Τετάρτη 30 Μαρτίου 2022

«Ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, η Θεολογία του και η σημασία αυτής.»

 

Απομαγνητοφωνημένη ομιλία μακαριστού γέροντος Αθανασίου Μυτιληναίου την Κυριακή Β’ Νηστειών, [εκφωνήθηκε στην Ιερά Μονή Κομνηνείου Λαρίσης στις 22-3-1981]

Σήμερα η Εκκλησία μας, αγαπητοί μου, δευτέρα Κυριακή των Νηστειών, εορτάζει τη μνήμη του μεγάλου πατρός και θεολόγου του 14ου αιώνος, του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης.

Εάν η Κυριακή της Ορθοδοξίας, που εορτάσαμε την περασμένην Κυριακήν, είναι η εορτή κατά την οποίαν οι Πατέρες της Εκκλησίας μας, στην 7η Οικουμενική Σύνοδο έδειξαν ότι ο Υιός του Θεού αληθινά έγινε άνθρωπος, για να θεωθεί ο άνθρωπος, αυτό με τη σημερινή Κυριακή και την προβολή του μεγάλου προσώπου και αγίου, του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, που δεν είναι βεβαίως σήμερα η κανονική του μνήμη, αλλά η προβολή του, ως θεολόγου και μαχητού υπέρ της Ορθοδοξίας, με τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά έγινε αυτό πολύ σαφές· διότι ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς ηγωνίσθη ως μοναχός και ως επίσκοπος, ακριβώς να δείξει ότι είναι δυνατόν αυτό να γίνει.

Ποιο; Αυτό που η 7η Οικουμενική Σύνοδος ήδη είχε θεμελιώσει: ότι ὁ Λόγος σὰρξ ἐγένετο ἵνα ἡ σάρξ γένηται λόγος. Αυτό που όλοι οι Πατέρες της Εκκλησίας μας, σε μια ολοσύμφωνη γραμμή ετήρησαν μέσα στη διαδρομή της Εκκλησίας: ότι ο Θεός έγινε άνθρωπος, για να γίνει ο άνθρωπος Θεός. Και δύο μεγάλες Οικουμενικές Σύνοδοι, που έγιναν στην Κωνσταντινούπολη το 1341 και το 1351, κατοχύρωσαν αυτήν την μεγάλη αλήθεια. Είναι οι τελευταίες μεγάλες Σύνοδοι που έγιναν στην Κωνσταντινούπολη, που έγιναν στην Ανατολή, 100 χρόνια πριν πέσει η Κωνσταντινούπολις και η Ανατολή πια βρίσκεται κάτω από την κυριαρχία αλλοθρήσκων. Αλλά όμως, θείω Πνεύματι, έγιναν αυτές οι δύο Σύνοδοι και ενεφανίσθη αυτός ο Άγιος μεγάλος πατήρ, ο οποίος και προκάλεσε τας Συνόδους, σημειώσατέ το αυτό, εξ αφορμής της Δύσεως, η οποία υπεστήριζε τα εναντία, στο πρόσωπο του Βαρλαάμ, ότι δεν είναι δυνατόν ο άνθρωπος να φθάσει στη θέωση, και θα δούμε τι ακριβώς σημαίνει αυτό, ο άγιος αυτός πατήρ που τόσο ηγωνίσθη, με τας Συνόδους αυτάς έθεσαν το θεμέλιον της Ανατολής, της Ορθοδόξου Ανατολικής Θεολογίας, ώστε όταν θα ήρχοντο τα μεγάλα κύματα της Δύσεως να την καταποντίσουν, αυτή να είναι θεμελιωμένη.

Το κύριο πρόβλημα που απησχόλησε τότε, κατά τον 14ον αιώνα, ήταν το εξής: Ποιος είναι ο βασικός χαρακτήρ της Χριστιανικής υπάρξεως. Ποιες είναι οι δυνατότητες του ανθρώπου να φθάσει πού; Αυτό ήταν το πρόβλημα. Βεβαίως δεν ήταν πρόβλημα. Το θέμα αυτό ήδη είχε τεθεί από την πρώτη στιγμή που ιδρύθηκε και φανερώθηκε και κηρύχθηκε η Εκκλησία εις τον κόσμον. Όλοι οι αρχαίοι Πατέρες ήδη είχαν δώσει τη γραμμή πλεύσεως. Ποιες ακριβώς είναι οι δυνατότητες του ανθρώπου ως Χριστιανού, να φθάσει πού; Αλλά επειδή όμως προεκλήθη θέμα κατά τον 14ο αιώνα, εξ αφορμής του εκ Καλαβρίας της Δύσεως Βαρλαάμ, ο οποίος Βαρλαάμ εξεπροσώπευε τη Δύση και η οποία Δύσις επίστευε ότι ο άνθρωπος δεν μπορεί να φθάσει σε μεγάλα μέτρα, προεβλήθη το θέμα ως πρόβλημα. Το υπεστήριξε ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς και το επεκύρωσαν αυτές οι δύο τοπικές μεγάλες Σύνοδοι εις την Κωνσταντινούπολιν το 1341 και το 1351.

Το θέμα λοιπόν ήταν οι δυνατότητες του ανθρώπου πού φθάνουν; Τι μπορεί να γίνει ο άνθρωπος; Και απάντησε ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς: «Να θεωθεί!». Είναι η θέωσις. Τι σημαίνει θέωσις; Σημαίνει την κοινωνία, την προσωπική κοινωνία του ανθρώπου με τον Θεό. Αυτό βέβαια επήρε διαστάσεις προβλήματος για τον εξής λόγο. «Θεώνομαι» που είναι μία λέξις καθαρά Ελληνική, και που δεν μπόρεσε να μεταφραστεί σε καμία γλώσσα, ούτε σε αυτήν την Λατινικήν, και μένει μία λέξις μοναδική στη γλώσσα μας και σε όλες τις γλώσσες του κόσμου, αν έπρεπε να μιλήσει ο Λατίνος ή ο Γερμανός ή ο Κινέζος θα έλεγε τη λέξη Ελληνικά, «θέωσις», είναι η θεοποίησις του Μεγάλου Αθανασίου και του Μεγάλου Βασιλείου. Το να γίνει ο άνθρωπος Θεός. Και να έχει ο άνθρωπος μια κοινωνία με τον Θεό κατά έναν μοναδικό τρόπο.

Ετέθη όμως το εξής ερώτημα: Είναι δυνατόν αυτό; Εφόσον ο Θεός είναι ακατάληπτος και «φῶς οἰκῶν ἀπρόσιτον (:που κατοικεί σε φως απρόσιτο)» [Α’ Τιμ.στ΄16], πώς είναι δυνατόν ο άνθρωπος να φθάσει μέσα στην περιοχή του Θεού και να θεωθεί; Οι ίδιοι πάλι Πατέρες υπεστήριξαν ότι ο Θεός είναι ακατάληπτος και απρόσιτος. Όμως, εδώ ήταν τώρα η μεγάλη προσφορά του αγίου πατρός, η οποία, σημειώσατε, ότι δεν είναι πρωτοφανής. Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς στηρίζεται σε δύο στερεά θεμέλια· και τα οποία τον καθιστούν ορθοδοξότατο. Και πάντα που θα ήθελε να θεολογήσει, εάν μείνει στα δύο αυτά θεμέλια, θα μείνει ορθόδοξος. Είναι η βιβλική Ιστορία και οι Πατέρες της Εκκλησίας ως ερμηνείς της βιβλικής Ιστορίας. Ο άγιος Γρηγόριος μένει στα γεγονότα της βιβλικής Ιστορίας. Μένει σ’ αυτήν την Ιστορία. Μένει σ’ αυτήν την Ενανθρώπηση. Μένει στην Σταύρωση του Χριστού, στην Ανάστασή Του, στην Ανάληψή Του, στη Μεταμόρφωσή Του. Παίρνει το γεγονός της Μεταμορφώσεως· υπογραμμίζω, παίρνει το γεγονός της Μεταμορφώσεως. Δεν αλληγορεί τίποτα. Παίρνει καθ’ αυτά τα γεγονότα. Και τα θεολογεί. Τα θεολογεί όμως με μια θεολογία πατερική. Όπως οι Πατέρες κατενόησαν και προσωπικά έζησαν τη βιβλική Ιστορία. Αυτά είναι τα δυο θεμέλια της Ορθοδοξίας. Και όποιος μιλάει επάνω σ’ αυτά τα δύο θεμέλια και στηρίζεται, ποτέ δεν πέφτει έξω. Είναι δε ο άγιος Γρηγόριος ορθοδοξότατος.

Έρχεται λοιπόν τώρα να μας πει η Δύσις· η οποία εκπροσωπεί αν θέλετε, τη λογική κατανόηση, τη φιλοσοφική τοποθέτηση, την αριστοτελική ειδικότερα: Πώς μπορεί ο άνθρωπος να φθάσει μέσα στο μυστήριο του Θεού, του ακατάληπτου, ακατανοήτου και απροσίτου και να θεωθεί; Και λέγει ο άγιος Γρηγόριος: Εάν υπάρξει μία διάκρισις της ουσίας του Θεού και των ενεργειών του Θεού· ο Θεός ως ουσία πράγματι είναι ακατανόητος, απερίγραπτος και απρόσιτος. Ποτέ η ουσία του Θεού δεν έρχεται σε επαφή με τη Δημιουργία. Ο Θεός μόνον τον Υιό γεννά ως ουσία. Τον κόσμον τον δημιουργεί με τας ενεργείας Του. Αυτό ήτο η μεγάλη προσφορά του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά.

Τώρα βέβαια σας φαίνονται δύσκολα αυτά, θα δείτε όμως τώρα τι θα βγει. Γι’ αυτό σας παρακαλώ μην κλείνετε τα μάτια σας, αλλά να ακούτε και να βλέπετε. Γιατί κάποτε πρέπει να μπαίνουμε στα βαθιά νερά και να μαθαίνουμε σε αυτά κολύμπι. Παρακαλώ, κοιτάξτε. Πώς ακριβώς γίνεται αυτή η διάκρισις; Γίνεται μια δίακρισις χωρίς μερισμό. Διακρίνουμε τις ενέργειες του Θεού από την ουσία του Θεού, χωρίς να χωρίσουμε όμως τις ενέργειες του Θεού από την ουσία του Θεού. Γιατί οι ενέργειες του Θεού είναι άκτιστες και συνεπώς είναι ο Θεός. Όπως ακριβώς είναι ο ήλιος με την ακτινοβολία του. Ο ήλιος, όπως τον βλέπουμε, είναι απρόσιτος. Ποιος μπόρεσε ποτέ να πάει στον ήλιο; Και να τον πιάσει; Είναι απρόσιτος. Είναι όμως προσιτός με την ακτινοβολία του, με την ενέργεια της ακτινοβολίας του. Ακούστε τι είπα: με την ενέργεια της ακτινοβολίας του. Τον ήλιο τον έχουμε εδώ, τον έχουμε στη γη. Μας φωτίζει, μας ζωογονεί, τον βλέπουμε, χωρίς όμως να μπορούμε να πάμε στον ήλιο. Κατά παρόμοιο τρόπο είναι η ουσία του Θεού με τις ενέργειές Του.

Όταν λέμε λοιπόν ότι θα ζήσουμε ή θα δούμε τον Θεό από την παρούσα ζωή…ποιος μπορεί να δει τον Θεό; Λέγει η Γραφή: «Θεὸν οὐδεὶς ἑώρακε πώποτε». Όταν όμως λέμε ότι μπορούμε να δούμε τον Θεό από την παρούσα ζωή αυτό σημαίνει ότι ο Θεός γίνεται φανερός με τις ενέργειές Του. Αλλά πώς γίνεται με τις ενέργειές Του; Έτσι είναι ένα λεκτικό πράγμα; Απλώς σαν κουβέντα; «Όχι», απαντά ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, «είναι μια οντολογική παρουσία του Θεού, εις τας ενεργείας Του, όχι στην ουσία Του»·η οποία είναι πράγματι ακατάληπτος και απρόσιτος. Και συνεπώς μπορώ να δω τον Θεό. Τον Θεό να δεις; Μπορώ να δω τον Θεό πρόσωπον προς πρόσωπον. Και βλέποντας τον Θεό πρόσωπον προς πρόσωπον, από την παρούσα ζωή, θεώνομαι.

Αυτό το «Μακάριοι οἱ καθαροί τῇ καρδίᾳ ὅτι αὐτοί τόν Θεόν ὄψονται» είναι η βάσις η ευαγγελική. Λέγει ο άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος- ακούστε επιχείρημα: «Ποιοι είναι οι καθαροί στην καρδιά; Εκείνοι που είναι, αυτοί θα δουν τον Θεό. Εσύ λες ότι θα δεις τον Θεό στην άλλη ζωή. Μα στην άλλη ζωή, δεν υπάρχει η δυνατότητα να καθαρίσεις την καρδιά σου, για να δεις τον Θεό». Είδατε επιχείρημα; Εδώ είναι η δυνατότητα να καθαρίσεις την καρδιά σου, για να δεις τον Θεό. Συνεπώς εδώ θα δεις τον Θεό· εδώ, στην παρούσα ζωή.

Αλλά αυτό τι συνέπιες έχει; Έχει τις εξής συνέπειες αγαπητοί μου. Απλώς τον 14ο αιώνα αυτό διετυπώθη ως δόγμα. Ήταν πάντοτε γνωστό. Δεν ήταν κάτι καινούριο. Γιατί, σας είπα, ήταν η προσωπική εμπειρία των Πατέρων της Εκκλησίας και των αγίων της Εκκλησίας: ότι (εδώ προσέξτε) ότι η πνευματική ζωή δεν εξαντλείται στη μετάνοια, αλλά επεκτείνεται στην αναγέννηση. Πραγματικά πώς το λέμε αυτό; Να πώς το λέμε. Να δείτε πόσο σήμερα έχει βασική σημασία η προβολή του προσώπου του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά και της Θεολογίας του. Σήμερα λέμε «να μετανοήσεις» και μόλις μετανοήσω και πάω και εξομολογηθώ, έχω την αίσθηση μιας αυτάρκειας, ότι τελείωσα. Αφού πήγα και εξομολογήθηκα, επισφραγίζω την εξομολόγησή μου και με τη Θεία Κοινωνία και τελείωσα. Τελείωσες; Εξαντλείται η πνευματική ζωή στο να μετανοήσεις μόνο; Η πνευματική ζωή πάει πέρα από τη μετάνοια. Είναι στην αναγέννηση. Γι’αυτό λέγει ο άγιος Νικόδημος πολύ σωστά..- ξέρετε ότι στην εμπειρία αυτή έχουμε πάντα τους αγίους, στον άγιο Νικόδημο, στον άγιο Νεκτάριο, που είναι της εποχής μας κι συγχρόνους αγίους, που ίσως ακόμη η Εκκλησία δεν τους ανεκήρυξε, ίσως ποτέ να μην τους ανακηρύξει, δεν έχει σημασία, άγνωστοι άνθρωποι, ζουν αυτήν την εμπειρία.

Προσέξατε. Λέγει ο άγιος Νικόδημος: «Όταν κάποιος που πεθαίνει, μας φωνάξουν να τον εξομολογήσουμε και να τον κοινωνήσουμε, πηγαίνουμε εκ καθήκοντος, γιατί μας το ζήτησαν. Δεν ξέρουμε όμως αν αυτός ο άνθρωπος θα σωθεί. Απλούστατα γιατί αφήσαμε να περάσει η ζωή μας και νομίσαμε ότι προς το τέλος της ζωής μας… κι αυτό το λάθος κάνουμε, ότι θα αφήσουμε να μετανοήσουμε στο τέλος. Δεν είναι η μετάνοια που θα μας σώσει. Η αναγέννηση. Είναι η αναγέννηση. Άφησες τη μετάνοια αδελφέ μου να περάσει η ζωή σου και τότε να μετανοήσεις είπες. Είσαι σίγουρος ότι θα γεράσεις; Είσαι σίγουρος ότι δεν θα έχεις αιφνίδιο θάνατο; Έστω. Αλλά πότε θα προλάβεις να αναγεννηθείς; Πότε θα προλάβεις;».

Γι’ αυτό τον λόγο πάμε και ερχόμαστε στην εξομολόγηση, πάμε και ερχόμαστε χρόνια ολόκληρα, νομίζοντες ότι δυνάμεθα να περιοριζόμεθα σε μια ανανέωση της μετάνοιας και όχι σε μία αναγέννηση. Αυτό για όλους μας είναι ένα δυστύχημα. Και πρέπει να σας πω ότι σήμερα ακριβώς αυτό κάνουμε. Γι’ αυτόν τον λόγο μας φαίνεται πολύ μακρινή η θεολογία του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά σήμερα. Μέχρι σήμερα η Δύσις δεν τον έχει κατανοήσει τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά. Και επειδή σήμερα δυτικίζουμε και όλο δυτικίζουμε, όχι μόνο στον πολιτισμό αλλά και στο θρησκευτικόν αίσθημα και συνεχώς δυτικίζουμε, ολοένα απομακρυνόμαστε από την θεολογία του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, δηλαδή από τη θεολογία της αναγεννήσεως, από τη θεολογία της θεώσεως. Να μπορούμε πραγματικά να φθάσουμε σε εκείνα τα μέτρα.

Και σήμερα, ξέρετε τι αίσθημα έχουμε; Έχουμε το εξής αίσθημα. Και εγώ που σας ομιλώ αγαπητοί μου. Όλοι μας είμεθα παιδιά της εποχής μας και όλοι βρισκόμαστε κάτω από την ίδια νοοτροπία. Έχουμε το εξής αίσθημα: ότι αυτοί οι άγιοι με τη θεολογία τους, που δεν είναι παρά η ευαγγελική θεολογία, όπως την ερμηνεύουν οι Πατέρες και την κατανοούν και τη ζουν, σας είπα, προϊόν και της προσωπικής τους εμπειρίας, το υπογραμμίζω αυτό, ως να είναι αυτά στην κορυφή του Ολύμπου και εμείς να είμαστε στην πεδιάδα και να βλέπουμε και να λέμε «και πώς ανεβαίνει κανείς τώρα εκεί πάνω; Απρόσιτες κορυφές». Αυτό όμως είναι ένα δυστύχημα. Είναι δυστύχημα γιατί αυτά τα πράγματα αφορούν σε αυτήν τη σωτηρία μας.

Γι’ αυτό τον λόγο, μου φαίνεται, ένα πρώτο βήμα, ένα πρώτο στάδιο που πρέπει να κινήσουμε, είναι να προβάλλουμε τα πράγματα, να προβάλλουμε τους αγίους, που τόσο πολύ αγωνίστηκαν, όπως ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς· με τη θεολογία του – δεν είναι καινούρια θεολογία, το ξαναλέγω, είναι η βιβλική και η πατερική, αλλά απλώς την έκανε σαφή και την προέβαλε, επειδή υπήρξαν αφορμές. Πρέπει αυτά να προβάλλονται. Και η Εκκλησία μας προσπαθεί να το κάνει αυτό. Η Εκκλησία μας, βλέπετε, προβάλλει την Κυριακή την Α΄ των Νηστειών, την Ορθοδοξία. Και γιορτάζει τον εαυτόν της, την ορθοδοξότητά της. Προβάλλει την Β΄ Κυριακή τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, για να δείξει ότι εκείνο το οποίον τότε αγωνίστηκε, εκατόν-τόσα χρόνια εις την 7η Οικουμενικήν Σύνοδο να διασώσει και την ανθρώπινη φύση του Θεού Λόγου, έρχεται τώρα ο άγιος Γρηγόριος να μας πει ότι αυτό είναι δυνατό: το ότι μπορεί τώρα ο άνθρωπος, αφού ο Θεός έγινε άνθρωπος, ο άνθρωπος μπορεί να γίνει Θεός.

Γι’ αυτό, αγαπητοί, κατακλείοντες, θα σας έλεγα, μη μένομε στα στενά όρια μιας ανεπαρκεστάτης και στοιχειωδεστάτης μετανοίας. Μια μετάνοια χωρίς δάκρυα πολλές φορές· χωρίς δάκρυα, χωρίς συναίσθηση, από μια συνήθεια πάμε να πούμε τις αμαρτίες μας και τίποτε άλλο. Να ήταν τουλάχιστον και της προκοπής η μετάνοιά μας! Να ήταν της προκοπής! Θα άξιζε ο κόπος. Ούτε αυτή δεν είναι της προκοπής. Γιατί; Γιατί απλούστατα δεν έχουμε μπροστά μας, στον οπτικό μας ορίζοντα, την αναγέννηση. Αν έχουμε στον οπτικό μας ορίζοντα την αναγέννηση, τότε θα δούμε ότι η μετάνοια είναι ένα μεταβατικό στάδιο. Βέβαια πρέπει να μετανοούμε σε όλη μας τη ζωή, γιατί είμαστε άνθρωποι και πέφτουμε. Αλλά αν το θέλετε, στη ζωή των μεγάλων αγίων, δεν έχουμε πια μετάνοια. Παρά το ότι αυτοί έλεγαν «άστε με να μετανοήσω ακόμη», όπως έλεγε ο άγιος Σισώης. «Άστε με να μετανοήσω.» Και είχε λάμψει ολόκληρος. Όμως, όπως λέγει και ο άγιος Συμεών ο νέος Θεολόγος «αυτός που μπήκε στην αναγέννηση και στη θέωση, δεν έχει ανάγκη πλέον ούτε της μετανοίας, ούτε καν των δακρύων. Δεν είναι πλέον η περιοχή της μετανοίας, αλλά της θεολογίας». Είναι μεγάλο πράγμα αυτό. Ε, αυτή λοιπόν η προοπτική, αυτός ο οπτικός ορίζων, έχει χαθεί από τα μάτια μας. Κι έχει μείνει μπροστά μας μόνον η μετάνοια. Γιατί νομίζουμε ότι το παν είναι η μετάνοια. Την αφήνουμε κι αυτή και ατονεί, γιατί είναι ίδιον του ανθρώπου να μη θέλει να φθάνει στο τέλος. Αλλά λέει: «Δέκα είναι;». Να σας το πω με ένα μικρό παράδειγμα. Όλοι το παθαίνουμε. «Τι ώρα τελειώνει η Εκκλησία; Εννιά; Ε, θα πάω 8.30. Δέκα; Θα πάω 9.30. Τελειώνει δώδεκα; Θα πάω 11.30». Αυτό παθαίνουμε. Λέμε «η μετάνοια, ε, ας είναι και λιγάκι πιο εδώ, δεν πειράζει». Ας προβάλλουμε, ξαναλέω άλλη μια φορά, στον οπτικό μας ορίζοντα όλο το μέγεθος του μυστηρίου της σωτηρίας μας· που είναι η αναγέννησις του ανθρώπου, που προεβλήθη τόσο δυνατά από τον άγιο πατέρα, τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά και που η Εκκλησία μας προβάλλει κάθε δεύτερη Κυριακή των Νηστειών.

ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ

και με απροσμέτρητη ευγνωμοσύνη στον πνευματικό μας καθοδηγητή

μακαριστό γέροντα Αθανάσιο Μυτιληναίο,

μεταφορά της απομαγνητοφωνημένης ομιλίας σε ηλεκτρονικό κείμενο και επιμέλεια:

Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος

ΠΗΓΕΣ:

· Απομαγνητοφώνηση ομιλίας δια χειρός του αξιοτίμου κ. Αθανασίου Κ.

· http://www.arnion.gr/mp3/omilies/p_athanasios/omiliai_kyriakvn/omiliai_kyriakvn_093.mp3

Σάββατο 2 Ιανουαρίου 2021

«Ορθόδοξη Θεολογία και Παιδεία: Η συμβολή του Αγ. Ιουστίνου Πόποβιτς και...

49. «Πληροῦσθε ἐν πνεύματι» (Ἐφ. 5,18-21), Ἁγ. Ἰουστίνου Πόποβιτς, Ἀρχ. ...

64. «Ἀναλάβετε τὴν πανοπλίαν τοῦ Θεοῦ» Β΄, Ἁγ. Ἰουστίνου Πόποβιτς, 5-7-2...

Ἔχετε νά δεῖτε πολλά αἴσχη...Πολλές ψυχές θά χάνονται

 




ΣΥΓΚΛΟΝΙΣΤΙΚΗ ΠΡΟΦΗΤΕΙΑ ΓΙΑ ΤΙΣ ΜΑΣΚΕΣ (ΚΑΡΝΑΒΑΛΙΑ) ΣΤΙΣ ΕΚΚΛΗΣΙΕΣ ΑΠΟ ΤΟ 2009 ΤΟΥ ΑΓΙΑΣΜΕΝΟΥ Π. ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΚΑΥΣΟΚΑΛΥΒΙΤΟΥ:

«Έχετε να δείτε πολλά αίσχη. Θα κάνετε χιλιόμετρα για να βρείτε σωστό ιερέα, για να βρείτε σωστό πνευματικό. Τα καρναβάλια θα μπουν με νόμο στην εκκλησία.

Όσοι δεν θα γίνονται καρναβάλια θα διώκονται.

Ορθόδοξος ιερέας θα κηρύξει καινούργια θρησκεία δική του.

Πολλοί θα τον ακολουθήσουν, θα τον πιστέψουν.

Πολλές ψυχές θα χάνονται.

Δύσκολα θα ακούγεται αληθινός, ορθός, Ορθόδοξος λόγος. Ο κόσμος δεν θα ξέρει πού να πάει, θα πλανηθούν πολλοί.»

 Ἀπομαγνητοφωνημενη ὁμιλία τοῦ Χαρισματούχου Γέροντα Βασιλείου Καυσοκαλυβίτου πού ἔγινε στίς 5-10-2009 στην Θεσσαλονίκη (Οἰκία κ. Καλλιόπης Ζ.)

 Τίτλος πλήρους κειμένου: -Ποια παράκληση θα διαβάσουμε σήμερα Καλλιόπη (5-10-2009).

πηγη: http://hristospanagia3.blogspot.com
Posted by Παναγία Ιεροσολυμίτισσα blog at 10:39 μ.μ.

Ο Θεός του Καζαντζάκη και του Νίτσε Γράφει ο Δάφνη Βαρβιτσιώτη

 

Η Συμβολή του στην Εδραίωση της Παγκοσμιοποίησης,

και γιατί ο «Νέος Τραγικός Πολιτισμός

θα Αναπηδήσει απο την Γερμανία»[i]

 

Στο προηγούμενο άρθρο μας, με τίτλο «Νίκος Καζαντζάκης: Η συμβολή των ιδεών του στο «κοινωνικό ολοκαύτωμα» που συντελείται στην σύγχρονη Ελλάδα », είχαμε επικεντρωθεί στα περιεχόμενα του προλόγου του “ταξιδογραφήματός” του, «Ταξιδεύοντας-Αγγλία» (1940), το οποίο προσέφερε, σε κυριακάτικο φύλλο της, εφημερίδα πανελλαδικής εμβέλειας.

«Φυσική» Ηθική και Μετάλλαξη: Στό άρθρο αυτό, είχαμε αναλύσει τους τρόπους με τους οποίους η μεταφυσική αντίληψη του Καζαντζάκη οδηγεί τον ανυποψίαστο αναγνώστη στην αποδοχή ενός κόσμου ιερχαρχημένου βάσει της «φυσικής» ηθικής, όπου κυριαρχεί ο δυνατώτερος καιεπιζεί ο πλέον προσαρμοζόμενος, και όπου δεν υπεισέρχεται το έλεος έναντι των αδυνάμων, πόσον μάλλον θέμα ελευθερίας τους (όπως συμβαίνει και στον σατανισμό, όπου, για τους Δυνατούς, «Το “Θέλω” είναι ο Νόμος», άρα «οι σκλάβοι πρέπει να υπηρετούν».

«Να Ενωθούμε με τον Θεό»: Στην συνέχεια, η ίδια εφημερίδα προσέφερε τα βιβλία «Ο Χριστός Ξανασταυρώνεται» και «Ο Τελευταίος Πειρασμός»- που είχαν, προ πεντηκονταετίας, προκαλέσει σάλο και τον παρ’ ολίγο αφορισμό του συγγραφέα απο την Ορθόδοξη Εκκλησία- διαφημίζοντας τηλεοπτικώς ένα εξ αυτών ως λογοτεχνικό έργο διά του οποίου ο Καζαντζάκης μας παροτρύνει «να ενωθούμε με το Θεό».

Αυτό μας προβλημάτισε ιδιαίτερα, διότι, ήδη απο το 1940, ο Καζαντζάκης χαρακτήριζε ωςπαρωχημένο τον Χριστό, και εξωθούσε τους αναγνώστες του να τον αντικαταστήσουν με κάποιον άλλον θεό, πιό σύγχρονο και πιό αποτελεσματικό: «Γιατί γυρίζετε πίσω; (…) Έκαμε ο Χριστός το χρέος του, έδωκε μιαν απάντηση σε άλλες εποχές, σε άλλα προβλήματα (…) Τώρα άλλαξε το πρόσωπο της αγωνίας, γύρισε ο τροχός».

Ο «Μεγάλος Ανθρωποφάγος Κεραυνός»: Εξάλλου, όταν ο Καζαντζάκης αναφέρεται στον «μεγάλο ανθρωποφάγο κεραυνό που ονομάζουμε “Θεό”», οπωσδήποτε δεν εννοεί τον Ελεήμονα Τριαδικό Θεό· τον Οποίον σαφώς απορρίπτει με ρήσεις όπως, π.χ.: «Κι είναι μεγάλο ατύχημα που η λέξη «Πνέμα» στην ελληνική γλώσσα είναι ουδέτερου γένους· αν ήταν θηλυκού, θα ‘χαμε τη σωστή πανανθρώπινη, βαθύτερη απο κάθε θρησκευτικό δόγμα Άγια Τριάδα: Πατέρα, Μάνα, Γιο». Τον Τριαδικό Θεό, ως δημιουργό του κόσμου εκ του μηδενός, απορρίπτει ο Καζαντζάκης και «όταν, τανύζοντας στο ακρότατο σημείο –όπου αρχίζει να τρίζει ο εγκέφαλος– την μνήμη, μάχεται να θυμηθεί πώς ήταν το πρωτόγονο Χάος, πριν να ‘ρθει ο νους να το στενέψει και να το νοικοκυρέψει σε “κόσμο”, δηλαδή, σε ανθρώπινη τάξη».

Τον Προσωπικό Θεό και την μοναδικότητα του ανθρωπίνου Προσώπου καταργεί ο Καζαντζάκης σέ ρήσεις όπως π.χ.: «Όλοι είμαστε ένα. Όλοι είμαστε Θεός», ή «ο Θεός –θέλω να πω: η σημερινή ανώτατη λαχτάρα του ανθρώπου» κ.ά., που οδηγούν τον αποίμαντο αναγνώστη στην αυτοθέωση, την οποίαν, η μεν Ορθόδοξη Πατερική Παράδοση απορρίπτει ως εωσφορική, οι δε ομάδες της «Νέας Εποχής» προωθούν στους δυτικούς οπαδούς τους, ώστε να τους μεταλλάξουν καταλλήλως, εν όψει τής παγκοσμιοποίησης.

Θεός και Παγκοσμιοποίηση: Απο την πλευρά τους, οι εκδόσεις «Καζαντζάκη», στις οποίες ανήκει το σύνολο των έργων του, έχουν επιλέξει ως έμβλημά τους το σύμβολο Γίν-Γιάνγκ του Ταοϊσμού, ο οποίος «οδήγησε στην ανακάλυψη μιάς ανώνυμης κοσμικής αρχής», ενώ αργότερα ενσωμάτωσε, μεταξύ άλλων, το δόγμα της μετενσάρκωσης και την γιόγκα[ii]. Στον Ταοϊσμό –διευκρινίζουμε εμείς– δεν υπεισέρχονται, ούτε καν ως απλές έννοιες, ο Προσωπικός Τριαδικός Θεός, το Μέγα Έλεός Του και η «ένθεη λογικότητα του κόσμου»[iii], ούτε υπεισέρχονται ως αυταξίες, ο άνθρωπος και η μία και μόνη ζωή του, πόσον μάλλον η κοινωνική ελευθερία και άλλες ανάλογης σημασίας δυτικογενείς ηθικο-θρησκευτικές έννοιες.

Δοθέντος, λοιπόν, ότι, ο θεός του Καζαντζάκη δεν είναι ο Ελεήμων Τριαδικός Θεός, και δοθέντος ότι «ά θύει τα έθνη, δαιμονίοις θύει»[iv] σε ότι αφορά στον Ταοϊσμό, εγείρεται το εξής ερώτημα: με ποιόν «θεό» καλούμεθα να ενωθούμεμέσω του Καζαντζάκη, στην εποχή της παγκοσμιοποίησης και γιατί;

Αναζητώντας την «Αλήθεια»: Πάντως, σέ διάσπαρτες αναφορές του στο ίδιο “ταξιδογράφημα” –και ιδίως στο ενδεκασέλιδο αφιέρωμά του στον πνευματικό του πατέρα, Φρειδερίκο Νίτσε (1844-1900)– ο Καζαντζάκης αποκαλύπτει αρχικά ότι, η «αλήθεια» αμφοτέρων βασίσθηκε στην ινδουϊστική μεταφυσική αντίληψη ότι, η ζωή είναι ψευδαίσθηση (μιά «Μάγια»): «Ο κόσμος είναι δημιούργημα δικό μου· όλα όσα ξεκρίνω, ορατά κι αόρατα, είναι όνειρο πλάνο. Μία θέληση μονάχα υπάρχει, τυφλή, χωρίς αρχή και τέλος, χωρίς σκοπό, αδιάφορη, μήτε λογική μήτε παράλογη, άλογη, τεράστια. (…) Πρόοδο δεν υπάρχει,λογικό δεν κυβερνάει τη μοίραοι αφηρημένες έννοιες, οι θρησκείες, οι ηθικές, είναι ανάξιες παρηγοριές για τους ανίδεους και τους δειλούς».

Σύμφωνα με την νιτσεϊκή εκδοχή της «Μάγια» –που εμπεριέχει και το δόγμα τής μετενσάρκωσης–, το«σύμπαντο» διέπει μια ανηλεής και αυθαίρετη Δύναμη, η οποία ενυπάρχει στα πάντα (και στους ανθρώπους. Ως εκ τούτου, τα πάντα είναι ένα, τα πάντα είναι “θεός”, και επομένως, όλοι οι άνθρωποι είμαστε ένα, και άρα, όλοι είμαστε “θεός”, και όλοι είμαστε ανηλεείς και αυθαίρετοι. Συγχρόνως, όμως, τίποτα δεν είναι πραγματικό, και τίποτα –ούτε ο ίδιος ο άνθρωπος, ο πόνος, η δυστυχία του και η ζωή του– έχει αξία ή σημασία.

Η «Θέληση να Κυριαρχείς»: Ο Νίτσε αποφάσισε να βελτιώσει την «Μάγια» του, προσθέτοντας ότι, «η ζωή δεν είναι μονάχα θέληση να ζεις· είναι κάτι εντονότερο: θέληση να κυριαρχείς! Δε χορταίνει η ζωή να συντηρείται μονάχα· θέλει ν’ απλώνεται και να καταχτάει»· δηλαδή: «η ουσία της ζωής είναι η λαχτάρα ν’ απλωθεί και να κυριαρχήσει και μονάχα η δύναμη είναι άξια να ‘χει δικαιώματα». Την βελτίωση αυτή –που ίσως εκπήγαζε από μια υποσυνείδητη ανάγκη αντιστάθμισης και υπέρβασης των προσωπικών του ψυχοσωματικών αδυναμιών– υιοθετεί με ενθουσιασμό ο Καζαντζάκης –που είχε, και αυτός, τις δικές του ψυχοσωματικές αδυναμίες.

Ο «Τροχός του Καιρού»: Ακολούθησε το νιτσεϊκό «όραμα του αιώνιου Γυρισμού» του ανθρώπου στην ζωή, το οποίο είναι μια παραλλαγή της μετενσάρκωσης, υπό την έννοιαν ότι, κατ’ αυτήν, ο ίδιος άνθρωπος επανέρχεται στις ίδιες επακριβώς συνθήκες ζωής, αναρίθμητες φορές, και, επομένως: «Καμμιά λοιπόν ελπίδα το μελλούμενο να ‘ναι καλύτερο, καμμιά σωτηρία, πάντα οι ίδιοι, απαράλλαχτοι, θα στρουφογυρίζουμε στον τροχό του καιρού». Παρακάτω, θα δούμε ποια αλλαγή επέφερε ο Καζαντζάκης στο «όραμα» αυτό.

«Ανάξιες Παρηγοριές για Δειλούς»: Καταρρακωμένος, όμως, μετά απο μια μεγάλη ερωτική απογοήτευση, ο Νίτσε δειλιάζει μπροστά στο «όραμα» του δικού του «αιώνιου Γυρισμού» στις ίδιες συνθήκες: «Όχι, ποτέ ποτέ να μην ξαναζήσω τις ώρες τούτες! Πρέπει ν’ ανοίξω μια θύρα σωτηρίας στον κλειστό κύκλο του αιώνιου Γυρισμού!», τον φαντάζεται να αναφωνεί ο Καζαντζάκης, που συνεχίζει:«Γράφει τον Ζαρατούστρα, καινούρια ελπίδα άστραψε στο νου του, ο νέος σπόρος, ο Υπεράνθρωπος»·διευκρινίζει δε ότι, ο Νίτσε επινόησε τον Υπεράνθρωπο, επειδή «Ο αιώνιος Γυρισμός είναι χωρίς ελπίδα. Ο Υπεράνθρωπος είναι μιά μεγάλη ελπίδα».

Ο Υπεράνθρωπος ως «Λυτρωτής»: Ο Καζαντζάκης περιγράφει το πώς ο Νίτσε νοεί τον Υπεράνθρωπο ως ελπίδα: «Αυτός είναι ο σκοπός της γης, αυτός κρατάει τη λύτρωση. Αυτός είναι η απόκριση στο παλιό του ερώτημα: Μπορεί ο άνθρωπος να εξευγενιστεί; Ναι μπορεί! Κι όχι απο το Χριστό (…) παρά απο τονάνθρωπο τον ίδιο, απο τις αρετές και τους αγώνες μιας καινούριας αριστοκρατίας. Ο άνθρωπος μπορεί να γεννήσει τον Υπεράνθρωπο. Αυτός είναι ο σκοπός της ζωής, η πηγή της ενέργειας, ο Λυτρωτής (…) η νέα χίμαιρα που θα ξορκίσει τη φρίκη της ζωής». Γιατί, όμως, ο Καζαντζάκης χαρακτηρίζει τον νιστεϊκό Υπεράνθρωπο ως χίμαιρα, αφού έτσι τον ακυρώνει ως Λυτρωτή; Στο ερώτημα αυτό θα απαντήσουμε πιο κάτω.

Μεταφυσική Αριστοκρατία: Ως Υπεράνθρωπο-Λυτρωτή, ο Νίτσε  εννοεί έναν συγκεκριμένο τύποανθρώπου, απόλυτα σύμφωνου προς τις δικές του ψυχοπνευματικές ανάγκες, τον οποίον και εξιδανικεύει. Δηλαδή, χρίζει ως Λυτρωτές της ανθρωπότητας τους ολίγους και «εκλεχτούς», που –αρνούμενοι, ή αγνοούντες, τους περιορισμούς που θέτουν στον άνθρωπο οι δυτικογενείς ηθικο-θρησκευτικές «αφηρημένες έννοιες»– διακατέχονται από την «λαχτάρα ν’ απλωθούν και να κυριαρχήσουν» και από την πεποίθηση «πως μονάχα η δύναμη είναι άξια να ‘χει δικαιώματα». Στην ουσία, ο Νίτσε χρίζει ως διαχρονικούς «Λυτρωτές» της ανθρωπότητας τους αδίστακτους δυναμολάγνους εξουσιαστές.

Αλλά, με το να τους χρίζει και ως τους μόνους άξιους να έχουν δικαιώματα στην ζωή, ο Νίτσε θεμελιώνει και μεταφυσικά την επικράτηση μιας νέας κυρίαρχης τάξης “ευγενών”, διά της οποίας διαχωρίζει την ανθρωπότητα στους “δυνατούς” –και ολίγους– και στους πολλούς και “αδύναμους”· στοιχείο το οποίο ο Καζαντζάκης μεγιστοποιεί στα έργα του.

Διόνυσος και Υπεράνθρωπος: Για να περιγράψει την βούληση για κυριαρχία των Υπερανθρώπων-Λυτρωτών του, ο Νίτσε ανατρέχει στην εποχή που «στα στήθη της Ελλάδας βογκούσε το χάος, η μεγάλη πίκρα, η αντίκεια βουλή», επειδή σ’ αυτά κυριαρχούσε «Ένας αχαλίνωτος θεός, ο Διόνυσος», και τουςταυτοποιεί ως τους φορείς του «διονυσιακού πνέματος», της «διονυσιακής μέθης» και των «ακράτητων διονυσιακών δυνάμεων».

Ο Διόνυσος, Λυτρωτής τής Ευρώπης: Απο τον Διόνυσο και τους φορείς της μέθης του –δηλαδή, τους φορείς της βούλησης για κυριαρχία– προσμένει ο Νίτσε την «λύτρωση» της Ευρώπης, διότι, κατ’ αυτόν:«Η Ευρώπη χάνεται και πρέπει να υποβληθεί στην αυστηρή δίαιτα των αρχηγών. Η ηθική που σήμερα κυριαρχεί είναι έργο σκλάβων είναι συνωμοσία που οργάνωσαν οι αδύνατοι και το κοπάδι ενάντια στον δυνατό και τον τσοπάνη. Οι σκλάβοι αναποδογύρισαν με συφεροντολόγα πονηριά τις αξίες: κακός είναι, κήρυξαν, ο δυνατός, ο δημιουργός· καλός είναι ο άρρωστος κι ο ηλίθιος· δεν αντέχουν το πόνο· κατάντησαν φιλάνθρωποι χριστιανοί και σοσιαλιστές. Μονάχα ο Υπεράνθρωπος, σκληρός με τον εαυτό του, μπορεί να χαράξει καινούριες εντολές και να δώσει στις μάζες σκοπούς καινούριους».

Μέ άλλα λόγια, Νίτσε και Καζαντζάκης νοούν ως «λύτρωση» –της Ευρώπης, αλλά και ως δική τους– την αποδέσμευση απο τους ηθικούς φραγμούς και απο τους νόμους και θεσμούς που απορρέουν εξ αυτών, τους οποίους θέτουν στους αδίστακτους και δυναμολάγνους εξουσιαστές, ο αρχαιοελληνικός ανθρωπισμός και ο χριστιανικός θεανθρωπισμός.

Γερμανία καὶ «Τραγικός Πολιτισμός»: την επαναφορά του «διονυσιακού πνέματος» και των«ακράτητων διονυσιακών δυνάμεων» στην Γερμανία, ο Νίτσε ανίχνευε στην ολοένα πιο έντονη βούληση για κυριαρχία που εξέπεμπε η γερμανική μουσική: «Η γερμανική μουσική, απο τον Μπάχ ίσαμε τον Βάγκνερ, διαλαλεί τον ερχομό του» (σ.σ. του Διονύσου, δηλαδή, τής βούλησης γιά κυριαρχία). Και ήξερε ότι, όταν ο «αχαλίνωτος» αυτός θεός και οι ανεξέλεγκτες δυνάμεις του επικρατήσουν στην Γερμανία, θα γεννήσουν έναν «Νέο “τραγικό πολιτισμό”».

Ο Νίτσε, δηλαδή, ήξερε ότι, όπου κυριαρχεί η άλογη και τυφλή βούληση γιά δύναμη και κυριαρχία, αυτή«συντρίβει την ατομικότητα», «άνθρωποι και θεριά αδελφώνονται, ο θάνατος είναι κι αυτός ένα απο τα προσωπεία της ζωής και το παρδαλό μαγνάδι της πλάνης ξεσκίζεται κι’ αγγίζουμε στήθος με στήθος την αλήθεια: Όλοι είμαστε έναΌλοι είμαστε Θεός». Με άλλα λόγια, ο Νίτσε ήξερε τι τραγωδία μέλλει να προκαλέσει η «διονυσιακή μέθη» δυναμολαγνείας –που διέβλεπε ότι (ξανα)κυρίευε τον νου και στην ψυχή των Γερμανών, από τα τέλη ήδη του 19ου αιώνα: ο άνθρωπος θα μεταβληθεί σε απλό ζωικό όν (ο δε δυνατός, σε θηρίο)· ο θάνατος των αδυνάμων δεν θα έχει σημασία, αφού και η ζωή τους δεν θα έχει πια αξία· το πλέγμα των ηθικο-θρησκευτικών ορίων και αξιών θα διαρρηχθεί· όλοι (ιδίως οι δυνατοί) θα θεωρούν ότι όλα τους επιτρέπονται· και θα επικρατήσει το χάος, ο αλληλοσπαραγμός και η απόγνωση.

Προφήτης, ή Τροχιοδείκτης Τυραννίας; Το 1940, ο Καζαντζάκης αποκαλεί τον Νίτσε «προφήτη», ακριβώς διότι εκείνος είχε προβλέψει –σχεδόν τριάντα χρόνια πριν ακόμα και από τον Α΄ παγκόσμιο πόλεμο– ότι: «Ο νέος τραγικός πολιτισμός θ’ αναπηδήσει απο τη Γερμανία».

Τό γεγονός ότι, σήμερα, ο Νίτσε επαληθεύεται για τρίτη φορά –αφού πολλοί αναλυτές αναφέρονται πλέον σε μια «γερμανική Ευρώπη» και σε ένα οικονομικό Δ΄ Ράιχ– αποδεικνύει απλώς τα εξής: α)  ότι, οι εξουσιαστές γνωρίζουν ότι, αυτό που προστατεύει την ελευθερία των πολλών απο την τυραννία των ολίγων είναι το σύνολο των ηθικο-θρησκευτικών αξιών του ευρωπαϊκού πολιτισμού (εξ ού και η απέχθειά τους προς τον αρχαιοελληνικό ανθρωπισμό και το μένος τους κατά του χριστιανικού θεανθρωπισμού)· και β) ότι, μελετώντας προσεκτικά τον Νίτσε (και, αργότερα το πνευματικοπαίδι του, τον Καζαντζάκη), οι εξουσιαστές αναγνώρισαν στην αναδυόμενη γερμανική βούληση για κυριαρχία, τηνψυχοπνευματική αχίλλειο πτέρνα της Ευρώπης. Και έδρασαν αναλόγως.

Η Εκδίκηση τής Λογικής: Ο Νίτσε –που, εκτός από τον χριστιανισμό, απέρριπτε και την Λογική (και πέθανε διεγνωσμένα παράφρων)– ουδέποτε αποτελείωσε το «Τάδε Έφη Ζαρατούστρας», διότι τα ίδια του τα «οράματα» τον έθεταν ενώπιον των εξής λογικών αδιεξόδων: «Ο αιώνιος Γυρισμός είναι χωρίς ελπίδα· ο Υπεράνθρωπος είναι μια μεγάλη ελπίδα· πώς μπορούν τα δυο αυτά αντικρουόμενα οράματα ν’ αρμονιστούν;». Αφού, δηλαδή, η ανθρωπότητα είναι δεσμευμένη στον τροχό του «αιώνιου Γυρισμού» της προς τις ίδιες επακριβώς συνθήκες ζωής και προς την ίδια επακριβώς «φρίκη» της, πως και απο τι μέλλει να την «λυτρώσει» η κάστα των Υπερανθρώπων-Λυτρωτών;

«Η ψυχή του Νίτσε απο τότε πια φτεροκοπάει στον γκρεμό της παραφροσύνης», γράφει ο Καζαντζάκης· χωρίς παρ’ όλα ταύτα να πάψει να θαυμάζει τον μεν Νίτσε ως «προφήτη» και «Μεγαλομάρτυρα», τον δε Υπεράνθρωπο ως κάστα αδίστακτων εξουσιαστών· αλλά και χωρίς ο ίδιος να επιλύει το πρόβλημα τής λύτρωσης τής ανθρωπότητας απο την «φρίκη της ζωής».

Καζαντζάκης και «Δύναμη»: Και, δεν επιλύει το πρόβλημα αυτό, διότι, απλά, δεν το θεωρεί πρόβλημα. Ως πιο “δυνατός” από τον Νίτσε, ο Καζαντζάκης αφαιρεί το προσωπείο του Διονύσου, για να μας αποκαλύψει μια αόρατη μεν, αλλά απόλυτα υπαρκτή οντότητα, την οποίαν αρχικά αποκαλεί «μεγάλη μυστική Δύναμη». Παραλλήλως, εγκαταλείπει και τα αλληγορικά-μυθολογικά περί  του Υπερανθρώπου ως φορέα των διονυσιακών δυνάμεων, για να τον ταυτοποιήσει πλέον ως φορέα της βούλησης για κυριαρχία της αόρατης αυτής οντότητας, στην οποίαν αποδίδει τις ακόλουθες ιδιότητες:

«Υπάρχει, φαίνεται, μία Δύναμη έξω και μέσα στον άνθρωπο, που θαρρείς ένα και μόνο σκοπό έχει: ν’ ανέβει». Πού; σέ ποιόν ανήφορο; Κανένας δεν ξέρει· κάπου κάπου μονάχα μπορούμε, αφουκραζόμενοι το αίμα μας, να μαντέψουμε το ρυθμό της. Κι όταν μια πράξη, ένας άνθρωπος, ένας στοχασμός, πεταχθούν στο δρόμο της, εμποδίζοντας το ανέβασμα της, την κυριεύει θυμός. Όχι θυμός· λύσσα. Χιμάει, χτυπάει τυφλά, ξεκάνει σωρό καλούς και κακούς, ξεσκίζει η ίδια τις σάρκες της, σα να ‘ταν και το κακό τούτο, και το εμπόδιο τούτο, που μπήκε στο ανηφόρισμά της, σάρκα απο τη σάρκα της· ρυθμός και παράβαση ρυθμού, σα να ‘ταν και τα δυο μέσα στη φύση της. Γι αυτό η φοβερή αυτή Δύναμη δεν μπορεί να σκοτώσει την ατιμία, το έγκλημα, το πάθος, την προστυχιά, χωρίς να πληγώσει βαριά τον εαυτό της». (…)«Πότε χιμάει μανιασμένη να πνίξει το κακό, σα να’ ταν ο μεγαλύτερος της οχτρός, πότε χαίρεται να συντρίβει ό,τι καλύτερο έχει ο κόσμος τούτος. Αν ήταν χωρίς ηθικές λαχτάρες, γιατί τότε να πολεμάει με τόση λύσσα την αδυναμία, την ατιμία, την ψευτιά; Κι αν είχε ηθικές λαχτάρες, γιατί να σκοτώνει με τόση σιγουράδα και κακεντρέχεια τις μεγάλες ψυχές;»

Περιγράφοντας την «Δύναμη» αυτή ως διφυή, ο Καζαντζάκης προσεγγίζει το αντιθετικό ζεύγος δυνάμεων του Γίν-Γιάνγκ. Χαρακτηρίζοντάς την, όμως, ως φοβερή, λυσσαλέα, άλογη, αμείλικτη, αυθαίρετη, κακόβουλη, καταστροφική και ανθρωποκτόνο –καί σέ άλλο σημείο, ως «αχόρταγη, πονηρή και ανήλεη»–, την ταυτοποιεί σαφώς ως το Απόλυτο Κακό, αποδεικνύοντας –αν όχι σε τί «θύει» τα έθνη– σε τί «θύει» ο ίδιος.

Τό Απόλυτο Κακό, Μόνη Πηγή Ζωής: Ο Καζαντζάκης, δηλαδή, δεν επιλύει το πρόβλημα της λύτρωσης της ανθρωπότητας απο την φρίκη της ζωής, διότι θεωρεί το Απόλυτο Κακό ως την μόνη πηγή ζωής, δημιουργίας και ενέργειας και ως την μόνη κινητήριο δύναμη της ανθρωπότητας«Αν κόψεις όλα τα ελαττώματα απο μια ψυχή, αυτή παραμορφώνεται και μαραίνεται. Γιατί χάνει μερικές, ίσως τις πιο βαθιές, ρίζες της που της φέρνουν θροφή απο τα χώματα. Και της δίνουν δύναμη να βαστάει και ν’ αντέχει στο αποκρουστικό θέαμα της καθημερινής φθοράς και του καθημερινού θανάτου, (…) «μονάχα οι ξεθυμασμένοι –και προ πάντων οι εντελώς ξεθυμασμένοι, οι νεκροί– είναι λυτρωμένοι απο κάθε κακία». (Κατ’ αυτόν, δηλαδή, οι Άγιοί μας ήσαν ζωντανοί-νεκροί.)

Αφουκραζόμενος το Δικό του «Αίμα»: την παρουσία της βούλησης για κυριαρχία της άλογης, κακόβουλης και ανθρωποκτόνου αυτής -αόρατης, αλλά υπαρκτής- οντότητας ο Καζαντζάκης εντοπίζει παντού και στα πάντα. Π.χ., την βλέπει να εκφράζεται στην γοτθική θρησκευτική αρχιτεκτονική ως «κάτι παράφορο κι ορμητικό, μια ένθεη αλλοφροσύνη που συνεπαίρνει ξάφνου τον άνθρωπο και τον κάνει να εξορμάει στην γαλάζιαν ερημιά και να ζητάει να αιχμαλωτίσει τον μεγάλο ανθρωποφάγο κεραυνό πουονομάζουμε “Θεό”». Ακόμα και στις «τίγρες» βλέπει «το πιο αποκαλυπτικό, το πιο αντιπροσωπευτικόδημιούργημα της ζωής. Είναι η καθαρή ουσία της φοβερής δημιουργικής κίνησης, η γυμνή, αχόρταγη, πονηρή, ανήλεη δύναμη, λυγερή πολύ κι όλο ύπουλη επικίντυνη χάρη –απαράλλαχτη σαν το ΠνέμαΑν το Πνεύμα ήταν ορατό, έτσι σαν τον τίγρη θα περπατούσε, και θα ‘τρωγε την ίδια τροφή: κοτρώνια κρέας. Κι έτσι, με το ίδιο κίτρινο μάτι, πιτσιλισμένο αίμα, θα κοίταζε τους ανθρώπουςΌχι σαν οχτρός, ούτε σα φίλος· σαν κρέας».

Την βούληση για κυριαρχία της δύναμης του Απόλυτου Κακού –η οποία βλέπει την ανθρωπόμαζα σαν «κρέας», δηλαδή, σαν απρόσωπη και αναλώσιμη οργανική ύλη– ο Καζαντζάκης εντοπίζει και μέσα του. Εξ άλλου, ο τρόπος με τον οποίον την περιγράφει, μαρτυράει έντονη εμπειρία της επενέργειάς της εντός του.

Μεταγγίζοντας το «Αίμα» του: Αυτήν ενσταλάζει και στους ανυποψίαστους ή αποίμαντους ή άθεους αναγνώστες του, διά της υποβολής. Η πιο συνήθης πρακτική του είναι η χρήση του πρώτου πληθυντικού προσώπου, διά του οποίου τους συμπαρασύρει στην δίνη της δικής του εμπειρίας, και στην ένωσή τους με τον δικό του «θεό». Όσοι παρασύρονται χωρίς να το συνειδητοποιούν, γίνονται μοιρολάτρες και υποταγμένοι. Όμως, όσοι βρίσκουν, στην «Δύναμη» αυτή, το άλλοθι για την αγριότητα της δικής τους βούλησης για κυριαρχία, αυτοί αποκτούν την αυτοσυνειδησία των «εκλεχτών», στους οποίους όλα επιτρέπονται, και μεταλλάσσονται σε συνειδητούς Θύτες (όπως οι παγκοσμιοποιητές και οι αρωγοί τους).

Η Φωνή του Δαίμονα: Επί παραδείγματι, με αφορμή τις σαιξπηρικές τραγωδίες –και ενώ μαίνεται ο πόλεμος στην Ευρώπη– ο Καζαντζάκης υποβάλλει στους δυτικούς αναγνώστες του ότι, όλοιαντιλαμβανόμαστε«μέσα μας», την ύπαρξη μιας «άλλης φωνής»:

«Μέσα μας μια φωνή, ο “ανθρωπος”, είναι φυσικό να πονάει τους ανθρώπους και ν’ αποτροπιάζεται το αίμα· μα μέσα μας υπάρχει και μια άλλη φωνή, που δε νοιάζεται για την ασφάλεια, την καλοπέραση και την ευτυχία του ανθρώπου και ξέρει πως, χωρίς τον Πατέρα Πόλεμο, θα βούρκιαζε, στεκάμενο νερό, η ζωήΗ απάνθρωπη αυτή φωνή μέσα στον άνθρωπο δεν είναι δική μας· είναι κάποιου δαίμονα που ενεδρεύει στην ψυχή του ανθρώπου, απάνθρωπη και υπεράνθρωπη. Ή καλύτερα: Περάνθρωπη, που φωνάζει, και μάχεται για σκοπούς πέρα απο τον άνθρωπο. Κι η φωνή αυτή “ελπίζει” πως ο πόλεμος δε θα πάψει ποτέ».

Βέβαια, αυτοί οι «σκοποί πέρα απο τον άνθρωπο» θα μπορούσαν να παραπέμπουν στις νομοτελειακές «διαδοχικές φάσεις της γενικής μεταβολής των όντων» του Γίν-Γιάνγκ. Όμως, τόσο ο ανθρωποκτόνος «δαίμονας που ενεδρεύει μέσα στην ψυχή μας», όσο και η ανηλεής πηγή εκπορεύσεώς του και τα παρελκόμενά της, παραπέμπουν σαφώς αλλού, γεγονός που ο Καζαντζάκης όχι απλώς γνωρίζει –και όχι μόνον αναγνωρίζει εντός του–, αλλά μεταλαμπαδεύει και σε εμάς, μεταλλάσσοντάς μας, άλλους μεν σε θύτες, άλλους δε σε θύματα.

Η «Δύναμη που Σκοτώνει» και η Αριστοκρατία της: Άλλο παράδειγμα αθέατης μύησής μας στον δικό του «θεό» είναι το εξής: με το επιχείρημα ότι, ο θάνατος του ήρωα της σαιξπηρικής τραγωδίας αφήνει πίσω του μια «μυστηριώδη ουσία», η οποία δίνει στον ήρωα «ακατάλυτη ζωή», ο Καζαντζάκης μάς υποβάλλει ότι:

«Γι’ αυτό νιώθουμε ανεξήγητη ανακούφιση στο τέλος της τραγωδίας. Μιαν παράξενη συμφιλίωση με την Δύναμη που σκοτώνει. Συμφιλίωση μονάχα; Μπορεί, θαρρώ, κι ευγνωμοσύνη». «Γιατί η Δύναμη αυτή πρώτη φορά μας δίνει την ευκαιρία να μαντέψουμε, βλέποντας τον ήρωα να συντρίβεται όρθιος κάτω απο το βάρος αλάκερου του Σύμπαντου, πως η ψυχή του ανθρώπου πρέπει να’ ναι κάτι φοβερό, και μέσα στην ψυχή του ανθρώπου μια άλλη δύναμη, πολύ πιο φοβερή ακόμα, όλο ποιότητα, που καταφρονάει, και πέρα απο το θάνατο, την τυφλή όλο χτηνωδία ποσότητα».

Με πρόσχημα, δηλαδή, τις σαιξπηρικές τραγωδίες, ο Καζαντζάκης μας μυεί στον πυρήνα της –απογυμνωμένης από μυθολογικές αλληγορίες– δικής του «αλήθειας», η οποία είναι ότι: όποιος θέλει να ανήκει –ή αισθάνεται ότι ανήκει– στην μεταφυσική αριστοκρατία των Αδίστακτων, αποδέχεται ότι, οιποιοτικές, «ζωντανές» και δυνατές ψυχές καταφρονούν την ζωή της «τυφλής όλο χτηνωδία ποσότητας», που, γι’ αυτές, είναι απλό «κρέας». Αποκαλεί, μάλιστα, τα έργα του Σαίξπηρ την «Βίβλο του ελεύτερου ανθρώπου», διότι ο τρόπος με τον οποίον ο ίδιος τα ερμηνεύει, τον συμφιλιώνει με την δική του βούληση κυριαρχίας και με τα δικά του ανθρωποκτόνα ένστικτα, και έτσι τον απελευθερώνει απο κάθε τύψη και ενοχή. Εξ ού και η ευγνωμοσύνη του προς «την Δύναμη που σκοτώνει».

Τό Δίκαιο Ανήκει στην Δύναμη: Σημειωτέον ότι, την ίδια στιγμή που οι δυνάμεις του ναζισμού εφορμούσαν κατά της υπόλοιπης Ευρώπης, ο Καζαντζάκης –που, όπως ο Νίτσε, απεχθανόταν τον δυτικό πολιτισμό και πίστευε ότι, «Ο νέος τραγικός πολιτισμός θ’ αναπηδήσει απο τη Γερμανία»– έγραφε με αγαλλίαση: «Ξεσκίσθηκαν οι μάσκες, γκρεμίστηκε η πίστη, άνοιξαν οι καταπαχτές που κρατούσαν καταχωμένες τις μέσα μας απάνθρωπες δυνάμεις»«Βρισκόμαστε πια, μπαίνουμε πια, στην αρχή. Δεν είναι πια παρακμή η εποχή μας, όπως σου αρέσει να πιστεύεις, για να δικαιολογήσεις την ύπαρξή σου·είναι ακμή απο τεράστιες δυνάμες, βάρβαρες μπορεί, μα έτσι αρχινούν πάντα οι πολιτισμοί». Προςεπίρρωση δε αυτού, προσέθετε: «Ο Τσιγκισχάνος[v] φορούσε ένα σιδερένιο δακτυλίδι κι απάνω ήταν χαραγμένες δύο λέξες: “Ραστί-Ρουστί”, Δύναμη, Δίκιο. Η εποχή μας φόρεσε το σιδερένιο τούτο δαχτυλίδι».

Με γνώμονα, δηλαδή, ότι το δίκαιο ανήκει στην δύναμη –όπως επιτάσσουν και τα αμφιλεγόμενης προέλευσης «Πρωτόκολλα των Σοφών της Σιών»– ο Καζαντζάκης έβλεπε τις δυνάμεις του Τρίτου Ράιχ, όχι ως απλούς φορείς της αμέσως επόμενης από τις «διαδοχικές φάσεις της γενικής μεταβολής των όντων» του Γίν-Γιάνγκ, αλλά ως φορείς της βούλησης για κυριαρχία της ανηλεούς «Δύναμης που σκοτώνει». Και, τις θαύμαζε ακριβώς γι’ αυτό. Τον θαυμασμό δε αυτόν επιβάλλει στους ανυποψίαστους αναγνώστες του διά του πνευματικού εκβιασμού –δηλαδή, περιφρονώντας ως “κατώτερο” όποιον διαφωνεί.

Οι Αδίστακτοι Εφορμούν: Τις βάρβαρες αυτές δυνάμεις, ο Καζαντζάκης εξυμνεί διθυραμβικά: «Οι ζωντανές αυτές ψυχές ρίχνουνται στη δράσηΠεριφρονούν το πνέμα, είδαν τη χρεοκοπία της παλιάς γενεάς. (…) Είδαν και σιχάθηκαν, και ρίχτηκαν να γκρεμίσουν ένα τέτοιο συγκρότημα καμουφλαρισμένης σκλαβιάς, καλοπέρασης και ψευτιάς. Κάνουν έφοδοΟι καλύτεροι νέοι του κόσμου σήμερα δε γράφουν, ενεργούνΑντικρύζουν ηρωικά τον θάνατο, τους κυριεύει ένθεη μανία, άνοιξε η καταπαχτή και τινάχτηκαν οι υποχθόνιες δύναμες απο τα παμπάλαια ιερά σκοτάδια του υποσυνείδητου και κάνουν έφοδο».

Το γεγονός, όμως,  ότι, θεωρεί «νεκρούς» τους «λυτρωμένους απο κάθε κακία», επιβεβαιώνει ότι: ο Καζαντζάκης θαυμάζει ως «ζωντανές ψυχές» τις δυνάμεις του ναζισμού, επειδή τις αναγνωρίζει ως ψυχές υποδουλωμένες σέ κάθε κακία· δηλαδή, τις θαυμάζει ακριβώς επειδή είναι φορείς της βούλησης για κυριαρχία της Δύναμης του Απόλυτου Κακού που διέπει το δικό του «σύμπαντο».

Οι Αδίστακτοι, Γεννήτορες Πολιτισμών: Ο Καζαντζάκης παραλλάσσει και τον νιτσεϊκό «τροχό του καιρού» ως εξής: αποδέχεται μεν ως αναπόδραστο τον «αιώνιο Γυρισμό» στην ζωή της κάστας των αδίστακτων εξουσιαστών, όχι όμως ως μετενσάρκωση των ιδίων ανθρώπων στις ίδιες συνθήκες ζωής, αλλά ως φορείς των συνεχών επανεκδηλώσεων της βούλησης για κυριαρχία της «δύναμης που σκοτώνει». Με την παραλλαγή αυτήν, οι αδίστακτοι εξουσιαστές δεν νοούνται πλέον ως νιτσεϊκοί διονυσιακοί Υπεράνθρωποι-Λυτρωτές, αλλά ως ανηλεείς, καταστροφείς, θύτες, άρπαγες και ανθρωποκτόνοι. Και αυτοί συνιστούν την δική του εκδοχή του Υπεράνθρωπου. Αυτούς εξιδανικεύει, και γι’ αυτό τον προβάλλουν οι παγκοσμιοποιητές.

Με το σαθρό δε επιχείρημα ότι, «μα έτσι αρχινούν πάντα οι πολιτισμοί», ο Καζαντζάκης προβάλλει ως νομοτελειακά επιβαλλόμενες τις αενάως επαναλαμβανόμενες (εκάστοτε διαφορετικές) εφορμήσεις της βούλησης για κυριαρχία της κάστας των (εκάστοτε διαφορετικών) δικών του «εκλεχτών» Υπερανθρώπων –για τους οποίους ισχύει «το δίκαιο ανήκει στην δύναμη» και «Το “Θέλω” είναι ο Νόμος»–, εναντίον (της εκάστοτε διαφορετικής ανθρωπόμαζας) των αδυνάμων, χωρίς κανένα έλεος έναντι αυτών, και με μόνη σταθερά ότι: «οι σκλάβοι πρέπει να υπηρετούν».

Φυσική Νομοτέλεια, η Ευτυχία των Ολίγων: Το γεγονός ότι, τέτοιου είδους «πολιτισμοί» έχουν διαχρονικά αποδειχθεί «τραγικοί», ακριβώς επειδή -βασιζόμενοι σ’ αυτή τη «φυσική» ηθική- εκθέτουν τους πολλούς στην τυραννία των ολίγων, ουδόλως ενοχλεί τον θαυμαστή του Τζένγκινς Χάν. Και τούτο, διότι ο ίδιος –επιλέγοντας να αρνείται τον ενανθρωπήσαντα Θεό, ο Οποίος κατέρριψε το αναπόδραστο της φυσικής νομοτέλειας δια των θαυμάτων Του, δια του σταυρικού Του μαρτυρίου και δια της Αναστάσεώς Του- υποβάλλει στους ανυποψίαστους δυτικούς αναγνώστες του ότι: ο άνθρωπος «έπλασε ιδανικά καθαρά ανθρώπινα, πλάσματα κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσή του –τη δικαιοσύνη, την ισότητα, την ευτυχία για όλους. Αυτά δεν υπάρχουν πουθενά έξω απο την επιθυμία του ανθρώπουΗ ζούγκλα που ονομάζουμε ουρανό και γη έχει άλλους νόμους, ολότελα αντίθετους –την αδικία, την ανισότητα, την ευτυχία για λίγους, που κι αυτή περνάει και χάνεται σαν αστραπή».

Μύηση στην Αναπόδραστη Φρίκη: Με το Απόλυτο Κακό να διέπει νομοτελειακά τα πάντα και με τους καζαντζάκειους Υπερανθρώπους ως εκφραστές της βούλησής του για κυριαρχία, η φρίκη της ζωής είναι αναπόδραστη, και γι’ αυτό ο Καζαντζάκης χαρακτηρίζει ως χίμαιρα τον νιτσεϊκό Υπεράνθρωπο-Λυτρωτή. Δεν υπάρχει λύτρωση, δεν υπάρχει σωτηρία, δεν υπάρχει ελπίδα. Αυτή είναι η δική του –αντίστροφη– «καλή Αγγελία»αυτή τον γεμίζει χαρά, και αυτήν ευαγγελίζεται στα έργα του ο Καζαντζάκης, και γι’ αυτό τον προβάλλουν οι παγκοσμιοποιητές.

Ο Πατέρας του Υπερανθρώπου: Τέλος, ο Καζαντζάκης χαρακτηρίζει τον δικό του Υπεράνθρωπο, ως«ανεξάρτητο πεινασμένο οργανισμό» και ως «επικίντυνο σπόρο», διότι έχει απόλυτη επίγνωση τίνος γέννημα είναι. Λογοτεχνική δε αδεία, απευθύνεται προς τον παραφρονήσαντα Νίτσε –με κάποια συγκατάβαση, μάλιστα, μιας και εκείνος δεν αποτόλμησε να αναζητήσει την «αλήθεια» πέρα από τον Διόνυσο– για να αποκαλύψει τόσο σέ εκείνον, όσο και σε εμάς, τον πραγματικό γεννήτορα του «επικίντυνου» αυτού σπόρου: «Ω Μεγαλομάρτυρα πατέρα του Υπερανθρώπου», «τώρα μονάχα –πολύ αργά– το νοιώθεις, δεν είναι ο σπόρος δικός σου. Τον εμπιστεύθηκε στα σπλάχνα σου μια δύναμη πολύ σκληρότερη, πολύ πιο απάνθρωπη κι απο τον πιο σκληρό κι απάνθρωπο λογισμό σου. Εμείς είμαστε μονάχα οι θηλυκές καρδιές, κι ένας φοβερός αόρατος Δράκος είναι ο άντρας που σπέρνει».

Ο Θεός του Καζαντζάκη: Ο Καζαντζάκης, δηλαδή, έχει απόλυτη επίγνωση ότι: ο φοβερός αόρατος Δράκος –που εμφυτεύει στην ψυχή τής μεταφυσικής αριστοκρατίας των «εκλεχτών», την απόλυτη λατρεία της Ανηλεούς Δύναμης, οδηγώντας τους στις πιο απάνθρωπες σκέψεις και ενέργειες– έχει ταυτοποιηθεί από την Ορθόδοξη Εκκλησία ως ο «Δράκων»· ότι είναι Πνεύμα· ότι είναι προσωποποίηση και υποκινητής κάθε κακού· ότι είναι εχθρός του Τριαδικού Θεού και των ανθρώπων, και ότι είναιανθρωποκτόνος. Παρ’ όλα ταύτα, όχι μόνον δεν αποτάσσεται τον Δράκοντα αυτόν, αλλά –επιλέγοντάς τον ως την δική του μόνη «αλήθεια»– υποτάσσεται σ’ αυτόν· και εκστασιάζεται και αγαλλιά με τις ανθρωποκτόνες εφορμήσεις των δυνάμεών του κατά της ανθρωπότητας· και τον υπηρετεί πιστά, μυώντας τους ανυποψίαστους δυτικούς αναγνώστες του στο αναπόδραστο της «φρίκης» που η εξουσία του Δράκοντος αυτού επιφέρει στην ζωή τους.

Μέ αυτόν τον «θεό» καλούμεθα, άραγε, να ενωθούμε, όταν ο «νέος τραγικός πολιτισμός» των αδίστακτων εξουσιαστών της παγκοσμιοποίησης «αναπηδάει απο την Γερμανία», βυθίζοντας –για άλλη μια φορά– την Ευρώπη στο χάος, στον αλληλοσπαραγμό και στην απόγνωση;

Θύτες, Θύματα, ή Ελεύθεροι; Αν ναι, τότε καλούμεθα, είτε να συνεργήσουμε συνειδητά με τον «θεό» αυτόν, επιφέροντας την «φρίκη» του στην ζωή των άλλων· είτε να υποταχθούμε αδιαμαρτύρητα σ’ αυτόν, αποδεχόμενοι μοιρολατρικά την «φρίκη» του στην δική μας ζωή. Σύμφωνα, όμως,  με την Ορθόδοξη Πατερική Παράδοση, και οι δύο αυτές επιλογές απαιτούν να εκδιώξουμε  αυτοβούλως απο την καρδιά μας τον Προσωπικό Τριαδικό Θεό και το Μέγα Έλεός Του, και να απεμπολήσουμεαυτοβούλως από την ψυχή μας, και από την ζωή μας, το πολυτιμώτερο δώρο Του: την ελευθερία μας.

____________________________

(i).-Όλα τα πλάγια στοιχεία ανήκουν στο “ταξιδογράδημα” «Ταξιδεύοντας-Αγγλία», και ακολουθούν την ορθογραφία και την στίξη του βιβλίου-προσφοράς της εφημερίδας. Όλες οι υπογραμμίσεις και τά έντονα στοιχεία είναι δικά μας.

(ii).- Το Γίν και το Γιάνγκ συμβολίζουν, αντιστοίχως, «τον πατέρα και την μητέρα της μεταβολής και της μεταμόρφωσης, την αρχή και το τέλος της ζωής και του θανάτου και την πηγή της μυστικής κίνησης φωτός και σκότους». Συμβολίζουν, επίσης, το αδιαχώριστο αντιθετικό ζεύγος δυνάμεων, «η αντίθεση των οποίων δεν νοείται απόλυταούτε ως πάλη του καλού και του κακού, αλλά μάλλον ως διαδοχικές φάσεις της γενικής μεταβολής των όντων». Βλ. Εκπαιδευτική Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, εκδ. Εκδοτική Αθηνών, Τόμος «ΟΙ ΘΡΗΣΚΕΙΕΣ».

(iii).-«H σταθερότητα και το αμετακίνητο στην αίσθηση και επίγνωση της ένθεης λογικότητας (Logosnost) του κόσμου χαρακτηρίζει τους αγγέλους και τους αγίους. Πλήρης απουσία αυτής της αισθήσεως και της επιγνώσεως χαρακτηρίζει τους δαίμονες και τους ανθρώπους τους πωρωμένους στο κακό. Αμφιταλάντευση σ' αυτή την αίσθηση είναι ο κλήρος των ολιγόπιστων ανθρώπων. O παράδεισος συνίσταται στην σταθερή και αμετακίνητη αίσθηση και επίγνωση της ένθεης λογικότητας του κόσμου που δημιουργήθηκε από τον Θεό Λόγο. O διάβολος γι' αυτό είναι διάβολος, γι' αυτό ολοκληρωτικά και αιώνια αρνείται την λογικότητα και λογική στον κόσμο». Ιουστίνος Πόποβιτς, †Aρχιμανδρίτης, Oδός Θεογνωσίας, Eκδόσεις Γρηγόρη, Aθήνα 1985.

(iv) ορ. 10, 20 («ό,τι θυσιάζουν οι ειδωλολάτρες, τα θυσιάζουν στα δαιμόνια, και όχι στον Θεό»).

(v) νοεί τον Τζένγκινς Χάν (1154-1227), αρχηγό των Τατάρων και ιδρυτή της πρώτης μογγολικής αυτοκρατορίας, ο οποίος ισχυριζόταν ότι είχε θεία αποστολή να κατακτήσει τον κόσμο.

Δείτε και: -Νίκος Καζαντζάκης: Η συμβολή των ιδεών του στο «κοινωνικό ολοκαύτωμα» που συντελείται στην σύγχρονη Ελλάδα

 

Δάφνη Βαρβιτσιώτη, Ιστορικός

Η «διαφορετικότητα» δεν είναι χριστιανική αξία Γράφει ο zoiforos


Σχ. ΚΟ: Το παρακάτω κείμενο είναι εν μέρει τροποποιημένο. Το πρωτότυπο άρθρο είναι γραμμένο από Αμερικάνο καθηγητή, Καθολικό στο θρήσκευμα, και αντικατοπτρίζει την τραγική κατάσταση στις ΗΠΑ, όπου ακόμα και καθολικά πανεπιστήμια προωθούν την ιδεολογία της «διαφορετικότητας» (ή «ποικιλομορφίας» - "diversity" στα αγγλικά).

Αυτή αποτελεί μια πιο soft έκδοση του γνωστού νεοταξικού δόγματος του «αντιρατσισμού», το οποίο με την σειρά του επιφέρει «επιτίμια» σε όποιον αντιτάσσεται στην υποχρεωτική αποδοχή της επιβαλλόμενης «πολυπολιτισμικότητας». Ακόμα πιο soft ακούγεται ο όρος «ετερότητα» ή «διαφορετικότητα». Εδώ δεν πρόκειται βέβαια, για ....μάθημα σεβασμού στην διαφορετικότητα κάθε έθνους, λαού ή προσώπου, αλλά για σκληρή κατήχηση ισοπέδωσης (εξαφάνισης) της ταυτότητας, προς χάριν δημιουργίας ενός σύμμεικτου πλήθους χωρίς εθνική, φυλετική, πολιτιστική, θρησκευτική ιδιαιτερότητα. «Το όμορφο περιβόλι των Εθνών, θέλει να τσαλαπατήσει ο διάβολος και αυτό άλλωστε βολεύει και την Νέα Τάξη Πραγμάτων, γι’ αυτό εδώ και πάρα πολλά χρόνια προωθείται με κάθε τρόπο ο Διεθνισμός που σαν οδοστρωτήρας λιώνει κάθε εθνική ταυτότητα», αναφέρει εύστοχα ένας Ορθόδοξος ιερέας. Ήδη και σε εγχώριους θρησκευτικούς κύκλους, με πρόσχημα την καταδίκη του «ρατσισμού» και της «μισαλλοδοξίας», στέλνονται στην «πυρά» όσοι δεν σκύβουν το κεφάλι στην χρυσή εικόνα του πολυπολιτισμού και δεν κλείνουν το στόμα μπροστά στην επιβαλλόμενη μετατροπή της (μέχρι χθες) ομοιογενούς ελληνικής κοινωνίας σε ένα απρόσωπο πολυφυλετικό - πολυθρησκευτικό - πληθυσμιακό μόρφωμα. Και επειδή η σήψη έχει προχωρήσει αρκετά, μετά την «αποδοχή» (= ‘σκάσε και μη μιλάς’) του φυλετικά «Άλλου», ακολουθεί η «αποδοχή» (= ‘σκάσε και μη μιλάς’) του σεξουαλικά «Άλλου». Πρόσφατα, ένας επίσκοπος της Επισκοπικής εκκλησίας των ΗΠΑ, ξεκίνησε αγώνα να πείσει τους χριστιανούς ότι εάν μιλάνε (ή σκέφτονται) αρνητικά για την ομοφυλοφιλία διαπράττουν μέγιστη «αμαρτία»…

ΥΓ. Την ίδια ώρα στην χώρα μας, ετοιμάζεται «Διεθνές Επιστημονικό Συνέδριο» από την Ελληνική Βιβλική Εταιρία σε συνεργασία με τη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών (δείτε τους συμμετέχοντες εδώ) με θέμα «Το Διάταγμα Ανεξιθρησκίας του 313 μ.Χ. και το αίτημα του 21ου αιώνα για καταλλαγή: Ο ρόλος της Αγίας Γραφής στην ειρηνική συμβίωση των ετεροτήτων». Το πιάσατε το νόημα; Η Αγία Γραφή δεν είναι για να την μελετά και να την τηρεί ο χριστιανός, αλλά για να συμβιώνει «ειρηνικά» με την «ετερότητα» που ήρθε και κάθησε δίπλα του (ή πάνω του). Και επειδή οι κάθε είδους «ετερότητες» έχουν ήδη ανακηρυχθεί «ιερές» από τα μιντιακά ιερατεία και τις μηχανές προπαγάνδας, δεν μένει να μπει και «παπική βούλα», ώστε κάθε «ιερόσυλος» να οδηγείται εις τον τροχό (όχι της τύχης).

[Σχετικά άρθρα για διάβασμα: «Ενότητα στην ποικιλομορφία» και Έχουν «ιερό καθήκον» οι χριστιανοί να καλοδέχονται τον κάθε παράνομο μετανάστη;]

Του Wolfgang Grassl / ΚΟΚΚΙΝΟΣ ΟΥΡΑΝΟΣ

Το σλόγκαν της εποχής είναι η «διαφορετικότητα». Ή αλλιώς «ποικιλομορφία». Έχει καταντήσει να είναι η κοσμική θρησκεία της ‘Δύσης’ και ως θρησκεία εξυμνείται και εορτάζεται στον ακαδημαϊκό χώρο, κυρίως ως υποκατάστατο της αληθινής θρησκείας. Τώρα έχει αρχίσει και εισβάλει και στα θρησκευτικά πανεπιστημιακά ιδρύματα. Με το πρόσχημα της διαφορετικότητας, οι υποστηρικτές συμμετάσχουν σε μια ξέφρενη κίνηση αντικατάστασης του παραδοσιακού προγράμματος σπουδών με «έθνικ» μελέτες ή γυναικείες μελέτες ή μελέτες "φύλου". Εκεί έχουμε ομοφυλόφιλους φοιτητές και διδάσκοντες. Και εκεί καλλιεργούν την αυτο-προσδιοριζόμενη πολιτιστική τους ταυτότητα καθώς και άλλες «ταυτότητες». Μια πραγματική βιομηχανία «διαφορετικότητας» έχει προβάλει, με "μελέτες" διαφορετικότητας, σύμβουλους διαφορετικότητας, προγράμματα εγγραφής «διαφορετικών» φοιτητών, προγράμματα «ευαισθητοποίησης» για να ξεπεραστούν οι τάσεις «κατηγοριοποίησης» και οι «ομοφοβικές» τάσεις όλων των αρσενικών και πολλά άλλα τέτοια φρούτα αυτού του είδους.

Και εδώ προκύπτει ένα πρώτο πρόβλημα με την διαφορετικότητα/ποικιλομορφία ως ρυθμιστική αρχή. «Διαφορετικό» δεν μπορεί να είναι κανένα άτομο, αλλά μόνο μια συλλογικότητα. Για εύλογους λόγους, είναι αδύνατο να εντάξουν περισσότερους «διαφορετικούς» φοιτητές, γιατί κανένα άτομο δεν είναι διαφορετικό από τον εαυτό του. Βασικά στοιχεία στατιστικής μας πληροφορούν ότι μόνο η τυπική απόκλιση κάποιας μεταβλητής που περιγράφει μια ομάδα όπως μια ομάδα φοιτητών, μια πόλη ή ένα έθνος μπορεί να είναι μεγαλύτερη ή μικρότερη. Για κάθε δεδομένο πληθυσμό, η αύξηση της «διαφορετικότητας», τότε σημαίνει απλά την αντικατάσταση κάποιων μελών του υπάρχοντος πληθυσμού από άλλους με διαφορετικά χαρακτηριστικά. Η διαφοροποίηση συνεπάγεται πάντα χαμένους, δηλαδή τα μέλη εκείνα, που μέχρι εκείνη την στιγμή έχουν ορίσει τα στάνταρ του πληθυσμού. Παράγει κολακευτικές κατανομές. Σε πληθυσμούς που δεν αναπτύσσονται, είναι ένα παιχνίδι μηδενικού αθροίσματος, μια απλή αντικατάσταση των μελών της, όπως ακριβώς γίνεται και στην εθνοκάθαρση. Πρόκειται για μια τεχνητή και πολιτική κίνηση σε αντίθεση με την φυσική δικαιοσύνη και το δίκαιο.

Η ξέφρενη αναζήτηση για "διαφορετικότητα" είναι μια βαθιά αντι-χριστιανική κίνηση. Δεν βρίσκει κανένα έρεισμα στην χριστιανική ηθική και κοινωνική διδασκαλία. Δεν υπάρχει καμία αναφορά της «διαφορετικότητας» ως στόχο της χριστιανικής ζωής στην κατήχηση της Εκκλησίας ή σε κάποια εγκύκλιο για ποιμαντικά, ηθικά ή κοινωνικά ζητήματα. Η «διαφορετικότητα» δεν υποστηρίχτηκε ποτέ από τις μεγάλες μορφές της Εκκλησίας, οι οποίες αντίθετα κήρυξαν την ενότητα. Και υπάρχει ένας καλός λόγος γι’ αυτή την κραυγαλέα απουσία : Οι χριστιανοί θαυμάζουν την φυσική ποικιλομορφία της Δημιουργίας του Θεού, με τη διαφορά σε ανθρώπους, ζώα, τοπία, φυτά και γλώσσες. Θέλουν να διατηρήσουν τόσο πολύ από αυτή την ανομοιογένεια, γιατί μας εμπλουτίζει όλους. Αλλά θα αντισταθούν στην διατάραξη της τάξης που ο Θεός θέλησε για τον κόσμο. Η ανέγερση ουρανοξυστών στην έρημο Σαχάρα, η διασταύρωση των ειδών, η ανάπτυξη τεχνητών γλωσσών, το βάψιμο των μαλλιών μας σε πράσινο χρώμα (!) - όλα αυτά αυξάνουν την «πολυμορφία», αλλά με ποιο κόστος; Η τεχνητή διαφοροποίηση εξοντώνει την φυσική ποικιλομορφία της τέλειας Δημιουργίας του Θεού. Το να προσελκύονται φοιτητές μιας συγκεκριμένης φυλής από μια μακρινή μεγάλη πόλη να μετακομίσουν σε μια μικρή αγροτική πόλη (όπου κατοικεί εδώ και χρόνια ένας ομοιογενής φυλετικά πληθυσμός) ή το να καταβάλλεται κάθε δυνατή προσπάθεια για να δοθεί  προτεραιότητα στους γκέι και τις λεσβίες υποψήφιες για μια θέση στα πανεπιστήμια, δεν αποτελεί ακριβώς εξήγηση βελτίωσης του κόσμου κάτι για το οποίο οι Χριστιανοί ενδιαφέρονται.

Η καταστροφική αναζήτηση της τεχνητής διαφοροποίησης είναι μια απόφυση της μάστιγας του εικοστού αιώνα, το παντού διάχυτο δόγμα του σχετικισμού. Αν δεν υπάρχουν αλήθειες για τον άνθρωπο, τη φυσική, τη βιολογία, την κοινωνία, ή τον Θεό, αν όλα είναι θέμα άποψης, γνώμης ή ατομικής αίσθησης, τότε η αυξανόμενη «διαφορετικότητα» έχει πράγματι νόημα, καθώς σε ένα σωρό από διάφορες πέτρες είναι πιο πιθανό να βρείτε ένα ψήγμα χρυσού. Και αυτή εξακολουθεί να είναι η πολεμική κραυγή των περισσότερων προπαγανδιστών της πολυμορφίας : η «διαφορετικότητα» υποτίθεται ότι εμπλουτίζει μια ομάδα όπως ακριβώς η αποδοχή περισσότερων απόψεων μας δίνει μια μεγαλύτερη πιθανότητα «να βρούμε την αλήθεια». Αλλά έχουν δίκιο; Σφάλουν, φυσικά, στην παραδοχή ότι η αλήθεια στην επιστήμη ή η αλήθεια για τη ζωή προκύπτει κάπως τυχαία, εάν είναι πρόθυμοι βέβαια, να παραδεχτούν ότι υπάρχει πιθανότητα να υπάρχει Αλήθεια τελικά. Η θέση της Εκκλησίας είναι ότι όχι μόνο πρέπει να ψάξουμε για την αλήθεια, αλλά ήδη γνωρίζουμε πού θα την βρούμε : στον Ιησού Χριστό, που ο Ίδιος είναι η Αλήθεια («Εγώ είμαι η οδός, η αλήθεια και η ζωή» - Ιωάννης 14:6).

Έτσι, η αναζήτηση της διαφορετικότητας είναι πραγματικά ένα πολιτικό στρατήγημα για να επιβληθεί μια αντι-χριστιανική ατζέντα. Του Μάο Τσε Τουνγκ το σύνθημα από το 1956, «Ας ανθήσουν εκατό λουλούδια και ας υποστηριχθούν εκατό σχολές σκέψης» διαμορφώθηκε στην αρχή μιας από τις πιο βίαιες καταστολές της ανθρώπινης ελευθερίας που έχει δει ο κόσμος. Δεν πέρασε ένας χρόνος από την φράση αυτή και εκατομμύρια Κινέζοι στάλθηκαν σε στρατόπεδα εργασίας. Εκείνοι που προωθούν τον Ολοκληρωτισμό ζητούν την τεχνητή ποικιλία για να αποκτήσουν την εξορθολογισμένη σκέψη και συμπεριφορά της επιλογής τους, γιατί η πρόθεσή τους δεν είναι να προωθηθεί η μεγαλύτερη ποικιλία, αλλά μάλλον η υπεροχή μιας ευνοούμενης ομάδας ή ιδεολογίας. Το ίδιο συμβαίνει σήμερα στην πολυπολιτιστική ‘Δύση’ που μας βάζουν κανόνες για το πώς πρέπει να μιλάμε, μας αστυνομεύουν την σκέψη και τιμωρούν αυτούς που δεν υποστηρίζουν την πολιτικώς ορθή εκστρατεία υπέρ της ποικιλομορφίας.

Οι κατηγορίες της ποικιλομορφίας μπορεί να αλλάξουν, αλλά ανεξάρτητα από ποια είναι η τρέχουσα ‘trendy’ πολυμορφία - αυτή τη στιγμή είναι η ομοφυλοφιλία - δεν υπάρχει κάποιο έρεισμα στη χριστιανική σκέψη, ιδιαιτέρως δε καθώς η Εκκλησία είναι ‘καθολική’ και αγκαλιάζει όλους τους λαούς («Καθολική μεν ουν καλείται η Εκκλησία, διότι καθ᾽ όλου του κόσμου διακεχυμένη υπάρχει..., διά το κατά πάσης είναι της οικουμένης από περάτων γης έως περάτων...» - Άγιος Κύριλλος Ιεροσολύμων). Οι χριστιανοί μπορούν να ισχυριστούν ότι θέλουν μεγαλύτερη ποικιλομορφία από ό, τι θέλει ακόμη και ο πιο φανατικός της ποικιλομορφίας! Αγαπάνε την ποικιλομορφία, γιατί βλέπουν το κάθε ανθρώπινο ον, ανεξάρτητα από τη φυλή, την τάξη, το φύλο, ή την εθνικότητα ως θεόπνευστο άτομο: «ουκ ένι Ιουδαίος ουδέ Έλλην ουκ ένι δούλος ουδέ ελεύθερος ουκ ένι άρσεν και θήλυ· πάντες γαρ υμείς εις έστε εν Χριστώ Ιησού» (Γαλ. 3:28). Η ποικιλομορφία που η επιφανειακή κουλτούρα μας καλλιεργεί είναι η ποικιλομορφία μόνο των ομάδων, την κατηγορία των οποίων επιλέγει κάποιος επικυρίαρχος στοχαστής. Οι χριστιανοί, από την άλλη πλευρά, σέβονται την προσωπικότητα όλων των προσώπων που, χωρίς εξαίρεση, δημιουργήθηκαν κατ’ εικόνα του Θεού και ως εκ τούτου είναι ιερά ως πρόσωπα. Παρ’ όλα αυτά, ο σχετικισμός (μερικές φορές μεταμφιεσμένος σαν ‘πολυφωνία’ ή κάτι παρεμφερές) και η ποικιλομορφία της ομάδας είναι τώρα το ‘μότο’ ακόμα και χριστιανικών πανεπιστημίων, όπως ακριβώς και κρατικών, μερικά δε τέτοια χριστιανικά πανεπιστήμια προσπαθούν ενεργά να προσελκύσουν περισσότερους ομοφυλόφιλους φοιτητές, καθηγητές και προσωπικό, δίνοντάς τους δημόσια φόρουμ, ενώ πλανάται ακόμα και το φάντασμα της θεωρίας περί «κατασκευασμένης ταυτότητας φύλου»! Από την άλλη πλευρά, αδιαφορούν για τον ευαγγελισμό, την ιεραποστολή, τα έργα δηλαδή που είναι διαχρονικό καθήκον της Εκκλησία.

Και αυτή είναι η πιο θλιβερή πτυχή αυτής της περιττής και καταστροφικής ιδεολογίας. Οι τελάληδες της δεν αποκαλύπτουν την χαρά της θαυμαστής πολυμορφίας στην Δημιουργία του Θεού, αλλά μια επίμονη αποφασιστικότητα να κάνουν τον κόσμο να είναι σύμφωνος με ένα πρότυπο που αυτοί, οι λίγοι «φωτισμένοι» και «σωστοί», έχουν σκεφτεί . Η διαφορετικότητα στη συνέχεια μετατρέπεται σε μια μαχητική και καθαρά κοσμική θρησκεία. Είναι αυτό το «εφηβικό πνεύμα του προοδευτισμού», που προκλητικά δείχνει ότι έχει πάντα δίκιο, όταν βρίσκεται κάποιος αντιμέτωπος με οποιαδήποτε απόφαση στο να προχωρήσει μπροστά ή να παραμένει πιστός στις δικές του παραδόσεις. Σήμερα, το πνεύμα της κοσμικότητας μας οδηγεί στον προοδευτισμό, σε αυτή την ομοιομορφία της σκέψης. Η διαπραγμάτευση της ταυτότητας ενός ατόμου, είναι ξεκάθαρα αδύνατη, διότι αποτελεί ένα δώρο από τον Θεό, μια χάρη που πρέπει να αναγνωριστεί και να ενδυναμωθεί, την οποία βέβαια, μπορεί κάποιος να απορρίψει ή να αλλάξει, θέτοντας όμως σε κίνδυνο τον εαυτό του.

Όχι, αυτή η ποικιλομορφία δεν είναι σε καμία περίπτωση μια χριστιανική αξία. Το δώρο που έχουμε λάβει δεν πρέπει να το στρεβλώσουμε τεχνητά, προκειμένου να ακολουθήσει το τραγούδι της σειρήνας που σκοπεύει να ιδρύσει μια ομοιομορφία που επιβάλλεται από τις αντιπάλους της πίστης μας και της ηθικής μας.

Πηγή: http://www.crisismagazine.com/2013/diversity-is-not-a-catholic-value

Από: http://redskywarning.blogspot.gr/2013/12/blog-post_6.html

 

Και από: http://paspartoy.blogspot.gr/2014/01/blog-post_314.html