σκέψη προς το δυνατό της υπάρξεως του Θεού. Οι κυριότερες από τις ενδείξεις αυτές είναι τέσσερις, η τελολογική, η κοσμολογική, η ηθική και η ιστορική.



Α) Τελολογική απόδειξη (τέλος=σκοπός): Η τάξη, η σοφία, η σκοπιμότητα και η αγάπη με την οποία δημιουργήθηκε και λειτουργεί ο κόσμος μας οδηγεί στην παραδοχή της ύπαρξης ενός σοφού και καλού Θεού, που όχι μόνο δημιούργησε τον κόσμο, αλλά και συνεχίζει να φροντίζει γι’ αυτόν.

Β) Κοσμολογική απόδειξη: Ο πολύπλοκος αυτός κόσμος δεν είναι δυνατό να δημιουργήθηκε μόνος του και να λειτουργεί μόνος του. Η λογική μας λέει ότι δεν μπορεί να υπάρχει δημιούργημα χωρίς δημιουργό, αφού κάθε αποτέλεσμα έχει και την αιτία του, σύμφωνα με την αρχή της αιτιότητας. Ένας τρόπος, λοιπόν, της φανέρωσης του Θεού στους ανθρώπους είναι η ίδια η φύση, δια μέσου της οποίας έχουμε τη λεγόμενη «φυσική αποκάλυψη».

Γ) Ηθική απόδειξη: Η απαίτηση της ανθρώπινης ύπαρξης για δικαιοσύνη και η τάση της για τελειότητα δεν ικανοποιούνται σ' αυτόν το γήινο κόσμο, όπου συνήθως οι ενάρετοι υποφέρουν και οι άδικοι ευημερούν. Είναι απαραίτητο, λοιπόν, να υπάρχει Θεός, που στην άλλη ζωή θα αποδώσει δικαιοσύνη στους ανθρώπους σύμφωνα με τα έργα τους.

Δ) Ιστορική απόδειξη: Αφού η τάση του ανθρώπου να πιστεύει σε κάποιο Θεό είναι πανανθρώπινο και αιώνιο φαινόμενο, δεν είναι δυνατό να δημιουργήθηκε τυχαία, αλλά κάποιος άλλος έξω από εμάς δηλ. ένας Θεός, τη φύτεψε μέσα στην ύπαρξη μας.



Συγκεφαλαιώνοντας οι θείες αλήθειες δεν αποδεικνύονται επιστημονικά. Μπορούν να διευκολύνουν την πίστη στην ύπαρξη του Θεού. Δεν τη γεννούν. Φυσικά όποιος πιστεύει αληθινά στην ύπαρξη του Θεού δεν έχει ανάγκη από λογικά επιχειρήματα για να ενισχυθεί στην πίστη του. Μόνον όσοι έχουν ασθενή και κυμαινόμενη πίστη (κυρίως οι προβληματιζόμενοι άνθρωποι) μπορούν να ωφεληθούν από τις ενδείξεις περί της υπάρξεως του Θεού και να στερεώσουν την πίστη τους. Και αυτό πάντοτε με τη χάρη και το φωτισμό του Θεού.

ΘΕΟΣ: ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ




Η ακριβής προέλευση της λέξης Θεός δεν είναι σήμερα γνωστή και καθώς η έρευνα σχετικά με την ακριβή παρέλευσή της ακόμα συνεχίζεται, αφού φιλόλογοι και γλωσσολόγοι δεν έχουν καταλήξει σε σαφή συμπεράσματα.

Μια πιθανή λέξη προέλευσης της λέξεως Θεός παράγεται από το ρήμα θεώμαι, που αποδίδεται σήμερα την έννοια «βλέπω τα πάντα» και κατά συνέπεια ως Θεός ορίζεται αυτός που επιβλέπει τα πάντα. Κατά άλλους προέρχεται από το ρήμα τίθημι, που σημαίνει τοποθετώ και άρα θέλει να δηλώσει τον Δημιουργό. Άλλοι υποστηρίζουν πως πιθανή ρίζα του μπορεί να είναι ρήμα θέω ή θείω, που σημαίνει τον πανταχού παρόντα.

Οι πλειοψηφία των γλωσσολόγων θεωρεί πως σήμερα η λέξη προέρχεται από την από την ινδοευρωπαϊκή ομογλωσσία και έχει σχέση προς την σανσκριτική λέξη deva ή dyaus, προς το λατινικό deus ακόμα και το Ελληνικό Δευς ή Ζευς, οπότε κατ' αυτήν την διασύνδεση, η έννοια του Θεού, σχετίζεται με την έννοια του φωτός. Στην αρχαιότητα στην βοιωτική διάλεκτο η λέξη απαντάται ως θιός ή σιός, στην Λακωνική σιός, στη Δωρική θεύς, στη μετάφραση των Εβδομήκοντα και στην Καινή Διαθήκη, ως Θεός.



Ο Πλάτων υποστηρίζει ότι η λέξη θεός παράγεται από το ρήμ. θέειν = τρέχειν που κυριολεκτείται για κάθε κυκλοτερές πράγμα που φαίνεται ότι περιτρέχει και επανέρχεται εις εαυτόν (θο-ός = ταχύς, δηλώνει ενέργεια), διότι οι πρώτοι θεοί για τους αρχαίους ανθρώπους ήταν ο Ήλιος και η Σελήνη και τα λοιπά ουράνια σώματα που «διέτρεχαν» το διάστημα.

Η απάντηση στο ερώτημα, ποια είναι η ετυμολογία της λέξης Θεός, παραμένει αβέβαιη. Είναι άραγε τυχαίο αυτό ή γιατί ο Θεός, αφού ως έννοια είναι ασύλληπτος από τον πεπερασμένο ανθρώπινο νου, δεν επιδέχεται γνωστική διερεύνηση και η λέξη με την οποίαν τον ονομάζουν οι άνθρωποι;





ΣΗΜΑΣΙΟΛΟΓΙΑ


Με τον γενικό όρο Θεός στη σύγχρονη ελληνική γλώσσα εννοείται η θεότητα ή η υπέρτατη οντότητα που φέρεται ως Δημιουργός του Κόσμου. Ως προς τη σημασία της η έννοια Θεός εμφανίζει μια εξέλιξη. Οι αντιλήψεις περί Θεού διαμορφώθηκαν στους μυθικούς χρόνους, ανάλογα με το πολιτιστικό επίπεδο των διαφόρων λαών.

Στον Όμηρο η λέξη έχει δύο σημασίες; Μία γενική, χωρίς το άρθρο, στον ενικό θεός ή στον πληθυντικό θεοί και δηλώνει τη θεότητα, την έννοια του θείου και δεύτερη, με τη μερική σημασία για τους πολλούς θεούς της ελληνικής πολυθεΐας: θεός τις = ένας από τους θεούς.

Οι ομηρικές αντιλήψεις παρέμειναν ίδιες σχεδόν μέχρι τα τέλη της αρχαιότητος. Παράλληλα όμως, στην εποχή του Σωκράτη, ο Πλάτων αναπτύσσει την τελολογική απόδειξη για την ύπαρξη του Θεού (ως λογικού όντος και δημιουργού, αφού υπάρχει η σκοπιμότητα στη φύση). Το σπουδαιότερο είναι ότι μιλά για τον ένα και μόνο Θεό, στον διάλογό του «Κρίτων, κεφ. 8». Εδώ η λέξη αλήθεια χρησιμοποιείται με τη μεταφυσική της σημασία, ως απρόσωπη έννοια και ως ουσιώδες γνώρισμα του «όντος» και ταυτίζεται με τον ίδιο τον Θεό. Μιλά ακόμη ο Πλάτων για την αθανασία του Θεού, για την Παντογνωσία του, για την αγαθότητα του Θεού και για το ένα πρόσωπό του.

Ο Αριστοτέλης ανέπτυξε την κοσμολογική απόδειξη για την ύπαρξη του Θεού (αφού υπάρχει το αποτέλεσμα, το σύμπαν, πρέπει να υπάρχει και η κινητήρια αρχή) όπως επεσήμανε ο Πλάτων ο Θεός είναι αιτία των πάντων. Και ο Σωκράτης έκλεισε την απολογία του λέγοντας: «Τώρα είναι ώρα, για να φεύγω, εγώ, για να πεθάνω και σεις για να ζήσετε, ποιος από μας πηγαίνει στο καλύτερο, κανένας δεν το ξέρει παρά μόνο ο Θεός», λυτρωμένος, γαλήνιος και βέβαιος πια για την αθανασία της ψυχής.



Συμπεραίνουμε, λοιπόν, ότι οι Έλληνες φιλόσοφοι της κλασικής εποχής με το σπερματικό τους λόγο για τον ένα και μόνο Θεό, για το υπέρτατο αγαθό, άνοιξαν τον δρόμο και προετοίμασαν το έδαφος για τον Χριστιανισμό.

Θα κλείσουμε τους αρχαίους χρόνους στην Ελλάδα, αφού αναφερθούμε σύντομα και στον Άγνωστο Θεό, που τον λάτρευαν σε βωμό με την επιγραφή: τω Αγνώστω Θεώ». Είναι γνωστό το επεισόδιο με τον Απόστολο Παύλο, όταν διερχόμενος από την Αθήνα, στάθηκε εν μέσω του Αρείου Πάγου και μίλησε στο συγκεντρωμένο πλήθος για τον άγνωστο Θεό. Και άλλοι συγγραφείς αναφέρουν ότι η πίστη στον Άγνωστο Θεό δεν ήταν κάτι το αποκλειστικό για την αρχαία Αθήνα, αλλά η λατρεία του ήταν ευρέως διαδεδομένη και στις άλλες πόλεις. Υπήρχε και ο όρκος: νή τον άγνωστον θεόν.

Οι Χριστιανοί θεολόγοι υποστηρίζουν ότι ο ανεξερεύνητος Θεός της Αγ. Γραφής αποτελεί έννοια συγγενική με τον Άγνωστο Θεό των αρχαίων Ελλήνων και θα λέγαμε ότι ο Άγνωστος Θεός είναι το τελευταίο στάδιο της θρησκευτικής αναζήτησης του ανθρώπου πριν από την εξ Αποκαλύψεως θρησκεία.





ΠΑΛΑΙΑ ΚΑΙ ΚΑΙΝΗ ΔΙΑΘΗΚΗ



Σε αντίθεση με τις πολυθεϊστικές και ειδωλολατρικές θρησκείες της αρχαιότητας, στην Παλαιά Διαθήκη αναφέρεται ότι ο Θεός είναι ένας και μόνος.

Ο τοπικός και φυλετικός Θεός Γιαχβέ μετατράπηκε αργότερα σε μοναδικό Θεό και Παντοκράτορα, τον Γιαχβέ: Λέξη εβραϊκή, που σημαίνει: ο ων, ο υπάρχων, ο ζων. Οι ιδιότητες του χαρακτηρίζονται με τα επίθετα: Παντογνώστης, Πάνσοφος, Παντοδύναμος, Παντοκράτωρ, που δημιούργησε τα πάντα, προνοεί, συντηρεί και κυβερνά τον κόσμο.



Στην Καινή Διαθήκη λέγεται: Πατήρ, ο Θεός. Η ονομασία του Θεού-Πατρός αποδίδεται στο α΄ πρόσωπο της Αγίας Τριάδος. Ο Θεός απεκαλύφθη ως Πατήρ, ως Υιός και ως θείο Άγιο Πνεύμα (Αγία Τριάς).

Και ο Χριστός δίδαξε τους μαθητές του, ν' αποκαλούν στην προσευχή τους τον Θεό, με την φράση «Πάτερ ημών», ενώ ο ίδιος μιλούσε για τον Θεό με τη φράση «ο Πατήρ μου», στον ενικό. Στον Χριστιανισμό, η λέξη Θεός δηλώνει τον δημιουργό του κόσμου, το άναρχο και αιώνιο Πνεύμα, και ο χριστιανός τον πιστεύει ως Πατέρα, Παντοκράτορα, φιλόστοργο, που περιβάλλει τον άνθρωπο με την άπειρη αγάπη Του και εκδηλώνεται με την πρόνοια Του για τη συντήρηση και σωτηρία του ανθρώπου.

Στην Ορθόδοξη χριστιανική διδασκαλία η έννοια Θεός είναι ακατάληπτη, απρόσιτη και απροσπέλαστη στην πεπερασμένη διάνοια του ανθρώπου. Ο άνθρωπος γνωρίζει ένα μέρος της θεότητας, η δε άμεση γνώση του Θεού θα γίνει στην πέραν του Τάφου ζωή, στη Δευτέρα παρουσία του Χριστού.





ΕΠΙΛΟΓΟΣ


Ο άνθρωπος από την αρχή της δημιουργίας του ήταν στραμμένος με τους αισθητούς, αλλά κυρίως με τους πνευματικούς οφθαλμούς του προς τον Ουρανό, προς τον Θεό, γιατί μετείχε εξ αρχής της θείας φύσης η ψυχή του και γιατί πλάστηκε από τον Δημιουργό του «κατ' εικόνα και ομοίωσίν του».

Από την εποχή του μύθου ο άνθρωπος είτε θεοποίησε τα φυσικά αντικείμενα και φαινόμενα, είτε πίστεψε στους ατελείς ανθρωπομορφικούς θεούς, ζούσε πάντοτε με την ψυχική αγωνία να γνωρίσει τον ένα και Μόνο Θεό, την μία και μόνη Αλήθεια. Από την δυστυχία του αυτή λυτρώθηκε με την εξ Αποκαλύψεως θρησκεία, που του άνοιξε τον δρόμο προς τη σωτηρία και προς τη θέωσή του.

 

Η ΑΓΙΑ ΤΡΙΑΔΑ Ο δεύτερος τύπος απεικόνισης της Αγίας Τριάδος



Με τον όρο Αγία Τριάδα εννοείται το χριστιανικό δόγμα που περιγράφει την πίστη σε έναν τρισυπόστατο Θεό. Οι τρεις υποστάσεις ή πρόσωπα της Τριάδος είναι ο Πατήρ, ο Υιός και το Άγιο Πνεύμα, τα οποία είναι αδιαίρετα και ομοούσια κατά τη θεότητα, έχουν την ίδια Θεία ουσία, την ίδια δύναμη, δόξα και ενέργεια.





Ο ΘΕΟΣ ΩΣ ΤΡΙΣΥΠΟΣΤΑΤΗ ΜΟΝΑΔΑ



Το τριαδικό δόγμα, που είναι μυστήριο ασύλληπτο από το ανθρώπινο πνεύμα, διατυπώνεται συνοπτικά ως εξής:

Ο Θεός είναι ένας και μόνος κατά την ουσία ή φύση, αλλά τριαδικός κατά τα πρόσωπα ή τις υποστάσεις, Πατήρ, Υιός και Άγιο Πνεύμα. Ο Θεός, δηλαδή, είναι τρισυπόστατος. Οι τρεις αυτές υποστάσεις δεν πρέπει να θεωρηθούν σαν απλές όψεις ή μορφές της θεότητας, ώστε ο ένας Θεός να αποκαλύπτεται άλλοτε ως Πατέρας, άλλοτε ως Υιός και άλλοτε ως Άγιο Πνεύμα. Ούτε πάλι τα πρόσωπα αυτά είναι από διαφορετική ουσία ώστε να υπάρχουν τρεις Θεοί. Μία και μόνη Θεία ουσία και Θεότητα υπάρχει, άναρχη, άκτιστη (αδημιούργητη), άϋλη, αμετάβλητη, αδιαίρετη, παντοδύναμη, τέλεια. Συγχρόνως όμως ολόκληρη η μία Θεία ουσία υπάρχει στα τρία θεία πρόσωπα, χωρίς σύγχυση και χωρίς διαίρεση. Ούτε, λοιπόν, τρεις θεοί υπάρχουν, ούτε τα τρία πρόσωπα συγχέονται σε ένα. Και ενώ είναι και τα τρία πρόσωπα ομοούσια και έχουν τις ίδιες ιδιότητες διακρίνονται το ένα από το άλλο σε τούτο: Ο Πατέρας είναι αγέννητος, ο Υιός γεννάται από τον Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα εκπορεύεται από τον Πατέρα αιωνίως. Σε κάθε ενέργεια του Θεού προς τα έξω, δηλαδή προς τον κόσμο, συμμετέχουν και τα τρία πρόσωπα, αλλά το καθένα με τη δική του τάξη.



Πιο αναλυτικά ο τριαδικός Θεός περιγράφεται ως "Τρισυπόστατη Μονάδα" η οποία φανερώνεται με ενέργειες και έργα στην κτίση και την ιστορία. Έχει μεν τρία πρόσωπα, αλλά αυτά τα τρία πρόσωπα δεν αποτελούν τρεις χωριστούς Θεούς, αλλιώς ο Χριστιανισμός δε θα ήταν μονοθεϊστική αλλά τριθεϊστική θρησκεία. Κατά το δόγμα, ο λόγος που ο τριαδικός Θεός είναι ένας αν και με τρεις υποστάσεις είναι η απουσία χώρου και χρόνου. Επειδή όμως ο χώρος και ο χρόνος είναι δημιουργήματα του Θεού, ο Θεός δεν υπόκειται σε αυτούς, καθώς ουδεμία σχέση υπάρχει μεταξύ κτιστού και ακτίστου. Έτσι έχουμε το μυστήριο (ακατάληπτο για τους ανθρώπους) της Τρισυπόστατης Μονάδας.



Ο Ένας και Μοναδικός Θεός έχει τρεις υποστάσεις ή πρόσωπα,  ο Πατήρ, ο Υιός και το Άγιο Πνεύμα. Ο Πατήρ αποτελεί την Αιτία της Θεότητος.

Τα τρία πρόσωπα αυτά ή αλλιώς υποστάσεις, έχουν μοναδικές και αμεταβίβαστες ιδιότητες που προκύπτουν από τις αιώνιες (χωρίς χρονική αρχή) σχέσεις τους. Ταυτόχρονα έχουν μία ουσία ή φύση, αλλά κάθε μία από αυτές ως υπόσταση δεν ταυτίζεται με την ουσία της θεότητος και έτσι "ο Πατήρ είναι η αιτία της υπάρξεως των υποστάσεων του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, αλλά όχι και της ουσίας και των ενεργειών αυτών, με τα οποία κοινωνεί.



Η Αγία Τριάδα για την οποιαδήποτε ανθρώπινη ύπαρξη αδύνατο να κατανοηθεί πλήρως, πόσο μάλλον να εξηγηθεί. Ο Θεός είναι απείρως μεγαλύτερος από μας, επομένως, δεν χρειάζεται να περιμένουμε να είμαστε σε θέση να τον κατανοήσουμε πλήρως. Η Βίβλος διδάσκει ότι ο Πατέρας είναι Θεός, ότι ο Υιός είναι Θεός και ότι το Άγιο Πνεύμα είναι Θεός. Αν και μπορούμε να κατανοήσουμε κάποιες σχέσεις μεταξύ των διαφορετικών προσώπων της Αγίας Τριάδας, εν τούτοις η Αγία Τριάδα είναι ακατανόητη στον ανθρώπινο νου. Όμως, αυτό δεν σημαίνει ότι εκείνο δεν είναι αλήθεια ή ότι δεν βασίζεται στη διδασκαλία της Βίβλου.

Η λέξη «Τριάδα» δεν χρησιμοποιείται στην Αγία Γραφή. Αυτός ο όρος χρησιμοποιείται στην προσπάθεια να περιγραφεί ο Τριαδικός Θεός, το γεγονός ότι υπάρχουν τρία συνυπάρχοντα, αιώνια πρόσωπα που αποτελούν το Θεό. Η Αγία Τριάδα είναι ένας Θεός σε τρία πρόσωπα. Δεν υπάρχει τίποτα λανθασμένο αν χρησιμοποιηθεί ο όρος «Τριάδα» αν και αυτή η λέξη δεν απαντάται στη Βίβλο.



Στην εκκλησιαστική ιστορία, η ταυτότητα της ουσίας και η διάκρισή της σε Τρία Πρόσωπα οδήγησε συχνά σε αιρετικές ερμηνείες.





Η ΣΧΕΣΗ ΤΩΝ ΠΡΟΣΩΠΩΝ



Η αιώνια σχέση των τριών προσώπων ή υποστάσεων αποσαφηνίζεται με τρεις βασικές προϋποθέσεις:

α) Αίτιο του τρόπου ύπαρξης της Τριάδας καθεαυτής είναι μόνο ο Πατέρας,

β) Ο Πατέρας γεννά τον Υιό και εκπορεύει το Άγιο Πνεύμα χωρίς όμως να υπάρχει χρονική διαφορά ύπαρξης των τριών,

γ) Οι τρεις υποστάσεις (ή αλλιώς, πρόσωπα), υπάρχουν άχρονα και αιώνια ως εκδήλωση μιας ουσίας και φύσης.



Αυτό σημαίνει ότι στην Αγία Τριάδα υπάρχει:

α) Ένα αίτιο,

β) Ταυτότητα ουσίας (τα πρόσωπα είναι ομοούσια), και

γ) Ετερότητα των υποστάσεων ή προσώπων.



Το ένα αίτιο και η μία ουσία εξηγούν το γιατί ο θεός είναι ένας και η ετερότητα των υποστάσεων εξηγεί το γιατί ο Θεός είναι τρισυπόστατος. Έτσι στην ορθόδοξη θεολογία γίνεται αντιληπτό πως έχουμε διαχωρισμό κοινών ιδιοτήτων και ακοινωνήτων, με τις κοινές να βρίσκονται πλήρως και στις τρεις υποστάσεις όπως η ενέργεια, η βούληση και των ακοινωνήτων δηλαδή των χαρακτηριστικών που εμπεριέχονται μόνο σε κάθε μια υπόσταση αποκλειστικώς όπως το αναίτιο, το αίτιο δια του γεννάσθαι, το αίτιο δια του εκπορεύεσθαι, το αγέννητο, το γεννητό, το εκπορευτό. Γι αυτό και οι υποστατικές ιδιότητες ονομάζονται και τρόποι υπάρξεως του Θεού.

Η ετερότητα των υποστάσεων

Την ετερότητα των υποστάσεων συνιστά το γεγονός ότι:

α) Ο Πατέρας είναι αγέννητος

β) Ο Υιός γεννάται από τον Πατέρα (άχρονα)

γ) Το Άγιο Πνεύμα εκπορεύεται από τον Πατέρα.

Οι παραπάνω ιδιότητες, ονομάζονται "υποστατικά ιδιώματα" και κάθε ιδίωμα ανήκει στην ιδιαίτερη υπόσταση και μόνο.



Κάθε Πρόσωπο, στην επαφή του με τον κόσμο και την ιστορία, δηλαδή στα πλαίσια της Θείας Οικονομίας, επιτελεί ένα ιδιαίτερο έργο:

α) Ο Πατέρας, πραγματώνει τη δημιουργική και απολυτρωτική ενέργεια, είναι η αρχική αιτία,

β) Ο Υιός πραγματώνει το έργο της φανέρωσης, της άσαρκης και της ένσαρκης παρουσίας του στην κτίση και την ιστορία για τη σωτηρία του ανθρώπου,

γ) Το Άγιο Πνεύμα διενεργεί την τελείωση του δημιουργικού και απολυτρωτικού έργου.



Η Αγία Τριάδα αποτελεί για τον Χριστιανισμό την αρχετυπική κοινότητα μεταξύ προσώπων, στην οποία η αγάπη είναι όχι απλά στοιχείο, αλλά το ίδιο το αίτιο της ύπαρξής της (πλην του Πατέρα, ο οποίος δεν έχει αρχή και αιτία).



Ως προς την αιώνια και χωρίς αρχή σχέση των προσώπων της Αγίας Τριάδας για την Ορθόδοξη θεολογία είναι σημαντική η διαμάχη με τους δυτικούς θεολόγους για το ζήτημα του Filioque. Κατά τη διατύπωση αυτή του Συμβόλου της Πίστεως, το Άγιο Πνεύμα εκπορεύεται και εκ του Υιού. Για το ορθόδοξο όμως δόγμα το μοναδικό αίτιο της ύπαρξης του Υιού και του Αγίου Πνεύματος είναι το πρόσωπο του Θεού Πατέρα. Ο Υιός μπορεί να πέμπει το Πνεύμα στην Θεία Οικονομία, δεν μπορεί όμως ποτέ το Πνεύμα να εκπορεύεται από αυτόν, ο Υιός να αποτελεί δηλαδή την αιτία της ύπαρξης του Πνεύματος.

Η Ορθόδοξη Εκκλησία με το Σύμβολο της Πίστεως ή σύμβολο της Νίκαιας-Κωνσταντινούπολης, τα 7 πρώτα άρθρα του θεσπίστηκαν στην A' Οικουμενική Σύνοδο, που έγινε το 325 μ.Χ. στη Νίκαια της Βιθυνίας ενώ τα υπόλοιπα 5 άρθρα ολοκληρώθηκαν στη B' Οικουμενική Σύνοδο, που έγινε το 381 μ.Χ. στην Κωνσταντινούπολη, εκφράζει την ορθόδοξη διατύπωση του τριαδικού δόγματος περί του Θεού.





ΟΙ ΕΝΝΟΙΕΣ "ΑΪΔΙΟΣ" ΚΑΙ "ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ" ΤΡΙΑΔΑ

ΣΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ



Στην Ορθόδοξη Θεολογία, δύο βασικές έννοιες που αναφέρονται στην Αγία Τριάδα είναι η "Αΐδιος" και η "Οικονομική" Τριάδα.

Ο όρος "Αΐδιος" αναφέρεται στη Θεότητα και στις σχέσεις που έχουν μεταξύ τους τα Θεία Πρόσωπα, Πατήρ, Υιός και Άγιο Πνεύμα.

Ο όρος "Οικονομική Τριάδα" αναφέρεται στις ενέργειες που κάνει ο Τριαδικός Θεός στα πλαίσια της Θείας Οικονομίας για τη Σωτηρία μας. Στα πλαίσια αυτά, επειδή έτσι παρουσιάζεται στις θεοφάνειες της Καινής και της Παλαιάς Διαθήκης, γίνεται δεκτό ότι κάθε πρόσωπο επιτελεί ένα ιδιαίτερο έργο.



Σύμφωνα με τους Πατέρες της Εκκλησίας τα τρία Πρόσωπα έχουν μία βούληση και μία ενέργεια. Ο Πατέρας (στην "οικονομική Τριάδα") μπορεί να φαίνεται ότι μονομερώς "στέλνει" τον Υιό για να πραγματώσει ένα έργο. Όμως, ο Υιός δεν εκτελεί εντολές τη στιγμή εκείνη σαν υποδεέστερος, αλλά θα λέγαμε, "στέλνεται αυτεξούσια". Τη στιγμή δηλ. που ο Πατέρας έχει τη βούληση να "στείλει" τον Υιό, αυτή η βούληση δεν είναι μόνο δική Του, αλλά είναι άχρονα και αΐδια, ενιαία βούληση και των τριών προσώπων. Έτσι, η αΐδια ισότητα παραμένει και στα πλαίσια της Θείας Οικονομίας.



"Αΐδιος" Τριάδα



Ο ΥϊόςΛόγος στη θεολογική Τριάδα, δηλαδή στην Αΐδια Τριάδα, ως δεύτερο πρόσωπο ή υπόσταση της θεότητας, όντας ισότιμος με τα δύο άλλα πρόσωπα, έχει το ίδιο αξίωμα και την ίδια δόξα πού έχουν ο Πατήρ και το Άγιο Πνεύμα.

Βεβαίως, Ο τριαδικός Θεός είναι μονάδα, γιατί ένα είναι το αίτιο, μία η ουσία και μία η ενέργεια και είναι τριαδικός κατά τις υποστάσεις, γιατί υπάρχει η ετερότητα των υποστάσεων. Ο Πατέρας είναι αγέννητος, ο Υιός γεννητός και το Πνεύμα εκπορευτό. Στην Ορθόδοξη Θεολογία, όταν αναφέρεται ο Πατέρας ως "αίτιο", αυτό σημαίνει ότι είναι το "μοναδικό αίτιο της προέλευσης και της ύπαρξης των υποστάσεων του Υιού και του Αγίου Πνεύματος.

Κατά συνέπεια, μόνο ο Πατέρας είναι άναρχος έχοντας απολύτως στον εαυτό του την αρχή της υπάρξεως του, ενώ τα άλλα θεία πρόσωπα προέρχονται αϊδίως απ’ αυτόν και λαμβάνουν το "είναι" τους και την υπόσταση τους".



Παρά το γεγονός όμως, ότι το αίτιο της προέλευσης και της ύπαρξης των υποστάσεων του Υιού και του Αγίου Πνεύματος είναι ο Πατέρας, πουθενά μέσα σε αυτές τις σχέσεις της "αΐδιας" Τριάδας δεν αποδεχόμαστε διαφορά (π.χ. ανώτερος-κατώτερος, πριν-μετά, πρώτος-δεύτερος κ.λπ.) αλλά δεχόμαστε μόνο διάκριση μεταξύ προσώπων. Κι αν ο Υιός έχει γεννηθεί από τον Πατέρα, και στον Πατέρα οφείλει την Υπόστασή του και την Υιότητά Του, ταυτόχρονα όμως, είναι άχρονος, αΐδιος, αιώνιος, διότι ο Πατέρας είναι άτρεπτος, και άρα, για να έχει Υιό, θα πρέπει να είναι αΐδια, αιώνια Πατέρας.



"Οικονομική" Τριάδα



Ενώ λοιπόν ο όρος αΐδιος Τριάδα αναφέρεται στις εσωτερικές σχέσεις των προσώπων της Τριαδικής Θεότητας, ο όρος οικονομική Τριάδα, έχει σχέση με τη Θεία Οικονομία, δηλαδή με την Σωτηρία του ανθρώπου. Η αΐδιος Αγία Τριάδα λέγεται οικονομική όταν φανερώνεται στον κόσμο με τις ενέργειές της. Τότε μιλάμε για την οικονομική φανέρωση της Τριάδας. Ο άνθρωπος μόνο τις ενέργειες της αϊδίου Τριάδας αντιλαμβάνεται και όχι την ουσία ή φύση της, η οποία είναι εντελώς έξω από τις δυνατότητές του ανθρώπου να την αντιληφθεί και να την κατανοήσει.

Στην οικονομική Τριάδα οι ενέργειες του τριαδικού Θεού, διαμέσου της κοινής βούλησης των προσώπων, είναι κοινές, ενώ υπάρχει η ιδιαιτερότητα των έργων του κάθε προσώπου. Ο Πατέρας είναι πάντοτε, και στην πραγμάτωση της δημιουργικής και απολυτρωτικής ενέργειας, η αρχική αιτία, ο Υιός πραγματώνει το έργο της φανέρωσης, της άσαρκης και της ένσαρκης παρουσίας του στη φύση και την ιστορία για την σωτηρία του ανθρώπου, και το Άγιο Πνεύμα διενεργεί την τελείωση του δημιουργικού και απολυτρωτικού έργου.

Ο Υιός και Λόγος του Θεού, στα πλαίσια της οικονομικής Τριάδας, αποστέλλεται από τον Πατέρα στον κόσμο για να σώσει τον άνθρωπο. Η χρήση εκφράσεων όπως ο Πατέρας αποστέλλει τον Υιό ή ότι ο Υιός είναι αποτέλεσμα της βούλησης του Πατέρα, δεν σημαίνουν αποδοχή κατωτερότητας του Υιού.



Το κάθε πρόσωπο στην Αγία Τριάδα επιτελεί ένα ιδιαίτερο έργο. Αυτό το έργο όμως δεν είναι αποτέλεσμα καταναγκασμού ή υποταγής, διότι η ενότητα και μοναδικότητα του Θεού προσδιορίζεται και από την ενιαία ενέργεια των Προσώπων. Η Θεία ενέργεια είναι ενοποιημένη και αδιαίρετη.

Αυτή η "ενιαία τριαδική ενέργεια", συχνά αναφέρεται με το σχήμα: "εκ Πατρός, δι’ Υιού, εν αγίω Πνεύματι". Το σχήμα αυτό δεν είναι τυχαίο και δεν μεταβάλλεται κατά βούληση από τα τρία Πρόσωπα. Είναι σχήμα απαράβατο, με το οποίο ενεργεί πάντα η Αγία Τριάδα. Κανένα Πρόσωπο δεν παρακάμπτει το άλλο. Αν ο Πατήρ δημιουργεί "διά του Υιού" αυτό δεν σημαίνει ότι η δημιουργική δύναμη του Πατρός είναι ατελής, ή ότι ο Υιός δεν έχει δύναμη για να ενεργήσει. Αντίθετα, αυτό δείχνει τη μοναδικότητα της θελήσεως τους. Κάθε Θεία ενέργεια είναι ενιαία και προέρχεται από ολόκληρη την Τριάδα.





Η ΑΓΙΑ ΤΡΙΑΔΑ ΣΤΗΝ ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ



Οι λέξεις "Αγία Τριάδα" δεν υπάρχουν στην Αγία Γραφή, εν τούτοις υπάρχουν πολλοί στίχοι που επιβεβαιώνουν την τρισυπόστατη φύση του Θεού:

Δευτερονόμιον 6,4  "῎Ακουε, ᾿Ισραήλ· Κύριος ὁ Θεὸς ἡμῶν Κύριος εἷς ἐστι·"

Εδώ ο Θεός είναι ένας κάτι που και ο Ιησούς Χριστός επιβεβαίωσε:

Κατά Μάρκον Ευαγγέλιον 12,29 "ὁ δὲ ᾿Ιησοῦς ἀπεκρίθη αὐτῷ ὅτι πρώτη πάντων ἐντολή· ἄκουε, ᾿Ισραήλ, Κύριος ὁ Θεὸς ἡμῶν Κύριος εἷς ἐστι·"

Η Αγία Γραφή επίσης επιβεβαιώνει ότι:

O Πατέρας είναι Θεός: Προς Κορινθίους Α' 8,6 "ἀλλ᾿ ἡμῖν εἷς Θεὸς ὁ πατήρ, ἐξ οὗ τὰ πάντα καὶ ἡμεῖς εἰς αὐτόν, καὶ εἷς Κύριος ᾿Ιησοῦς Χριστός, δι᾿ οὗ τὰ πάντα καὶ ἡμεῖς δι᾿ αὐτοῦ."

O Υιός του Ιησούς είναι Θεός: Κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον 1,1 "ΕΝ ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος, καὶ ὁ Λόγος ἦν πρὸς τὸν Θεόν, καὶ Θεὸς ἦν ὁ Λόγος.", Κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον 5,18 "διὰ τοῦτο οὖν μᾶλλον ἐζήτουν αὐτὸν οἱ ᾿Ιουδαῖοι ἀποκτεῖναι, ὅτι οὐ μόνον ἔλυε τὸ σάββατον, ἀλλὰ καὶ πατέρα ἴδιον ἔλεγε τὸν Θεόν, ἴσον ἑαυτὸν ποιῶν τῷ Θεῷ."

Tο Άγιο Πνεύμα είναι Θεός: Πράξεις 5,3-4 "εἶπε δὲ Πέτρος· ᾿Ανανία, διατί ἐπλήρωσεν ὁ σατανᾶς τὴν καρδίαν σου, ψεύσασθαί σε τὸ Πνεῦμα τὸ ῞Αγιον καὶ νοσφίσασθαι ἀπὸ τῆς τιμῆς τοῦ χωρίου; οὐχὶ μένον σοι ἔμενε καὶ πραθὲν ἐν τῇ σῇ ἐξουσίᾳ ὑπῆρχε; τί ὅτι ἔθου ἐν τῇ καρδίᾳ σου τὸ πρᾶγμα τοῦτο; οὐκ ἐψεύσω ἀνθρώποις, ἀλλὰ τῷ Θεῷ."

Οι ανωτέρω στίχοι αναφέρουν ότι υπάρχει μόνο ένας Θεός, άρα κατά τα δόγματα που πιστεύουν στην τρισυπόστατη μορφή του Θεού, ο Θεός είναι ένας σε τρεις θεϊκές υποστάσεις:

Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον 3,16 "καὶ βαπτισθεὶς ὁ ᾿Ιησοῦς ἀνέβη εὐθὺς ἀπὸ τοῦ ὕδατος· καὶ ἰδοὺ ἀνεῴχθησαν αὐτῷ οἱ οὐρανοί, καὶ εἶδε τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ καταβαῖνον ὡσεὶ περιστερὰν καὶ ἐρχόμενον ἐπ᾿ αὐτόν·"

Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον 3,17 "καὶ ἰδοὺ φωνὴ ἐκ τῶν οὐρανῶν λέγουσα· οὗτός ἐστιν ὁ υἱός μου ὁ ἀγαπητός, ἐν ᾧ εὐδόκησα"

Προς Κορινθίους Β' 13,14 "῾Η χάρις τοῦ Κυρίου ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ καὶ ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ κοινωνία τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος μετὰ πάντων ὑμῶν· ἀμήν."

Επιστολή Πέτρου Α' 1,2 "κατά πρόγνωσιν Θεοῦ πατρός, ἐν ἁγιασμῷ Πνεύματος, εἰς ὑπακοὴν καὶ ραντισμὸν αἵματος ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ· χάρις ὑμῖν καὶ εἰρήνη πληθυνθείη."

Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον 28,19 "πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τὰ ἔθνη, βαπτίζοντες αὐτοὺς εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος"

Eπιστολή Ιωάννου Α' 5,7 "ὅτι τρεῖς εἰσιν οἱ μαρτυροῦντες ἐν τῷ οὐρανῷ, ὁ Πατήρ, ὁ Λόγος καὶ τὸ ῞Αγιον Πνεῦμα, καὶ οὗτοι οἱ τρεῖς ἕν εἰσι· καὶ τρεῖς εἰσιν οἱ μαρτυροῦντες ἐν τῇ γῇ,"

Κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον 10,30 "ἐγὼ καὶ ὁ πατὴρ ἕν ἐσμεν."



Ακόμη η Αγία Γραφή επιβεβαιώνει ότι:

1) Υπάρχει ένας Θεός: Δευτερονόμιο 6,4. Α' Κορινθίους 8,4., Γαλάτας 3,20. Α' Τιμόθεον 2,5.

2) Η Αγία Τριάδα προϋποθέτει τρία Πρόσωπα, Γένεσις 1,1. 1,26. 3,22. 11,7. Ησαΐας 6,8. 48,16. 61,1. Ματθαίον 3,16-17. 28,19. Β' Κορινθίους 13,14.

3) Τα μέλη της Τριάδας αναγνωρίζουν ο ένας τον άλλον ως ένα σε διαφορετικούς παραγράφους. Στην Παλαιά Διαθήκη, ο «ΚΥΡΙΟΣ» αναγνωρίζεται από τον «Κύριο» (Γένεσις 19,24. Ωσηέ 1,4). Ο «ΚΥΡΙΟΣ» έχει τον «Υιό» (Ψαλμός 2,7. 12. Παροιμίες 30,2-4). Το Πνεύμα αναγνωρίζεται από τον «ΚΥΡΙΟ» (Αριθμοί 27,18) και από τον «Θεό» (Ψαλμός 51,10-12). Ο Θεός Υιός αναγνωρίζεται από τον Θεό Πατέρα (Ψαλμός 45,6-7. Προς Εβραίους 1,8-9). Στην Καινή Διαθήκη, στο κατά Ιωάννην 14,16-17 ο Ιησούς μιλά στον Πατέρα περί της αποστολής του Παρακλήτου, δηλαδή του Αγίου Πνεύματος. Αυτό δείχνει ότι ο Ιησούς δεν θεωρούσε τον εαυτό Του Πατέρα ή Άγιο Πνεύμα. Λάβετε υπ’ όψιν όλα τα άλλα χωρία των Ευαγγελίων όπου ο Ιησούς μιλά με τον Πατέρα.

4) Κάθε πρόσωπο της Τριάδας είναι Θεός, Ο Πατέρας είναι Θεός, Ιωάννην 6,27. Προς Ρωμαίους 1,7. Α' Πέτρου 1,2. Ο Υιός είναι Θεός, Ιωάννην 1,1. 14, Προς Ρωμαίους 9,5. Προς Κολοσσαείς 2,9. Προς Εβραίους 1,8. Α' Ιωάννου 5,20. Το Άγιο Πνεύμα είναι Θεός, Πράξεις 5,3-4. Α' Κορινθίους 3,16. Εκείνος που ενοικεί είναι το Άγιο Πνεύμα Προς Ρωμαίους 8,9. Ιωάννην 14,16-17. Πράξεις 2,1-4.

5) Η υπακοή μέσα στην Αγία Τριάδα, Η Αγία Γραφή δείχνει ότι το Άγιο Πνεύμα είναι υπάκουο στον Πατέρα και τον Υιό, ενώ ο Υιός είναι υπάκουος στον Πατέρα. Αυτή είναι μια εσωτερική σχέση, η οποία δεν αρνείται τη θεότητα οποιουδήποτε προσώπου της Τριάδας. Αυτό είναι απλά πεδίο στο οποίο ο νους μας δεν μπορεί να καταλάβει κάθε τι που αφορά τον απεριόριστο Θεό. Σχετικά με τον Υιό, Λουκάν 22,42. Ιωάννην 5,36. Ιωάννην 20,21. Α' Ιωάννου 4,14. Σχετικά με το Άγιο Πνεύμα, Ιωάννην 14,16. 14,26. 15,26. 16,7 και ιδιαιτέρα το Ιωάννην 16,13-14.

6) Οι ρόλοι το κάθε μέλος της Τριάδας, Ο Πατέρας είναι εν τέλει πηγή η αιτία, α) του σύμπαντος (Α' Κορινθίου 8,6. Αποκάλυψη 4,11) β) της θεϊκής αποκαλύψεως (Αποκάλυψη 1,1) γ) της σωτηρίας (Ιωάννην 3,16-17) και δ) των έργων του Ιησού ως ανθρώπου (Ιωάννην 5,17. 14,10). Ο Πατέρας είναι αυτός από τον οποίο αρχίζουν τα πάντα.

Ο Πατέρας πραγματοποιεί διά του Υιού α) την δημιουργία και την διατήρηση του σύμπαντος (Α' Κορινθίους 8,6. Ιωάννην 1,3. Προς Κολοσσαείς 1,16-17). β) την θεϊκή αποκάλυψη (Ιωάννην 1,1. Ματθαίον 11,27. Ιωάννην 16,12-15. Αποκάλυψη 1,1), και γ) την σωτηρία (Β’ Κορινθίους 5,19. Ματθαίον 1,21. Ιωάννην 4,42).

Το Άγιο Πνεύμα είναι εκείνο δια του οποίου ο Πατέρας πραγματοποιεί τα ακόλουθα έργα, α) την δημιουργία και διατήρηση του σύμπαντος (Γένεσις 1,2. Ιώβ 26,13. Ψαλμός 104,30). β) την θεϊκή αποκάλυψη (Ιωάννην 16,12-15. Εφεσίους 3,5. Β' Πέτρου 1,21), γ) την σωτηρία (Ιωάννην 3,6. προς Τίτον 3,5. Α' Πέτρου 1,2) και δ) τα έργα του Ιησού (Ησαΐας 61,1. Πράξεις 10,38). Συνεπώς ο Πατέρας πραγματοποιεί όλα αυτά με την δύναμη του Αγίου Πνεύματος.





Η ΑΓΙΑ ΤΡΙΑΔΑ ΣΤΗΝ ΤΕΧΝΗ



Η Αγία Τριάδα
στη φιλοξενία του Αβραάμ

Στην Ορθόδοξη Εκκλησία τα ομοιώματα του Πατρός και του Αγίου Πνεύματος, είναι απαγορευμένες απεικονίσεις, επειδή η Αγία Γραφή απαγορεύει σε πολλά εδάφια τις εικόνες της αόρατης Θεότητας.

Η περιστερά ως σύμβολο του Αγίου Πνεύματος χρησιμοποιείται από παλιά ως σύμβολο στην εκκλησιαστική διακοσμητική, όχι όμως στην εικονογραφία, όπου οι μορφές δε χρησιμοποιούνται ως σύμβολα αλλά ως ομοιώσεις. Η απεικόνιση του Αγίου Πνεύματος ως περιστεριού επιτρέπεται μόνο στην εικόνα των Θεοφανείων, όπου το Άγιο Πνεύμα εμφανίστηκε "εν είδει περιστεράς" ή "ωσεί περιστερά". Επιτρέπεται επίσης η απεικόνιση της καθόδου του Αγίου Πνεύματος κατά την Πεντηκοστή, όταν "διεμεριζόμενοι γλώσσαι ωσεί πυρός" ήρθαν και στάθηκαν πάνω στα κεφάλια των Αποστόλων, (Πράξεις 2,3).

Σύμφωνα με την Ορθόδοξη Εκκλησία η ενσάρκωση του Λόγου δίνει τη δυνατότητα απεικόνισης μόνο του Υιού, και μόνο κατά την ανθρώπινη φύση του.

Η αναφορά του Πηδαλίου στο επιτρεπτό της απεικόνισης του Πατρός με την ίδια μορφή του ασπρομάλλη Παλαιού των Ημερών, την οποία φέρει κατά την Ορθόδοξη πίστη ο Υιός, εξηγείται από το Χριστιανικό δόγμα ότι ο Υιός είναι "εικών του Θεού του αοράτου" και "χαρακτήρ της υποστάσεως" του Πατρός, συνεπώς ως εικόνα Εκείνου, φυσικό είναι να απεικονίζεται και ο Πατήρ ως Παλαιός των Ημερών, όπως η εικόνα Του ο Υιός. Κατά τον λόγο του Κυρίου: "Όστις είδε εμέ είδε τον Πατέρα".

Η μόνη επιτρεπτή εικονογράφηση της Αγίας Τριάδας είναι η συμβολική επίσκεψη των τριών Αγγέλων που φιλοξένησε ο Αβραάμ.





Η ΤΡΙΑΔΙΚΗ ΘΕΟΦΑΝΕΙΑ ΣΤΗ ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ



Η Ορθόδοξη λατρεία έχει θεολογικό χαρακτήρα. Στην υμνογραφία της Εκκλησίας μας κυριαρχούν από το ένα άκρο ως το άλλο το Τριαδικό και το Χριστολογικό δόγμα. Ιδιαίτερα στη Θεία Λειτουργία, που είναι το κέντρο και η αποκορύφωση της λατρείας, αφού σ' αυτήν τελείται η Θεία Ευχαριστία, η Τριαδική Θεοφάνεια, είναι έκδηλη.

Η Θεία Λειτουργία αναφέρεται στον Τριαδικό Θεό, στον Πατέρα, τον Υιό και το Άγιο Πνεύμα. Όλες οι ευχές της Λειτουργίας καταλήγουν στη δοξολόγηση του Τριαδικού Θεού: «"Ότι πρέπει σοι πάσα δόξα, τιμή και προσκύνησις, τω Πατρί και τω Υιώ και τω Αγίω Πνεύματι...». Ο χορός εξάλλου ψάλλει ύμνους στην Αγία Τριάδα. Μετά την εκφώνηση «Ότι Άγιος ει ο Θεός ημών...» ο λαός εκδηλώνοντας την πεποίθηση του, ότι πράγματι ο Θεός είναι ο απόλυτα άγιος, απαντά με τον τρισάγιο ύμνο: «"Άγιος ο Θεός, άγιος ισχυρός, άγιος αθάνατος, έλέησον ημάς».



Μετά την ευχή της προσκομιδής, στο παράγγελμα του διακόνου «Αγαπήσωμεν αλλήλους, ίνα εν ομονοία όμολογήσωμεν», ο λαός απαντά: «Πατέρα, Υιόν και "Άγιον Πνεύμα, Τριάδα ομοούσιον και αχώριστον». Και ο επινίκιος ύμνος «"Άγιος, άγιος, άγιος Κύριος Σαβαώθ, πλήρης πάσα η γη της δόξης αυτού», που άκουσε ο Ησαΐας να ψάλλεται από τους αγγέλους υποδηλώνει την τριαδικότητα του Θεού.

Η Αναφορά κυρίως, που αρχίζει με την κλήση σε προσοχή, «Στώμεν καλώς...» και τελειώνει με την απόλυση των πιστών, απευθύνεται προς την Αγία Τριάδα. Στον καθαγιασμό των τιμίων δώρων συμμετέχουν και τα τρία πρόσωπα της Θεότητας.



Η κεντρική θέση του Τριαδικού δόγματος στην Ορθόδοξη πίστη και λατρευτική ζωή οφείλεται στο γεγονός ότι με την Αγία Τριάδα πραγματοποιείται η πνευματική αναγέννηση του ανθρώπου, η ανακαίνιση της θείας εικόνας που υπάρχει μέσα του και η σωτηρία του.





Η ΦΑΝΕΡΩΣΗ ΤΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ ΣΤΗ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ

ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ



Η Παλαιά Διαθήκη περιέχει μόνο υπαινιγμούς και απεικονίσεις της τριαδικότητας του Θεού. Στη Γένεση παρουσιάζεται ο Θεός να συλλογίζεται σε πληθυντικό αριθμό κατά την πλάση του ανθρώπου "Ας πλάσουμε άνθρωπο κατά την εικόνα και την ομοίωση μας". (Γεν. 1,26), μετά την πτώση των πρωτοπλάστων "Ιδού, ο Αδάμ έγινε ως ένας από μας..." (Γεν. 3,22) και κατά τη διασπορά των ανθρώπων "Εμπρός, ας κατέλθουμε και ας δημιουργήσουμε σύγχυση στη γλώσσα τους..." (Γεν. 11,7).

Χαρακτηριστική είναι η φανέρωση απεικόνιση της Αγίας Τριάδας στη φιλοξενία του Αβραάμ που περιγράφεται στο 18ο κεφάλαιο της Γενέσεως. Ο Θεός φανερώθηκε στον Αβραάμ ενώ καθόταν στην είσοδο της σκηνής του κοντά στη δρυ Μαμβρή με τη μορφή τριών αγγέλων.

Με σαφήνεια και ακρίβεια αποκαλύπτεται ο Τριαδικός Θεός στην Καινή Διαθήκη. Όταν ο Κύριος βαπτιζόταν στον Ιορδάνη ποταμό από το βαπτιστή Ιωάννη φανερώθηκαν και τα τρία πρόσωπα της Αγίας Τριάδας ως εξής: Ο Πατέρας βεβαίωνε τη θεότητα του Χριστού ονομάζοντας τον Υιό του αγαπητό, ο Υιός βαπτιζόταν και το Άγιο Πνεύμα κατέβαινε ως περιστέρι, επιβεβαιώνοντας έτσι τη μαρτυρία του Θεού Πατέρα (Ματθ. 3,13-17). Και κατά τη Μεταμόρφωση του Χριστού στο όρος Θαβώρ αποκαλύφθηκαν και τα τρία πρόσωπα της Θεότητας (Ματθ. 17,1-3).

Εκτός όμως από τα θαυμαστά αυτά γεγονότα υπάρχουν και πολλές μαρτυρίες του Ιησού που αναφέρονται στην τριαδικότητα του Θεού. Έτσι μετά την ανάσταση του ο Χριστός έδωσε εντολή στους μαθητές του να πορευθούν προς όλα τα έθνη της γης, να διδάξουν το Ευαγγέλιο και να βαπτίσουν εκείνους που θα πιστέψουν «είς το όνομα του Πατρός καί του Υιού καί του Αγίου Πνεύματος» (Ματθ. 28,19). Πάρα πολλά χωρία της Καινής Διαθήκης ομιλούν καθαρά για τα τρία πρόσωπα της Θεότητας. Ο Απόστολος Παύλος τελειώνει τη Β' προς Κορινθίους επιστολή του με την ευχή: «Η χάρη του Κυρίου Ιησού Χριστού και η αγάπη του Θεού και η κοινωνία του Αγίου Πνεύματος είθε να είναι με όλους σας» (Β' Κορ. 13,13).

Ο ΑΓΙΟΣ ΘΕΟΣ Η ΑΓΙΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ





Ο Παλαιός των Ημερών

Ενώ ο άνθρωπος μπορεί να είναι με τη χάρη του Θεού και τις δικές του προσπάθειες σχετικά μόνο άγιος, ο Θεός είναι απόλυτα άγιος, δηλαδή είναι άγιος εκ φύσεως, από την ουσία και την ύπαρξη του. Ως άγιος ο Θεός δεν έχει καμιά ηθική ατέλεια, αγαπά μόνο το αγαθό και αποστρέφεται την αμαρτία.

Εμπρός στην αγιότητα του Θεού ο άνθρωπος αισθάνεται δέος και απεριόριστο σεβασμό. Και το σεβασμό αυτό εκδηλώνει με τους λόγους, τα έργα και τη λατρεία του. Με συστολή και ευλάβεια προφέρει το όνομα του Θεού. Όταν πρόκειται να εκτελέσει μια πράξη, διερωτάται αν η πράξη αυτή είναι σύμφωνη με το θέλημα του Θεού. Και τέλος με σοβαρότητα, αφοσίωση και κατάνυξη υμνεί, δοξάζει, ευχαριστεί και ικετεύει το Θεό.





Η ΓΝΩΣΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟ



Ο άνθρωπος έχει την ακατάσχετη επιθυμία να πλησιάσει και να γνωρίσει το Θεό, επειδή είναι δημιούργημα Αυτού. Στο χώρο της φύσεως γνωρίζει ο άνθρωπος το Θεό έμμεσα, με τη λογική σκέψη του, ενώ στο χώρο της Εκκλησίας Τον γνωρίζει άμεσα, με ολόκληρη την ψυχική του ζωή.

Ο φυσικός κόσμος μας υπενθυμίζει διαρκώς την ύπαρξη του Θεού. Ο Θεός φανερώνει στους ανθρώπους ότι μπορεί να τους γίνει γνωστό γι' Αυτόν. Γιατί οι αόρατες ιδιότητες του, δηλαδή η αιώνια δύναμη του και η θεότητα του, βλέπονται καθαρά αφότου δημιουργήθηκε ο κόσμος, καθόσον γίνονται νοητές δια μέσου των δημιουργημάτων του. Παράλληλα όμως στη ζωή αυτή βλέπουμε τον Θεό σαν σε καθρέφτη αμυδρά, ενώ στο μέλλοντα αιώνα, θα βλέπουμε πρόσωπο προς πρόσωπο (Α' Κορ. 13,12). Αυτό σημαίνει ότι η ουσία του Θεού είναι ασύλληπτη και ακατάληπτη από τον άνθρωπο. Μόνο η ύπαρξη και οι ιδιότητες του Θεού μας είναι προσιτές, κι αυτές όχι τέλεια.



Παρατηρώντας λοιπόν και μελετώντας τον κόσμο προκύπτει το συμπέρασμα ότι ο Θεός, ο δημιουργός αυτού του κόσμου, είναι παντοδύναμος, πανταχού παρών, αιώνιος, πάνσοφος, παντογνώστης, άγιος, δίκαιος, πανάγαθος, γεμάτος από αγάπη, ευσπλαχνία, μακροθυμία κλπ.

Ο πιστός μέσα στο λειτουργικό χώρο της Ορθόδοξης Εκκλησίας γνωρίζει το Θεό βιωματικά. Ο αόρατος και ακατάληπτος Θεός γίνεται ορατός και αντιληπτός (μόνο βιωματικά, δηλαδή με την ψυχική εκείνη κατάσταση που δημιουργείται από την προσωπική επικοινωνία με το Θεό μέσα στη Θεία Λατρεία. Ο πιστός γνωρίζει το Θεό ως αγάπη και ζει την ειρήνη και τη μακαριότητα της παρουσίας Του.





Η ΕΥΧΗ ΤΟΥ ΤΡΙΣΑΓΙΟΥ ΥΜΝΟΥ

ΚΑΙ Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΟΥ


Στο πρώτο μέρος της Θείας Λειτουργίας και την ώρα που ψάλλεται από το χορό ο τρισάγιος ύμνος ("Άγιος ο Θεός, άγιος ισχυρός, άγιος αθάνατος ελέησον ημάς"), ο ιερέας απευθύνει στο Θεό Πατέρα την παρακάτω ευχή, που λέγεται «ευχή του τρισάγιου ύμνου».

«Άγιε Θεέ, Συ που ευαρεστείσαι στους αγίους και ανυμνείσαι με τον τρισάγιο ύμνο από τις αγγελικές τάξεις των Σεραφείμ και δοξολογείσαι από τα Χερουβείμ και προσκυνείσαι απ' όλες τις επουράνιες δυνάμεις· Συ που έφερες τα πάντα από την ανυπαρξία στην ύπαρξη· Συ που έκτισες τον άνθρωπο κατά τη δική σου εικόνα και ομοίωση και τον καταστόλισες μ' όλα σου τα χαρίσματα· Συ που δίνεις σοφία και σύνεση σ' εκείνον που την ζητεί και δεν παραβλέπεις τον αμαρτωλό, αλλά όρισες τη μετάνοια για να σωθεί· Συ που αξίωσες εμάς τους ταπεινούς και ανάξιους δούλους σου και την ώρα τούτη να στεκόμαστε μπροστά στη δόξα του αγίου θυσιαστηρίου σου και να σου προσφέρουμε την προσκύνηση και τη δόξα που σου οφείλεται· Συ, Κύριε, δέξου και από το στόμα μας το αμαρτωλό τον τρισάγιο ύμνο και ρίξε σε μας το βλέμμα της αγαθότητας σου· Συχώρεσε μας όλα τα αμαρτήματα που κάναμε είτε με τη θέληση μας είτε χωρίς να το θέλουμε. Αγίασε τις ψυχές και τα σώματα μας και αξίωσε μας να σε λατρεύουμε με ευλάβεια σ' όλη μας τη ζωή, με τη μεσιτεία της αγίας Θεοτόκου και όλων των αγίων, οι οποίοι ανέκαθεν σου έδωσαν χαρά γιατί έζησαν όπως ήθελες. Γιατί Συ είσαι ο Θεός μας ο άγιος και σε σένα, τον Πατέρα και τον Υιό και το Άγιο Πνεύμα απευθύνουμε τη δοξολογία μας και τώρα και πάντοτε και σ' όλους τους αιώνες».



Ο λειτουργικός ύμνος "Άγιος ο Θεός, άγιος ισχυρός, άγιος αθάνατος ελέησον ημάς" λέγεται τρισάγιος ύμνος, επειδή επαναλαμβάνεται σ' αυτό τρεις φορές η λέξη άγιος και επειδή απευθύνεται στον τρισυπόστατο Θεό. Δηλαδή, άγιος είναι ο Θεός, ο άναρχος Πατέρας, άγιος ισχυρός, ο συνάναρχος Υιός, άγιος αθάνατος, το Πνεύμα το Άγιο. Ο τρισάγιος ύμνος λέγεται και αγγελικός, γιατί προήλθε από το γνωστό αγγελικό ύμνο του οράματος του προφήτη Ησαΐα.

Ψάλλοντας η στρατευόμενη (επίγεια) Εκκλησία τον τρισάγιο ύμνο ενώνει τη φωνή της με τα λειτουργικά πνεύματα, τους αγγέλους, και τους αγίους της θριαμβεύουσας Εκκλησίας σε μια παγκόσμια λατρευτική δοξολόγηση του Τριαδικού Θεού. Τη στιγμή αυτή ο λαός του Θεού γίνεται ισότιμος με τις ασώματες και νοερές δυνάμεις του Ουρανού. Ο τρισάγιος ύμνος, με τον οποίο ο πιστός λαός υμνεί την αγιότητα του Θεού, αποκαλύπτει τη μελλοντική ένωση και ισοτιμία του λαού αυτού με τους αγγέλους.

Αλλά ο τρισάγιος ύμνος και η ευχή του έχουν και δοξολογικό και ικετευτικό χαρακτήρα. Ο ιερέας μαζί με το πλήρωμα της Εκκλησίας δοξάζει πρώτα το Θεό της αγάπης για τη δημιουργία του σύμπαντος από το μηδέν, για την πλάση του ανθρώπου κατά τη δική του εικόνα και ομοίωση, για το απέραντο έλεος του προς τους αμαρτωλούς. Ζητεί κατόπιν τη συχώρεση των αμαρτιών μας και τον αγιασμό μας για να τον λατρεύουμε όπως πρέπει σ' όλη μας τη ζωή.

ΕΝΝΟΙΑ ΚΑΙ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑΣ ΤΟΥ ΔΟΓΜΑΤΟΣ ΟΡΙΣΜΟΣ




Η λέξη ''δόγμα'' προέρχεται από το ρήμα ''δοκέω-ώ'' (έχω τη γνώμη, νομίζω, κρίνω καλό) και σημαίνει απόφαση, επίσημη και αυθεντική γνώμη. Στη Θεολογία δόγματα είναι οι αλήθειες της πίστεως που πηγάζουν από την Αγία Γραφή και αναπτύσσονται μέσα στην παράδοση της Εκκλησίας με την καθοδήγηση του Αγίου Πνεύματος.

Υπό την έννοια αυτή δόγματα είναι α) όλες οι αλήθειες που πηγάζουν από την Αγία Γραφή και αναπτύσσονται μέσα στην Παράδοση της Εκκλησίας και β) οι αποφάσεις των Οικουμενικών Συνόδων που αναφέρονται σε θέματα πίστεως.




Η ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΔΟΓΜΑΤΙΚΗ


Χαρακτηριστικό γνώρισμα της Ορθόδοξης Θεολογίας είναι η στενή σχέση δόγματος και Αποκαλύψεως. Δεν υπάρχει κανένα δόγμα στην Ορθόδοξη Εκκλησία που να μην πηγάζει άμεσα από την Αποκάλυψη.

Αποκάλυψη εννοούμε τη φανέρωση του Θεού στον κόσμο για τη σωτηρία του ανθρώπου. Η Αποκάλυψη αυτή του Θεού πραγματοποιείται με τις ενέργειές του και εκδηλώνεται σε ολόκληρη τη φάση της θείας οικονομίας, που αρχίζει από τη δημιουργία, περνάει μέσα από την Παλαιά και την Καινή Διαθήκη και συνεχίζεται μέσα από την Εκκλησία.


Το αφετηριακό σημείο της μορφολογικής αναπτύξεως του Ορθόδοξου δόγματος βρίσκεται στην Αγία Γραφή και κυρίως μέσα στα Ευαγγέλια, όπου εκτίθεται με ασυστηματοποίητο και απλοϊκό τρόπο η αρχέγονη χριστιανική διδασκαλία. Και το πιο κατάλληλο χωρίο που να αποτελεί την πιο χαρακτηριστική διατύπωση του Ορθόδοξου δόγματος και κατά συνέπεια και την αφετηρία της μορφολογικής αναπτύξεώς του, είναι το χωρίο "και ο Λόγος σαρξ εγένετο" (Ιω. 1,14). Στο χωρίο αυτό υπάρχει συμπυκνωμένο τόσο το τριαδικό όσο και το χριστολογικό δόγμα, που είναι τα δύο θεμελιώδη δόγματα της Εκκλησίας και τα οποία διατυπώθηκαν και από τις Οικουμενικές Συνόδους. Έτσι η αρχή της χριστιανικής θεολογίας βρίσκεται στην αρχή της ιστορικής ζωής του Χριστού και ταυτίζεται με το γεγονός της Θείας Ενανθρωπήσεως.



Η Θεολογία κατά την Ορθόδοξη Παράδοση συνδέεται στενά με την Ορθόδοξη Πνευματικότητα, με την Ορθόδοξη δηλαδή πνευματική εμπειρία και ζωή.  Πρόκειται για δύο πλευρές της νέας πραγματικότητας που εγκαινίασε η Ενανθρώπηση του Θεού Λόγου μέσα στην ιστορία. Η Ορθόδοξη Θεολογία αποτελεί τη θεωρητική έκφραση της Ορθόδοξης Πνευματικότητας, όπως και η Ορθόδοξη Πνευματικότητα αποτελεί την πρακτική βίωση του περιεχομένου της Ορθόδοξης Θεολογίας. Έτσι θεωρία και πράξη συνδέονται άρρηκτα μέσα στην Ορθόδοξη Παράδοση. Αυτό γίνεται σαφέστερο, αν λάβουμε υπόψη ότι οι Πατέρες αντιμετώπισαν τόσο τις τριαδολογικές όσο και τις χριστολογικές αιρέσεις επισημαίνοντας κατά πρώτο και κύριο λόγο τις αρνητικές συνέπειες που είχαν για την πραγμάτωση της σωτηρίας και της θεώσεως του ανθρώπου. Και αν η Ενανθρώπηση του Θεού Λόγου αποτελεί την αρχή και τη βάση της νέας εν Χριστώ πραγματικότητας, η θέωση του ανθρώπου αποτελεί το τέλος και τον σκοπό της. Ακριβώς αυτή τη βασική αλήθεια τονίζει ο Μέγας Αθανάσιος "Αυτός γαρ (Θεός Λόγος) ενηνθρώπησεν, ίνα ημείς θεοποιηθώμεν" (περί ενανθρωπήσεως του Λόγου).



Η χρήση της ελληνικής φιλοσοφίας κατά την διατύπωση του χριστιανικού ορθόδοξου δόγματος από τους Πατέρες της Εκκλησίας ήταν ιστορική επιτακτική ανάγκη, γιατί οι πατέρες όφειλαν να παρουσιάσουν την ορθόδοξη πίστη μέσα στον ελληνικά σκεπτόμενο κόσμο με τα ίδια μορφολογικά στοιχεία με τα οποία παρουσίαζαν και οι αιρετικοί τις διδασκαλίες τους. Το ορθόδοξο δόγμα διατυπώθηκε από τους Πατέρες της Εκκλησίας σαν απάντηση στην πρόκληση των αιρέσεων. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι αν δεν υπήρχαν οι διάφορες αιρέσεις, οπωσδήποτε δεν θα υπήρχε μια τόσο ανεπτυγμένη μορφή στη διατύπωση του ορθόδοξου δόγματος.

Επιπλέον η πατερική θεολογία έχει την ιστορία της. Δεν είναι μονολιθική, ούτε βάζουμε τους Πατέρες όλους σε ένα πηγάδι και αντλούμε από κει κάθε φορά ότι μας συμφέρει.

ΕΝΝΟΙΑ ΚΑΙ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑΣ ΤΟΥ ΔΟΓΜΑΤΟΣ ΟΡΙΣΜΟΣ





Η λέξη ''δόγμα'' προέρχεται από το ρήμα ''δοκέω-ώ'' (έχω τη γνώμη, νομίζω, κρίνω καλό) και σημαίνει απόφαση, επίσημη και αυθεντική γνώμη. Στη Θεολογία δόγματα είναι οι αλήθειες της πίστεως που πηγάζουν από την Αγία Γραφή και αναπτύσσονται μέσα στην παράδοση της Εκκλησίας με την καθοδήγηση του Αγίου Πνεύματος.

Υπό την έννοια αυτή δόγματα είναι α) όλες οι αλήθειες που πηγάζουν από την Αγία Γραφή και αναπτύσσονται μέσα στην Παράδοση της Εκκλησίας και β) οι αποφάσεις των Οικουμενικών Συνόδων που αναφέρονται σε θέματα πίστεως.




Η ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΔΟΓΜΑΤΙΚΗ


Χαρακτηριστικό γνώρισμα της Ορθόδοξης Θεολογίας είναι η στενή σχέση δόγματος και Αποκαλύψεως. Δεν υπάρχει κανένα δόγμα στην Ορθόδοξη Εκκλησία που να μην πηγάζει άμεσα από την Αποκάλυψη.

Αποκάλυψη εννοούμε τη φανέρωση του Θεού στον κόσμο για τη σωτηρία του ανθρώπου. Η Αποκάλυψη αυτή του Θεού πραγματοποιείται με τις ενέργειές του και εκδηλώνεται σε ολόκληρη τη φάση της θείας οικονομίας, που αρχίζει από τη δημιουργία, περνάει μέσα από την Παλαιά και την Καινή Διαθήκη και συνεχίζεται μέσα από την Εκκλησία.


Το αφετηριακό σημείο της μορφολογικής αναπτύξεως του Ορθόδοξου δόγματος βρίσκεται στην Αγία Γραφή και κυρίως μέσα στα Ευαγγέλια, όπου εκτίθεται με ασυστηματοποίητο και απλοϊκό τρόπο η αρχέγονη χριστιανική διδασκαλία. Και το πιο κατάλληλο χωρίο που να αποτελεί την πιο χαρακτηριστική διατύπωση του Ορθόδοξου δόγματος και κατά συνέπεια και την αφετηρία της μορφολογικής αναπτύξεώς του, είναι το χωρίο "και ο Λόγος σαρξ εγένετο" (Ιω. 1,14). Στο χωρίο αυτό υπάρχει συμπυκνωμένο τόσο το τριαδικό όσο και το χριστολογικό δόγμα, που είναι τα δύο θεμελιώδη δόγματα της Εκκλησίας και τα οποία διατυπώθηκαν και από τις Οικουμενικές Συνόδους. Έτσι η αρχή της χριστιανικής θεολογίας βρίσκεται στην αρχή της ιστορικής ζωής του Χριστού και ταυτίζεται με το γεγονός της Θείας Ενανθρωπήσεως.



Η Θεολογία κατά την Ορθόδοξη Παράδοση συνδέεται στενά με την Ορθόδοξη Πνευματικότητα, με την Ορθόδοξη δηλαδή πνευματική εμπειρία και ζωή.  Πρόκειται για δύο πλευρές της νέας πραγματικότητας που εγκαινίασε η Ενανθρώπηση του Θεού Λόγου μέσα στην ιστορία. Η Ορθόδοξη Θεολογία αποτελεί τη θεωρητική έκφραση της Ορθόδοξης Πνευματικότητας, όπως και η Ορθόδοξη Πνευματικότητα αποτελεί την πρακτική βίωση του περιεχομένου της Ορθόδοξης Θεολογίας. Έτσι θεωρία και πράξη συνδέονται άρρηκτα μέσα στην Ορθόδοξη Παράδοση. Αυτό γίνεται σαφέστερο, αν λάβουμε υπόψη ότι οι Πατέρες αντιμετώπισαν τόσο τις τριαδολογικές όσο και τις χριστολογικές αιρέσεις επισημαίνοντας κατά πρώτο και κύριο λόγο τις αρνητικές συνέπειες που είχαν για την πραγμάτωση της σωτηρίας και της θεώσεως του ανθρώπου. Και αν η Ενανθρώπηση του Θεού Λόγου αποτελεί την αρχή και τη βάση της νέας εν Χριστώ πραγματικότητας, η θέωση του ανθρώπου αποτελεί το τέλος και τον σκοπό της. Ακριβώς αυτή τη βασική αλήθεια τονίζει ο Μέγας Αθανάσιος "Αυτός γαρ (Θεός Λόγος) ενηνθρώπησεν, ίνα ημείς θεοποιηθώμεν" (περί ενανθρωπήσεως του Λόγου).



Η χρήση της ελληνικής φιλοσοφίας κατά την διατύπωση του χριστιανικού ορθόδοξου δόγματος από τους Πατέρες της Εκκλησίας ήταν ιστορική επιτακτική ανάγκη, γιατί οι πατέρες όφειλαν να παρουσιάσουν την ορθόδοξη πίστη μέσα στον ελληνικά σκεπτόμενο κόσμο με τα ίδια μορφολογικά στοιχεία με τα οποία παρουσίαζαν και οι αιρετικοί τις διδασκαλίες τους. Το ορθόδοξο δόγμα διατυπώθηκε από τους Πατέρες της Εκκλησίας σαν απάντηση στην πρόκληση των αιρέσεων. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι αν δεν υπήρχαν οι διάφορες αιρέσεις, οπωσδήποτε δεν θα υπήρχε μια τόσο ανεπτυγμένη μορφή στη διατύπωση του ορθόδοξου δόγματος.

Επιπλέον η πατερική θεολογία έχει την ιστορία της. Δεν είναι μονολιθική, ούτε βάζουμε τους Πατέρες όλους σε ένα πηγάδι και αντλούμε από κει κάθε φορά ότι μας συμφέρει.

Σάββατο 24 Σεπτεμβρίου 2016

ΛΟΓΟΣ ΕΓΚΩΜΙΑΣΤΙΚΟΣ ΣΤΟΥΣ ΕΠΤΑ ΑΓΙΟΥΣ ΤΗΣ ΣΥΓΓΕΝΕΙΑΣ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ


      Ἀπόδοση στή νεοελληνική : Πατάπιος μοναχός Καυσοκαλυβίτης
                                Ὅτι οὕς προέγνω συμμόρφους τῆς εἰκόνος αὐτοῦ γενέσθαι,   
                                 τούτους καί προόρισε· οὕς δέ καί προόρισε, τούτους καί
                                 ἐδικαίωσεν, οὕς δέ ἐδικαίωσε, τούτους καί ἐδόξασεν.
                                     Ὤ βάθος πλούτου καί σοφίας καί γνώσεως Θεοῦ !

                                         Διότι τά κρίματά Του εἶναι ἀνεξερεύνητα

                                  καί οἱ δρόμοι πού ὁδηγοῦν σ'Αὐτόν ἀνεξιχνίαστοι.

      Αὐτά πρέπει κι ἐμεῖς σήμερα νά διαλαλήσουμε μέσ' ἀπό τήν ψυχή μας, μαζί μέ τόν Ἀπόστολο Παῦλο (Ρωμ. ΙΑ, 33) ἀγαπητοί μου εὐσεβεῖς χριστιανοί, σήμερα πού πανηγυρίζουμε τή μνήμη τῶν ἑπτάριθμων φωστήρων τῆς Ἐκκλησίας.
     Καί ἔχουμε, θά λέγαμε,  τό χρέος νά ἐπιτελοῦμε αὐτήν τήν πανήγυρη, ὄχι μόνον ὡς τιμητές τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας μας, ἀλλά καί γιά τίς πολλές χάρες, δωρεές καί εὐεργεσίες τίς ὁποῖες ἀξιωθήκαμε ἀπ' αὐτούς. Γιατί μ' αὐτούς τούς ἁγίους, ἡ θεία πρόνοια - πού τά πάντα καλῶς κανονίζει - εὐδόκησε νά στολίσει τήν Ἐκκλησία ὡς μ' ἕνα λαμπρό στέφανο, φτιαγμένο ἀπό ἑπτά πολύτιμους λίθους.
     Συνάμα ὅμως ἡ χορεία αὐτή τῶν ἁγίων εἶναι καί ἕνας λίθος στόν ὁποῖο προσκόπτουν καί συντρίβονται ὅλοι ὅσοι ἀντιμάχονται τήν Ἐκκλησία. Καί αὐτό, καθώς ὁλόκληρη ἡ ζωή τούτων τῶν ἁγίων στάθηκε λαμπρό παράδειγμα ἐνάρετου βίου πού ἀποτελεῖ πρότυπο ζωῆς ὅλων τῶν χριστιανῶν, εἴτε αὐτοί εἶναι ἔγγαμοι εἶτε μοναχοί καί ἀσκητές, ἱερεῖς ἤ ἀρχιερεῖς· ἀκόμη δέ βασιλεῖς καί ἡγεμόνες.
    Καί ὁ λόγος εἶναι γιατί ὅσοι μέν ζοῦν στόν κόσμο καί εἶναι δεμένοι μέ τίμιο γάμο, ἔχουν μεγάλο παράδειγμα γιά τή βίωση τῆς χριστιανικῆς ζωῆς μέσα στίς συνθῆκες τοῦ κόσμου, ἐκεῖνες τίς ἀκέραιες περιστερές καί τά ἀχώριστα τρυγόνια. Καί μιλῶ βέβαια γιά τούς μεγάλους ἐκείνους γονεῖς αὐτῶν πού ἔλλαμψαν σάν φωστῆρες στόν κόσμο · τόν τῆς βασιλείας ἐπώνυμο, δηλαδή τόν Βασίλειο καθώς καί τήν Ἐμμιλία τήν σύζυγό του.
   Ἀπ' αὐτούς ἄς πάρουν παράδειγμα πῶς νά ἀνατρέφουν τά παιδιά τους μέ παιδεία πού νά ἐμπνέεται ἀπό τίς νουθεσίες τοῦ Κυρίου καί ἔτσι νά τά προσφέρουν στό Θεό σάν κάτι τί ἱερό καί σάν καθαρή θυσία, καθώς καί ἐκεῖνοι οἱ ἅγιοι τά πρόσφεραν. Γι' αὐτούς, ἄν καί βρίσκονταν μέσα στίς παγίδες τοῦ κόσμου, δέν κατάφερε ἡ πολυτάραχη τρικυμία τοῦ βίου νά δημιουργήσει σύγχυση καί νά τούς ἀποσπάσει ἀπό τόν κατά Θεό σκοπό τους. Ἀπ' ἐναντίας, οἱ μακάριοι αὐτοί γονεῖς, μέ τήν ἁγία ζωή τους, καί θαυμαστοί ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας ἀναδείχτηκαν καί τά παιδιά τους ὅλα τά παρουσίασαν στό Θεό ὡς κυβερνῆτες καί ποιμένες τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ. Καί τώρα συναγάλλονται οἰκογενειακῶς στά ἐπουράνια σκηνώματα, πρεσβεύοντας γιά τή σωτηρία ὅλου τοῦ κόσμου.
    Ὅσον ἀφορᾶ δέ στούς ἱερεῖς καί διδασκάλους τῆς Ἐκκλησίας καθώς καί τούς ἀρχιερεῖς στούς ὁποίους ἡ Ἐκκλησία ἐμπιστεύτηκε τή διοίκησή της, αὐτοί ἄς ἔχουν ὡς πρότυπο αὐτούς τούς τρεῖς μεγάλους ἀρχιερεῖς καί ποιμένες τῶν τριῶν ἐκείνων πόλεων καί ἐπαρχιῶν δηλαδή τῆς Καισαρείας, τῆς Σεβαστείας καί τῆς Νύσσης. Γιατί αὐτοί, μέ τό φῶς πού πηγάζει ἀπό τά ἔνθεα κατορθώματά τους, στάθηκαν σάν λύχνοι πού φαίνονται ἀπό ψηλά ἤ σάν πόλεις πού κτίστηκαν πάνω σέ ὄρος καί σάν ἁλάτι τῆς γῆς, σύμφωνα μέ τά εὐαγγελικά λόγια.
   Οἱ τρεῖς αὐτοί ἅγιοι ἱεράρχες, σάν ἄλλοι ἀπόστολοι τοῦ Χριστοῦ, πλημμύρισαν τά πέρατα τοῦ κόσμου μέ ἔνθεες διδαχές, καίγοντας μέ τίς πυρίφθογγες διδασκαλίες τους ὅλες τίς πλάνες καί τίς ἀντίθεες αἱρέσεις.
Μά ἀκόμη, μέ τά θεῖα τους συγγράμματα καί τίς θεόπνευστες εὐχές τους, μᾶς προφυλάσσουν ἀπί τίς παγίδες τοῦ πλάνου διαβόλου καί ὁδηγοῦν ὅλους μας μέ ἀσφάλεια στήν οὐράνια βασιλεία.
   Σειρά ὅμως τώρα νά στρέψουμε τό βλέμμα μας στούς ἀσκητές καί τούς ἄλλους μονάζοντες. Αὐτοί ἄς ἔχουν ἀκριβή χαρακτήρα καί στάθμη τῆς ἡσυχαστικῆς ζωῆς, τῆς ἐγκράτειας καί κάθε ἄλλης μοναχικῆς ἀσκήσεως, αὐτόν πού εἶναι περιβόητος ἀνάμεσα στούς ἀσκητές · τόν Ὅσιο Ναυκράτιο. Ὁ μακάριος αὐτός ἀξιώθηκε καί ἔλαβε στό τέλος τῆς ζωῆς του τό  στεφάνι τοῦ μαρτυρικοῦ θανάτου. Κι αὐτό, διότι στήν προσπάθειά του νά παρηγορήσει τους ἀσθενεῖς ἀσκητές τούς ὁποίους γηροκομοῦσε - ἐκπληρώνοντας ὁ ἀείμνηστος τήν εὐαγγελική ἐντολή τῆς ἀγάπης - ὑπέμεινε τόν βίαιο πνιγμό τῶν ὑδάτων, μαζί μέ τό συνασκητή του Χρυσάφιο. Καί μήν ἀναρωτιέστε γιατί ὀνόμασα μαρτυρικό ἐκεῖνον τόν πικρό θάνατο, πού ὑπέμειναν γιά τήν ἀγάπη τοῦ πλησίον. Μαρτυρικός καί λέγεται καί εἶναι. Γιατί ἄν οἱ παρθένες ἐκεῖνες κόρες πού διηγεῖται τό Γεροντικό γιά νά φυλάξουν τήν ἀγνότητά τους ρίφθηκαν μέ τή θέλησή τους στόν ποταμό καί πνίγηκαν, καί ἔτσι δοξάζονται καί τιμοῦνται ὡς μάρτυρες ἀπό τήν Ἐκκλησία, πόσο μᾶλλον αὐτοί οἱ τρισμακάριστοι, πού πνίγηκαν γιά τήν ἀγάπη τοῦ πλησίον τους, μέ τή συνεργεία βέβαια τοῦ φθονεροῦ διαβόλου.
  Ὅμως καί οἱ μοναχές καί οἱ κόρες ἐκείνες πού φυλάσσουν τήν παρθενία τους, ἔχουν τύπο καί ὑπογραμμό τῆς ἀσκήσεως καί τῆς ἀρετῆς τῆς ἀγνότητας, αὐτήν πού καί τό ὄνομά της ἀκόμη δείχνει ὅτι εἶναι μεγάλη · τήν σοφώτατη λέγω Μακρίνα. Αὐτήν πού καί διδασκάλισσα φάνηκε καί πού πολλά θαυμαστά σημεῖα ἔκανε. Αὐτήν πού στάθηκε τῶν ὀρφανῶν καί τῶν χηρῶν προστάτιδα  καί παρηγοριά τῶν λυπημένων. Αὐτήν πού μέ τήν ἄφθονη χορηγία τοῦ σίτου πού μοίραζε πλουσιοπάροχα σέ ὅλους, ἔθρεψε πλῆθος πτωχῶν ἀνθρώπων στόν καιρό τῆς πείνας. Κι αὐτό γιατί ἡ τόσο μεγάλη πίστη πού εἶχε ἡ μακαρία πρός τόν πλουσιόδωρο Κύριο, ἐνήργησε θαυμαστά ὥστε νά μή λιγοστεύσει τό σιτάρι μέχρις ὅτου σταμάτησε ἡ συμφορά ἐκείνη τοῦ λιμοῦ. Δέν πρέπει ὅμως καί νά λησμονοῦμε τή θεραπεία τόσων ἀσθενῶν καί δαιμονισμένων, τούς  ὁποίους πάντοτε καί χωρίς νά ζητᾶ χρήματα, θεράπευε ἡ ἀείμνηστη.
    Μά καί τίς θαυμαστές ἐκεῖνες προφητεῖες πού μέ τή χάρη τοῦ Ἁγ. Πνεύματος ἔκανε δέν θά πρέπει νά ξεχνοῦμε. Καθώς καί τό προορατικό χάρισμα πού ἔλαβε ἀπό τόν φιλάνθρωπο Θεό, σάν ἔπαθλο τῶν πολλῶν καί πέρα ἀπό τά ὅρια τῆς ἀνθρώπινης φύσεως ἀσκητικῶν της ἀγώνων καί τῶν ἄλλων ἔνθεων κατορθωμάτων της. Ὅλ' αὐτά τά πνευματικά της χαρίσματα τά ἔθετε ἡ μακαρία στή διακονία, τή θεραπεία καί τή βοήθεια ὅλων ὅσων εἶχαν ἀνάγκη.
   Γι' αὐτούς λοιπόν τούς παραπάνω λόγους ὀφείλουμε, καθώς χρεωστοῦμε, νά τιμήσουμε τούς ἁγίους αὐτούς πρός δόξαν Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ μας, πού δοξάζεται μέσα ἀπό τούς ἁγίους Του, καί πρός ἔπαινο καί πρέπουσα τιμή πρός αὐτούς. Διότι αὐτοί  πού ἀποτελοῦν αὐτή τήν ἁγία ἑπτάριθμη συνοδεία, φάνηκαν ἐμπράκτως δοκιμασμένοι ἐργάτες τῆς ἀρετῆς καί εὐαρέστησαν μέ τόν τρόπο αὐτόν τόν Κύριο.
    Γιά νά ἐκπληρώσουμε - ὅσο μᾶς εἶναι δυνατόν - τό χρέος μας πρός τούς ἁγίους αὐτούς πού στάθηκαν ποιμένες, προστάτες καί πρεσβευτές πρός τόν Κύριο, πού πάντοτε τούς εἰσακούει, πρέπει νά τούς τιμήσουμε, νά ἑορτάσουμε τή μνήμη τους, νά τούς ἐγκωμιάσουμε καί νά τούς ἐπαινέσουμε μέ ὕμνους καί πνευματικά ἄσματα, ἀπ' αὐτά πού εἶναι ἀρεστά στό Θεό.
   Καί βέβαια εἶναι γεγονός ὅτι πολλοί ἅγιοι εὐαρέστησαν στό Θεό καί φάνηκαν εὐεργέτες τοῦ γένους τῶν χριστιανῶν, μέσα ἀπό τήν ἔνθεη ἀρετή καί τήν θεάρεστη πολιτεία τους. Τέτοιοι ἅγιοι ὑπῆρξαν σ' ὅλες τίς γενεές καί ἀσφαλῶς τούς ἑορτάζει μέ λαμπρότητα κάθε χρόνο ἡ Ἑκκλησία τοῦ Χριστοῦ καί ἡ μεγαλόφωνη ὁμήγυρη τῶν Ὀρθοδόξων.
   Αὐτό ὅμως πού κάνει νά ξεχωρίζουν ἀπό τούς ὑπόλοιπους ἁγίους τούτοι οἱ ἑπτά, καί πού εἶναι τό μεγαλύτερο καί ἐξαιρετικώτερο προνόμιό τους, εἶναι τό ἀσυνήθειστο γεγονός ὅτι ὁλόκληρη οἰκογένεια, πατέρας, μητέρα καί ὅλα τά τέκνα μαζί, ἔγιναν ἅγιοι τῆς Ἑκκλησίας μας. Καί ὄχι ἁπλοί ἅγιοι ἀλλά καί ἱεράρχες, ποιμένες τῆς Ἐκκλησίας, φωστῆρες λαμπροί, στύλοι καί ἑδραίωμα τοῦ ὀρθοδόξου πληρώματος.
   Τό περισσότερο θαυμαστό ὅμως γι' αὐτούς τούς ἁγίους, εἶναι ὅτι ὄχι μόνο, ὅσο ἀκόμη ζοῦσαν στήν παροῦσα ζωή, φώτισαν καί στερέωσαν στήν Ὀρθοδοξία τούς εὐσεβεῖς χριστιανούς, ἀλλά πολύ περισσότερο τώρα, μετά τήν κοίμησή τους. Κι αὐτό γιατί μέ τίς μελίρρειτες καί θεόφθογγες διδασκαλίες τους, τίς ὁποῖες μάλιστα ἀποτύπωσαν στά θεόπνευστα βιβλία τους, κηρύττουν καθημερινά τήν εὐσέβεια, στηρίζοντας στή βίωση τῆς ἀληθινῆς πίστεως ὅλους μας ἀνεξαιρέτως · ἡγεμόνες, ἀρχιερεῖς, ἱερεῖς, μοναχούς καί τόν ὑπόλοιπο λαό.
   Ποιός λοιπόν μπορεῖ ἐπάξια νά ἐπαινέσει αὐτούς τούς ἁγίους καί νά ἐγκωμιάσει τά ἔνθεα κατορθώματα, τίς λαμπρές ἀριστίες καί τά ἡρωϊκά παλαίσματα καθώς καί τίς ἀνδραγαθίες πού ἔκαναν ἐνάντια στίς αἰρέσεις ; 
   Δύσκολο νά βρεθεῖ κάποιος, ἀφοῦ δέν ἐπαρκεῖ γλώσσα ρητορική καί τέχνη καί μέθοδος σοφιστική γιά νά ἐπαινέσει τούς οὐράνιους αὐτούς διδασκάλους καί θεόφθογγους ρήτορες τῆς Ἐκκλησίας.
  Ἤ ποιά εἶναι ἡ πρέπουσα ἀμοιβή καί ἀνταπόδοση πού ὀφείλουμε νά προσφέρουμε ὅλοι μας στούς κοινούς μας εὐεργέτες, πού στάθηκαν οἱ χειραγωγοί μας πρός τή σωστή βίωση τῆς χριστιανικῆς ζωῆς ;
   Κι αὐτό γιατί ὁ πρῶτος ἀπ' αὐτούς πού προεξάρχει τῆς ἑπτάριθμης αὐτῆς χορείας, ὁ Μέγας λέγω Βασίλειος - ὅπως συνέβη ἄλλοτε στήν Παλαιά Διαθήκη - φαίνεται ὡς ἄλλος στύλος πυρός πού προπορεύεται τοῦ ὀρθοδόξου  πληρώματος, φωτίζοντας καί σώζοντας μέ ἀσφάλεια τίς ἐπερχόμενες φυλές τοῦ νέου Ἰσραήλ καί ὁδηγῶντας τες στήν ἐπουράνια Ἱερουσαλήμ, τήν ἀρχαία πατρίδα τῶν πρωτοτόκων, καταφλέγοντας τούς ἐχθρούς τῆς πίστεως καί τά νόθα ζιζάνια τῶν θεοστυγῶν αἰρέσεων.
    Ὁ δέ δεύτερος ἀπό τούς ἁγίους αὐτούς, ὁ Πέτρος, ἀπό τό ὕψος τοῦ ἐπισκοπικοῦ θρόνου τῆς Σεβαστείας ὅπου ἀνέβηκε, ὡς ἀπό ὄρους ὑψηλοῦ, κατεφώτισε ὅλη τήν οἰκουμένη μέ τήν ἐνάρετη πολιτεία του καί τήν θεόπνευστη διδασκαλία του.
   Ὅσον ἀφορᾶ τώρα τόν τρίτον ἀπ' αὐτούς, τόν θεῖο Γρηγόριο, τόν ἀσφαλή φωστῆρα τῆς τῶν Νυσσαέων Ἐκκλησίας, περιττό νομίζω εἶναι νά ἀγωνιζόμαστε μέ λόγους νά προσμετρήσουμε τό μέγεθος τῆς σοφίας του καί τήν ὑψηλή στάθμη τῆς διδασκαλίας του. Βοοῦν γι' αὐτά του τά χαρίσματα, τά ἱερά του συγγράματα καί οἱ ἐπιστημονικώτατοι καί θεόπνευστοι λόγοι του, πού ἀντιλαλοῦν στοῦ κόσμου τά πέρατα.
    Γιά τούς τρεῖς λοιπόν αὐτούς ἱεράρχες, ἰσχύει τό προφητικό ἐκεῖνο λόγιο
<< ἐξῆλθεν ὁ φθόγγος αὐτῶν εἰς πᾶσαν τήν γῆν>>. Γι' αὐτό καί δέν ἔχουν καμμία ἀνάγκη ἀπό ἐπαίνους καί ἀνθρώπινα ἐγκώμια αὐτοί οἱ ἅγιοι καί τῆς εὐσεβείας διδάσκαλοι, μιά πού ὁ Κύριος τούς ἀντιδόξασε στούς οὐρανούς, ὅπου δέν παύουν νά χορταίνουν, βλέποντας τήν δόξα τοῦ Θεοῦ πού μέ τήν ἁγία ζωή τους δόξασαν. Γιατί καί μόνη της ἡ θέα τῆς δόξας αὐτῆς εἶναι δυνατή νά γεμίσει τήν ψυχή ἀπό ἀγαλλίαση καί ἀληθινή εὐφροσύνη καθώς λέγει καί ὁ προφήτης Δαβίδ «χορτασθήσομαι ἐν τῷ ὀφθῆναι μοι τήν δόξαν σου».
   Οἱ θεῖοι αὐτοί διδάσκαλοι ἀπολαμβάνουν καί θά ἀπολαμβάνουν αἰώνια ἐκεῖνα τά ἀγαθά πού δέν μποροῦν νά περιγραφοῦν μέ λόγια καί τά ὁποῖα - κατά τόν Ἀπόστολο Παῦλο –«ὀφθαλμός οὐκ οἶδε καί οὗς οὐκ ἤκουσε καί ἐπί καρδίαν ἀνθρώπου οὐκ ἀνέβη». Εἶναι ἐκεῖνα τά ἀγαθά πού ἑτοίμασε ὁ Θεός γι' αὐτούς πού Τόν ἀγαποῦν.
  Θά καταλάβατε βέβαια ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, ὅτι ὅλα τά παραπάνω ἐγκώμια καί οἱ ἔπαινοι γιά τους ἁγίους, λέγονται καί γράφονται μέ σκοπό - ἔχοντας σάν καλό ὑπόδειγμα τήν ἁγιαστική ζωή τους καί παίρνοντας παρηγοριά καί ἐλπίδα ἀπό τήν ἀνάγνωση τοῦ βίου τους - νά παρακινηθοῦμε καί ἐμεῖς νά μιμηθοῦμε, ὅσο μᾶς εἶναι δυνατόν, τήν ἔνθεη αὐτή τους πολιτεία.
   Ἄς παρακινηθοῦμε λοιπόν καί ἐμεῖς στήν κατά τό δυνατόν μίμηση τῆς ἔνθεης βιοτῆς αὐτῶν τῶν ἁγίων.
  Ἡ παροῦσα ζωή μας βρίσκεται σέ μία ἀκατάπαυστη πάλη μέ τούς τρεῖς φοβερούς ἐχθρούς μας· τόν ἑαυτό μας, τό κόσμο καί τόν διάβολο. Γι αὐτό, ἄς προστρέξουμε στή βοήθεια τούτων τῶν ἁγίων, προβάλοντας ὡς πρέσβεις πρός τόν Θεό αὐτούς τούς μεγάλους φωστῆρες τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μας, μαζί μέ τούς λοιπούς ἁγίους αὐταδέλφους τους καθώς καί τούς μακαρίους γονεῖς τους, τόν Βασίλειο δηλαδή καί τήν Ἐμμιλία καί πολύ περισσότερο, τήν σοφωτάτη καί μεγάλη Μακρίνα τήν ὁμογάλακτό τους· αὐτήν πού δείχτηκε ἔμψυχο ἄγαλμα τῆς παρθενίας καί τῆς ἀσκήσεως καί ὑπόδειγμα τῶν μοναζόντων.
    Αὐτούς λοιπόν ἄς βάλουμε μεσίτες, ἔτσι ὥστε μέ τίς εὐπρόσδεκτες δεήσεις τους νά μᾶς ἀξιώσει ὁ Κύριος, ἐμᾶς τούς ἀνάξιους, νά παλαίψουμε νικηφόρα μέ τόν ἀντίπαλό μας διάβολο, ἀφοῦ ἐνδυθοῦμε τήν θεία χάρη μέ τήν ὁποία θά καταφέρουμε νά ἀποφύγουμε τίς παγίδες καί τίς ἐνέδρες του. Καί τότε νά μπορέσουμε νά βιώσουμε τόν ὑπόλοιπο χρόνο τῆς ζωῆς μας εἰρηνικά καί μέ καθαρότητα καρδιᾶς, κατά τό θέλημα τοῦ Θεοῦ.
   Ἄς καθαρίσουμε λοιπόν ἀγαπητοί μου χριστιανοί τίς αἰσθήσεις μας καί ἄς ὑψώσουμε τούς νοερούς ὀφθαλμούς τῆς ψυχῆς μας πρός τήν κορυφή τῆς ἀπάθειας. Ἐκεῖ θά δοῦμε τούτους τούς θείους διδασκάλους πού καθαίρεσαν τήν πλάνη μέ τή στιλπνή λαμπρότητα τῆς ἐνθεης πολιτείας τους. Θά ἀτενίσουμε αὐτούς πού φάνηκαν ὄχι μόνο νικητές τῆς ἀθεΐας ἀλλά καί σημαιοφόροι τῆς ὀρθῆς πίστεως, ἐξαλείφοντας τήν ἰδέα τῶν φθαρτῶν ἐννοιῶν καί κηρύττοντας τήν ἀπομάκρυνση τοῦ νοῦ καί τῆς καρδιᾶς ἀπό τίς ἐπίγειες ἀπολαύσεις.
  Διότι δέν ἔφθανε πού μέ τή λάμψη τοῦ ἱεροῦ Εὐαγγελίου καί τήν ἀκρίβεια τῶν ὑψηλῶν νοημάτων, φωτοδότησαν τίς καρδιές τῶν πιστῶν μέ τήν ἀληθινή καί σωστή λατρεία τῆς Ἁγίας Τριάδος. Ἐπιπλέον, μέ τό νά εἶναι ὁ βίος τους ζωντανό μουσεῖο τῶν θείων δικαιωμάτων καί τῶν θείων ἀρετῶν, πρόσθεσαν περισσότερη λαμπρότητα καί σ' αὐτό τό ἀρχιερατικό ἀξίωμα, τό ὁποῖο οἱ ἴδιοι ἐπαξίως ἔφεραν. Ἡ καθαρότητα τοῦ βίου τους ὑπεραστράπτει καί κάνει κάθε ἀνθρώπινο νοῦ νά ἐξίσταται. Ἀντιλαλοῦν στά ἄκρα τῆς οἰκουμένης μέ τή σάλπιγγα τῆς καλῆς τους φήμης καί τά ἱερά συγγράμματά τους.
   Πλουτίζουν τήν ὁμοίωση τῶν ἀΰλων ἀγγέλων μέ τή λιτότητα τῆς ζωῆς καί τῆς διατροφῆς τους - πού ἦταν τόσο ἁπλή καί ὅση χρειάζονταν γιά τίς ἀνάγκες τους - ἐξωμοιώνοντάς την ἔτσι μέ τήν ἀτροφία τῶν ἀγγέλων. Μ' αὐτούς ὅμως μοιάζουν καί γιά ἕναν ἀκόμη λόγο. Λατρεύουν οἱ ἀσώματοι νόες ἀσιγήτως τήν Ἁγία Τριάδα; Ἐξυμνοῦν καί οἱ ἅγιοι αὐτοί τόν Κύριο τῆς δόξης, ἀσταμάτητα μέ ὕμνους θεοσεβεῖς. Ἐκλάμπουν μέ θεϊκό φῶς οἱ ἄϋλοι νόες; Ἐξαστράπτουν μέ τή χάρη τοῦ Ἁγ. Πνεύματος σ' ὅλη τήν ὑφήλιο καί οἱ θεῖοι αὐτοί διδάσκαλοι τῆς Ἐκκλησίας.
   Αὐτοί οἱ ἅγιοι ὑπερπλούτισαν πνευματικά μέ τήν ἀκτημοσύνη πού εἶχαν καί ἐκπέμπουν ἄρρητη εὐωδία ἀπό τόν στεναγμό τῆς ὑπέρλαμπρης ψυχῆς τους. Δροσίζουν τίς καρδιές τῶν εὐσεβῶν οἱ λαμπροί ποταμοί τῶν ἀσκητικῶν τους δακρύων, πνίγοντας συνάμα τόν ἀρχέκακο δράκοντα. Ἀπό τά πυρίπνοα στόματά τους ξεχύνονται ὀρμητικά τῆς θεολογίας οἱ χείμαρροι καί ἀπό τήν θεολόγο γλώσσα τους πηγάζουν τῆς Ὀρθοδοξίας πλημμύρες, πού καταρδεύουν τίς ψυχές τῶν εὐσεβῶν.
    Γιά ὅλα τά παραπάνω, χαρίστηκε στούς θείους αὐτούς ἀνθρώπους ἡ ὑπεροχή τῶν θαυμάτων πού τέλεσαν καί τελοῦν πάντοτε καί τά ὁποῖα, μέ τό νά εἶναι πέρα ἀπό τή φύση, ἐκπλήττουν κάθε ἀκοή καί διάνοια.
    Μά τί νά πρωτοποῦμε ἀπό τά πολλά στά ὁποῖα αὐτοί οἱ μακάριοι φάνηκαν ἀξιομίμητοι; Πού μέ τήν ὑψηλή στάθμη τῆς πνευματικῆς τους ζωῆς, τήν προθυμία τους γιά τό κοινό ὄφελος καί τήν ζέουσα πρός τόν πλησίον ἀγάπη, ἀρνήθηκαν τήν ἴδια τους τή ζωή καί ἔγιναν θησαύρισμα τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ. Γι' αὐτό καί μέ τήν ἑρμηνεία τῶν θείων γραφῶν πού τούς ἐνέπνευσε τό πανάγιο πνεῦμα, πλούτησαν ὡς διδάσκαλοι τῆς Ἐκκλησίας, τό ἀποστολικό ἀξίωμα τῆς διαδοχῆς τῶν πνευματέμφορων μαθητῶν τοῦ Σωτῆρος.
    Ἀλλ' ὦ Πατέρες τρισόλβιοι, Βασίλειε, Πέτρε καί θεῖε Γρηγόριε, ἀπό κοινοῦ μέ τό σεπτό ζεῦγος Βασιλείου τοῦ θείου πατέρα σας καί Ἐμμιλίας τῆς μακαρίας μητέρας σας,  ἀλλά καί τό Ναυκράτιο καί τή Μακρίνα τούς ἀδελφούς σας, μή παύσετε νά πρεσβεύετε συνεχῶς γιά μᾶς στό Σωτήρα, ἀφοῦ ἔχετε τόσο μεγάλη παρρησία πρός Αὐτόν.
   Ἱκετεύσατε παρακαλοῦμε τόν Θεό ὥστε νά στρέψει τό βλέμμα του πρός τήν
     οἰκτρή ἀθλιότητά μας πού καταδυναστεύεται ἀπό ὁρατούς καί ἀόρατους
         ἐχθρούς. Τίς ἐνέδρες καί τίς παγίδες τοῦ διαβόλου ἄς διαλύσει. Τόν
                 ζυγό τῶν παθῶν μας ἄς ἐλαφρύνει. Τήν πατρίδα μας ἄς
                    προστατεύει ἀπό κάθε κίνδυνο. Καί τέλος, νά μᾶς
                       καταξιώσει να ἑορτάζουμε πάντοτε τή λαμπρή
                             καί ἔνδοξη μνήμη σας, δείχνοντάς μας
                                 κληρούχους τῆς πλήρους δόξας
                                  παραστάσεως τῆς ἐπουράνιας
                                   βασιλείας Του, μαζί μέ ὅλους
                                        τούς ἁγίους πού ἀπό
                                          αἰώνες Τόν ἔχουν
                                              εὐαρεστήσει.
                                                    Ἀμήν.
Παταπίου μοναχοῦ Καυσοκαλυβίτου: Εἰσαγωγή-Σχόλια-Φωτογραφίες-Ἀπόδοση στή νεοελληνική τοῦ Ἐγκωμιαστικοῦ Λόγου, στό βιβλίο: ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ ΠΑΤΡΟΜΗΤΡΑΔΕΛΦΟΤΗΤΟΣ, ἔκδ. Ἱ. Ναοῦ Ἁγ. Βασιλείου, Βραχνέϊκα Πατρῶν, 2006.