Κυριακή 19 Νοεμβρίου 2017

ΙΕΡΟ ΛΑΥΡΙΩΤΙΚΟ ΚΕΛΛΙ ΑΓΙΟΣ ΑΡΤΕΜΙΟΣ, ΣΤΗ ΠΡΟΒΑΤΑ


  00.jpg
Το Ιερό Κελλί του Αγίου Αρτεμίου βρίσκεται στην Προβάτα, σε μια περιοχή που εκτείνεται από την Ιερά Μονή Καρακάλλου μέχρι τη Μορφονού, σε υψόμετρο που κυμαίνεται από 80 μέχρι 200 μέτρα, με καλλιεργούμενα κτήματα και μεγάλα επανδρωμένα κελλιά. Το 1772 η περιοχή ονομαζόταν  Μεγάλη σκήτη της Πρόβατας και αριθμούσε 36 κελλιά. Τώρα αριθμεί περίπου 10 και ανάμεσά τους μέχρι το 1976 επιβλητικότερη ήταν η παρουσία του Κελλιού Άγιος Αρτέμιος.
Το Κελλί ιδρύθηκε πιθανόν τον 14ο αιώνα από μοναχούς οι οποίοι έφυγαν από την Ιερά Μονή Μεγίστης Λαύρας και στην περίοδο της ακμής του ονομαζόταν «Σκήτη του Αγίου Αρτεμίου». Σιγά σιγά όμως έχασε τα δικαιώματα της Σκήτης και κατατάχθηκε στην 3η τάξη (Κελλί).
Μέχρι το 1863 το Κελλί ήταν Ελληνικό και εγκαταβιούσαν εδώ 4-5 μοναχοί. Τίποτα βέβαια δεν θύμιζε την παλαιά του αίγλη. Το 1863 παραχωρήθηκε από την κυρίαρχο Μονή της Μεγίστης Λαύρας, στην οποία πάντα ανήκε, σε Ρώσσους μοναχούς. Ο Γέροντας, Ιερομόναχος Ιγνάτιος, στον οποίο παραχωρήθηκε, ήταν ο εκπρόσωπος του Πατριάρχη της Μόσχας στην Κωνσταντινούπολη. Αυτός ανακατασκεύασε το Ναό, προσθέτοντας στον πρώτο όροφο παρεκκλήσι αφιερωμένο στη Σκέπη της Υπεραγίας Θεοτόκου, δίπλα στα ερείπια του αρχαίου Ναού των Αρχαγγέλων.
Μετά τον θάνατο του Ιγνατίου, το 1877, το Κελλί παραλαμβάνει ο Ιερομόναχος Παρθένιος, ο οποίος παρέμεινε Γέροντας του Κελλιού για είκοσι οκτώ χρόνια. Την εποχή αυτή ο αριθμός των μοναχών ήταν 40, από τους οποίους οι 10 ήταν Ιερομόναχοι. Με την πάροδο του χρόνου η αδελφότητα των Ρώσσων μεγάλωσε για να αριθμεί στο τέλος του 19ου αιώνα 55 πατέρες και λίγο πριν το 1917 περισσότερους από 60. Ο Παρθένιος ανοικοδόμησε τον ξενώνα και τον αρσανά του Κελλιού.
01.JPG
Ας δούμε τι αναφέρει για το Κελλί ο Γεράσιμος Σμυρνάκης (1902):
«Εκ των κελλίων τούτων (σημ. της Προβάτας) εν μεν είναι ρωσσικόν, το του αγίου Αρτεμίου, τρία δε ρωμουνικά. Το του αγίου Αρτεμίου, έχον 55 πατέρας, απαρτίζεται εκ μιας μεγάλης πτέρυγος τριωρόφου κατ' ανατολάς μετά μεγάλου Ναού του Αγίου Αρτεμίου και ετέρου της αγίας Σκέπης κάτωθι. Η πτέρυξ αύτη κάμπτουσα προς δυσμάς τείνει να ενωθή προς την δυτικήν πτέρυγα, ούτως ώστε ν' αποτελεσθεί Μονή τετράπλευρος. Κείται δε επί λοφοσειράς μαστειδούς μικρόν άνωθεν του παλαιού κελλίου, ούτινος σώζεται το ναΐδιον, όπερ μέλλουσιν οι εν αγίω Αρτεμίω ν' ανεγείρωσιν εις μεγαλοπρεπή Ναόν μετά Κοιμητηρίου. Διατηρεί δε και νεώριον (αρσανά) μεγαλοπρεπές, ανιδρυθέν εκ βάθρων τω 1894, όπερ αφίσταται αυτού 20΄ και κείται παρά την κεντρικήν οδόν και την διαχωρίζουαν τα όρια των Μονών Λαύρας και Καρακάλλου μεγάλην αλώδη φάραγγα».
Το 1905 πεθαίνει ο Παρθένιος και Γέροντας στο Κελλί γίνεται ο διάδοχός του Ιερομόναχος Αθανάσιος. Είναι η χρονιά που ο καταστροφικός σεισμός της Ιερισσού δεν αφήνει ανέπαφο και το Κελλί του Αγίου Αρτεμίου. Σημαντικότερες ζημιές υπέστη ο Ναός.
Από τα σημερινά σωζόμενα, έστω και κατεστραμμένα (όχι ολοκληρωτικά), η μεγάλη αντιρίδα στα ανατολικά του Ναού, φέρει επιγραφή 1867 (η οποία συμπίπτει με την κατασκευή του Ναού από τον Ιερομόναχο Ιγνάτιο 1863-67). Ο Ναός αυτός, μετά τον σεισμό του 1905, δέχεται το τελειωτικό χτύπημα από την καταστροφική πυρκαγιά, η οποία εκδηλώθηκε στις 28 Οκτωβρίου 1976.
Στον κάτω όροφο υπήρχε η Τράπεζα, το μαγειρείο και τα κελλιά των μοναχών και των προσκυνητών. Στον επάνω όροφο ήταν ο Ναός του Αγίου Αρτεμίου, το ηγουμενείο, τα γραφεία και τα αρχονταρίκια, ενώ παράλληλα αριστερά του Ναού υπήρχε εκθετήριο με εσωτερικό αίθριο.
Όλα τα άλλα κτίσματα του Κελλιού περιγράφονται από τον Παυλόφσκι (3 επτεμβρίου 1907) όπως είναι και σήμερα και είναι: αποθήκη-κηροπλαστείο, βουρδουναριό, μαγκειπιό (φούρνοι), πλυσταριό, λαδαριό, εργαστήριο, χαλκαδιό και στέρνες, ξενώνας, ξυλουργείο.
Από τα κειμήλια του παλαιού Αγίου Αρτεμίου υπάρχουν λείψανα που σώζονται μέχρι σήμερα στην κυρίαρχο Μονή Μεγίστης Λαύρας και είναι: η εικόνα της Παναγίας (που δωρίθηκε αρχικά από τη Λαύρα στο Κελλί), η εικόνα του Αγίου Αρτεμίου (σε θρόνο) και μια εικόνα σε ξύλο φοινικόδενδρου με πάρα πολλές παραστάσεις, όλες από ελεφαντόδοντο.
Το Κελλί του Αγίου Αρτεμίου εθεωρείτο και είναι και σήμερα, ένα από τα μεγαλύτερα σε έκταση ρωσικά Κελλιά και από άποψη κτισμάτων και από άποψη έκτασης γης (στρέμματα με αμπελώνες, ελαιώνες και κήπους) και τούτο γιατί παλιά λειτουργούσε σαν κεντρικός σταθμός για την ανάβαση προς τον Άθωνα, έχοντας περί τους τέσσερις χιλιάδες προσκυνητές περαστικούς κάθε χρόνο (στα έτη 1867-1900) σύμφωνα με γραπτές μαρτυρίες.
Σήμερα το Κελλί Άγιος Αρτέμιος στην Προβάτα είναι εξαρτηματικό της Ιεράς Μονής Μεγίστης Λαύρας και βρίσκεται σε περίοπτη θέση της κελλιωτικής περιοχής. Κατεστραμμένο από την πυρκαγιά του 1976 μόνο ένα μικρό τμήμα του όλου συγκροτήματος είναι κατάλληλο για κατοίκιση. Σαν συγκρότημα κτισμάτων υπάρχουν ο κατεστραμμένος Ναός (διώροφος) και ένα μικρό τμήμα του κελλιού, καθώς επίσης ο τριώροφος παλιός ξενώνας, τμήμα του φούρνου, πλυσταριού, το λαδαριό, ο υδροφράχτης, το παλιό χαλκαδιό, το οποίο σήμερα είναι στέρνα νερού, καθώς και δυο άλλες εξωτερικές στέρνες. Μέρος επίσης του συγκροτήματος του Κελλιού θα πρέπει να θεωρηθεί και ο αρσανάς ο οποίος βρίσκεται σε όρμο της παραλίας και φέρει το όνομα του Κελλιού.
Ο διώροφος Ναός του Κελλιού του Αγίου Αρτεμίου είναι κατεστραμμένος από την προαναφερθείσα πυρκαγιά. Λείπουν τα πατώματα, η σκεπή και τμήματα της λιθοδομής.
Κατεστραμμένα είναι και πολλά άλλα τμήματα του Κελλιού που θα πρέπει να επισκευασθούν για να γίνουν και πάλι προσβάσιμα και λειτουργικό.
Το έτος 1967 μπορεί να θεωρηθεί σημαντικό για τη νεώτερη ιστορία του Κελλιού γιατί το έτος αυτό το αγοράζει ο Ιερομόναχος Εφραίμ από τους δύο εναπομείναντες Ρώσσους μοναχούς και εγκαθίσταται σ' αυτό με συνοδεία δέκα μοναχών. Ο Ιερομόναχος Εφραίμ δίνει ζωή και την παλαιά αίγλη στο Κελλί αφού η φήμη του ήταν διαδεδομένη και οι επισκεπτόμενοι προσκυνητές του Κελλιού πάρα πολλοί. Σύντομα ο αριθμός των πατέρων αυξήθηκε και το 1972 η συνοδεία αριθμούσε είκοσι τέσσερις πατέρες.
Το 1973 η συνοδεία του γέροντος Εφραίμ εγκαταλείπει το Κελλί για να επανδρώσει την Ιερά Μονή Φιλοθέου, αφήνοντας σ' αυτό μικρή συνοδεία.
Μετά την πυρκαγιά του 1976, το Κελλί παρεδόθη στην Κυρίαρχο Μονή από την οποία μετά από έντεκα χρόνια, το 1987, το παραλαμβάνει, σε πολύ κακή κατάσταση, ο εκ της Ιεράς Μονής Φιλοθέου παλαιός Αγιοαρτεμίτης μοναχός Ευθύμιος, ο οποίος έκτοτε αγωνίζεται μαζί με φίλους και ευλαβείς πιστούς και σεβόμεωους τον Μεγαλομάρτυρα προσκυνητές να το αναστυλώσει και να το κάνει πάλι λειτουργικό όπως πριν.
02.JPG

Οι φωτογραφίες που ακολουθούν είναι από το έντυπο που συνοδεύει το CD:
ΠΑΡΑΚΛΗΤΙΚΟΣ ΚΑΝΩΝ ΚΑΙ ΥΜΝΟΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΡΟΣ ΑΡΤΕΜΙΟΥ.


03.JPG   04.JPG   05.JPG 
06.JPG   07.JPG   08.JPG
09.JPG   10.JPG   11.JPG 
12.JPG   13.JPG

Οι φωτογραφίες που ακολουθούν είναι του Φεβρουαρίου 2009:
01.jpg  02.jpg  03.JPG
04.JPG   05.JPG   06.JPG
07.JPG  08.JPG  09.JPG
10.JPG  11.JPG  12.JPG 
51.JPG  52.JPG  53.JPG
54.JPG  55.JPG  56.JPG
57.JPG 58.JPG 59.JPG 60.JPG
101.JPG  102.JPG  103.jpg
104.JPG  105.JPG  201.JPG 
202.JPG  203.JPG  204.JPG
205.JPG  206.JPG  207.JPG
301.JPG  302.JPG

ΙΕΡΟ ΛΑΥΡΙΩΤΙΚΟ ΚΕΛΛΙ ΑΓΙΟΣ ΜΗΝΑΣ, ΣΤΗ ΒΙΓΛΑ


01.jpg
Το Κελλί του Αγίου Μηνά, ευρίσκεται εις ύψος 250μ. πάνω από το νοτιο-ανατολικό ακρωτήριο της χερσονήσου του Άθωνος. Στο θαλάσσιο σημείο αυτό, το 493 π.Χ. ο Μαρδόνιος απώλεσε το εν τρίτο του στόλου του, τριακόσια πλοία και είκοσι χιλιάδες στρατό.
Ψηλά στους βράχους, αρχικώς κατοικούνταν δύο σπηλιές, μία ανατολικώς, μία νοτίως.
Ένα διόρωφο κελλί κτίσθηκε εις τα τέλη του 19ου αιώνος, το οποίο εκάηκε από κεραυνό. Εις τα 1933, όπως αναφέρεται σε λίθινη επιγραφή, κτίσθηκε ο Ιερός Ναός του Κελλίου, επ΄ ονόματι του Μεγαλομάρτυρος Μηνά (εορτάζει 11 Νοεμβρίου), καθώς και δεύτερος όροφος του Κελλίου στη βόρεια πλευρά, που κάηκε και πάλιν από κεραυνό, διασωθέντος ως τόσον του Ναού. Ο Ναός ούτος, εκτίσθη παρά τινος Μοναχού Μηνά, το δε ξυλόγλυπτον τέμπλον, θύρες και παράθυρα είναι έργα του γέροντος εκείνου, αρίστου οντως ξυλουργού.
Τo αριστουργηματικά μαρμάρινο δάπεδο του Ναού (1997-1998) είναι έργο του Μοναχού Ιωσήφ, με ακριβέστατα γεωμετρικά ψηφιδωτά. Οι παραστάσεις που απεικονίζονται είναι: στο κέντρο υπάρχει ένθετη μία πέτρα από το όρος Σινά, ώστε ο τόπος να είναι τόπος Σινά - τόπος προσευχής. Γύρω, υπάρχει αριστοτεχνικός πλοχμός, αρχαίο σχέδιο, με χρωματικές επιλογές που παραπέμπουν στις φυλές των ανθρώπων και την ευκτέα αγάπη και ομόνοια αυτών. Στις γωνίες του δαπέδου, απεικονίζονται τέσσερα δελφίνια, θαυματουργικώς παρόντα σε βίους Αγίων. Επίσης, υπάρχει η επιγραφή, μία λέξη πλάϊ σε κάθε δελφίνι‡ Ιωσήφ αιτεί έλεος, 1997, μία αιώνια παράκληση.
Ο π. Ιωσήφ προσήλθε στη Βίγλα κατά τον Οκτώβριο του έτους 1989, ευρίσκοντας ερειπωμένο το Κελλί, ακατοίκητο ήδη από εικοσαετίας. Έκτοτε ακόπως και αδιαλείπτως προσπαθεί, επιτυχώς έως τώρα, να ανακαινίζει διαρκώς το Κελλί, καθιστώντας το, όχι μόνον υλικώς, τόπο πνευματικής αναπαύσεως των εκεί προσερχομένων προσκυνητών. Αλησμόνητες παραμένουν σε όλους, οι αλληγορικές παρουσιάσεις του π. Ιωσήφ, πλήρεις υψηλών νοημάτων, που προτρέπουν σε αίνεσι Κυρίου, εσωτερική εγρήγορση, νήψη και ανοδική μετάνοια. Πλήθος μαρμάρινων, λίθινων και ξύλινων κατασκευών, σωστών κομψοτεχνημάτων κοσμούν το ησυχαστήριον‡ Άλλωστε, έργο του ιδίου είναι η κλίμακα που οδηγεί στο παρακείμενο σπήλαιο του Οσίου Αθανασίου.
Από το εκπληκτικού φυσικού κάλλους γεωγραφικό σημείο της Βίγλας, σε μικρή απόσταση ψηλά στον ουρανό, υπάρχει σημείο διελεύσεως αεροσκαφών της Πολεμικής Αεροπορίας, πριν ή και μετά από τις αποστολές. Υπάρχει δέ, ένας ιδιότυπος κώδικας επικοινωνίας των ιπταμένων χειριστών και του ασκητή της Βίγλας, ο οποίος κραδαίνει τεράστιες Ελληνικές και Ρωμανικές (Βυζαντινές) σημαίες, ευχόμενος επιτυχία στην αποστολή τους‡ δέχεται δε τις άμεσες ενθουσιώδεις απαντήσεις και ευχαριστίες τους, με εντυπωσιακούς ακροβατικούς χειρισμούς των αεροσκαφών. Το αυτό συμβαίνει και με την διέλευση από θαλάσσης σκαφών του Πολεμικού Ναυτικού.
52.jpg
Ο μοναχός Ιωσήφ γεννήθηκε στον Άγιο Βασίλειο Κορινθίας (κατά κόσμον Χρήστος Μπαϊρακτάρης) το 1958.  Απόφοιτος της Σχολής ιεροψαλτών Μητροπόλεως Κορίνθου. Στην μουσική του συγκρότηση συνέβαλαν επίσης ο κατά σάρκα πατέρας του ιερέας Δημήτριος Μπαϊρακτάρης, ο πρωτοψάλτης του Αγίου Νικολάου Κορίνθου Ιωάννης Σπανός και ο Αθανάσιος Παϊβανάς, μαθητής του Θρασυβούλου Στανίτσα. Μοναχός της Ιεράς Μονής Δοχειαρίου (1983-1989), όπου συνέψαλλε σταθερά με τους λοιπούς πατέρες της Μονής. Σήμερα μονάζει στο ησυχαστήριο του Αγίου Μηνά στη Βίγλα, του ακρωτηρίου Ακραθως, Αγίου Όρους.
(Εκ της εκδόσεως: Μανόλης Κ. Χατζηγιακουμής (2001), Μνημεία Εκκλησιαστικής Μουσικής, Σώμα Πρώτο, Οκτάηχα Μέλη, σ.34, Κέντρον Ερευνών και εκδόσεων, Αθήνα).
Ο π. Ιωσήφ εκτός της επιμελούς μοναστικής του ζωής, μελετά και ενδιατρίβει εις πλήθος θεολογικών, ιστορικών και μουσικών συγγραμμάτων. Ψάλλει δε ενίοτε εις την κυρίαρχον Ιεράν Μονήν της Μεγίστης Λαύρας του Οσίου Αθανασίου, και αλλαχού, εις πανηγύρεις και ιγρυπνίες.
Προτείνονται ως σύνδεσμοι: Ένα εξαιρετικό κείμενο «Ο Μοναχός Ιωσήφ και οι Ιπτάμενοι»
καθώς κι ένα δημοσιογραφικό άρθρο «Ο Μοναχός-Προστάτης των Αεροπόρων μας»
Το ζητούμενο, λέγει ο π. Ιωσήφ, είναι η ειρήνη, εσωτερική καί εξωτερική, οπότε και αξίζει αυτή η επικοινωνία ως ηθική αμοιβή κι έπαινος σε αυτούς που την διαφυλάττουν.
Ο επί πτερύγων ανέμων ερχόμενος εις τόπον ειρήνης, αιτεί, λαμβάνει, και φέρει την όντως ειρήνην εις τα πέρατα της Οικουμένης. Ιωσήφ Μοναχός, Βίγλα, Άγιον Όρος.
He who comes on the wings of the winds to a Land of Peace, seeks for, is given, and brings with him, True Peace to the ends of the World. Josheph Monk, Vigla, Athos.
51.jpg  53.jpg  54.jpg  55.jpg

56.jpg


57.jpg
Είναι γνωστό το Λαυρεωτικό Ι. Κελλί του Αγίου Μηνά στη Βίγλα και ο Γέροντας του π. Ιωσήφ που με την Ελληνική και τη Βυζαντινή Σημαία χαιρετά τους φίλους του αεροπόρους όταν αυτοί πετούν «ξυστά» από το κελλί του. Άγνωστο όμως είναι στους πολλούς το πώς ο π. Ιωσήφ εγκαταστάθηκε στο κελλί και ποιές δυσκολίες αντιμετώπισε στην αρχή.
Ο πολυγραφότατος Επίσκοπος Ροδοστόλου κ. Χρυσόστομος στο βιβλίο του  «Ωδή στα αμάραντα, στον Άθωνα» με γλαφυρό τρόπο περιγράφει τις αντιξοότητες που αντιμετώπισε ο π. Ιωήφ σε ένα πολυσέλιδο αφιέρωμα. Μερικά αποσπάσματα παραθέτω εδώ:

Τούτο το θαυμάσιο ησυχαστήριο του Αγίου Μηνά, που κάποτε για το ερημικό, το ησύχιο και την σκληροκομψότητά του, το είχα στα «υπ΄ όψιν», και παρά λίγο να το ερωτευθώ με πάθος, διάλεξε για τόπο καταφυγής, διαμονής και ασκήσεώς του, ο αγαπητός μου π. Ιωσήφ, (Μπαϊρακτάρης Χρήστος εκ Κορίνθου, υπό έτος γεννήσεως 1958, προσελεύσεως εις όρια Μεγ. Λαύρας 1989, κουράς 1983).

«Κόβει» το μάτι του. Λεπτό αισθητήριο για την αγιορείτικη καλλιτεχνία και αρχιτεκτονική, και με αρκετή επισκευαστική πείρα στο μαστορικό μητρώο του, απ΄ τη θήτευσί του στην Ι.Μ. Δοχειαρίου...
...Συνηγόρησα στους Προϊσταμένους της Συνάξεως της Λαύρας για να δοθή στον π. Ιωσήφ το κελλί. Με έθλιβε η επί τόσα χρόνια αφροντισιά του απ΄ τον μακαρίτη ΓεροΜιχαήλ, που ανήμπορος επί δεκαετίες να βάλη επάνω του «ούτε ένα καρφί», τελικώς λόγω γηρατειών το εγκατέλειψε και τέθηκε στην εσωδιαίτησι και περίθαλψι της Λαύρας.

Ήδη το ευλογημένο, είχε πάρει την κατιούσα. Και όλοι στο Όρος ξέρουμε τι παθαίνουν τα κελλιά και οι καλύβες μόλις παύση να καπνίζη το τζάκι τους και μόλις μείνουν για κάπως περισσότερο του ανεκτού τα καντήλια τους σβησμένα...
...Νέος, δραστήριος, έξυπνος και «πιάνουν τα χέρια του». Θα το σώση και θα το κάνη ακόμα καλλίτερο, σκεφτόμουν... Και τον ενεθάρρυνα σε κάθε ευκαιρία, όπως όλοι οι αδελφοί. Απέφευγα όμως να του κάνω λόγο για τους σε κάθε κακοκαιρία βροντοπάταγους και τις σε κάθε καταιγίδα κεραυνοπληξίες. Θα φοβηθή στις αρχές, είπα μέσα μου, θα μάθη ύστερα να κρύβεται στα ενδότερα και στο τέλος θα τις συνηθήση. Θα του είναι και μια γυμνασία και αφορμή να καταφεύγη μετά δέους στη δύναμι προς τον Χριστό, την Παναγία και τον Άγιό του, προσευχής...
...Μόλις τα πέριξ σκοτείνιασαν, η βροχή έγινε νεροποντή και τα ατραπόβροντα έγιναν επικίνδυνα, ο π. Ιωσήφ κατέφυγε τρεμάμενος στην εκκλησία και «τόριξε» στην προσευχή. Άρχισε απ΄ το Χριστό, παρακάλεσε την Παναγία, πρόσεξε μην ήταν τα κανδήλια τους σβηστά και μπρος στην εικόνα του θαυματουργού αγίου Μηνά έστησε το εισοδικό μ΄ αναμμένη μεγάλη λαμπάδα. Χώθηκε ύστερα στο στασίδι του με το κομποσχοίνι στο χέρι και προσπάθησε να ηρεμήση το νου του, να γαληνέψη την ψυχή του, ψελλίζοντας την μονολόγιστη ευχή.
Νόμισε πως αναθάρρησε αρκετά και ξέννοιασε για λίγο. Μικρή όμως ήταν η ανακωχή, ολιγόλεπτη του υγροπατάγου η παύσις και των μπουμπουνητών το τέρμα. Μόλις που ένας κεραυνός έπεσε κατάκεντρα πάνω στον πετρόκτιστο τρούλλο. Τόσο εκκωφαντικός ήταν ο κρότος, τόσο δυνατό το τράνταγμα της εκκλησιάς και εκτυφλωτικός από τα παράθυρα ο φωτισμός, που ο δυστυχής νόμισε πως ταυτόχρονα έγινε και σεισμός πολλών καταστροφικής εντάσεως και ενεργείας ρίχτερς.

Πίστεψε πως έφτασε το τέλος του. Γιατί πέρα απ΄ τον φυσικό έως ενός σημείου φόβο που τον κατέλαβε, και κάτι το φρικιαστικό αισθάνθηκε να διαπερνά το σώμα του, να ριγή την επιδερμίδα του και να ανορθώνη το τριχωτό της κεφαλής του. Δάκρυα έβλυσαν ευθύς τα μάτια του, και για αρκετές στιγμές τα αισθανόταν καταθαμπωμένα... Κι αν δεν πίστευε πως παρά ταύτα εκεί μέσα ήταν ασφαλέστερος και ότι αν τολμούσε να βγη έξω σίγουρα κάποιος άλλος θα τον αποτελείωνε και θα τον έκανε κάρβουνο, ή θα τον περιάδραχνε η κακοκαιρία για να τον κατατσακίση χάμω στα κακοτράχαλα, θα έτρεχε για καταφυγή και παρηγοριά στους γείτονες Βιγλιώτες, των οποίων όλες οι καλύβες με πρόνοια και σοφία είναι κτισμένες σε λακκοβαθουλώματα, και καμμιά ανεμοθύελλα απ' όπου κι αν λυσσομανήση δεν μπορεί να τις προσβάλη και τις βλάψη...
...Μόλις έφεξε και ξημέρωσε, και κόπασε κάπως η θύελλα και κατάλαβε πως τώρα, μπορούσε να ξεμυτίση, νάτος να παίρνη βιαστικός το μονοπάτι προς τους συμπατριώτες του Κορινθίους και άτσαλα να χτυπάη την πόρτα της καλύβας του Γέροντος Ποταπίου και του παπαΑνθίμου. Τον ενεθάρρυναν κι εκείνοι να εγκαταβιώση στον άγιο Μηνά και τούτο τον εφοδίαζε τώρα με πρόσθετο θάρρος.
- Ανοίξτε γρήγορα γιατί πεθαίνω. Και μόλις του άνοιξαν και μπήκε μέσα: Έφυγα οριστικά από το κελλί και μη μου ξαναπήτε να μείνω εκεί μέσα ...
   

02.JPG
Εύγε σου, πάτερ Ιωσήφ, για τις σημαίες, που έστησες και ύψωσες στις κορυφές σου. Την Ελληνική και την Βυζαντινή. «Διάβασες», ως φαίνεται, τη χρόνια σκέψη μου, αντέγραψες τους σχεδιασμούς μου, μούκλεψες τα πρωτεία. Εμένα με καθυστέρησαν σε τούτο, όπως και σε πολλά άλλα, οι άλλες έγνοιες. Έκαμψε, ως μη ώφειλε, τους ενθουσιασμούς μου η ηλικία, ατόνισε στην ψυχή μου η ζωηρότης των συμβόλων του Γένους μας και δεν σφυροκοπούν όπως πρώτα στην καρδιά μου της υπερχιλιόχρονης αγιορείτικης Ιστορίας οι επιταγές. Ανεξόφλητα, λοιπόν, αφήνονται τα χρέη μου προς τούτη την ανόθευτη, βαρύτιμη και άγια Βυζαντινογωνιά μας. Να όψωνται οι εξ ανθρώπων περισπασμοί και οι πολλές απασχολήσεις και των ασθενειών μου ο σκόλοψ και σκυλμός.
Σε κατασπάζομαι γι΄ αυτή σου την πρωτοβουλία και συγχαίρω και συγκινούμαι καθώς ρίγη πατριωτισμού διαπερνούν την ύπαρξί μου, βλέποντάς τες να κυματίζουν στην πνοή του ανέμου και να ελληνοχρωματίζουν και χρεωστικά βυζαντιώνουν τον Τόπο, τον αέρα, το Αιγαίο. Σε διαβεβαιώ ότι φρέσκαρες την σιγασμένη επιθυμία μου και όπου νάναι μάλλον θα τα καταφέρω να υψώσω κι εγώ τις δικές μου στα δικά μου ραχώνια.
Και αν τυχόν σου έρθουν άλλοι σαν κι εκείνους, που σαχλόχασκαν για το θέαμα και περιγελούσαν τον πατριωτισμό και την ελληνοφροσύνη σου, σε προτρέπω και σε παρακαλώ, απόστρεψε το πρόσωπό σου απ΄ αυτούς και οικτίρησέ τους. Παράτα τους και κοίτα τη δουλειά σου, μολονότι τους αξίζει να τους ελεεινολογήσης, αν μη και τους «μουτζώσης», μπας και προβληματήση τον εγωϊσμό και τον...προοδευτισμό τους ο στολισμός τους με το παράσημο μιας ανοιχτής μοναχικής παλάμης. Δυστυχείς, αδίδακτοι, αριβίστες. Της ηδονής και της ραστώνης θηρευταί, ανιστόρητοι και ανεύρωτοι διεθνισταί. Δεν τους αγγίζουν τέτοια ιδεώδη, δεν μπορούν να τους συγκινήσουν τέτοια σύμβολα.
Και καθώς έχουμε άκαπνους, αμπαρουτομύριστους και πατριωτικώς αθέρμαστους και ασυγκίνητους κυβερνήτας και ταγούς, είναι επόμενο να έχουμε μιμητάς των τους νέους κυρίως, που πλειοδοτούντες σε πολλαπλό αμοραλισμό, θα ασελγούν περί τα ιερά σύμβολα και θα φθάνουν μέχρι να τα καίνε στας επετείους του Πολυτεχνείου. Το είδε κι αυτό ο σύγχρονος Ελληνικός λαός μας. Και θα δικαιολογούνται οι ιερόσυλες πράξεις τους απ΄ τους πλαδαρούς και ασπόνδυλους «προοδευτικούς» Αθηναίους κουλτουριάρηδες, θα «γλείφωνται» και οι μεν και οι δε από πληρωμένες εφημερίδες και «καλολαδωμένες» κάμερες και απάτριδες δημοσιογράφους, και θα αμνηστεύωνται απ΄ τους ψοφοειδείς και επτοημένους απ΄ όλα και απ΄ όλους μικρούς και μεγάλους δικαστικούς μας ...   

μικρό απόσπασμα από το βιβλίο του  

ΑΓΙΑ ΤΡΙΑΔΑ ΙΕΡΟ ΧΙΛΙΑΝΔΑΡΙΝΟ ΚΕΛΛΙ (ΠΑΛΙΑ ΣΚΗΤΗ)


001.JPG
Κοντά στην μονή  του Ευαγγελισμού βρίσκεται και άλλο ένα ρώσικο κελλί, το οποίο ανήκει στο μοναστήρι του Χιλανδαρίου- το κελλί της Αγίας Τριάδας.  Το κελλί αυτό δημιουργήθηκε από τον ιερομόναχο Νιφότομ. 
Αυτή η παλιά μονή κρατάει τις ρίζες της από τον 12ο αιώνα από τον Άγιο Σάββα.  Δεν υπάρχει κανένα ντοκουμέντο που να εξιστορεί την ιστορία αυτού του κελλιού, όμως υπάρχουν μύθοι. Κάποτε όταν ζούσε ο άγιος Σάββας  ο Σέρβος  πέρασε κάποιο χρονικό διάστημα στο μοναστήρι του Χιλανδαρίου (το οποίο και αναστήλωσε), τον επισκέφτηκαν δυο αδέρφια, που ήταν πλούσια, όμως για να σώσουν τις ψυχές τους άφησαν τα πλούτη τους, και απομονώθηκαν στον Άθω.  Μένοντας μερικά χρόνια στον μοναστήρι, άρχισαν να αποφεύγουν την πολυκοσμία, μιας και με τον καιρό η σκήτη γέμιζε με κόσμο. Τότε ο Άγιος Σάββας τους ευλόγησε για μια ερημική ζωή, και τα αδέρφια εγκαταστάθηκαν κάπου μέσα στις βαθιές ερημιές, σε απόσταση μια μισής ώρας οδοιπορίας από την μονή.  Εδώ πέρασαν πολλά χρόνια κάνοντας μια αυστηρή ζωή, σχεδόν μέχρι το τέλος της ζωής τους.  Με τις ευλογίες και πάλι του Αγίου Σάββα χτίστηκε ο ναός  στο όνομα της Αγίας Τριάδας, ο οποίος υπάρχει μέχρι και σήμερα.
002.JPG
Αργότερα το κελλί αυτό έγινε σκήτη, όμως σταδιακά γνώρισε την απόλυτη ερήμωση. Στην σκήτη υπήρχαν τρεις ναοί, ο πρώτος της Αγίας Τριάδας , ο δεύτερος  της Γεννήσεως της Παναγίας  και ο τρίτος  του μεγαλομάρτυρα Δημητρίου. Δίπλα στην σκήτη, στην σχισμή ενός τεράστιου βράχου, ήταν μια σπηλιά, όπου αγαπούσε ιδιαίτερα να απομονώνεται για να προσευχηθεί ο μεγάλος σέρβος Άγιος.
Η σκήτη έχει δεχθεί αρκετές επιθέσεις από και το 1850  είχε καταστραφεί ολοσχερώς. Οι συμμορίες από ληστές και δολοφόνους  άφησαν στους τοίχους του ναού  της σκήτης τα σημάδια τους: έβγαλαν τα μάτια των αγίων στις τοιχογραφίες με κάποιο αιχμηρό αντικείμενο.  Μετά από αυτό η σκήτη  μετατράπηκε σε στάβλο.
Ύστερα από τον ρώσο- τούρκικο πόλεμο  το 1877 ο αρχιμανδρίτης Μελχισέντεκ προσπάθησε να αναστηλώσει την μονή, όμως χωρίς επιτυχία.  Κατάφερε να καθαρίσει το κελλί από τα σημάδια  των ζωντανών που ήταν εκεί και να καθαρίσει τον κεντρικό ναό.
Ο ιερομόναχος Νιφόντιος ( ο κατά κόσμων Παύλος Κρασνόβ του Βασιλείου)  ήρθε και βρήκε την μονή σε αυτή την κατάσταση.  Όταν είχε γίνει 10 χρονών, είχε μπει δόκιμος σε ένα από τα ρώσικα μοναστήρια. Έγινε μοναχός και αργότερα αρχιμανδρίτης. Μετά από 6 χρόνια μοναστηριακής ζωής  ο μελλοντικός  μοναχός του Άθω αρρώστησε βαριά,  πέρασε δυο χρόνια στο κρεβάτι και ήταν σχεδόν ετοιμοθάνατος. Όμως είχε δώσει όρκο να επισκεφτεί τα Ιεροσόλυμα, να προσευχηθεί στον τάφο του Κυρίου, και ύστερα να πάει στον Άθω. και έγινε ένα θαύμα- ο νεαρός ανάρρωσε, έγινε ρασοφόρος, και σε πέντε μήνες πέθανε ο καθηγούμενός του, και του ανοίχτηκε ο δρόμος για τον Άθω.
Ο νεαρός μοναχός έφτασε  στην σκήτη του Προφήτη Ηλία στις 30 Οκτωβρίου του 1872.  Όμως ήταν δύσκολο στον νεαρό ρώσο   δόκιμο να ζει στην μικρή ρώσικη σκήτη, η οποία αποτελούνταν κυρίως από Κοζάκους, και ο Νιφόντιος, έχοντας κάποια ψυχικά όπλα, ζήτησε βοήθεια από εκεί, από οπού την ζητούσαν όλοι οι ρώσοι μοναχοί εκείνο τον καιρό.  Πήγε στο μοναστήρι του Αγίου Παντελεήμονα  στο Ιερώνυμο. Και εκείνος τον ευλόγησε στέλνοντάς τον στα Καρούλια σε έναν ρώσο γέροντα. Αυτός που έχει δει τα Καρούλια, έστω και σε φωτογραφίες, μπορεί να φανταστεί την δύσκολη ζωή τν μοναχών εκεί. Δεν έχει πρασινάδα, και το καλοκαίρι δεν υπάρχει μέρος για να κρυφτείς από τον καυτό ήλιο.  Οι μοναχοί εδώ ζουν πραγματικά σαν εσώκλειστοι, αφού το κάθε βήμα έξω από το κελλί απαιτεί μεγάλη προσπάθεια.  Ο Νιφόντιος  διάλεξε ένα πολύ αυστηρό γέροντα-ερημίτη, με την κρυφή σκέψη   να μείνει κοντά του ως το θάνατο.
Ο Νιφόντιος είχε την ικανότητα να φτιάχνει  χειροποίητους  σταυρούς από κυπαρίσσι.  Η βασική δυσκολία της ζωή στα Καρούλια ήταν τα συχνά και αναγκαία ταξίδια στο μοναστήρι του Αγίου Παντελεήμονα, από όπου προμηθευόταν τρόφιμα.  Για να φτάσουν στο  ρώσικο μοναστήρι, έπρεπε να περπατήσουν  σχεδόν την μισή χερσόνησο του  Άθω , με τους δύσβατους δρόμους του.  Αυτό που τον ταλαιπωρούσε ιδιαίτερα, ήταν όταν έφευγε από το μοναστήρι και κουβαλούσε σάκους με στάρι και ζάχαρη πάνω στου όμως του διασχίζοντας  τους απότομους και γλιστερούς  βράχους , που καλύπτουν σχεδόν όλο τον Άθω, αυτό τον αποδυνάμωνε και σχεδόν έχανε τις αισθήσεις του, ιδιαίτερα του καλοκαιρινούς μήνες.  Εκτός από αυτά, όταν έφτανε, ο γέροντας τον επέπληττε λέγοντας ότι έπρεπε να φέρει τρείς σάκους και αυτός έφερε μονό δύο, ξεχνώντας τους δρόμους του Άθω.  Τελικά τον έμαθε να περπατάει ξυπόλητος στον καύσωνα του καλοκαιριού και τις παγωμένες μέρες του χειμώνα. Ζώντας με το γέροντα, και οι δύο τους έφτιαχναν σταυρούς από κυπαρίσσια και με αυτά τρεφόντουσαν. Όμως αυτό που τυραννούσε ακόμα την συνείδηση του νεαρού  ήταν το ότι δεν είχε πάει ακόμα στον Πανάγιο Τάφο στα Ιεροσόλυμα. Ο πνευματικός Ιερώνυμος , άκουσε την επιθυμία του μοναχού και τον ευλόγησε για να το πραγματοποιήσει.  Για να καταφέρει ο νεαρός  τον στόχο του, δούλευε  για τρείς μήνες μέρα και νύχτα και μάζεψε 800 πιάστρες, που αντιστοιχούσαν σε 64 ρούμπλι.
Ο Νιφόντιος επισκέφτηκε τον Πανάγιο τάφο, περιπλανήθηκε σε όλη την μονή εκεί, προσκύνησε όλους τους Αγίους και γύρισε στον Άθω. Όμως δεν πρόλαβε τον γέροντα του εν ζωή. Με τις ευλογίες του πνευματικού του   πήγε στο κελλί του Αγίου Νικολάου του μοναστηρίου των Ιβηρών. Το 1881 χειροτονήθηκε και πάλι σε διάκονο, και την άλλη μέρα, στις 3 Αυγούστου, σε ιερομόναχο.  Όμως ο γέροντας του κελλιού, ο Νικόλας,  συμπαθώντας ιδιαίτερα τον νεαρό ιερομόναχο, τον ευλόγησε να πάει στο ρώσικο κελλί.  Και σαν πραγματικός μοναχός, ο Νιφόντιος πήγε να εκτελέσει την νέα δοκιμασία.
Και να 30 Ιουλίου 1883, με τις ευλογίες του γέροντα και την συγκατάθεση του μοναστηρίου, μετακόμισε  στην σκήτη της Αγίας Τριάδας. Η ζωή στην σκήτη αυτή ήταν και πάλι πολύ δύσκολη. Η μεγαλύτερη δυσκολία ήταν η έλλειψη νερού, το οποίο μπορούσε κανείς να προμηθευτή από την μεγάλη πηγή.  Εκτός  από αυτό, η γη γύρω  από την σκήτη ήταν πετρώδης και ανώμαλη.  Όμως ο Θεός δεν τον αφήνει αβοήθητο αυτόν που προσπαθεί, και σύντομα γύρω του άρχισαν να μαζεύονται και άλλα αδέρφια.  Για την αναστήλωση της σκήτης μαζί με τον Νιφόντιο έρχεται και ρώσος μοναχός Γεννάδιος. Σύντομα στην αδελφότητα έρχεται και ο όσιος Αθανάσιος, ο οποίος για 43 χρόνια ήταν ιερέας στην Ρωσία και στο τέλος της ζωής του ήρθε στον Άθω. Ο  Νιφόντιος αμέσως διέκρινε στον γέρο ιερέα ένα πνευματικό     άνθρωπο. Και δεν έκανε λάθος. Ο γέροντας αυτός στα 8 χρόνια παραμονής του στο Άγιον Όρος  καθημερινά εκτελούσε την Θεία Λειτουργία.  Στα 83 του χρόνια εκτελούσε τα καθήκοντα όπως και οι νέοι.  Όλοι οι ερημίτες του απευθύνονταν σαν να ήταν πνευματικός. Ο γέροντας πέθανε το 1902.
Κάτω από εκείνες τις συνθήκες  για να αναστηλώσουν την σκήτη γινόταν μόνο με την ελπίδα της βοήθειας της Παναγίας, όπως και έγινε. Ο Αθωνίτης ιερομόναχος Αγαθός έδωσε δυο χιλιάδες  ρούμπλια, και σε διάστημα 8 χρόνων η σκήτη απέκτησε μια αξιοπρεπή εμφάνιση.
Σήμερα στο κελλί της Αγίας Τριάδας    δίπλα στον μοναστήρι του Χιλανδαρίου, έχει μείνει το κτήριο του διώροφου ναού, και γύρω από αυτό, ένα γκρεμισμένο.  Το μέρος ξεχωρίζει για την ησυχία που επικρατεί εκεί παρόλο που δεν απέχει πολύ από τον αυτοκινητόδρομο. Από το Χιλανδάρι μέχρι το κελλί είναι 30 λεπτά με τα πόδια μέσω ενός μονοπατιού.