Τετάρτη 26 Αυγούστου 2015

Θαύματα του Αγίου Γεωργίου Καρσλίδη (+4 Νοεμβρίου)



Θαύματα του Αγίου Γεωργίου Καρσλίδη
 Άγιος Γεώργιος Καρσλίδης. Ο χαρισματούχος ποιμένας
Πριν τον πόλεμο του 1940, όταν οι χωρικοί είχαν χορούς και τραγούδια στα σπίτια τους, ο Γέροντας έσκυβε το κεφάλι του και  με λύπη έλεγε στο νεωκόρο του: «Άχ γιαβρούμ (=παιδί μου) δεν ξέρετε πίσω τι μας έρχεται..». Εννοούσε τον πόλεμο που ερχόταν. Μια εβδομάδα πριν τον πόλεμο αυτό ο Γέροντας έκλαιγε με λυγμούς όλη τη νύχτα στο κελλί του. Όταν τον ρώτησαν γιατί κλαίει και στενοχωρείται για τα προβλήματα του κόσμου, με βαθειά λύπη απάντησε: «Εσύ δεν ξέρεις, δεν ξέρεις, παιδί μου…». Ο Γέροντας έβλεπε νοερώς την επερχόμενη καταστροφή του πολέμου. Επί μια εβδομάδα έκλαιγε συνεχώς. Στο τέλος της εβδομάδας κηρύχθηκε ο πόλεμος. Τ΄ ότι προείδε τον πόλεμο το ανέφεραν, μετά την κήρυξη του πολέμου, κι άλλοι πολλοί. (Σελ.101)
______________________________

Η κόρη προέδρου γειτονικού χωριού στο μοναστήρι, που ήταν γραμματεύς, διηγήθηκε πώς ένα Σάββατο που ετοιμαζόταν να κοινωνήσει, φιλονίκησε με κάποιον συνάδελφό της στο γραφείο και γι αυτό σκεφτόταν, αν μπορούσε να προσέλθει στο Μυστήριο. 

Όταν επέστρεψε στο σπίτι της, η μητέρα της την πληροφόρησε ότι το επόμενο πρωί θα λειτουργούσε ο Γέροντας στον Άγιο Σίλλα.
Εκκλησιάστηκε εκεί. Τελικώς αποφάσισε να προσέλθει να κοινωνήσει με τη σκέψη ότι κατόπιν θα εξομολογηθεί στον Γέροντα το περιστατικό. Σαν ήλθε η σειρά της, της λέγει ο Γέροντας χαμηλόφωνα. «Όχι, κόρη μου, πρώτα να εξομολογηθείς και μετά να κοινωνήσεις…». Ντράπηκε, αλλά πείσθηκε ότι έτσι έπρεπε να γίνει.
____________________________
Κάποιος χωρικός από τη Σίψα ετοιμαζόταν να ρίξει λίπασμα στο χωράφι του ένα πρωινό, όμως τον κάλεσαν εκτάκτως ως μάρτυρα στο δικαστήριο. Ανέθεσε έτσι σε κάποιον συγχωριανό του να τον εξυπηρετήσει. Εκείνος όμως έριξε το λίπασμα στο δικό του χωράφι, χωρίς να το αντιληφθεί κανείς. Όταν μετά από λίγο καιρό ήρθε στο μοναστήρι να κοινωνήσει, ο Γέροντας δεν τον μετέλαβε και του είπε πως έπρεπε να μετανοήσει για την αμαρτία του και να εξομολογηθεί. Κι επειδή εκείνος προσποιήθηκε πως δεν καταλάβαινε για ποια αμαρτία του μιλούσε, ο Γέροντας τον εβεβαίωσε ότι το δικό του χωράφι δεν θα έδινε καθόλου καρπό εκείνη τη χρονιά, κι ας είχε και το λίπασμα ενώ του χωρικού που τον είχε αδικήσει, θα είχε πολύ καρπό, όπως και έγινε…

______________________________

Ο μπάρμπα-Άγγελος, γείτονας του μοναστηριού, τυφλός από πολλά χρόνια, διηγήθηκε ότι μόλις άρχισε ο συμμοριτοπόλεμος μια Κυριακή πρωί, μετά τη Θ. Λειτουργία, ό Γέροντας είχε έτοιμα κουτιά από κονσέρβες με συρματένιο χερούλι, έβαλε κάρβουνα αναμμένα, θυμίαμα και τα έδωσε στο εκκλησίασμα καθώς και εικόνες και έκαναν λιτανεία γύρω από το χωριό. Ο Γέροντας έψαλλε και έλεγε προσευχές. Όταν επέστρεψαν στην εκκλησία, είπε στους χωρικούς: «Τώρα μη φοβάστε τίποτε κανείς από τους χωρικούς δεν θα πάθει το παραμικρό.». Και πράγματι, ούτε μύτη δεν μάτωσε.
Σελ. 122-124

Ο ΜΑΚΑΡΙΟΣ ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΑΡΣΛΙΔΗΣ (1901-1959)
ΕΚΔΟΣΙΣ ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΑΝΑΛΗΨΕΩΣ ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΟΣ
ΤΑΞΙΑΡΧΑΙ (ΣΙΨΑ ) 
ΔΡΑΜΑ 1996

Όσιος Γεώργιος Καρσλίδης Ένας προορατικός Γέροντας, ο άγ. Γεώργιος Καρσλίδης

Ο μακάριος Γέροντας Γεώργιος καταγόμενος από τον Πόντο γνώρισε από πολύ νωρίς την ορφάνια και την μοναξιά. Μετά από διώξεις και φυλακίσεις από το άθεο καθεστώς της Γεωργίας, φθάνει στην Ελλάδα, όπου ζώντας ασκητικά και με θερμή πίστη, χαριτώνεται ο ταπεινός και άξιος λειτουργός του Υψίστου με χαρίσματα διακρίσεως, διοράσεως, προοράσεως και προφητείας.
αι γεωργιοσ καρσλιδις
Συμπληρώνονται εφέτος 46 έτη από την μακαρία εκδημία του αοιδίμου πατρός Γεωργίου, που γεννήθηκε στην Αργυρούπολη του Πόντου το 1901. Νωρίς ορφάνεψε και την ανατροφή του ανέλαβε η ευλαβής γιαγιά του. Μετά τον θάνατο της γιαγιάς του και της αδελφής του αναχωρεί με τον παππού του για το Ερζερούμ, την Θεοδοσιούπολη της Μεγάλης Αρμενίας. Ο θάνατος και του παπ πού του και η κακομεταχείριση του αδελφού του τον φέρνουν στα μέρη του Καυκάσου Μόνος, φτωχός, πονεμένος κι αναγκεμένος, συντροφευόμενος από αγίους σε όνειρα και οράματα, φθάνει στην Τυφλίδα της Γεωργίας και οδηγείται από τον εκεί επίσκοπο στην Ιερά Μονή της Ζωοδόχου Πηγής. Ενδύεται το τίμιο του μοναχού ένδυμα στην ηλικία μόλις των εννέα ετών. Θα το διατηρήσει επί μισό αιώνα.
Η κουρά του
Αγάπησε την άσκηση και την προσευχή από παιδί. Στις 20 Ιουλίου 1919 κείρεται μοναχός και από Αθανάσιος ονομάζεται Συμεών. Κατά την ώρα της κουράς του λέγεται πως οι καμπάνες σήμαιναν μόνες τους.
Στην Μονή συνάντησε έναν θείο του επίσκοπο, που τον βοήθησε πνευματικά. Το άθεο καθεστώς της επανάστασης του 1917 δίωξε την Εκκλησία, τον κλήρο και τον μοναχισμό. Μαζί με άλλους μοναχούς της μονής του φυλακίσθηκε σε μια ανήλια και υπόγεια φυλακή, απ’ όπου περνούσαν υπόνομοι. Υπέμεινε μεγάλες και φρικτές κακουχίες με ελπίδα στον Θεό. Πολλοί αδελφοί του τελείωσαν μαρτυρικά τον βίο τους εκεί. Με την βοήθεια της Παναγίας γλύτωσε από βέβαιο θάνατο. Στις 8 Σεπτεμβρίου 1925 χειροτονήθηκε ιερεύς κι ονομάσθηκε Γεώργιος. Λειτουργούσε στα γεωργιανά.
Σύντομα απέκτησε φήμη διακριτικού, διορατικού και προορατικού Γέροντος. Πολύς κόσμος ερχόταν από μακριά για να γνωρίσει και να συμβουλευθεί τον νεαρό ιερομόναχο. Το 1923 από την Τυφλίδα μεταβαίνει στο Σουχούμ. Στις συχνές θείες λειτουργίες του μνημόνευε πολλά ονόματα. Στο κελλί του μελετούσε και προσευχόταν συνεχώς. Η εγκράτεια, η άσκηση, η αγρυπνία και η νηστεία ήταν αδιάκοπες. Οι προφητείες του εκπληρώνονταν. Όλοι τον πλησίαζαν ως άγιο. Το 1929 καταφέρνει να έλθει στην Ελλάδα.
aggkar2
Άφιξη στην Ελλάδα 
Δοξάζει τον Θεό για την σωτηρία του. Ο Πόντος, η Γεωργία και η Ρωσία μένουν στην μνήμη του ως τόποι αγώνων, μαρτυρίων και θυσιών. Από την Θεσσαλονίκη, όπου φθάνει στις 19 Οκτωβρίου 1929, μεταβαίνει στην Κατερίνη και στα χωριά Αλώνια και Κούκκος, Μικρό Δάσος του Κιλκίς και τέλος το 1930 στην Σίψα της Δράμας. Οι κακουχίες της φυλακής της Γεωργίας τον είχαν αφήσει ημιπαράλυτο, πολύ αδύναμο και πολλές φορές δυσκολευόταν πολύ να περπατήσει, ώστε τον σήκωναν στα χέρια, για να μετακινηθεί.
Όλη η περιουσία του ήταν λίγα εκκλησιαστικά βιβλία στην γεωργιανή γλώσσα, ιερατικά άμφια, εικόνες και μέρος των λειψάνων της αδελφής του Άννας. Κόσμος πολύς αρχίζει να τον πλησιάζει για να βοηθηθεί. Ο φιλόθεος, φιλάγιος, φιλάδελφος και φιλάνθρωπος πατήρ κάνει παρακλήσεις, εξομολογεί και νουθετεί. Το 1938 κτίζει το μοναστηράκι της Αναλήψεως. Εκεί θα λειτουργεί, θα εξομολογεί, θα κηρύττει, θα προλέγει, θα θαυματουργεί επί μία ολόκληρη εικοσαετία. Ο ναός και το κελλί του γίνονται κολυμβήθρα Σιλωάμ για σωματικές και ψυχικές ασθένειες πολλών.
Μεταβαίνει προσκυνητής στα Ιεροσόλυμα και το Άγιον Όρος κι έχει συναντήσεις με ιερές μορφές, που τον πείθουν να μείνει εκεί που είναι, γιατί έχει μεγάλη ανάγκη ο πιστός λαός την παρουσία και την μαρτυρία του. Το 1941 κατά θαυμαστό τρόπο σώζεται από βέβαιο θάνατο από τους Βούλγαρους, που τον είχαν συλλάβει προς εκτέλεση. Όλη η ζωή του κυλά μέσα σ΄ ένα συνεχές θαύμα. Με την βοήθεια του αγίου Νικολάου θεραπεύεται, ώστε να μπορεί κάπως ν΄ αυτοσυντηρείται.
Πάντα λιτός, απλός, νηστευτής, άγρυπνος, φιλάσθενος και δεόμενος. Λιγομίλητος, προσεκτικός, αυστηρός και σοβαρός. Σε μεγάλη ανάγκη επισκεπτόταν φτωχούς κι ασθενείς. Είχε βοηθηθεί ο ίδιος κι έτσι μπορούσε να βοηθήσει και τους άλλους.
Κατά την αγία προσκομιδή μνημόνευε χιλιάδες ονόματα ζώντων και κεκοιμημένων. Μάλιστα σημείωνε ορισμένα και στο τέλος της θείας Λειτουργίας καλούσε ιδιαίτερα τους συγγενείς και τους έλεγε τα προβλήματα των ζώντων ή των κοιμηθέντων και πως τέλειωσαν τον βίο τους. Καθαροί και αθώοι άνθρωποι τον έβλεπαν ως λειτουργό να μην πατά στην γη.
Στις αναίμακτες θείες ιερουργίες ήταν φωτεινός, ειρηνικός και χαρούμενος. Συλλειτουργούσε με αγίους. «Σπάνια λειτουργώ μόνος μου», έλεγε ο Γέροντας. Είχε ιδιαίτερη ευλάβεια στην Παναγία, στον Τίμιο Πρόδρομο και τον άγιο Γεώργιο! Πολλούς ασθενείς κι αναγκεμένους ανθρώπους τους έστελνε σε διάφορους αγίους και με την ευχή του γίνονταν καλά. Από ταπείνωση δεν ήθελε να τιμάται η αναξιότητά του, αλλά να δοξάζεται ο Θεός από τους αγίους του. Τους αγίους ονόμαζε μουσαφίρηδες. Είχε την χάρη να βλέπει την ψυχική κατάσταση των εκκλησιαζομένων.
Ο Γέροντας ήταν αυστηρός τηρητής των Ιερών Κανόνων της Εκκλησίας. Δεν ήταν εύκολος σε ανεπίτρεπτες «οικονομίες». Γινόταν πιο αυστηρός στους αμετανόητους. Το λειτούργημα του Πνευματικού το είχε πολύ υψηλά και το είχε λάβει πολύ σοβαρά. Δεν ήθελε οπαδούς να τον κολακεύουν. Είχε πάντα μια διακριτική αυστηρότητα. Αποσκοπούσε συστηματικά στην ταπείνωση του εξομολογουμένου, στην αληθινή συντριβή και μετάνοια προς σωτηρία ψυχών αθανάτων.
Ο χαρισματούχος ποιμένας
Η θερμή πίστη, η ασκητική βιοτή, η καθαρή ζωή χαρίτωσαν τον ταπεινό κι άξιο λειτουργό του Υψίστου με χαρίσματα διακρίσεως, διοράσεως, προοράσεως και προφητείας. Ο Θεός φώτιζε τον μακάριο Γέροντα έτσι που τα μακρινά και τα παρελθόντα να τα βλέπει ως πλησίον και παρόντα, όπως και άλλοτε τα μέλλοντα, καθώς διηγούνται με θαυμασμό πολλά πνευματικά του τέκνα. Μερικοί που αμφέβαλλαν για τα χαρίσματα του Γέροντα δεν αργούσαν, όταν τον γνώριζαν καλά, να διαπιστώσουν πως πράγματι ήταν αληθινός άνθρωπος του Θεού. Ο Γέροντας χρησιμοποιούσε τα χαρίσματα προς βοήθεια και σωτηρία των ψυχών κι όχι για να εκθέσει και ντροπιάσει ανθρώπους ή να καυχηθεί και να προβληθεί ο ίδιος. Με δάκρυα πολλά μιλούσε καθαρά για τα επερχόμενα δεινά· την κατοχή του 1940, την επιδρομή των Βουλγάρων, τον εμφύλιο πόλεμο. Διάβαζε τις καρδιές των ανθρώπων σαν ανοιχτό βιβλίο. Για να διατηρείται στην ταπείνωση, μερικές φορές προσποιόταν μωρία, διά Χριστόν σαλότητα. Η αρετή θέλει πολύ κόπο για ν΄ αποκτηθεί και περισσή τέχνη για να διαφυλαχθεί.
Ο Γέροντας στο ποιμαντικό του έργο έδειχνε ιδιαίτερη προσοχή στις γυναίκες, που λόγω του πλούσιου συναισθηματικού τους κόσμου εύκολα υπερβάλλουν στις τιμές των άλλων. Ήταν διακριτικά αυστηρός μαζί τους. Έκρυβε όμως μια καρδιά με μεγάλη αγάπη για όλους. Η ελεημοσύνη του ήταν πάντοτε μυστική. Μόλις σκοτείνιαζε έστελνε κρυφά μ΄ έμπιστους δικούς του ανθρώπους αναγκαία τρόφιμα και ρούχα στα σπίτια των φτωχών. Παρηγορούσε τους πενθούντες και φρόντιζε προσεκτικά τους νεκρούς. Αγαπούσε τα παιδιά, τα συμβούλευε στοργικά και τους μοίραζε απλόχερα δώρα. Έκρυβε πάντα τον εαυτό του και δεν ήθελε να φαίνεται και να τιμάται. Ο Γέροντας δεν ήθελε κανένας να φύγει από το μοναστήρι νηστικός. Μαγείρευε, φούρνιζε ψωμί και μοίραζε σε όλους ευλογία. Ήταν εργατικός, ακούραστος, ελεήμων και φιλάνθρωπος.
Οι πιστοί έτρεφαν για όλα αυτά σεβασμό και αγάπη στον Γέροντα. Δεχόταν την αγάπη των τέκνων του, αλλά δεν την προκαλούσε και δεν την επιθυμούσε. Ήταν ταπεινός κι αγαπούσε ιδιαίτερα να μιλά για την αγία ταπείνωση. Ζούσε τελικά σε μια ιερή μοναξιά. Οι πολλοί των ανθρώπων δεν τον κατανοούσαν και μερικοί μάλιστα τον παρεξηγούσαν. Λίγοι μπορούσαν να καταλάβουν καλά το βάθος της πνευματικότητος του.
Η κοίμησή του
Προείδε και προείπε επακριβώς το μακάριο τέλος του. Προετοιμα­σμένος από καιρό το ανέμενε με περισσότερη προσευχή δίνοντας τις τελευταίες συμβουλές στ΄ αγαπητά πνευματικά του τέκνα. Τρεις μέρες πριν τον θάνατο του τελέσθηκε το μυστήριο του ιερού ευχελαίου. Μετάλαβε των αχράντων μυστηρίων. Συγχώρεσε, ευλόγησε κι ευχήθηκε όλους. Κοιμήθηκε στις 4 Νοεμβρίου 1959. Οι τελευταίες λέξεις που ακούσθηκαν από τα χείλη του ήταν: «Της ευσπλαγχνίας την πύλην άνοιξον, ευλογημένη Θεοτόκε».
Ένα ορφανεμένο, πενθηφόρο κι απαρηγόρητο πλήθος τον ακολούθησε στην τελευταία κατοικία του, πίσω από τον ιερό ναό της Αναλήψεως, όπου λειτουργούσε επί τριάντα περίπου χρόνια. Το πρόσωπο του ήταν ειρηνικό, ιλαρό και φωτεινό. Το νεκρό του σώμα ευλύγιστο, όπως των Αγιορειτών. Τα δύο κυπαρίσσια πλάι στον τάφο του λύγισαν σαν για να τον προσκυνήσουν, όπως είχε προείπει, και πολλά πουλιά συνάχθηκαν την ώρα της ταφής του, δίχως να φοβούνται τον πολύ κόσμο. Όλοι ήταν πλέον βέβαιοι ότι κηδεύεται και θάβεται ένας άγιος, ζήτησε να τον θάψουν με τα άμφιά του, τον σταυρό του και τα λειτουργικά του βιβλία που είχε από την Γεωργία.
Τεύχος 17ο, Περιοδικό Πεμπτουσία, σελ. 116-123, Απρίλιος – Ιούλιος 2005
 [Στο κείμενο του π. Μωυσή ο άγιος Γεώργιος αναφέρεται ως Γέροντας, γιατί δεν είχε γίνει ακόμη η κατάταξή του στο Αγιολόγιο της Ορθόδοξης Εκκλησίας]

Δευτέρα 24 Αυγούστου 2015

38 υπέροχες φωτογραφίες με αγίους,γέροντες και...παιδιά!

Αγ.Ιωάννης Κρονστάνδης


Αγ.Ιουστίνος Πόποβιτς
Αγ.Ιωάννης Μαξίμοβιτς
Αγία Όλγα της Αλάσκας






Γέροντας Σοφρώνιος Έσσεξ
π.Σεραφείμ Ρόουζ
























Άγιος Νεκτάριος της Όπτινα(+29 Απριλίου 1928)


 Ο Όσιος Νεκτάριος της Όπτινα, κατά κόσμον Νικόλαος Τύχωνωφ, γεννήθηκε το 1853 μ.Χ. στην πόλη Γιελέτς της επαρχίας Οριόλ, από γονείς ευσεβείς και φιλόθεους, τον Βασίλειο και την Ελένη. Όταν ο Νικόλαος ήταν επτά ετών, έχασε τον πατέρα του. Λίγο πριν το θάνατό του, ευλόγησε τον υιό του με την εικόνα του Αγίου Νικολάου αναθέτοντας το παιδί του στην κηδεμονία του μεγάλου αυτού Αγίου. Ο μελλοντικός Στάρετς δεν αποχωρίσθηκε την εικόνα αυτή σε ολόκληρη την ζωή του. Εκτός από τον Νικόλαο η μητέρα του είχε και άλλα μικρότερα τέκνα, τα οποία πέθαναν πρόωρα από πείνα και ασθένειες.

Ο μικρός Νικόλαος είχε θερμή καρδιακή σχέση με την μητέρα του. Οι προσευχές της και η αυστηρή ανατροφή, που του έδωσε, τον προστάτευαν από πειρασμούς και συμφορές. Σιγά - σιγά μεγάλωνε και έγινε πράος, ήσυχος και ευλαβής, έξυπνος και φιλομαθής. Λόγω της μεγάλης φτώχειας της οικογένειάς του αναγκάσθηκε να φοιτήσει όχι στο δημόσιο σχολείο, αλλά στο ενοριακό σχολείο του χωριού του, όπου φοιτούσαν οι άποροι. Εκεί λοιπόν έμαθε να διαβάζει, να γράφει, να μετράει και να μελετά το νόμο του Θεού.

Όταν έγινε ένδεκα ετών, εργάσθηκε στο κατάστημα του πλούσιου εμπόρου Χάμωφ. Λίγο αργότερα, ενώ ο Νικόλαος ήταν ακόμη πολύ νέος, η μητέρα του πέθανε και έτσι έμεινε πια παντελώς ορφανός. Έζησε για εννέα χρόνια στο σπίτι του εμπόρου. Στις ελεύθερες ώρες του μελετούσε πνευματικά βιβλία και πήγαινε στην εκκλησία. Τον διέκρινε η πραότητα, η μετριοφροσύνη και η καθαρότητα της καρδιάς.

Εκείνο τον καιρό ζούσε στην Γιελέτς μια σχεδόν εκατοντάχρονη μοναχή, η μάτιουσκα Θεοδώρα, πνευματική θυγατέρα του Οσίου Τύχωνος του Ζαντόνσκ (τιμάται 13 Αυγούστου). Οι κάτοικοι της Γιελέτς είχαν την ευλαβή συνήθεια να την συμβουλεύονται σε όλες τις σημαντικές αποφάσεις τους. Ο εργοδότης, λοιπόν, του Νικολάου, που πληροφορήθηκε ότι του ετοίμαζαν ένα προξενιό, τον έστειλε σε αυτήν να πάρει ευλογία για το γάμο. Η γερόντισσα του είπε: «Παιδί μου, πήγαινε στην Όπτινα στον Στάρετς Ιλαρίωνα και αυτός θα σου πει τι θα κάνεις». Έτσι ο Νικόλαος πήρε το δρόμο για την Όπτινα, που βρισκόταν σχετικά κοντά στη γενέτειρά του και ήταν τότε ήδη ξακουστή σε όλη τη Ρωσία.

Ο Στάρετς Ιλαρίων του συνέστησε να επισκεφθεί τον Στάρετς Αμβρόσιο. Ο Γέροντας τον δέχθηκε και μίλησε μαζί του για δύο ώρες. Μετά από αυτή τη συνομιλία η ζωή του Νικολάου άλλαξε ξαφνικά. Κατ' οικονομίαν Θεού ανακάλυψε την πραγματική του κλίση.
Ο Νικόλαος εκτελούσε κάθε διακόνημα με πολλή υπακοή, ταπείνωση και ζήλο. Όταν αργότερα ο Στάρετς, επαναλάμβανε το αποστολικό παράγγελμα: «Πείθεσθε τοις ηγουμένοις υμών και υπείκετε. Αυτοί γαρ αγρυπνούσιν υπέρ των ψυχών υμών ως λόγον αποδώσοντες. Ίνα μετά χαράς τούτο ποιώσι και μη στενάζοντες. Αλυσιτελές γαρ υμίν τούτο. (Να πειθαρχείτε και να υπακούετε στους ηγουμένους σας. Γιατί αυτοί αγρυπνούν χάριν των ψυχών σας, επειδή θα αποδώσουν λόγο στον Θεό για εσάς. Ώστε αυτό να το κάνουν με χαρά και όχι αναστενάζοντας. Διότι αυτό θα είναι επιζήμιο για εσάς)».

Στις 3 Απριλίου 1876  εκάρη ρασοφόρος μοναχός. Μετά ένδεκα χρόνια, στις 14 Μαρτίου 1887, Δ' Κυριακή των Νηστειών, εκάρη μικρόσχημος και έλαβε το όνομα Νεκτάριος, προς τιμήν του Οσίου Νεκταρίου της Λαύρας του Κιέβου 

Η είσοδός του στο αγγελικό τάγμα των μοναχών του έφερε μεγάλη χαρά. Σε προχωρημένη ηλικία θυμόταν: «Επί ένα ολόκληρο χρόνο ένοιωθα σα να είχα φτερά στους ώμους μου».

Όσο περισσότερο ανέβαινε την πνευματική κλίμακα, τόσο κατώτερο από ταπεινοφροσύνη θεωρούσε τον εαυτό του, τόσο περισσότερο αισθανόταν την αναξιότητά του.

Οι Γέροντες, που έβλεπαν την πνευματική προκοπή του, αποφάσισαν την χειροτονία του σε διάκονο, που έγινε στις 19 Ιανουαρίου 1894  από τον Επίσκοπο Ανατόλιο και εις πρεσβύτερον στις 21 Οκτωβρίου 1898  από τον Επίσκοπο της Καλούγκα Μακάριο.

Ο Όσιος Νεκτάριος δίδασκε στα πνευματικά του παιδιά την ταπείνωση και την υπομονή, περισσότερο από όλες τις αρετές. Για την κάθαρση της ψυχής του ανθρώπου δίδασκε πως επιτυγχάνεται με την προσευχή, όταν ικετεύεις τον Θεό λέγοντας «Πατέρα μου και Κύριε της ψυχής μου, ελέησόν με», ο Θεός καθαρίζει την ψυχή σου από την αμαρτία και την κάνει νύμφη Κυρίου και αδελφή του Λόγου. 

Πράγματι ο Όσιος δίδασκε σε όλους την προσευχή και ιδιαίτερα την ευχή του Ιησού. Μάλιστα, όταν πλησίαζε η σοβιετική λαίλαπα, τόνιζε στα πνευματικά του παιδιά: «σε αυτές τις έσχατες ημέρες είναι καιρός για προσευχή. Κατά την διάρκεια της εργασίας σας να λέτε συνεχώς την ευχή του Ιησού. Στην αρχή με τα χείλη, μετά με το νου και ύστερα θα εισχωρήσει μέσα στην καρδιά σας».

Επί αρκετά χρόνια, μετά την επικράτηση της Οκτωβριανής επαναστάσεως, η Όπτινα υπέμεινε με γενναιότητα όλες τις δοκιμασίες, αλλά οι μέρες της αγίας μονής ήταν πια μετρημένες. Την Κυριακή των Βαΐων του 1923  η Όπτινα έκλεισε οριστικά.

 Ο Όσιος Νεκτάριος σνελήφθη και φυλακίσθηκε στο αρτοποιείο της μονής, που είχε μετατραπεί σε φυλακή. Λίγες ημέρες μετά οδηγήθηκε στην φυλακή του Κοζέλσκ και καταδικάσθηκε χωρίς δίκη σε θάνατο διά τουφεκισμού. Μετά από διαμαρτυρίες ο Όσιος απελευθερώθηκε στις 17 Απριλίου και έζησε ως εξόριστος σε αγρόκτημα του Πλόχινο. 
Αργότερα, με διαταγή των αρχών του καθεστώτος, εξορίζεται πιο μακριά, στο χωριό Χόλμισι της επαρχίας Μπριάνσκ. Εκεί δεχόταν τους επισκέπτες και πλήθος επιστολών από απλούς ανθρώπους, αλλά και από μεγάλους ιεράρχες. Ο Άγιος Πατριάρχης Τύχων τον συμβουλευόταν διά μέσου έμπιστων ανθρώπων. Ο Άγιος Θεός είχε δωρίσει στον Όσιο το διορατικό χάρισμα. Έτσι όλοι τον εμπιστεύονταν και έκαναν υπακοή στον λόγο του.

Ο Όσιος Νεκτάριος κοιμήθηκε, μετά από ασθένεια, το 1928 . Η είδηση της κοιμήσεώς του διαδόθηκε αστραπιαία. Χιλιάδες πιστοί άρχισαν να συρρέουν συνεχώς από διάφορες πόλεις στο Χόλμισι.

Το 1935,κλέφτες έσκαψαν τον τάφο του Οσίου ψάχνοντας για πολύτιμα αντικείμενα. Έβγαλαν έξω από τον τάφο το φέρετρο, έσπασαν το κάλυμμα και αφού έψαξαν και δεν βρήκαν τίποτε, παράτησαν το ανοιχτό φέρετρο μαζί με το λείψανο του Οσίου στηριγμένο σε ένα δένδρο.


 Μια ομάδα από εργάτες, που δούλευαν δίπλα στα αγροκτήματα, έτρεξαν στο κοιμητήριο και είδαν έκπληκτοι πως ο Όσιος ήταν εκεί άφθαρτος, επτά ολόκληρα χρόνια μετά την κοίμηση και την ταφή του. Το δέρμα του είχε το χρώμα του κεριού και τα χέρια του ήταν ευλύγιστα και μαλακά.
 Μια γυναίκα έφερε λευκό μεταξωτό ύφασμα και κάλυψε το πρόσωπό του. Έπειτα έκλεισαν το φέρετρο και ενταφίασαν τον Όσιο ψάλλοντας Τρισάγιο. Στις 16 Ιουλίου 1989  πραγματοποιήθηκε η ανακομιδή του τιμίου λειψάνου του Οσίου και η επιστροφή του στην Όπτινα.

Οι Όσιοι Παφνούτιος και Νικήτας του Μπορόβκ(+1 Μαίου)

)

Ὁ Ὅσιος Παφνούτιος τοῦ Μπορόβκ, κατὰ κόσμον Παρθένιος, ἔζησε κατὰ τὸν 13ο καὶ 14ο αἰώνα. Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Ἰωάννης. Σὲ ἡλικία εἴκοσι ἐτῶν ὁ Παρθένιος ἔφυγε κρυφὰ ἀπὸ τὴν πατρικὴ οἰκία καὶ κατέφυγε σὲ μοναστήρι. Τὸ 1414 κείρεται μοναχὸς στὴ μονὴ Ποκρόβσκι Βισότσκι τῆς πόλεως Μπορὸβκ καὶ ὀνομάζεται Παφνούτιος. Ὅταν πέθανε ὁ ἡγούμενος τῆς μονῆς, ὁ Ὅσιος ἐξελέγη στὴ θέση του. Τὸ 1426 χειροτονεῖται πρεσβύτερος ἀπὸ τὸν Μητροπολίτη Κιέβου Φώτιο. Σὲ ἡλικία πενήντα ἑνὸς ἐτῶν ὁ Ὅσιος Παφνούτιος ἀσθένησε βαριὰ καὶ ἀποσύρθηκε ἀπὸ τὴν ἡγουμενία, ἀφοῦ ἔλαβε τὸ μέγα ἀγγελικὸ σχῆμα.

Μετὰ τὴν ἀνάρρωσή του, τὴν ἡμέρα τῆς ἑορτῆς τοῦ Ἁγίου Μεγαλομάρτυρος Γεωργίου τοῦ Τροπαιοφόρου, στὶς 23 Ἀπριλίου τοῦ 1444, ἐγκαταλείπει τὸ μοναστήρι καὶ καταφεύγει γιὰ ἄσκηση καὶ ἡσυχία στὶς ὄχθες τοῦ ποταμοῦ Πρότβα. Σὲ λίγο τὸν ἀκολουθοῦν καὶ ἄλλοι μοναχοὶ καὶ ἔτσι δημιουργεῖται μία νέα μονή. Πρώτιστο μέλημα τοῦ Ὁσίου ἦταν ἡ ἀνοικοδόμηση ἑνὸς νέου πέτρινου ναοῦ ἀφιερωμένου στὸ Γενέσιον τῆς Θεοτόκου.
Ὁ Ὅσιος ἀποτελοῦσε παράδειγμα ἁπλότητας καὶ ἐγκράτειας. Εἶχε τὸ πιὸ φτωχὸ κελλὶ καὶ ἡ τροφή του ἦταν πολὺ ἁπλὴ καὶ ἐλάχιστη. Ἀπὸ τὰ διακονήματα τῆς μονῆς ὁ Ὅσιος διάλεγε τὰ πιὸ βαριά: ἔκοβε καὶ μετέφερε ξύλα, ἔσκαβε καὶ πότιζε τὸν κῆπο. Αὐτὸ ὅμως ποὺ τὸν διέκρινε ἦταν ἡ ἀγάπη του πρὸς τὸ λειτουργικὸ βίο τῆς Ἐκκλησίας καὶ τὶς Ἀκολουθίες.
Ὁ Ὅσιος Παφνούτιος προέβλεψε τὸ θάνατό του. Προσευχήθηκε γιὰ τελευταία φορά, εὐλόγησε τοὺς ἀδελφούς του καὶ κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ 1477.
Ὁ Ὅσιος Νικήτας τοῦ Μπορὸβκ ἔζησε κατὰ τὸν 14ο καὶ 15ο αἰώνα μ.Χ. στὴ Ρωσία, ὅπου ἀσκήτεψε θεοφιλῶς καὶ συνδέθηκε πνευματικὰ μὲ τὸν Ἅγιο Σέργιο τοῦ Ραντονέζ. Οἱ μελετητὲς τῆς ἁγιογραφίας καὶ τῆς ἱστορίας τῶν ρωσικῶν μοναστηριῶν ὑπέθεσαν διάφορα γιὰ τὸν βίο τοῦ Ὁσίου Νικήτα, τὰ ὁποία μποροῦν νὰ ὁμαδοποιηθοῦν σὲ τρεῖς κατηγορίες.
1. Ὁ Ὅσιος Νικήτας ἦταν διάδοχος τοῦ Ἀθανασίου Β’ τοῦ Νέου, στὴν πνευματικὴ καθοδήγηση τῆς μονῆς τοῦ Βυσόσκιϋ στὸ Σεπρούχωβ, ποὺ εἶχε ἱδρυθεῖ ἀπὸ τὸν μαθητὴ τοῦ Ἁγίου Σεργίου, τὸν Ἀθανάσιο τὸν Πρεσβύτερο, κατὰ τὰ ἔτη 1373 – 1374. Ὁ Ὅσιος θὰ πρέπει νὰ διετέλεσε ἡγούμενος ἀπὸ τὸ 1395 μέχρι τὸ 1444.
2. Μερικοὶ ἱστορικοὶ ταυτίζουν τὸν Ὅσιο Νικήτα μὲ τὸ Νικηφόρο, ἡγούμενο καὶ ἱδρυτή, σύμφωνα μὲ τὴν παράδοση, τῆς μονῆς τῆς Προστασίας τῆς Θεοτόκου στὸ Μπορόβκ. Ὁ Ὅσιος Νικήτας πρέπει νὰ ἐγκαταβίωσε σὲ αὐτὸν τὸν τόπο ἤδη ἡλικιωμένος, ἀφοῦ εἶχε πρὶν διατελέσει Ἡγούμενος στὸ Σεπρούχωβ.
3. Μία τελευταία ὑπόθεση, ταυτίζει τὸν Ὅσιο Νικήτα τοῦ Μπορὸβκ μὲ τὸν Ὅσιο Νικήτα τῆς Κοστρόμα.
Ὁ Ὅσιος Νικήτας κοιμήθηκε ὁσίως μὲ εἰρήνη. Ἡ μνήμη του ἀναφέρεται, ἐπίσης, κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς ἑορτῆς τῶν μαθητῶν τοῦ Ἁγίου Σεργίου τοῦ Ραντονὲζ († 6 Ἰουλίου).

Η μνήμη τους τιμάται στις 1 Μαίου.

Ο Όσιος Νείλος του Σόρκιυ(+7Μαίου)

Ο Όσιος Νείλος του Σόρκιυ (Σόρα) καταγόταν από την ευγενή οικογένεια των Μάικωφ και γεννήθηκε στη Μόσχα το 1433  από ευσεβείς γονείς. Όταν ήταν νέος, εργάσθηκε ως ταχυγράφος στην υπηρεσία του μεγάλου ηγεμόνος της Μόσχας.
Η αγάπη του προς τον μοναχικό βίο οδήγησε τα βήματά του στη μονή της Λευκής Λίμνης, που είχε ιδρύσει ο ασκητής Κύριλλος. Λίγο αργότερα μεταβαίνει στο Άγιον Όρος, με το συμμοναστή του μοναχό Ιννοκέντιο και ασκητεύει στη «Σκήτη του Ξυλουργού». Υπάρχει βέβαια η πληροφορία ότι έμεινε για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα στη μονή του Αγίου Διονυσίου του Αγίου Όρους, η οποία εκείνη την εποχή βρισκόταν σε μεγάλη ακμή.
Ο Όσιος Νείλος και ο μοναχός Ιννοκέντιος επιστρέφουν στη Ρωσία περί το 1480  Η αναζήτηση της ησυχίας τον κάνει να αποσυρθεί σε ένα μικρό ερημικό μέρος, λίγο μακρύτερα από τη μονή Λευκής Λίμνης, στον ποταμό Σόρα. Εκεί κτίζει και ένα μικρό ναό προς τιμήν της Δεσποτικής εορτής της Υπαπαντής του Κυρίου και επιδίδεται στο θεωρητικό βίο και την αδιάλειπτη προσευχή. Αλλά και εδώ ο Όσιος Νείλος συνιστά προσοχή και διάκριση. Γνωρίζει ότι δεν πρέπει να μπει κάποιος πρόωρα σε ανώτερες πνευματικά περιοχές. Γνωρίζει ότι κάθε μύηση στην πνευματική ζωή πρέπει να είναι προσεγμένη και να γίνεται προοδευτικά. Το κύριο χαρακτηριστικό της πνευματικότητας του Οσίου Νείλου είναι το «μέτρο» στην ασκητική ζωή και η διάκριση στη συμπεριφορά και στη σχέση μας με τους άλλους ανθρώπους.
Ο βίος του Οσίου χαρακτηρίζεται από την ταπείνωση. Είναι ο κατ' εξοχήν Όσιος της κενώσεως, δηλαδή της ταπεινής ασκητικής ζωής και στάσεως.
Ένα άλλο χάρισμά του ήταν η αγάπη. Για να είναι χρήσιμος στους αδελφούς δεχόταν να γίνει σαλός, αποκαλύπτοντας σε αυτούς τα μυστικά της πνευματικής ζωής.
Όμως η αγιότητα και η θεολογική κατάρτιση του Οσίου Νείλου ελκύουν την προσοχή των εκκλησιαστικών αρχών και των κρατικών παραγόντων. Την εποχή αυτή στην πόλη Νόβγκοροντ ξεσπά η αίρεση των Ιουδαϊζόντων, οι οποίοι μεταξύ των άλλων έλεγαν ότι το 7000 από τη δημιουργία του κόσμου, δηλαδή το 1492 , θα γίνει η συντέλεια του κόσμου. Ο Όσιος βοήθησε την Εκκλησία και την Πολιτεία να μορφώσουν ορθή αντίληψη για την αίρεση και να την καταδικάσουν.
Ένα άλλο θέμα που αντιμετώπισε ο Όσιος ήταν αυτό της περιουσίας των μονών. Ο Άγιος γνώριζε καλά τον μεγάλο κίνδυνο που απειλούσε τους μοναχούς από τη συσσώρευση πλούτου στις μονές, έστω και αν ο πλούτος αυτός δεν ανήκε στους μοναχούς αλλά στη μονή. Το θέμα συζητήθηκε σε Σύνοδο που συγκλήθηκε το 1503 στη Μόσχα, αλλά φαίνεται ότι για ποιμαντικούς λόγους η Σύνοδος δεν υιοθέτησε το πνεύμα του Οσίου Νείλου. Παρ' όλα αυτά το πνεύμα αυτό του Οσίου επηρέασε θετικά το Ρωσικό μοναχικό βίο.
Το συγγραφικό έργο του Οσίου Νείλου είναι πολύ πλούσιο. Τα κυριότερα έργα του είναι ασκητικά και αφορούν τον ασκητικό βίο και την ερημική ζωή.
Ο Όσιος Νείλος κοιμήθηκε με ειρήνη την Κυριακή των Μυροφόρων του 1508