Σάββατο 4 Απριλίου 2020

Έχουμε πνευματική εργασία για να μην ξεχάσουμε την περίοδο της Μ. ΤεσσαρακοστήςΓράφει ο Πρωτ. Ανδρέας Καππές Θεολόγος (MSc) στην Romfea.gr

    Γράφτηκε από τον/την Romfea.gr. 30/03 00:36

 

«ΚΑΤΕΥΘΥΝΘΗΤΩ Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΜΟΥ»

Αν ο 4ος π. Χ. αιώνας, με την Θεωρία των ιδεών του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη, για τον κόσμο ήταν παρηγοριά, αν ο 5ος π. Χ. αιώνας ο λεγόμενος χρυσούς αιών του Περικλέους, για τους Αθηναίους ήταν ένα παράθυρο ελπίδας, τότε, ο 2ος μ. Χ. αιώνας με την άνθηση του μοναχικού βίου, με την εντατική και επίπονη άσκηση εις την πνευματική καλλιέργεια και συγκεκριμένα εις τον αγώνα της προσευχής, εις τον Τριαδικό αληθινό Θεό μας, για εμάς τους Χριστιανούς πόσο ανεκτίμητη παρακαταθήκη είναι, ο θησαυρός που παραλαμβάνουμε και ποία ευθύνη έχουμε έναντι των Πατέρων της Ορθόδοξης Εκκλησίας μας;

Οι ημέρες που ζούμε της Αγίας και Μ. Τεσσαρακοστής μέσα σε όλο τον ενιαυτό είναι ως ένας θησαυρός, είναι οι πολυτιμότερες , οι πιο άγιες και καρποφόρες, μας προσφέρονται από την Εκκλησία μας για πνευματική ανάνηψη.

Ως Χριστιανοί πιστά τέκνα, καλούμαστε να καλλιεργήσουμε την προσευχή, την νηστεία, την κάθαρσή μας, όλος ο πνευματικός αγώνας τυγχάνει αλληλένδετος.

Με αφορμή τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά (1296-1359 μ. Χ.), τον επιστήμονα της μεγαλύτερης πνευματικής τέχνης, όσο μπορούμε θα προσπαθήσουμε να προσεγγίσουμε, το μεγάλο αυτό δώρο του Θεού εις τον άνθρωπο, το οποίο ιερουργεί και τελεσιουργεί την ανάταση και την ένωση του ανθρώπου προς τον Θεό.

Η προσευχή είναι ο «σύνδεσμος των λογικών κτισμάτων με τον Κτίστη», αυτό θα δίναμε ως σύντομο ορισμό, για το σπουδαίο και σωτήριο έργο της πνευματικής αυτής τέχνης, με την προϋπόθεση ότι, ο άνθρωπος θα θελήσει πρώτα να έλθει σε κατάνυξη, ξεπερνώντας: λογισμούς, πάθη, ηδονές.

Εμποδίζοντας δηλαδή, με ισχυρή βία την τάση της διάνοιας του, να στρέφεται ο νους σε κοσμικά και εφήμερα, πλησιάζει το Θεό νοερά και επιτυγχάνει τα άρρητα, γεύεται τα μέλλοντα και αιώνια… γνωρίζει ότι ο Κύριος είναι αγαθός.

Η προσευχή είναι Θεοδίδακτος θεσμός «αδιαλείπτως προσεύχεσθε» άλλωστε, είναι γνωστό και το γραφικό ότι: «Βιασταί αρπάζουσι την Βασιλεία των Ουρανών»1, συνεπώς πρέπει κι εμείς να «βιάζουμε» τον εαυτό μας.

Κατά την κρίση των Πατέρων της Εκκλησίας μας, το καθαρότερο και ακριβέστερο δείγμα της πνευματικής ζωής, για την ψυχή κάθε Χριστιανού, τυγχάνει η αδιάλειπτως προσευχή, η οποία θα γίνει πάγια κατάσταση, κύριο μέλημα και στόχος. Η προσευχή έχει ως σκοπό, να φέρει τον Χριστό μέσα εις την καρδιά του ανθρώπου.

Ο Άγιος Ισίδωρος ο Πηλουσιώτης (370-449 μ. Χ.), μας υπενθυμίζει : «τα έπαθλα μείζονα όντα πάσης ανθρωπίνης αξίας, και εκ πολλού του περιόντος την τοις πόνοις χρεωστουμένην αμοιβήν υπερβαίνοντα. Ουκ αξία γαρ τα παθήματα του νυν καιρού προς την μέλλουσαν δόξαν αποκαλυφθήναι εις ημάς»2, για να επιτευχθεί αυτό απαιτείται υπομονή, επιμονή και μακροθυμία.

Για να έχουμε όμως μια σφαιρική εικόνα στο νου μας περί προσευχής, καλόν θα είναι να γνωρίζουμε τους τέσσερις βασικούς κανόνες για μια σωστή, αρεστή και κατορθωτή προσευχή:

Πρώτος κανόνας: Πώς θα μπορέσει η ανθρώπινη φύση μας, με αφοσίωση να πλησιάσει τα «υπερ φύσιν».

Δεύτερος κανόνας: Η γνώση μας, έναντι των εμποδίων που προκύπτουν όταν αποφασίζουμε να ασχοληθούμε με το γύμνασμα της προσευχής. Τρίτος κανόνας: Η ποιότητα και η σωστή τοποθέτηση των αιτημάτων μας.

Κανόνας τελευταίος και παρήγορος προς εμάς, ότι ο άνθρωπος της προσευχής γίνεται καθολικός και απολαμβάνει πολλά οφέλη.

Ο άνθρωπος αποτελείται από σώμα και ψυχή – νου. Ο νους είναι όλη η δύναμις του ανθρώπου, απ’ τον νου ενεργούνται όλες οι εσωτερικές δυνάμεις, η ψυχή έχει πολλές δυνάμεις, όταν δεν προσέξει κανείς και μολύνει έστω και μία από αυτές και δεν έχει καθαρίσει αυτό το λεκέ, μπορεί να μολύνει και τις υπόλοιπες δυνάμεις – διαθέσεις –   αρετές της ψυχής, διότι η ψυχή επικοινωνεί με όλο το εσωτερικό του ανθρώπου.

Από αυτό και μόνο καταλαβαίνουμε, ότι χρειάζεται πλήρης καθαρότητα του νου, και της ψυχής, για να αρχίσει το διακόνημα της προσευχής.

Γνωρίζοντας την ακαθαρσίας της καρδιάς μας, ας σπεύσουμε να καθαρίσουμε τάχιστα το «έσωθεν του ποτηρίου μας», «Λέγε τις ανομίες εσύ πρώτος, για να απαλλαγείς απ’ αυτές»3, όπως μας παραγγέλνει ο προφ. Ησαΐας.

Είναι σίγουρα στη δική μας ευκέρια, ώστε να αποκτήσουμε την τελειότητα στις αρετές, ξεριζώνοντας τα πάθη μας, όμως, ο κακός λογισμός (ο διάβολος δηλ.), θέλει πάντοτε να μας απελπίζει, για να μας αποτρέψει απ’ αυτό το διακόνημα της προσευχής «ως λέων οριώμενος», με τους ακόλουθους λογισμούς: Ότι είναι ακατόρθωτο για μας η τέλεια προσευχή, ότι δεν μπορούμε να αγαπήσουμε τέλεια τον πλησίον μας, μας φέρνει τη ραθυμία, την απογοήτευση, την πνευματική τεμπελιά.

Έρχεται ο ψαλμωδός να μας δώσει την χαρμόσυνη απάντηση, ώστε να μπορεί καθένας από εμάς να πει ταπεινά: «Εξομολογήθηκα την αμαρτία μου και δεν έκρυψα την ανομία μου»4, ώστε μετά από αυτήν την ομολογία να προσθέσουμε στη συνέχεια: «Και Συ αμέσως συγχώρησες την ασέβεια της καρδιάς μου»5.

Εκείνος θα μας βοηθήσει , Εκείνος θα μας παρηγορήσει σ’ αυτούς τους μάταιους λογισμούς, και τελικά θα μας συγχωρήσει, θα μας θεραπεύσει, και θα μας οδηγήσει εις την πνευματική κάθαρση της ανθρωπίνης φύσεώς μας, για να πλησιάσουμε δειλά στην αρχή, αλλά με θάρρος στη συνέχεια τα «υπερ φύσιν», δηλαδή το κατόρθωμα της απαλλαγής μας, όλων των εμποδίων για την προσευχή.

Ας μην αποδυναμώνουμε με την σκληρότητα της αμετανοησίας που δημιουργεί ο εχθρός, γιατί όταν ο Θεός βλέπει σε εμάς κάποια σημάδια μετανοίας και συντριβής του νου και της καρδιάς μας, αμέσως ευλογεί τις φτωχιές και αναιμικές προσπάθειές μας, χαρίζοντας μας άπειρο έλεος: «Εγώ Είμαι» λέει, «που θα ελαξείψω τις αμαρτίες σου και δεν θα τις θυμηθώ ποτέ»6.

Ως προς τον πρώτον κανόνα, της καθάρσεως της ψυχής μας από κακούς λογισμούς για να πλησιάσει τα «υπερ φύσιν» θα είναι καλόν να έχουμε κατά νου, μια συμβουλή ενός σύγχρονου Γέροντα Εφραίμ του Φιλοθεΐτου «Ότι προτού ξεκινήσουμε την προσευχή θα είναι ωφέλιμο και βοηθητικό για λίγα λεπτά να κάνουμε μια περισκόπηση γύρω από τα αμαρτήματά μας, γύρω από τα πάθη μας, να σκεφτούμε την αμαρτωλότητά μας, την εμπαθή κατάστασή μας, την ταπεινή κατάσταση της ψυχής μας και ότι δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα χωρίς τον Θεόν»7.

Όταν αυτή η εργασία γίνει, τότε θα διαισθανθεί, ότι η ψυχική μας κατάσταση είναι έτοιμη για την προσευχή και η δέησής μας, γίνεται δεκτή και μπορεί να έχει την αρμόζουσα παρρησία και μεσιτεία, τότε γλυκαίνεται η καρδιά, τότε ξεχνά κανείς το εγώ του, τότε λησμονεί τον εαυτό του.

Ο άγιος Ισαάκ ο Σύρος, (7ος αιώνας μ. Χ.), μας επικεντρώνει ως προς τον κανόνα της καθάρσεως της ψυχής μας, με το ακόλουθο: «Αλλ΄ εν τω καιρώ της προσευχής, τω Θεώ μόνω προσέχει του νοός η θεωρία και προς αυτόν τείνει πάσας τας κινήσεις αυτού και δεήσεις εκ καρδίας μετά σπουδής και θέρμης διηνεκούς προσάγει αύτω»8.

Δηλαδή, «στον καιρό της προσευχής σκέψη του νου μας να προσέχει μόνον τον Θεό και προς αυτόν να κατευθύνει όλες τις κινήσεις του και να προσφέρει σ’ αυτόν δεήσεις από την καρδιά με ζήλο και συνεχή θέρμη».

Εδώ εναπόκεινται η επιτυχία, αν προσέξουμε όμοια, θα μοιάσουμε σαν τους λειτουργούς Του Υψίστου κατά την ώρα την οποία προσεύχονται και δέονται ενώπιον της Αγίας Τραπέζης. Μην μας παραξενεύει λοιπόν όταν ακούμε, ή διαβάζουμε για συνανθρώπους μας, περί θαυμαστών γεγονότων, κατά την ώρα της προσευχής μας, ομολογεί μέσα απ’ την Αγία Γραφή ο ίδιος Ιερός πατήρ, πάμπολλα παραδείγματα θεοφάνειας κατά την ώρα της ευάρεστης προσευχής9.

Όπως του προφήτου Ζαχαρία, όπου κατά την ώρα της προσευχής εμφανίστηκε ο Άγγελος και ευαγγελίσθηκε την γέννηση του Ιωάννου (Λκ. 1,5), στον Απόστολο Πέτρο όταν προσεύχονταν στο δωμάτιο εμφανίστηκε η οπτασία δια την πρόσκληση των Εθνών (Πρ.10,10), στον Κορνήλιο κατά την ώρα της προσευχής, η εμφάνιση του Αγγέλου που του αφηγήθηκε όλα εκείνα που ήταν γραμμένα γι’ αυτόν (Πρ. 10. 1, 33).  

Καταλαβαίνουμε ότι, όλες οι οπτασίες οι οποίες παρουσιάστηκαν σε αγίους ανθρώπους, καθαρούς από πάσης αμαρτίας, εμφανίστηκαν την ώρα της προσευχής, αυτό σημαίνει για εμάς, να εννοήσουμε την σπουδαιότητα και το μεγαλείο κατά την ώρα την οποία γίνεται η προσευχή, ο πιο πολύτιμος και ιερός χρόνος, είναι αυτός.

Κατά την ώρα αυτή της προσευχής δηλαδή, αναβαπτιζόμεθα, γιατί;

Γιατί, ο αμαρτωλός, ο χοϊκός άνθρωπος αφήνει τον παλαιό του άνθρωπο και ντύνεται τον νέον, ο οποίος είναι γεμάτος χάρη και ανοίγουν οι οφθαλμοί της ψυχής του και βλέπει ότι έχει ντυθεί ουράνιο χρώμα και λάμψη.10  

Τα δάκρυα της μετανοίας , η απαλλαγή της φαντασίας μας , από καθετί το βλαβερό, η απαλλαγή των κακών λογισμών από τον νου μας, η προσήλωσή μας στη προσευχή, ο τόπος, ο οποίος θα βοηθήσει στην κατάνυξη της ψυχής, ωφελούν για την εργασία της επικοινωνίας μας με τον Θεό: «θυγάτηρ Βαβυλῶνος ἡ ταλαίπωρος… μακάριος ὃς κρατήσει καὶ ἐδαφιεῖ τὰ νήπιά σου τὴν πέτραν»11 του ονόματος Ιησού Χριστού.

Όλα τα ανωτέρω, ασφαλώς προϋποθέτουν την πιστή τήρηση των εντολών του Χριστού μας, μαζί με άσκηση και καθαρότητα νου και τον αγώνα κατά των παθών, διότι είναι αδύνατον, ακάθαρτος νους, να πλησιάσει τα «υπερ φύσιν»

Επίσης, πάμπολλα θα είναι τα εμπόδια τα οποία θα προκύψουν, κατά την απόφασή μας για εντατικό αγώνα εις την προσευχή.

Ας θελήσουμε να δούμε μερικά απ’ τα κυριότερα που απαρτίζουν τον δεύτερο κανόνα, ο οποίος μας δείχνει α) πρώτο εμπόδιο την ακηδία, μια από τις πρώτες θανάσιμες αμαρτίες, αυτό το οποίο ονομάζουμε πνευματική οκνηρία- τεμπελιά, ξεχνώντας εκείνο που μας παραγγέλνει ο Κύριός μας: «Γρηγορεῖτε μετ’ ἐμοῦ … Γρηγορεῖτε καί προσεύχεσθε ἵνα μη εἰσέλθητε εἰς πειρασμόν·  το μεν πνεύμα πρόθυμον, η δε σαρξ ασθενής»12.

Κατόπιν έρχεται η αναβολή η οποία πηγάζει από τη ακηδία. β) Ένα δεύτερο εμπόδιο είναι οι μνήμες των πονηρών και κακών πράξεών μας, οι μνήμες αυτές είναι αναμνήσεις του παρελθόντος χρόνου, αυτές οι αναμνήσεις, μας ταλαιπωρούν όχι μόνον κατά την ώρα της προσευχής, αλλά καθ’ όλο τον χρόνο της ημέρας13. γ) Τρίτο εμπόδιο η υπερηφάνεια της ψυχής, ο διάβολος δεν πρέπει να ξεχνούμε, ότι από υπερηφάνεια έπεσε.

Ο Γέρων Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης (1866-1938 μ. Χ.), μας λέει περί αυτού: «Η υπερηφάνεια είναι η αρχή της αμαρτίας. Εν αυτή περικλείονται πάσαι μορφαί του κακού, κενοδοξία, φιλοδοξία, φιλαρχία, ψυχρότης, σκληρότης, αδιαφορία προς τα παθήματα του πλησίον, ονειροπολία του νοός, εντατική ενέργεια της φαντασίας, δαιμονική έκφραση των οφθαλμών…»14. δ) Τέταρτον εμπόδιο η μή ειλικρινής μετάνοια, με αποτέλεσμα τα εναπομείναντα ανεξομολόγητα πάθη και αδυναμίες, να αυξάνονται σιγά- σιγά, χωρίς να το καταλαβαίνουμε. Η επίγνωση των αμαρτημάτων μας, θα αποτελέσει και την πρώτη πνευματική ελευθερία μας και θα θελήσουμε να μην επαναλάβουμε ποτέ αυτά για τα οποία τώρα ντρεπόμαστε15. ε) Πέμπτο και κύριο εμπόδιο, η γαστριμαργία, όταν η κοιλία είναι γεμάτη «βρώματα», δεν μπορεί να διακονήσει την προσευχή.

Ας γρηγορήσουμε και εμείς αγαπητοί πατέρες και αδελφοί, διότι «ημάρτομεν, ηνομήσαμεν, ηδικήσαμεν», ενώπιον Του, «ουδέ συνετηρήσαμεν, ουδέ εποιήσαμεν» και ίσως τούτες τις δύσκολες ημέρες για την πατρίδα μας και ολόκληρο τον κόσμο, οι εντονότερες προσευχές μας και τα δάκρυα μας ας γίνουν ίλεως, σε Εκείνον τον οποίο σε λίγες ημέρες αν θέλει, θα τον είδομεν επάνω εις τον Σταυρό, για την δική μας σωτηρία. Είθε να μας λυπηθεί τούτη την ώρα!  (Συνεχίζεται σε επόμενη δημοσίευση).

Ο ιός της δοκιμασίαςΓράφει ο π. Κωνσταντίνος Κατσουλιέρης*ράφτηκε από τον/την Romfea.gr. 02/04 14:50

 

Αναμφίβολα  σαν κοινωνία βρεθήκαμε αντιμέτωποι με ένα τρομακτικό γεγονός, με μια πανδημία, που κανείς δεν περίμενε πως θα μας βρει και η αλήθεια είναι πως και εμείς στην εκκλησία βρεθήκαμε πνευματικά απροετοίμαστοι.

Αυτό συνέβη διότι είχαμε μάθει να ενεργούμε μέσα σε μια καθημερινότητα με κανόνες και ωράριο, μέσα σε ένα ασφυκτικό πλαίσιο, το οποίο δεν το αρνούμαστε βέβαια, αλλά δεν αρκεί από μόνο του να διασφαλίσει την πνευματική θεραπεία και ολοκλήρωση. Και αυτό δεν είναι κάτι καινούριο· το Ευαγγέλιο είναι γεμάτο από τέτοιες εικόνες.

Εικόνες Γραμματέων-Φαρισαίων· Φαρισαίων όχι απαραίτητα από πρόθεση αλλά από ανασφάλεια και αγνωσία, ίσως και από τη βολή μας που και σε αυτή την περίπτωση προκαλούν το ίδιο καταστροφικό αποτέλεσμα.

Ο Κύριος αντίθετα μας δίνει πάμπολλες φορές την δυνατότητα να μη τηρηθεί το κανονιστικό πλαίσιο της εκκλησίας μας όταν ο άνθρωπος κινδυνεύει ή όταν βρίσκεται σε μια κατάσταση και θέλει να διατηρηθεί αυτή η κατάσταση ακόμα και αν χάνεται το μέτρο.

Αυτό δε σημαίνει ότι ο Ιησούς δεν προτιμά το ρυθμιστικό και λειτουργικό πλαίσιο της θρησκευτικής μας ζωής· το προκρίνει και το επιθυμεί.

Μας καλεί όμως να δούμε μακρύτερα, να δούμε την ουσία, θεωρώντας το πλαίσιο αυτό αναγκαίο για να δικαιωθεί ο άνθρωπος ενώπιον Θεού και συν-ανθρώπου και όχι σαν μέσο καταδυνάστευσης του ανθρώπου.

Υπάρχει πάντοτε ένας δυνατός αγώνας ανάμεσα στην προσπάθεια για σωτηρία και στην στυγνή τυπολατρία.

Κάπου είχα διαβάσει μια φράση που είχε πει ένας Άγιος της Εκκλησίας μας (νομίζω ο Άγιος Παΐσιος)· είπε λοιπόν πως το Πηδάλιο το ονομάζουμε έτσι, ακριβώς διότι μπορούμε να το ‘’στρίβουμε’’ κατ’ αυτό τον τρόπο ανάλογα με τις ανάγκες του ανθρώπου.

Αυτή η φράση αντανακλά το πνεύμα του Ευαγγελίου. Τώρα βεβαίως ακολουθεί το δίλημμα, ποιος είναι αυτός που θα μας ορίσει πόσο θα ‘’στρέψουμε’’ το Πηδάλιο και προς ποια κατεύθυνση.

Αυτός δε θα είναι σίγουρα κάποιος που δε μπορεί να ‘’δει’’ πέρα από τις εντολές,  αλλά ούτε και κάποιος που είναι πολύ ‘’άνετος’’.

Χρειάζεται κάποιος που μπορεί με βάση το θεολογικό πλαίσιο να κατανοεί την ανθρώπινη ανάγκη, ώστε να μπορεί να κατευθύνει σωστά τον πλανεμένο και μπερδεμένο άνθρωπο.

Αυτή ακριβώς η κατάσταση είναι που επικρατεί σήμερα, εξαιτίας του κοροναϊού και η δοκιμασία μας εκεί ακριβώς θα κριθεί, δηλαδή στην μονόφθαλμη τήρηση του κανονισμού ή στην προφύλαξη της υγείας των ανθρώπων και κυρίως στην ορθή καθοδήγηση των πιστών ακόμα και αν αναγκαστούμε να παραβούμε κάποιους από τους κανόνες της εκκλησίας μας;

Ας δούμε τι έπραξε ο Κύριος σε δύο περιπτώσεις· φέρτε, λοιπόν, στο μυαλό σας τον γάμο στην Κανά όπου ο Ιησούς μετέτρεψε το νερό σε κρασί.

‘’Καὶ ὑστερήσαντος οἴνου λέγει ἡ μήτηρ τοῦ Ἰησοῦ πρὸς αὐτόν· Οἶνον οὐκ ἔχουσιν’’, μας εξιστορεί ο ευαγγελιστής Ιωάννης! Είχαμε λοιπόν ένα γάμο στον οποίο κλήθηκαν και ο Ιησούς και οι μαθητές του.

Κάποια στιγμή κατά τη διάρκεια του γάμου και ενώ όλοι ευφραίνονταν, το κρασί τελείωσε· τότε η Μητέρα του Ιησού του το είπε και Αυτός αμέσως μετέτρεψε το νερό στις υδρίες (ὑδρίαι λίθιναι ἓξ κείμεναι) σε κρασί ακριβώς για να συνεχιστεί η χαρά του ζευγαριού και των καλεσμένων.

Σε καμιά περίπτωση δεν διαπιστώνουμε ότι δεν επιθυμούσε την παροχή περισσότερου οίνου, ακόμα και αν είχαν πιει λίγο ή αρκετά περισσότερο (Πᾶς ἄνθρωπος πρῶτον τὸν καλὸν οἶνον τίθησι, καὶ ὅταν μεθυσθῶσι, τότε τὸν ἐλάσσω· σὺ τετήρηκας τὸν καλὸν οἶνον ἕως ἄρτι)·

Τι θα σχολίαζε ένας καλός χριστιανός σε αυτή την περίπτωση; Θα τολμούσε να πει ότι ο Ιησούς ξεπέρασε το μέτρο; Αναλογιστείτε:  «Μὴ μεθύσκεσθε οἴνῳ, ἐν ὧ ἐστίν ἀσωτεία»(Εφ.5,18).

Ας δούμε διδακτικά και μία ακόμα περίπτωση· Σύμφωνα με την αφήγηση του ευαγγελιστή Ματθαίου, όταν ο Ιησούς πέρασε με τους μαθητές του μέσα από σπαρμένα χωράφια και έτριψαν στάχυα με τα χέρια τους για να φάνε τους σπόρους του σιταριού, οι Φαρισαίοι τούς κατηγόρησαν για παραβίαση του νόμου του Σαββάτου.

Ο Ιησούς όμως τούς αποκρίθηκε: «Δε διαβάσατε στη Γραφή τι έκανε ο Δαβίδ όταν πείνασε αυτός κι οι σύντροφοί του; Πως μπήκε στο ναό του Θεού, κι έφαγε τους άρτους της προθέσεως, που δεν επιτρεπόταν από το νόμο να τους φάει ούτε αυτός ούτε οι σύντροφοί του παρά μόνο οι ιερείς;»

Και συνέχισε λέγοντας: «Εδώ έχουμε κάτι ανώτερο από το ναό. Κι αν είχατε καταλάβει τι σημαίνει "αγάπη θέλω και όχι θυσία", δε θα καταδικάζατε αυτούς τους αθώους ανθρώπους. Άλλωστε ο Υιός του Ανθρώπου εξουσιάζει και το Σάββατο.

Μα καλά θα ξανασχολιάσει ένας καλός χριστιανός και ο Δαβίδ και ο Ιησούς πάλι δεν τήρησαν τους κανόνες;

Μπορούμε να αναφέρουμε πάρα πολλές περιπτώσεις από το Ευαγγέλιο αλλά και από την παράδοση της εκκλησίας μας, κατά τις οποίες για την εξυπηρέτηση του ανθρώπου (ψυχικώς και σωματικώς) καταλύονται οι κανόνες ή το μέτρο· νομίζω ότι κάποιος με αυτές τις γνώσεις θα άξιζε να κάνει μια τέτοια μελέτη.

Στα δύο παραπάνω παραδείγματα, είναι σημαντικό ακόμα να τονίσουμε ότι για το πρώτο έχουμε παραβίαση του μέτρου για να εξυπηρετηθεί ψυχικά και συναισθηματικά ο άνθρωπος· εδώ μας επισημαίνεται ότι ο Κύριος δεν είναι φειδωλός στη χαρά του ανθρώπου. Αντίθετα επιθυμεί να συνεχιστεί η χαρά και να μη διακοπεί από την έλλειψη.

Το δεύτερο παράδειγμα αφορά την υγεία του ανθρώπου με την κάλυψη της ανάγκης για τροφή.  Και τα δύο συμπληρώνουν ολιστικά  τον Άνθρωπο και τις ανάγκες του.

Και τα δύο δεν καταλύουν τους νόμους της εκκλησίας μας γιατί πάνω από όλα το σημαντικότερο είναι ο Άνθρωπος (‘’καὶ τὸ ἀγα πᾶν τὸν πλησίον ὡς ἑαυτὸν πλεῖόν ἐστι πάντων τῶν  ὁ   λοκαυ τωμάτων καὶ θυσι ῶν’’ Μάρκος ΙΒ 33). Πάντως σε καμία περίπτωση δεν είναι στη σκέψη του Κυρίου αυτές οι εξαιρέσεις να γίνουν ο κανόνας.

Τώρα έρχεται η στιγμή της γνώσης και της επίγνωσης… όταν λοιπόν γνωρίζεις καλέ μου χριστιανέ ότι ο καταστροφικός ιός του φαρισαϊσμού και κοροναϊού  μεταδίδεται εξαιρετικά εύκολα σε κλειστά περιβάλλοντα κάθεσαι και αναρωτιέσαι γιατί κλείνουν οι εκκλησίες και όχι π.χ. τα σούπερ μάρκετ;

Η ανάγκη για εκκλησιασμό μπαίνει στη ζυγαριά με την ανάγκη για φαγητό και για την καθαριότητα που είναι πρώτιστο αγαθό για τον άνθρωπο όπως είδαμε και από την ιστορία του Δαβίδ παραπάνω;

Ακόμα και αν δεν έγινε η πρόθεση γιατί οι άρτοι φαγώθηκαν, σώθηκαν όμως οι άνθρωποι. Δηλαδή δεν έπρεπε να φαγωθούν οι άρτοι για να γίνει η πρόθεση και να μείνουν νηστικοί οι άνθρωποι;

Τέτοια ερωτήματα μπορούμε να βρούμε και να απαντήσουμε πολλά.  Η σωστή επιλογή είναι ότι μπορούμε να κάνουμε και τα δύο με διάκριση και σύνεση χωρίς να είμαστε έξω από το πνεύμα του ευαγγελίου βοηθώντας τον Άνθρωπο.

Η προσευχή και η δικαίωση του ανθρώπου από το Θεό δε σταματάει ακόμα και αν δεν πάμε στην εκκλησία, όταν η ανάγκη το επιβάλλει.

Όπως ο άνθρωπος δεν καταδικάζεται με αιώνια κόλαση από μερικά λάθη που έκανε, έτσι και δεν δικαιώνεται με μερικά καλά που έκανε. Η πορεία μας στο χρόνο είναι αυτή που θα βαρύνει προς το ένα μέρος ή το άλλο. Και ο χρόνος είναι πάντα αρκετός· οι πράξεις όμως μας οδηγούν.

Κλείνοντας, η ανάγκη τώρα μας καλεί να εργαστούμε πνευματικά από το σπίτι. Αυτή είναι η δοκιμασία μας. Αυτή η δοκιμασία θα διακρίνει τους ορθόδοξους από τους φαρισαίους, την ουσία από την τυπολατρεία.

Αυτός θα είναι ο ιός της δοκιμασίας μας…..

* Ο π. Κωνσταντίνος είναι κληρικός της ιεράς Μητροπόλεως Θηβών και Λεβαδείας, εφημέριος του Ιερού Ναού Αγίου Δημητρίου - Παραλίας Αυλίδος

Ποια είναι τα είδη και τα φτερά της Προσευχής;


Διότι σ’ αυτές τις ιερές προσευχές θα βρείτε πολύ πλούσια και, όπως χρειάζεται, τα τέσσερα ιδιώματα ή μέρη, που περιέχει κάθε τέλεια Προσευχή, δηλαδή: α) τη δοξολογία, β) την ευχαριστία, γ) την εξομολόγηση και δ) την αίτηση.



Για τα δύο από αυτά τα τέσσερα είδη μας μιλάει ο μέγας Βασίλειος, λέγοντας:
«Δύο είναι οι τρόποι της , αγαπητέ μου: ο πρώτος είναι της δοξολογίας, με ταπεινοφροσύνη· κι ο δεύτερος, που ακολουθεί μετά, είναι των αιτημάτων μας. Έτσι, λοιπόν, όταν προσεύχεσαι, μην πας κατ’ ευθείαν στα αιτήματα, διότι εκθέτεις μ’ αυτό τον τρόπο τη διάθεση σου, ότι δηλαδή κάποια ανάγκη σε υποχρεώνει να προσευχηθείς στο Θεό» (Ασκητ. διατάξεις, κεφ. α’).
Για τ’ άλλα δύο είδη μας μιλάει ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος, όταν γράφει: «Πριν απ’ όλα, όταν αρχίζουμε την προσευχή μας, πρέπει να βάλουμε πρώτη την ειλικρινή ευχαριστία μας, και ύστερα την μετάνοια και την πραγματική συντριβή της ψυχής μας· κατόπιν, μπορούμε να παρουσιάσουμε στον Παμβασιλέα αυτό που θέλουμε να του ζητήσουμε.
Αυτός είναι ο καλύτερος τρόπος της Προσευχής, όπως ακριβώς και φανερώθηκε από Άγγελο Κυρίου σε κάποιον αδελφό μας» (Λόγ. κη’. Περί Προσευχής).
Έτσι, με τη δοξολογία θα δοξάζετε τον άναρχο Πατέρα, τον συνάναρχον Υιόν και το Πανάγιον και συναΐδιον Πνεύμα, την υπερούσια και αδιαίρετη Τριάδα, τον μοναδικό Θεό μας, καθώς και την υπέραγνη και υπεράμωμη Μητέρα του Θεού μας.
Με την ευχαριστία θα ευχαριστείτε τον Θεό για τις ευεργεσίες και τις χάρες που σας έκαμε, κρυφές και φανερές, ψυχικές και σωματικές, στο παρελθόν, στο παρόν, και κείνες που θα σας κάμει στο μέλλον, Με τη μετάνοια θα εξομολογείσθε στο Θεό, με συντριβή καρδίας και πραγματική κατάνυξη, όλες τις αμαρτίες που έχετε διαπράξει, είτε με την πράξη είτε με τη σκέψη.
Κατόπιν, με την αίτηση θα ζητάτε από το Θεό να σας ελεήσει και να σας συγχωρήσει τις αμαρτίες σας, να σας φυλάξει από κάθε ορατό εχθρό και αόρατο, και να σας χαρίσει τα εγκόσμια και υπερκόσμια αγαθά του.
Κ’ επειδή η συντριβή της καρδιάς, η κατάνυξη και τα δάκρυα είναι τα φτερά της θείας Προσευχής, με τα οποία εκείνη ανεβαίνει στους ουρανούς και φτάνει στ’ αυτιά του Κυρίου Σαβαώθ (διότι, καθώς είπε ο άγιος Ιερώνυμος, η μεν προσευχή μόνο πραΰνει το Θεό, αλλά το δάκρυο τον αναγκάζει να ελεήσει τον προσευχόμενο), γι’ αυτό, σαν σε μικρό Παράρτημα, σημειώνουμ’ εδώ, για τους αναγνώστες των Ιερών τούτων προσευχών, ότι αυτή τη συντριβή της καρδίας, την κατάνυξη και τα δάκρυα που μας έρχονται στην προσευχή, μπορούμε να τ’ αποκτήσουμε:
α) Με το φόβο από την παρουσία του Θεού, που γεννιέται όταν ο άνθρωπος συλλογιστεί ότι ο Θεός είναι παρών, τον βλέπει και τον ακούει· και ότι εκείνος μεν που προσεύχεται είναι από φυσικού του σκέτος πηλός, έν’ ασήμαντο σκουλήκι, ένα τίποτε, όταν συγκριθεί με το Θεό· ενώ ο Θεός, που εμπρός του στέκεται και προσεύχεται, είναι ο Παντοδύναμος Δημιουργός και Κύριος των πάντων είναι από φυσικού του άπειρος και τέλειος σε όλα, ένας υπερούσιος και ακατάληπτος Βασιλέας.
Γι’ αυτό και ο μέγας Βασίλειος, όταν ρωτήθηκε πως μπορεί κανείς να κατορθώσει, ώστε να κρατήσει στην προσευχή το νου του αμετεώριστο, αποκρίθηκε: «Να σκέφτεται συνεχώς ότι ο Θεός είναι μπροστά του.
Διότι, αν, όταν κάποιος βρίσκεται μ’ έναν άρχοντα -είτε είναι απλώς μπροστά του είτε συνομιλεί μαζί του- έχει τα μάτια του ανοιχτά και αμετεώριστα, πόσο μάλλον όταν βρίσκεται μπρος στο Θεό και προσεύχεται, οπού βέβαια θα ’χει το νου του αμετακίνητο σ’ Εκείνον, που εξετάζει και βλέπει μέσα μας καθαρά “καρδίας και νεφρούς”;
Κι αυτά, σύμφωνα με το λόγο της Γραφής, πως πρέπει να σηκώνουμε τα καθαρά χέρια σε προσευχή, δίχως οργή και άλλους διαλογισμούς» (Όροι κατ’ επιταγήν, σα΄). Και ο ίδιος, πάλι, σε άλλο σημείο, λέγει: «Και πρέπει να προσευχόμαστε χωρίς ραθυμία, και δίχως μετεωρισμό του νου πότε από δω και πότε από κει· γιατί αυτός που προσεύχεται μ’ αυτό τον τρόπο, όχι μονάχα δεν θα λάβει εκείνο που ζητάει, αλλά θα εξοργίσει περισσότερο τον Κύριο.
Διότι, αν κάποιος βρίσκεται μπρος σ’ έναν άρχοντα και κουβεντιάζει μαζί του, στέκετ’ εμπρός του με φόβο, έχοντας αμετεώριστα και τα εξωτερικά μάτια, μα και τα εσωτερικά της ψυχής, για να μην κινδυνέψει, πόσο μάλλον πρέπει να στέκεται με φόβο και τρόμο μπροστά στο Θεό, έχοντας έντονα στραμμένο το νου του σ’ Εκείνον μονάχα και σε τίποτε άλλο;» (Ασκητ. διατά­ξεις, κεφ. α’).
β) Η συντριβή και η κατάνυξη στην προσευχή γεννιέται από την ταπεινοφροσύνη και από τη σκέψη ότι εκείνος, που προσεύχεται μπρος σ’ έναν τόσο παντοδύναμο Θεό, δεν είναι παρά ένα τιποτένιο σκουλήκι, μα είναι ωστόσο -και με τη θέλησή του- κι’ ένας φταίχτης και παραβάτης των θείων εντολών είν’ ένας εχθρός του Θεού και μεγαλύτερος απ’ όλους τους αμαρτωλούς, και δεν είναι άξιος ούτε το στόμα του ν’ ανοίξει και να προσευχηθεί μπροστά στο Θεό.
Γι’ αυτό κ’ έχουμε τον μέγα Βασίλειο, από τη μια μεριά, να λέει: «όταν δοξολογήσεις με λόγια της Γραφής, όπως μπορείς, και αναπέμψεις αίνο προς τον Θεό, τότε άρχισε με ταπεινοφροσύνη να λες με δικά σου λόγια: “εγώ, Κύριε, δεν είμαι καθόλου άξιος να σου μιλήσω, γιατί είμαι πάρα πολύ αμαρτωλός”. Ακόμη κι αν δεν αναγνωρίζεις κάτι κακό στον εαυτό σου, έτσι πρέπει να λες, διότι κανείς δεν είναι αναμάρτητος, παρά μονάχα ο Θεός.
Κι ενώ αμαρτάνουμε σε πολλά, τα περισσότερ’ από αυτά ούτε καν τ’ αντιλαμβανόμαστε» (Ασκητ. διατάξεις, κεφ. α’).
Και από την άλλη μεριά, ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακας μας συμβουλεύει: να μη στέκεσαι με παρρησία και θάρρος (στην προσευχή δηλαδή), «ακόμη κι αν έχεις καθαρότητα, μα να προσέρχεσαι με πολλή ταπεινοφροσύνη, και τότε θα σταθείς με περισσότερη παρρησία. Και όταν ακόμη έχεις ανεβεί όλη την κλίμακα των αρετών, να προσεύχεσαι για τη συγχώρεση των αμαρτιών σου, ακούοντας και τον απόστολο Παύλο, όταν μιλάει για τους αμαρτωλούς, να βροντοφωνάζει, “ανάμεσα στους οποίους εγώ είμαι ο πρώτος” (Λόγος κη’, Περί Προσευχής).
Γιατί, αν τύχει και προσευχηθεί ο άνθρωπος χωρίς αυτή τη συνείδηση πως είναι αμαρτωλός, η προσευχή του δεν γίνεται δεκτή από τον Θεό. Το λέγει και ο άγιος Ισαάκ, με τούτα τα λόγια: «κάποιος Άγιος έγραψε, πως όποιος δεν λογαριάζει αμαρτωλό τον εαυτό του, η προσευχή του δεν είν’ ευπρόσδεκτη στον Κύριο» (Επιστ. δ’).
Και τούτο γίνεται φανερό από την παραβολή του Τελώνου και του Φαρισαίου, όπου, ο μεν Τελώνης που λογάριασε αμαρτωλό τον εαυτό του δικαιώθηκε, ενώ κατακρίθηκε ο Φαρισαίος που πίστεψε τον εαυτό του για δίκαιο.
γ) Η κατάνυξη και τα δάκρυα στην προσευχή γεννιούνται όταν ο άνθρωπος προσεύχεται με σύνεση, και δεν λέγει άλλα με το στόμα και άλλα μελετά με το νου του, αλλά ο νους του είναι αφοσιωμένος ολωσδιόλου στα λεγόμενα, κι έτσι εννοεί και γεύεται όλη τους την ποιότητα, όπως ακριβώς γίνεται με τη γεύση που αισθάνεται και κατά κάποιο τρόπο συλλειτουργεί με την ποιότητα του φαγητού.
Γι’ αυτό και ο μέγας Βασίλειος, ερμηνεύοντας το ρητό «ψάλατε συνετώς», λέγει; «όταν κάποιος που προσεύχεται βάλει τη διάθεση της ψυχής μαζί με τη δύναμη των λόγων της προσευχής, όπως ακριβώς βάζει μαζί με την ποιότητα του κάθε φαγητού τη διάθεση της γεύσεως, αυτός έχει εφαρμόσει εκείνη την εντολή που λέγει “ψάλατε συνετώς”» (Όροι κατ’ επιτομήν, σοθ’).
Παράλληλα με τούτα τα λόγια είναι κι εκείνα του αγίου Ιωάννου της Κλίμακος, ο οποίος αναφέρει: «εσύ ν’ αγωνίζεσαι ν’ αναφέρεις στο Θεό, μάλλον δε ν’ αποκλείεις την έννοια των λεγομένων στα ρήματα της προσευχής· και αν τύχει εκείνη να κουραστεί ως νήπιον και να πέσει, εσύ ανάλαβέ την πάλι και ανέβασέ τη στο θρόνο του Θεού· γιατί ξέρουμε πως χαρακτηριστικό του νου είναι η αστάθεια, ενώ του Θεού είναι το να μπορεί όλα να τ’ ανορθώνει» (Λόγος κη’).
δ) Η κατάνυξη και τα δάκρυα γεννιούνται στην προσευχή, όταν εκείνος που προσεύχεται, δεν νομίζει πως τα λόγια της προσευχής τα είπε κάποιος άλλος, ή πως έχουν γραφεί για κάποιον άλλον άνθρωπο, αλλά πως έχουν γραφεί για κείνον, και αυτός ακριβώς είναι που τα λέει, αυτοπροσώπως. Και, ότι αυτός είν’ εκείνος που διέπραξε όλα εκείνα τ’ αμαρτήματα, τα οποία περιλαμβάνονται στα λόγια της προσευχής. Το βεβαιώνει αυτό και ο άγιος Μάρκος ο ασκητής; «ο ταπεινόφρων, που αναλαμβάνει να κάνει έργο πνευματικό, διαβάζοντας τις άγιες Γραφές, όλα τ’ αναφέρει στον εαυτό του και για λογαριασμό του, και όχι γι’ άλλον» (Περί νόμου πνευματικού, κεφ. ζ’).
Ωστόσο, οποίος έλαβε άνωθεν το χάρισμα να κατανύγεται και να χύνει δάκρυα στην προσευχή αδιάλειπτα και αβίαστα, αυτός πρέπει να προσέχει καλά να μην περηφανευτεί, γιατί κινδυνεύει να χάσει αυτό το χάρισμα και ν’ απομείνει πάλι ξηρός, άνυδρος και τυφλός, όπως μας λένε ο παραπάνω άγιος Μάρκος και ο Όσιος Ισαάκ. Ο άγιος Μάρκος γράφει: «μην επαίρεσαι, που αξιώθηκες να χύνεις δάκρυα στην προσευχή σου· διότι ο Χριστός είναι που άγγιξε τα μάτια σου και σ’ έκαμε ν’ αναβλέψεις νοερά».
Και ο θείος Ισαάκ προσθέτει: «όποιος αξιώθηκε να πιει από τούτο το κρασί (δηλαδή των δακρύων) και υστέρα να το στερηθεί, αυτός μόνο γνωρίζει σε ποιά δυστυχία εγκαταλείφθηκε και τι πολύτιμο έχασε, εξαιτίας της χαυνώσεως στην οποία περιέπεσε» (Λογ. ιγ’).
ε) Και τελευταίον, η κατάνυξη και τα δάκρυα γεννιούνται και από την εξωτερική στάση του σώματος· δηλαδή, όταν κάποιος προσεύχεται με το κεφάλι ακάλυπτο, με τα γόνατα κεκλιμένα, χτυπώντας το στήθος, και παρουσιάζοντας εικόνα ενός καταδίκου, ο οποίος στέκεται μπροστά στον Δικαστή, επειδή και από την εξωτερική στάση και το σχήμα του σώματος η ψυχή συσχηματίζεται ανάλογα και παίρνει την κατάλληλη διάθεση, όπως λέγει πάλι ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος: «Η ψυχή εξομοιώνεται με την εξωτερική κατάσταση και τις ασχολίες, κι ευθυγραμμίζεται με όσα πράττει, προς τα οποία και συσχηματίζεται» (Λόγ. κε’. Περί ταπεινοφροσύνης).
Ακόμα, βοηθάει στην κατάνυξη της καρδιάς και ο πιο ήσυχος τόπος οπού κατοικεί ο καθένας, και στον οποίο βέβαια πρέπει ν’ αποσύρονται όταν προσεύχονται όσοι αγαπούν να κατανύγονται. Επίσης, βοηθάει πολύ ο ήσυχος χρόνος, όπως πιο πολύ προσφέρεται ο καιρός της νύχτας, όταν οι άλλοι άνθρωποι ησυχάζουν και αναπαύονται.
Γι’ αυτό και ο Κύριος, θέλοντας να μας δείξει ένα παράδειγμα, έφευγε πολλές φορές ανεβαίνοντας στα βουνά και σε τόπους έρημους, κατά τη διάρκεια της νύχτας, κι εκεί προσευχότανε. Το αναφέρει επιγραμματικά ο ιερός ευαγγελιστής Ματθαίος: «ανέβηκε στα βουνά μόνος Του για να προσευχηθεί· κι όταν βράδιασε βρισκόταν εκεί μόνος Του» (Ματθ. ιδ’ 23).
Και τούτο το λόγο ερμηνεύοντας ο ιερός Χρυσόστομος λέγει: «γι’ αυτό και φεύγει συνέχεια (ο Κύριος) στις ερήμους, όπου πολλές φορές περνάει όλη τη νύχτα προσευχόμενος, για να μας διδάξει ότι, και από την άποψη του χρόνου και από την άποψη του τόπου, πρέπει ν’ αναζητούμε την αταραξία στην ώρα της προσευχής· γιατί μητέρα της ησυχίας είναι η έρημος». Και ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός λέγει κάτι το σχεδόν όμοιο, ότι δηλαδή η ησυχία είναι μητέρα της προσευχής» (Λόγος εις την Μεταμόρφωσιν).
Σε άλλο σημείο, πάλι ο θείος Χρυσόστομος, λέγει: «συλλογίσου καλά, πόσο μεγάλο πράγμα είναι, μέσα στη βαθειά νύχτα, όταν όλοι οι άνθρωποι κοιμούνται και βασιλεύει μια ησυχία βαθύτατη, να σηκώνεσαι μόνος σου απ’ το κρεββάτι, και με παρρησία να συνομιλείς με τον Δεσπότη και Κύριο μας. Είναι, βέβαια, γλυκός ο ύπνος, μα τίποτε δεν είναι από την προσευχή γλυκύτερο!
Αν κατορθώσεις έτσι να συνομιλήσεις μόνος προς μόνον, θα καταφέρεις πολλά να φέρεις εις πέρας, καθώς δεν θα σ’ ενοχλεί κανείς κι ούτε κανείς θόρυβος θα διακόψει τη δέησή σου· διότι, τότε έχεις σύμμαχο και τον καιρό για να πετύχεις εκείνα που θέλεις» (Λόγος στους Αγ. Πάντες)
Από: proskynitis.blogspot.gr

Τελικά θέλουμε κάτι από τον Χριστό ή θέλουμε τον ίδιο τον Χριστό;


Έτσι όταν σκεπτόμαστε την απουσία του Θεού, δεν αξίζει να ερωτήσουμε τον εαυτό μας: ποιος φταίει γι’ αυτό;
Πάντοτε αποδίδουμε την ενοχή στον Θεό, πάντοτε κατηγορούμε Εκείνον, είτε κατ’ ευθείαν, είτε μπροστά στους ανθρώπους, ότι είναι απών, ότι ποτέ δεν είναι παρών όταν Τον χρειαζόμαστε, ποτέ δεν ανταποκρίνεται οσάκις καταφεύγουμε σ’ Αυτόν.
Είναι στιγμές που είμαστε περισσότερο «ευσεβείς» και λέμε ευλαβικά: «ο Θεός δοκιμάζει την υπομονή μου, την πίστη μου, την ταπείνωσί μου». Βρίσκομε ένα σωρό τρόπους για να μεταβάλουμε την εναντίον μας κρίσι του Θεού σε έπαινό μας. Είμαστε τόσο υπομονετικοί ώστε μπορούμε να υποφέρουμε ακόμα και τον Θεό!
Όταν πάμε να προσευχηθούμε όλες τις φορές θέλουμε ΚΑΤΙ από Εκείνον και καθόλου ΕΚΕΙΝΟΝ. Μπορεί αυτό να λεχθεί σχέση; Συμπεριφερόμαστε με τον τρόπο αυτόν στους φίλους μας; Αποβλέπουμε κυρίως σ’ αυτό που η φιλία μπορεί να μας δώση ή αγαπάμε τον φίλο; Συμβαίνει το ίδιο στις σχέσεις μας με τον Θεό;
Ας σκεφθούμε τις προσευχές μας, τις δικές σας και τις δικές μου. Σκεφθήτε την θέρμη, το βάθος και την έντασι που έχει η προσευχή σας, όταν αφορά κάποιον που αγαπάτε, ή κάτι που έχει σημασία για την ζωή σας. Τότε η καρδιά σας είναι ανοιχτή, όλος ο εσωτερικός σας εαυτός είναι προσηλωμένος στην προσευχή. Μήπως αυτό σημαίνει ότι ο Θεός έχει κάποια σημασία για σας; ΌΧΙ, καθόλου! Απλώς σημαίνει ότι το θέμα της προσευχής σάς απασχολεί.
Όταν κάνετε την γεμάτη πάθος, βαθειά και έντονη προσευχή, την σχετική με το αγαπώμενο πρόσωπο, ή την κατάστασι που σας στεναχωρεί και μετά στραφήτε στο επόμενο αίτημα, που δεν σας απασχολεί και πολύ και ξαφνικά παγώση η διάθεσί σας, τι άλλαξε; «Ψυχράθηκε» μήπως ο Θεός; Ή έχει «απομακρυνθεί»; Όχι ασφαλώς. Αυτό σημαίνει ότι όλη η έξαρσι, όλη η έντασι της προσευχής σας δεν γεννήθηκε από την παρουσία του Θεού, ούτε από την προς Αυτόν πίστι σας, την σφοδρή γι’ Αυτόν αγάπη, από την αίσθησι της παρουσίας Του. Αλλά γεννήθηκε, μόνο και μόνο, από την ανησυχία σας για κείνο το πρόσωπο ή για κείνη την υπόθεσι, και όχι για τον Θεό.
Γιατί λοιπόν μας εκπλήττει το γεγονός ότι αυτή η απουσία του Θεού μας πλήττει; Εμείς είμαστε εκείνοι που απουσιάζουμε, εμείς γινόμαστε ψυχροί, αφού δεν μας ενδιαφέρει πλέον ο Θεός. Γιατί; Διότι ο Θεός δεν έχει τόσο σημασία για εμάς.
Υπάρχουν επίσης και άλλες περιπτώσεις που ο Θεός είναι «απών». Εφόσον εμείς είμαστε πραγματικοί, δηλαδή είμαστε, αληθινά, ο εαυτός μας, ο Θεός μπορεί να είναι παρών και να κάνη κάτι για εμάς. Αλλά από την στιγμή που προσπαθούμε να γίνουμε ότι στην ουσία δεν είμαστε, τότε δεν μένει τίποτε να πούμε ή να έχουμε. Γινόμαστε μία φανταστική προσωπικότης, μία ανειλικρινής παρουσία, και την παρουσία αυτήν δεν μπορεί να την πλησιάσει ο Θεός.
Για να μπορέσουμε να προσευχηθούμε πρέπει να ζήσουμε στην κατάστασι η οποία καθορίζεται σαν Βασιλεία του Θεού. Πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι Αυτός είναι ο Θεός, ο Βασιλεύς, οφείλουμε να παραδοθούμε σ’ Αυτόν. Τουλάχιστον πρέπει να ενδιαφερόμαστε για το θέλημά Του, ακόμη και αν δεν είμαστε ικανοί να το εκπληρώσουμε. Αλλά αν δεν είμαστε ικανοί γι’ αυτό, αν φερόμαστε στον Θεό όπως ο πλούσιος νεανίας που δεν μπορούσε να ακολουθήση τον Χριστό γιατί ήταν πάρα πολύ πλούσιος, τότε πώς θα Τον συναντήσουμε;
Πολύ συχνά, ότι θα θέλαμε να είχαμε αποκτήσει δια της προσευχής, δια της βαθείας σχέσεως με τον Θεό, την οποίαν τόσο επιθυμούμε, είναι απλώς μια επιθυμία ευτυχίας και τίποτα παραπάνω. Δεν είμαστε προετοιμασμένοι να πουλήσουμε όλα όσα έχουμε για ναν αγοράσουμε τον πολύτιμο μαργαρίτη. Έτσι πώς είναι δυνατόν να κερδίσουμε αυτόν τον πολύτιμο μαργαρίτη; Είναι Αυτός η προσδοκία μας;
Τελικά θέλουμε κάτι από τον Χριστό ή θέλουμε τον ίδιο τον Χριστό;
Από: agiameteora.net

Η Αγάπη διατηρείται με το πνεύμα της θυσίας Newsroom



Αγάπη: Ούτε οι τοίχοι, ούτε η πλούσια επίπλωση κάνουν το σπίτι. Οι εκατομμυριούχοι στα μεγαλοπρεπή τους μέγαρα μπορεί ποτέ να μην γνωρίσουν τί θα πει σπίτι.

Αλλά όπου υπάρχουν καλές σχέσεις, όπου η αγάπη δένει τα μέλη της οικογένειας μεταξύ τους και με τον Θεό, εκεί πάντοτε βρίσκεται η ευτυχία.

Γιατί οι καλές σχέσεις είναι παράδεισος παντού. Η μονοτονία και η δυστυχία δεν μπορούν να υπάρχουν εκεί όπου υπάρχει η αγάπη. Αλλά η φλόγα της αγάπης πρέπει να διατηρείται αναμμένη θερμά και φωτεινά με το γλυκό ξύλο της θυσίας.

Διδάσκοντάς μας να διαγράψουμε το εγώ από την ζωή μας, ο Κύριός μας μας λέει το μυστικό της ευτυχίας, αυτό που οι Άγιοι αποκαλούν την έκσταση της αυταπάρνησης.

Γιατί η θεϊκή αγάπη είναι πάντοτε ταπεινή, αναζητά να δίνει παρά να δέχεται, να υπηρετεί μάλλον, παρά να υπηρετείται, να αγαπά μάλλον παρά να αγαπάται και θυσιάζει οτιδήποτε για τον Αγαπημένο.

Μόνον τότε η αγάπη γίνεται καθαρή και άγια φωτιά στην καρδιά και όχι ξέσπασμα σαρκικής επιθυμίας.



Όταν αρχίσει κανείς να αισθάνεται πλουσιοπάροχα την αγάπη του Θεού, τότε αρχίζει να αγαπά με πνευματική αίσθηση και τον πλησίον. Αυτή είναι η αγάπη για την οποία μιλούν όλες οι Γραφές.

Η κατά σάρκα φιλία πολύ εύκολα διαλύεται, όταν βρεθεί κάποια ασήμαντη αιτία, γιατί δεν είναι δεμένη με την πνευματική αίσθηση. Στον άνθρωπο όμως που στην ψυχή του ενεργεί ο Θεός, και αν συμβεί κάποιος ερεθισμός, δεν λύνεται ο δεσμός της αγάπης.

Γιατί με την θερμότητα της αγάπης του Θεού η ψυχή ξαναθερμαίνει τον εαυτό της στο καλό και γρήγορα ξαναφέρνει μέσα της την αγάπη του πλησίον με πολλή χαρά, ακόμη και αν έχει υβρισθεί ή ζημιωθεί υπερβολικά από αυτόν· και με τη γλυκύτητα του Θεού εξουδετερώνει την πικρία της φιλονεικίας.

Εκείνος που αγαπά το Θεό, πιστεύει ειλικρινά και εκτελεί τα έργα της πίστεως μ’ ευσέβεια. Εκείνος όμως που πιστεύει μόνο, χωρίς να έχει αγάπη, και αυτή την πίστη που νομίζει ότι έχει, δεν την έχει. Η πίστη του είναι ελαφρή, γιατί δεν έχει το βάρος και τη δόξα της αγάπης. Άρα η συγκεφαλαίωση όλων των αρετών είναι η πίστη που γίνεται πράξη με την αγάπη(Γαλ. 5, 6).

Ο βυθός της πίστεως, όταν τον ερευνά κανείς με περιέργεια, αναταράζεται, ενώ όταν τον παρατηρεί κανείς με απλή και απονήρευτη διάθεση, μένει γαλήνιος. Και τούτο γιατί το βάθος της πίστεως μοιάζει με το νερό της λήθης, όπου λησμονούνται όλα τα κακά, και δεν επιτρέπει να το εξετάζει κανείς με περιέργεια.

Ας πλέομε λοιπόν στο πέλαγος της πίστεως με απλότητα στη διάνοιά μας, για να μπορέσομε έτσι να φτάσομε στο λιμάνι του θελήματος του Θεού.

Άγιος Διάδοχος Φωτικής
Φιλοκαλία`

O Θεός ακούει και όταν σωπαίνουμε


Επειδή, όμως, προσευχήθηκε με θέρμη, αν και πεσμένος, και τη φυλακή έσεισε και τα θεμέλια σάλεψε και το δεσμοφύλακα τράβηξε στην αληθινή πίστη μαζί με όλη την οικογένειά του (Πράξ. 16:25-35).
Ο άρρωστος Εζεκίας ούτε όρθιος ούτε γονατιστός, αλλά πεσμένος στο κρεβάτι παρακάλεσε για τη θεραπεία του το Θεό, που με τον προφήτη Ησαΐα του είχε προαναγγείλει το θάνατο του. Και κατόρθωσε με την καθαρότητα και τη θερμότητα της καρδιάς του να μεταβάλει τη θεϊκή απόφαση (Δ’ Βασ. 20:1-6).
Ο ληστής, πάλι, καρφωμένος πάνω στο σταυρό, με λίγα λόγια κέρδισε τη βασιλεία των ουρανών (Λουκ. 23:42-43).
Και ο Ιερεμίας μέσα στο λάκκο με τη λάσπη (Ιερ. 45:6) και ο Δανιήλ μέσα στο λάκκο με τα θηρία (Δαν. 6:16) και ο Ιωνάς μέσα στην κοιλιά του κήτους (Ιων. 2:1-2), όταν προσευχήθηκαν θερμά, απομάκρυναν τις συμφορές, που τους είχαν βρει, και βοηθήθηκαν από το Θεό.
“Και τί θα λέω, όταν προσεύχομαι;», θα με ρωτήσεις. Θα λες ό,τι και η Χαναναία του Ευαγγελίου. «Ελέησέ με, Κύριε!», παρακαλούσε εκείνη. «Η θυγατέρα μου βασανίζεται από δαιμόνιο» (Ματθ. 15:22). “Ελέησέ με, Κύριε!», θα παρακαλάς κι εσύ. “Η ψυχή μου βασανίζεται από δαιμόνιο». Γιατί η αμαρτία είναι μεγάλος δαίμονας. Ο δαιμονισμένος ελεείται, ενώ ο αμαρτωλός αποδοκιμάζεται.
“Ελέησέ με!». Μικρή είναι η φράση. Και όμως, γίνεται πέλαγος φιλανθρωπίας, καθώς, όπου υπάρχει έλεος, εκεί υπάρχουν όλα τα αγαθά. Και όταν βρίσκεσαι έξω από την εκκλησία, φώναζε μυστικά: “Ελέησέ με!».
Φώναζε με τη σκέψη σου, χωρίς να κινείς τα χείλη σου. Γιατί ο Θεός μας ακούει και όταν σωπαίνουμε. Δεν απαιτείται τόσο ο τόπος, όσο ο τρόπος προσευχής. Και στο λουτρό αν είσαι, να προσεύχεσαι.
Όπου κι αν είσαι, να προσεύχεσαι. Όλη η κτίση είναι ναός του Θεού. Εσύ ο ίδιος είσαι ναός του Θεού, και ψάχνεις τόπο για να προσευχηθείς;