Τρίτη 18 Ιουλίου 2017

Ιερομόναχος Δωρόθεος Κουτλουμουσιανοσκητιώτης (1873 – 16 Ιουλίου 1966)


Ο κατά κόσμον Δημήτριος Τσιρώνης γεννήθηκε στη Δίβρη Ηλείας το 1873. Δεκαπεντάχρονος κρυφά ήλθε να μονάσει στο Άγιον Όρος. Κατευθύνθηκε στην Καλύβη του Αγίου Σάββα του Ηγιασμένου της Κουτλουμουσιανής σκήτης του Αγίου Παντελεήμονος. Οι Γέροντες, λόγω της απαγορεύσεως των αγενείων στο Άγιον Όρος, και επειδή ήταν μικρός, τον φύλαγαν μέσα στην Καλύβη και κρεμούσαν σκεπάσματα στην απλωταριά, για να μη φαίνεται. Εκάρη μοναχός, το 1894, με τ’ όνομα Δωρόθεος. Χειροτονήθηκε διάκονος το 1898 και πρεσβύτερος το 1904.
Αργότερα απόκτησε δύο υποτακτικούς, τον ιερομόναχο Αντώνιο και τον μοναχό Σάββα. Τον δεύτερο τον πρόλαβα λίγο στη σκήτη, όταν ήλθα το 1985. Κατόπιν πήγε στη μονή Εσφιγμένου όπου και εκοιμήθη. Σε νεαρή ηλικία ψηφίσθηκε ηγούμενος ο Γέροντας Δωρόθεος στη μονή Εσφιγμένου, αλλά δεν θέλησε ν’ αναλάβει. Στη συνέχεια κατοίκησε, το 1934, στο Κουτλουμουσιανό Κελλί του Τιμίου Προδρόμου στις Καρυές. Διετέλεσε επί δεκαετία εφημέριος και τυπικάρης του ναού του Πρωτάτου. Άφησε φήμη εξαίρετου τυπικάρη. Ήταν επίσης σπουδαίος Πνευματικός. Στο πετραχήλι του εξομολογήθηκε ο αρχιεπίσκοπος Κύπρου Λεόντιος († 1947), όταν επισκέφθηκε το Άγιον Όρος.

Για λόγους υγείας και λόγω διαφόρων πειρασμών αναγκάσθηκε ν’ αφήσει το αγαπητό του Άγιον Όρος, περί το 1944. Στην αρχή εγκαταβίωσε στην Αγία Μονή της Άνδρου, ως Πνευματικός της εκεί γυναικείας αδελφότητος. Λόγω όμως των εκεί διχοστασιών, για το ημερολογιακό ζήτημα, αποσύρθηκε. Το 1952 μετέβη στην ιερά μονή Αγίου Ιωάννου Θεολόγου Παπάγου Αθηνών, όπου παρέμεινε έως τέλους Πνευματικός της αδελφότητος αλλά και πλήθους κόσμου. Λειτουργούσε τακτικότατα με κατάνυξη και ευλάβεια και αν δεν έβλεπε, λέγουν, σημείο στο άγιο ποτήριο, δεν μετελάμβανε. Κοινωνούσε με δάκρυα, με χαρά, με φωτεινό πρόσωπο. Η γλυκιά του λαλιά και η ηρεμία του μετέδιδε στο εκκλησίασμα ειρήνη. Τον λίγο ελεύθερο χρόνο του τον αφιέρωνε στη φίλη προσευχή.

Κυριακή 9 Ιουλίου 2017

Η ΠΑΝΤΟΔΥΝΑΜΙΑ ΤΗΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ


Μόνο στὴν ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ ἐξηγοῦνται ὅλα τὰ θαύματά Του, ὅλες οἱ ἀλήθειές Του, ὅλα τὰ λόγια Του, ὅλα τὰ γεγονότα τῆς Καινῆς Διαθήκης.
Μέχρι τὴν ἀνάστασή Του ὁ Κύριος δίδασκε γιὰ τὴν αἰώνια ζωή, ἀλλὰ μὲ τὴν ἀνάστασή Του ἔδειξε ὅτι ὁ Ἴδιος ὄντως εἶναι ἡ αἰώνια ζωή. Μέχρι τὴν ἀνάστασή Του δίδασκε γιὰ τὴν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν, ἀλλὰ μὲ τὴν ἀνάστασή Του ἔδειξε ὅτι ὁ Ἴδιος εἶναι πράγματι ἡ ἀνάσταση τῶν νεκρῶν.Μέχρι τὴν ἀνάστασή Του δίδασκε ὅτι ἡ πίστη σ’ Αὐτὸν μεταφέρει ἐκ τοῦ θανάτου εἰς τὴν ζωήν, ἀλλὰ μὲ τὴν ἀνάστασή Του ἔδειξε ὅτι ὁ Ἴδιος νίκησε τὸ θάνατο καὶ ἔτσι ἐξασφάλισε στοὺς θανατωμένους ἀνθρώπους τὴ μετάβαση ἐκ τοῦ θανάτου στὴν ἀνάσταση.
Μὲ τὴν ἁμαρτία ὁ ἄνθρωπος ἔγινε θνητὸς καὶ πεπερασμένος· μὲ τὴν ἀνάσταση τοῦ Θεανθρώπου γίνεται ἀθάνατος καὶ αἰώνιος. Σ’ αὐτὸ δὲ ἀκριβῶς ἔγκειται ἡ δύναμη καὶ τὸ κράτος καὶ ἡ παντοδυναμία τῆς τοῦ Χριστοῦ ἀναστάσεως. Καὶ γιὰ αὐτὸ χωρὶς τὴν ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ δὲν θὰ ὑπῆρχε κἄν ὁ Χριστιανισμός. Μεταξὺ τῶν θαυμάτων ἡ ἀνάσταση τοῦ Κυρίου εἶναι τὸ μεγαλύτερο θαῦμα. Ὅλα τὰ ἄλλα θαύματα πηγάζουν ἀπὸ αὐτὸ καὶ συνοψίζονται σ’ αὐτό. Ἀπ’ αὐτὸ πηγάζουν ἡ πίστη καὶ ἡ ἀγάπη καὶ ἡ ἐλπίδα καὶ ἡ προσευχὴ καὶ ἡ θεοσέβεια. Αὐτὸ εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖο καμία ἄλλη θρησκεία δὲν ἔχει· αὐτὸ εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖο ἀνυψώνει τὸν Κύριο ὑπεράνω ὅλων τῶν ἀνθρώπων καὶ τῶν θεῶν. Αὐτὸ εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖο κατὰ τρόπο μοναδικὸ καὶ ἀναμφισβήτητο δείχνει καὶ ἀποδεικνύει ὅτι ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς εἶναι ὁ μόνος ἀληθινὸς Θεὸς καὶ Κύριος σὲ ὅλους τοὺς ὁρατοὺς καὶ ἀόρατους κόσμους.
Τὸ ὅτι ὁ ἄνθρωπος πιστεύει ἀληθινὰ στὸν Ἀναστάντα Κύριο τὸ ἀποδεικνύει μὲ τὸ νὰ ἀγωνίζεται κατὰ τῆς ἁμαρτίας καὶ τῶν παθῶν καὶ ἐὰν μὲν ἀγωνίζεται, πρέπει νὰ γνωρίζει ὅτι ἀγωνίζεται γιὰ τὴν ἀθανασία καὶ τὴν αἰώνια ζωή. Ἐὰν ὅμως δὲν ἀγωνίζεται, τότε μάταιη ἡ πίστη του! Διότι, ἐὰν ἡ πίστη τοῦ ἀνθρώπου δὲν εἶναι ἀγώνας γιὰ τὴν ἀθανασία καὶ τὴν αἰωνιότητα, τότε τί εἶναι; Ἐὰν μὲ τὴν πίστη στὸ Χριστὸ δὲν φθάνει κανεὶς στὴν ἀθανασία καὶ τὴν ἐπὶ τοῦ θανάτου νίκη, τότε πρὸς τί ἡ πίστη μας; Ἐὰν ὁ Χριστὸς δὲν ἀναστήθηκε, τοῦτο σημαίνει ὅτι ἡ ἁμαρτία καὶ ὁ θάνατος δὲν ἔχουν νικηθεῖ. Ἐὰν δὲ δὲν ἔχουν αὐτὰ τὰ δύο νικηθεῖ, τότε γιατί νὰ πιστεύει κανεὶς στὸ Χριστό; Ἐκεῖνος ὅμως ὁ ὁποῖος μὲ τὴν πίστη στὸν Ἀναστάντα Χριστὸ ἀγωνίζεται ἐναντίον κάθε ἁμαρτίας του, αὐτὸς ἐνισχύει σιγὰ-σιγὰ μέσα του τὴν αἴσθηση ὅτι ὁ Κύριος πραγματικὰ ἀναστήθηκε, ἄμβλυνε τὸ κέντρο τοῦ θανάτου, νίκησε τὸ θάνατο σὲ ὅλα τὰ μέτωπα τῆς μάχης.
Χωρὶς τὴν ἀνάσταση δὲν ὑπάρχει οὔτε στὸν οὐρανὸ οὔτε κάτω ἀπὸ τὸν οὐρανὸ τίποτε πιὸ παράλογο ἀπὸ τὸν κόσμο αὐτὸ οὔτε μεγαλύτερη ἀπελπισία ἀπὸ τὴ ζωὴ αὐτή, δίχως ἀθανασία. Σ’ ὅλους τοὺς κόσμους δὲν ὑπάρχει περισσότερο δυστυχισμένη ὕπαρξη ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο, ποὺ δὲν πιστεύει στὴν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν. Γι’ αὐτό, γιὰ τὴν ἀνθρώπινη ὕπαρξη, ὁ Ἀναστημένος Κύριος εἶναι τὰ «πάντα ἐν πᾶσιν» σ’ ὅλους τοὺς κόσμους: ὅ,τι τὸ Ὡραῖο, τὸ Καλό, τὸ Ἀληθινό, τὸ Προσφιλές, τὸ Χαρμόσυνο, τὸ Θεῖο, τὸ Σοφό, τὸ Αἰώνιο. Αὐτὸς εἶναι ὅλη ἡ Ἀγάπη μας, ὅλη ἡ Ἀλήθειά μας, ὅλη ἡ Χαρά μας, ὅλο τὸ Ἀγαθό μας, ὅλη ἡ Ζωή μας, ἡ Αἰωνία Ζωὴ σὲ ὅλες τὶς αἰωνιότητες καὶ ἀπεραντοσύνες.

Παρασκευή 7 Ιουλίου 2017

Ο Θεός και η απελπισία μας Μητροπολίτης Σουρόζ Αντώνιος Bloom (†)


Ο Θεός μας βοηθάει και όταν δεν υπάρχει κανένας άλλος να μας βοηθήσει, είναι παρών στην μεγαλύτερη μας ένταση, στο σημείο που λυγίζουμε, στο κέντρο της θύελλας. Θα πρέπει να προετοιμαζόμαστε να περάσουμε μέσα από την απελπισία και όχι να την αποφεύγουμε. Ακόμα να είμαστε έτοιμοι για την περίοδο εκείνη που ο Θεός δεν μας αποκαλύπτεται, και να μην προσπαθήσουμε να Τον αντικαταστήσουμε με κάποιον ψεύτικο.
Storm_

Η υπόστασις του ανθρώπου μετά θάνατον δεν καταργείται π. Μάρκελλος Καρακαλληνός


Ο άνθρωπος από την δημιουργίαν του αποτελεί μία ιδιαιτέρα προσωπικότητα, η οποία δεν καταργείται με τον θάνατον. Ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός λέγει ότι η ένωσις της ψυχής και του σώματος γίνεται από την αρχήν της πλάσεως. «Έχει πλασθή συγχρόνως το σώμα και η ψυχή». Αυτή η υπόστασις του ανθρώπου δεν διασπάται ούτε και με τον θάνατον. Έστω και αν χωρίζεται η ψυχή από το σώμα με τον θάνατον, εν τούτοις η υπόστασις παραμένει η ιδία.
αποκαθηλωση-1
Κάθε άνθρωπος αποτελεί μία μοναδικήν και ανεπανάληπτον προσωπικότητα. Αυτή η ιδιαιτέρα ατομικότης, αυτό το ιδιαίτερον πρόσωπον ουδέποτε παύει να υπάρχη. Δια τούτο ο Κύριος εις την παραβολήν του Πλουσίου και του Λαζάρου λέγει ότι ο Πλούσιος είδε τον Λάζαρον εις τους κόλπους του Αβραάμ και όχι απλώς την ψυχήν του Λαζάρου.
Ο σκοπός της Θείας ενανθρωπήσεως είναι να οδηγηθή ο εκπεσών άνθρωπος εις την κληρονομίαν της Βασιλείας των ουρανών. Δια τούτο κηρύττεται από όλους τους Πατέρας, ότι ο σκοπός της σαρκώσεως του Θεού Λόγου είναι η θέωσις της ανθρωπίνης φύσεως.
Όταν όμως λέγωμεν θέωσιν της ανθρωπίνης φύσεως, δεχόμεθα μεν, ότι οι δίκαιοι γίνονται κοινωνοί της Θείας φύσεως, πάντοτε όμως υπό την προϋπόθεσιν, ότι η ανθρωπίνη φύσις δεν εκμηδενίζεται, αλλά κατά τα πεπερασμένα μέτρα αυτής μετέχει της θείας δόξης του απροσίτου Θεού.
Με άλλα λόγια η ατομικότης κάθε ανθρώπου διατηρείται, εξυψώνεται διά της αναστάσεως και προσεγγίζει προς την Θείαν δόξαν, παραμένει όμως πεπερασμένη.
Και όλα αυτά εξαρτώνται από την ενανθρώπησιν του Θεού Λόγου. Ο Ιησούς Χριστός, το δεύτερον πρόσωπον της Αγίας Τριάδος, προσέλαβε την ανθρωπίνην φύσιν και ηνώθη μετ’ αυτής εις ένα Πρόσωπον και εις μίαν υπόστασιν. Και αι δύο φύσεις παρέμειναν ασύμφυρτοι. Και η σάρκα θεωθείσα δεν έχασε την οικείαν αυτής φύσιν. Αυτός είναι ο Θεάνθρωπος Ιησούς, τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος. Επάνω εις το δόγμα των δύο φύσεων και της μιας υποστάσεως του Χριστού έγιναν όλοι οι αγώνες με τους μονοφυσίτας.
Οι δίκαιοι, χάριτι και όχι ουσία μετέχουν της Θείας δόξης και κοινωνίας, αλλά δεν παύει έκαστος να διατηρή την ιδίαν αυτού προσωπικότητα. Εδώ όμως κρύπτεται το μεγαλείον και η άπειρος Θεία σοφία και φιλανθρωπία.
Ο Λόγος ως άπειρος Θεός είναι «φως οικών απρόσιτον» (Α’Τιμ. στ’ 16), και ουδείς δύναται να προσεγγίση προς την θείαν Αυτού λαμπρότητα, όμως προς την θείαν αυτού ανθρωπίνην φύσιν ενούμεθα όλοι οι σεσωσμένοι Χριστιανοί, συναποτελούντες το σώμα αυτού «το πλήρωμα του τα πάντα εν πάσι πληρουμένου» (Εφ. α’ 23). Εφ’ όσον ο Χριστός είναι η Κεφαλή της Εκκλησίας και εμείς τα μέλη, τότε το σώμα γίνεται τέλειον, όταν όλοι είμεθα ενωμένοι με τον Χριστόν. Η Εκκλησία είναι το σώμα Του, το συμπλήρωμα του Χριστού ως ανθρώπου.
Είναι αρκετά αυτά έως εδώ διά να μας αποδείξουν ότι ο ενανθρωπήσας Θεός Λόγος είναι η αιτία που ο άνθρωπος διατηρεί την προσωπικότητα αυτού και μετά θάνατον. Αυτό θα γίνη περισσότερον κατανοητόν από την διδασκαλίαν των Αγίων Πατέρων.

Ο κάθε άνθρωπος διατηρεί τη δική του φύση και υπόσταση και μετά θάνατον π. Μάρκελλος Καρακαλληνός



Αυτήν την αδιάλυτον υπόστασιν της ψυχής και του σώματος μας περιγράφει ο Θεολόγος Γρηγόριος εις τον επιτάφιον λόγον προς Καισάριον τον αδελφόν του: «περιμένω την φωνήν του Αρχαγγέλου, την εσχάτην σάλπιγγα, τον μετασχηματισμόν του ουρανού, την μεταβολήν της γης, την απελευθέρωσιν των στοιχείων, την ανανέωσιν του κόσμου. Τότε θα αντικρύσω τον ίδιον τον Καισάριον, χωρίς να αποθνήσκη πια, χωρίς να τον πηγαίνωμεν εις τον τάφον, χωρίς να τον πενθούμε, χωρίς να τον λυπούμεθα. Θα είναι λαμπρός, ένδοξος, υψηλός…».
epitafios_thrinos
Την άποψιν ότι ο χωρισμός της ψυχής από του σώματος δεν καταργεί την υπόστασιν του ανθρώπου, δέχεται και ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης. Εις τον διάλογον με την αδελφήν του Μακρίνα χρησιμοποιεί δύο ωραιότατα παραδείγματα και με μια απίθανη παραστατικότητα αποδεικνύει ότι η ψυχή πάντοτε αναγνωρίζει το ιδικόν της σώμα, όπως όταν ήτο συνηνωμένον μετά του όλου σώματος και μετά την διάλυσιν αυτού.
Χρησιμοποιεί ένα παράδειγμα από την ζωγραφικήν. Ο ζωγράφος διά να ζωγραφίση ένα αντικείμενον αναμειγνύει τα διάφορα χρώματα μεταξύ τους, αλλά και μπορεί να διακρίνη την ανάμειξιν που έκανε.
Χρησιμοποιεί και δεύτερον παράδειγμα από την κεραμικήν τέχνην και αποδεικνύει πάλι, ότι η ψυχή δεν δυσκολεύεται να διακρίνη το ιδικόν της σώμα, όταν αυτό ευρίσκεται ανακατεμένο με άλλα ξένα στοιχεία.
Τα διάφορα κεραμικά αντικείμενα πλάθονται από τον ίδιο πηλό. Ο κεραμεύς κατασκευάζει διάφορα αντικείμενα τα οποία δεν έχουν το ίδιον σχήμα, ούτε την ιδίαν χρησιμότητα. Άλλο είναι πιθάρι, άλλο αμφορεύς, άλλο πινάκιον ή κάτι άλλο. Όλα αυτά τα αντικείμενα έχουν την ιδιομορφίαν τους και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά γνωρίσματα, από τα οποία αναγνωρίζονται από τους κατόχους τους.
Αν πάλι συντριβούν και ανακατευθούν και πάλιν αναγνωρίζονται, ποιο τμήμα ανήκει εις τον αμφορέα, ή εις το πιθάρι, ή εις το ποτήριον. Και εάν τέλος τα συντριβέντα αντικείμενα αναμειχθούν με τον ακατέργαστον πηλόν, τότε η διάγνωσις των κατειργασμένων γίνεται βεβαιοτέρα από τον κάτοχον.
Από τα ανωτέρω κατανοούμε πολύ καθαρά, ότι ο θάνατος, δηλαδή ο χωρισμός της ψυχής από το σώμα, δεν καταργεί την υπόστασιν του ανθρώπου. Ο άνθρωπος παραμένει ο ίδιος.
Ο χωρισμός της ψυχής από του σώματος είναι προσωρινός και διαρκεί όσον καιρόν θα ευρίσκωνται εις αυτό που ονομάζομε, μέση κατάστασις των ψυχών. Κατά την Δευτέραν Παρουσίαν του Χριστού θα γίνη η ένωσις ψυχής και σώματος. Θα αναστηθούμε με νέον άφθαρτον σώμα, όπως μας διδάσκη ο Απόστολος Παύλος. Ο Κύριος «θα μετασχηματίση το σώμα της ταπεινώσεως ημών εις το γενέσθαι αυτό σύμμορφον τω σώματι της δόξης αυτού» (Φιλιπ. γ’ 21).
Και ο άγιος Μακάριος ο Αιγύπτιος με πολλήν σαφήνειαν δηλώνει το αδιάλυτον της ανθρωπίνης φύσεως: «Κατά την Ανάστασιν όλα τα μέλη ανασταίνονται και ούτε μία τρίχα δεν χάνεται, όπως έχει γραφή. «Και ούτε τρίχα από την κεφαλήν σας δεν θα χαθή» (Λουκ. κα’, 18). Και όλα γίνονται φωτοειδή, όλα βυθίζονται εις το φως και εις την φωτιά και μεταβάλλονται, και όχι, όπως λένε μερικοί, ότι διαλύεται και γίνεται φωτιά και δεν υπάρχει η φύσις τους. Διότι ο Πέτρος είναι ο Πέτρος και ο Παύλος ο Παύλος και ο Φίλιππος ο Φίλιππος. Ο καθένας παραμένει εις την ιδικήν του φύσιν και υπόστασιν, γεμάτος από το Άγιον Πνεύμα».

(+π. Μαρκέλλου Καρακαλληνού, Η φύση του σώματος μετά την Ανάστασιν, Ι. Μ. Καρακάλλου, σ. 20-24)

Συνήθεια, αιχμαλωσία, απελπισία: οι χειρότερες μορφές της αμαρτίας Γέροντας Κλεόπας Ηλίε



Γι’ αυτό λέει ο Ευαγγελιστής Ιωάννης: «Όποιος όμως αμαρτάνει κατάγεται από το διάβολο, γιατί ο διάβολος συνδέεται με την αμαρτία εξ αρχής»(Α’ Ιωάν. 3,8), και άρα δείχνει με την υποταγή του στην αμαρτία ότι είναι του διαβόλου. Για την δικαία κατάσταση της θλίψεως και τιμωρίας ενός τέτοιου ανθρώπου, η Αγία Γραφή, αναφερόμενη σ’ αυτή τη φάση λέει: «Όποιος κάνει την αμαρτία είναι δούλος της» (Ιωάν. 8,34).
skotadi
Η ενδέκατη βαθμίδα της αμαρτίας είναι η απελπισία, η οποία είναι και η χειρότερη από όλες, διότι οδηγεί τον άνθρωπο στον παρόντα και αιώνιο θάνατο. Όταν ο διάβολος υποδουλώσει τον άνθρωπο με την αμαρτία μέχρι του βαθμού της συνήθειας, τότε του λέει στο αυτί: «Βλέπεις, ότι συνήθισες πλέον αυτή την αμαρτία, από την οποία δεν μπορείς να λυτρωθείς, διότι θέλοντας και μη την επιτελείς; Οπότε, μη σκέπτεσαι να μετανοήσεις και επιστρέψεις στον Θεό, διότι από εδώ και στο εξής δεν μπορείς να απαλλαγείς απ’ αυτήν, την οποία αγάπησες από την παιδική ή νεανική σου ηλικία ή επί τόσα χρόνια». Συνεπώς συμβουλεύει τον άνθρωπο να αμαρτάνει πάντοτε, λέγοντάς του: «Έτσι και αλλιώς μέχρι τώρα όλα τα έχασες, γι’ αυτό όσο βρίσκεσαι στη ζωή αυτή, κοίταξε να απολαύσεις την αμαρτία, την οποία συνήθισες και από την οποία, όπως βλέπεις, δεν μπορείς να σωθείς».
Έτσι λοιπόν, με τη ρομφαία της απελπισίας τον αποκόπτει από την ελπίδα της σωτηρίας της ψυχής του. Και εάν είναι ο άνθρωπος μορφωμένος, τον διδάσκει ο πονηρός να αναβάλλει την επιστροφή του στον Θεό και την εγκατάλειψη της αμαρτίας, λέγοντάς του: «Μην αφήνεις την αμαρτία τώρα, διότι έχεις ακόμη καιρό». Αλλά και αυτή η συμβουλή του διαβόλου αποσκοπεί να στερεώσει τον άνθρωπο, όσο γίνεται περισσότερο, στην θανατηφόρο συνήθεια της αμαρτίας, επειδή γνωρίζει ο πονηρός εχθρός μας, ότι αυτοί που δεν εγκαταλείπουν σήμερα την αμαρτία, αργότερα είναι ακόμη δυσκολότερο να την εγκαταλείψουν. Όπως λένε και οι Άγιοι Πατέρες, η αμαρτία μοιάζει με ένα καρφί που το καρφώνει κάποιος σε ένα σκληρό ξύλο. Εάν το κτύπησε ελαφρά, μπορεί εύκολα να το βγάλει, ενώ εάν το κτύπησε δυνατά, με πολλή δυσκολία θα μπορέσει να το βγάλει. Συνεπώς, κανείς ας μην εξαπατάται διότι, εάν δεν εγκαταλείψει σήμερα την αμαρτία στην οποία αιχμαλωτίζεται, αργότερα δεν θα μπορέσει να την αποβάλει. Όσο παλιώνει η αμαρτία μέσα μας, τόσο δυσκολότερα στο μέλλον μπορούμε να την εκριζώσουμε. Και όσο περισσότερες φορές κάνει ο άνθρωπος την αμαρτία, τόσο και ο διάβολος τον πολεμά με αυτήν για να τον ρίξει στην απελπισία, από την οποία δεν μπορεί πλέον να επιστρέψει στον Θεό.
Εάν δεν προλάβει να εξομολογηθεί στον Πνευματικό, οδηγείται κατ’ ευθείαν, χωρίς χρονοτριβή στην δωδέκατη βαθμίδα της αμαρτίας που είναι η αυτοκτονία, ο φοβερότερος σωματικός και πνευματικός θάνατος, όπως του προδότη Ιούδα. Αφού έκανε την προδοσία του Σωτήρα μας ο Ιούδας, αντί να επιστρέψει με βαθειά μετάνοια και να κλάψει με στεναγμούς, όπως ο Απ. Πέτρος, απελπίστηκε τελείως, έριξε τα αργύρια στον ναό και κρεμάσθηκε.
Ας μη ξεχνάμε ότι οι χειρότερες μορφές της αμαρτίας που θέλουν μεγάλη προσοχή είναι τρεις: Η συνήθεια της αμαρτίας, η αιχμαλωσία και η απελπισία, η οποία πλησιάζει τα όρια της τελείας εγκαταλείψεως και από όπου ο άνθρωπος πέφτει στα βάθη της κολάσεως με την αυτοκτονία, πέραν από την οποία δεν υπάρχει σωτηρία. Είθε όλοι μας να λυτρωθούμε από τέτοιες δυσάρεστες καταστάσεις με το έλεος του Πανάγαθου Θεού και Σωτήρα μας Χριστού, με τις πρεσβείες της Μητέρας του Αειπαρθένου Μαρίας και πάντων των Αγίων Του. Αμήν.

(Ιερομονάχου Κλεόπα Ηλίε, Πνευματικοί Λόγοι, εκδ. Ορθόδοξος Κυψέλη, σ. 121-127)

Η αξία της ανθρώπινης ζωής Μίνα Μπουλέκου, Συγγραφέας-Ποιήτρια


«Ερχόμαστε από μια σκοτεινή άβυσσο, καταλήγουμε σε μια σκοτεινή άβυσσο, το μεταξύ τους φωτεινό διάστημα το λέμε Ζωή» λέει ο μεγάλος μας Νίκος Καζαντζάκης στο έργο του «Ασκητική».
Η αξίας της ζωής μας, είναι μοναδική και ανεπανάληπτη και δεν δύναται να μετρηθεί. Από την ώρα που γεννιόμαστε, μέχρι την ώρα που θα φύγουμε, αποτελεί ένα ατέλειωτο ταξίδι αναζήτησης με διαφορετικό προορισμό. Ο κάθε ένας από εμάς, έχει να εκπληρώσει το δικό του επίγειο έργο και την δική του αποστολή. Η διαδρομή της, είναι σχεδόν πάντα άγνωστη, άλλοτε συναρπαστική και άλλοτε οδυνηρή.
– Αλήθεια ποια είναι η αξία και το νόημά της;
– Ποιος είναι ο σκοπός και ποιος ο προορισμός της ανθρώπινης ύπαρξης;
aksia
Έχει μελετηθεί από πολλούς στοχαστές της ανθρωπότητας, μέσα από διάφορα θεολογικά, φιλοσοφικά και λογοτεχνικά ρεύματα που απασχόλησαν την ανθρώπινη ιστορία και την εξέλιξη του είδους μας.
Η παρουσία μας εδώ στη γη, αποτελεί ένα μικρό μέρος ενός μεγαλύτερου σχεδίου του Θεού για την αιώνια ζωή μας. Όταν βρούμε τον αληθινό προορισμό της ψυχής μας, εκπληρώνουμε την πορεία του πεπρωμένου μας, μέσα από τις ατέλειωτες δοκιμασίες που καλούμαστε να αντιμετωπίσουμε στον καθημερινό μας αγώνα, μαθαίνουμε να είμαστε πιο δυνατοί, μαθαίνουμε να επιβιώνουμε, μαθαίνουμε να είμαστε καλύτεροι άνθρωποι. Άλλωστε ο σκοπός είναι να φτάσουμε σε ένα ανώτερο επίπεδο τελειότητας.
Η ζωή είναι το μεγαλύτερο δώρο που χάρισε ο Θεός στον άνθρωπο, δημιουργώντας τον κατ’ εικόνα και κατ’ ομοίωσιν. Είναι ένα καθημερινό θαύμα που συντελείται σε κάθε ζωντανή μορφή ολοκληρώνοντας έναν κύκλο με αρχή, μέση και τέλος.
Οι άνθρωποι μέσα στην πορεία τους, στο χώρο και στο χρόνο έπαψαν να θυμούνται και ξέχασαν τον παράδεισο, που τους δόθηκε τόσο απλόχερα. Δεν έμαθαν να εκτιμούν αυτό το θείο δώρο.
Η μεγαλύτερη παρωδία της ανθρωπότητας, είναι ότι η ζωή μας έγινε ένας διαρκής και συνεχόμενος θάνατος, με χιλιάδες αθώα θύματα που αφανίζονται καθημερινά σε πολέμους μίσους από άπληστους και μισαλλόδοξους ανθρώπους, χωρίς ηθικούς κανόνες, αποφασίζοντας ερήμην και στερώντας μας την ελπίδα, για την συνέχεια και την διαιώνισή μας.
Οι παράγοντες εκείνοι που συνθέτουν στο σύνολο της ζωής των ανθρώπων, μια ολοκληρωμένη πορεία είναι: η ελευθερία του κάθε ατόμου, ο σεβασμός στα δικαιώματά του, η δικαιοσύνη ως μέτρο εξισορρόπησης, η αγάπη στον εαυτό μας και στον συνάνθρωπό μας, η χαρά της προσφοράς, η προσδοκία της ευτυχίας, η ανάπτυξη σχέσεων, τόσο σε ατομικό όσο και σε κοινωνικό επίπεδο, με ιδιαίτερη έμφαση στη φιλία, η οποία αποτελεί μια σχέση επιλογής στηριζόμενη στην αλληλοεκτίμηση και στον αλληλοσεβασμό, η δημιουργία κάθε μορφής τέχνης που θα καλλιεργήσει τον εσωτερικό μας κόσμο και θα σφυρηλατήσει την πνευματική μας υπόσταση.
Ο καθένας από εμάς, χαράσσοντας το δικό του μονοπάτι ξεχωριστά, δίνει την δική του ερμηνεία, βασιζόμενος στο πώς έχει γαλουχηθεί και τι εμπειρίες έχει αποκτήσει κατά την διάρκειά του.
Σημαντική προϋπόθεση όλων, είναι οι προτεραιότητες που δίνουμε σε κάθε σκοπό, ιεραρχώντας από τα πιο σημαντικά στα λιγότερο σημαντικά πράγματα, καθορίζοντας και χτίζοντας τις πραγματικές αξίες της ζωής μας.