Ο κατά κόσμον Δημήτριος Τσιρώνης
γεννήθηκε στη Δίβρη Ηλείας το 1873. Δεκαπεντάχρονος κρυφά ήλθε να μονάσει στο
Άγιον Όρος. Κατευθύνθηκε στην Καλύβη του Αγίου Σάββα του Ηγιασμένου της
Κουτλουμουσιανής σκήτης του Αγίου Παντελεήμονος. Οι Γέροντες, λόγω της απαγορεύσεως
των αγενείων στο Άγιον Όρος, και επειδή ήταν μικρός, τον φύλαγαν μέσα στην
Καλύβη και κρεμούσαν σκεπάσματα στην απλωταριά, για να μη φαίνεται. Εκάρη
μοναχός, το 1894, με τ’ όνομα Δωρόθεος. Χειροτονήθηκε διάκονος το 1898 και
πρεσβύτερος το 1904.
Αργότερα απόκτησε δύο
υποτακτικούς, τον ιερομόναχο Αντώνιο και τον μοναχό Σάββα. Τον δεύτερο τον
πρόλαβα λίγο στη σκήτη, όταν ήλθα το 1985. Κατόπιν πήγε στη μονή Εσφιγμένου
όπου και εκοιμήθη. Σε νεαρή ηλικία ψηφίσθηκε ηγούμενος ο Γέροντας Δωρόθεος στη
μονή Εσφιγμένου, αλλά δεν θέλησε ν’ αναλάβει. Στη συνέχεια κατοίκησε, το 1934,
στο Κουτλουμουσιανό Κελλί του Τιμίου Προδρόμου στις Καρυές. Διετέλεσε επί
δεκαετία εφημέριος και τυπικάρης του ναού του Πρωτάτου. Άφησε φήμη εξαίρετου
τυπικάρη. Ήταν επίσης σπουδαίος Πνευματικός. Στο πετραχήλι του εξομολογήθηκε ο
αρχιεπίσκοπος Κύπρου Λεόντιος († 1947), όταν επισκέφθηκε το Άγιον Όρος.
Για λόγους υγείας και λόγω
διαφόρων πειρασμών αναγκάσθηκε ν’ αφήσει το αγαπητό του Άγιον Όρος, περί το
1944. Στην αρχή εγκαταβίωσε στην Αγία Μονή της Άνδρου, ως Πνευματικός της εκεί
γυναικείας αδελφότητος. Λόγω όμως των εκεί διχοστασιών, για το ημερολογιακό
ζήτημα, αποσύρθηκε. Το 1952 μετέβη στην ιερά μονή Αγίου Ιωάννου Θεολόγου
Παπάγου Αθηνών, όπου παρέμεινε έως τέλους Πνευματικός της αδελφότητος αλλά και
πλήθους κόσμου. Λειτουργούσε τακτικότατα με κατάνυξη και ευλάβεια και αν δεν
έβλεπε, λέγουν, σημείο στο άγιο ποτήριο, δεν μετελάμβανε. Κοινωνούσε με δάκρυα,
με χαρά, με φωτεινό πρόσωπο. Η γλυκιά του λαλιά και η ηρεμία του μετέδιδε στο
εκκλησίασμα ειρήνη. Τον λίγο ελεύθερο χρόνο του τον αφιέρωνε στη φίλη προσευχή.


