Πέμπτη 24 Οκτωβρίου 2013

«ΑΧΡΗΣΤΕΨΕ, ΚΥΡΙΕ, ΤΗΝ ΣΥΜΒΟΥΛΗ ΤΟΥ ΑΧΙΤΟΦΕΛ» (Β' Βασιλ. 15, 31)


«ΑΧΡΗΣΤΕΨΕ, ΚΥΡΙΕ, ΤΗΝ ΣΥΜΒΟΥΛΗ ΤΟΥ ΑΧΙΤΟΦΕΛ» (Β' Βασιλ. 15, 31)


«ΑΧΡΗΣΤΕΨΕ, ΚΥΡΙΕ,
ΤΗΝ ΣΥΜΒΟΥΛΗ ΤΟΥ ΑΧΙΤΟΦΕΛ»
(Β' Βασιλ. 15, 31)
(1940-2009)

    Στην ζωή του προφήτου και βασιλέως Δαβίδ συναντούμε ώρες και ημέρες μεγάλης δόξας, καθώς και υπερβολικών θλίψεων. Ένα από τα πιο οδυνηρά γεγονότα που αντιμετώπισε ήταν η αιφνίδια επανάστασις του γιου του Αβεσσαλώμ. Απερίγραπτος ήταν ο πόνος του καθώς και ο φόβος του σαν πληροφορήθηκε ότι ο γυιός του επικεφαλής μεγά­λου πλήθους ανακηρύχθηκε βασιλεύς και ετοιμαζόταν να καταλάβη την Ιερουσαλήμ.
«Και είπε ο Δαβίδ στους δούλους του που ήσαν μαζί του στην Ιε­ρουσαλήμ: «Σηκωθήτε γρήγορα να φύγουμε... Να αναχωρήσουμε αμέ­σως μήπως μας προλάβη εδώ ο Αβεσσαλώμ και γεμάτος κακία κατασφάξη όλη την πόλι» (Β' Βασιλ. 15, 14).
Ο βασιλεύς, η οικογένειά του, η φρουρά του, όλος ο αφοσιωμέ­νος λαός του αναχωρούσαν γεμάτοι θλίψι και αγωνία άπα την Ιερου­σαλήμ. Στο όρος των ελαιών έβλεπες να ανεβαίνουν όλοι βυθισμένοι στον πιο μεγάλο πόνο. «Ο Δαβίδ ανέβαινε το όρος των ελαιών με σκε­πασμένο το κεφάλι (σημάδι μεγάλης θλίψεως) και ξυπόλητος. Και όλος ο λαός ανέβαινε με σκεπασμένα τα κεφάλια, κλαίοντας συνεχώς» (Β' Βασιλ. 15, 30).
«Και ανέβαινον αναβαίνοντες και κλαίοντας». Το όρος των ελαιών αναφέρεται σαν τόπος που πολλά πρόσωπα της Ιεράς Ιστορίας πέρα­σαν στιγμές οδύνης. Προεικόνισις της λύπης του Χριστού στον ίδιο τό­πο, στην Γεθσημανή.
Ολόκληρη η συνοδεία του Δαβίδ είχε γίνει ένας μεγάλος πόνος και θρήνος.
Εν τω μεταξύ κατέφθασε μια πληροφορία που αύξησε στο έπα­κρο την οδύνη τού βασιλέως. Ποια πληροφορία; Ότι ανάμεσα σ' αυτούς που ακολούθησαν τον επαναστάτη γυιό ήταν και ο Αχιτόφελ. Μόλις το άκουσε ο Δαβίδ, λες και τον χτύπησε κεραυνός. Βουτηγμένος σε αφάνταστη θλίψι και ταραχή, γονάτισε και άφησε να βγή από μέσα του η πιο θερμή προσευχή: «Διασκέδασον δη την βουλήν Αχιτό­φελ, Κύριε ο Θεός μου». Δηλαδή: «Θεέ μου κάνε να αχρηστευθή η συμβουλή του Αχιτόφελ». Άλλα τι άραγε σήμαινε αυτή η φράσις; Για να την κατανοήσουμε πρέπει να προχωρήσουμε τον λόγο πιο πίσω.
Στην «ορεινή» περιοχή του Ιούδα υπήρχε η πόλις Γελμών. Σ' αυ­τήν γεννήθηκε ένα παιδί που ωνομάσθηκε Αχιτόφελ. Από μικρός έδει­χνε έκτακτη ευφυΐα. Πανέξυπνο. Διαθέτοντας τόση οξύνοια όλο και προχωρούσε σε επιτυχίες. Στο τέλος κατέληξε να γίνη μυστικοσύμβουλος τού βασιλέως. Όταν ο Δαβίδ αντιμετώπιζε κρίσιμα εθνικά θέματα ώριζε να γίνη ειδικό συμβούλιο. Προσέρχονταν οι σύμβουλοί του και ο καθένας έλεγε την γνώμη του. Όταν άνοιγε το στόμα του ο Αχιτόφελ, προσέφερε τις πιο σοφές συμβουλές. Ποτέ δεν έτυχε ν' ακούση ο βα­σιλεύς τις ιδέες του και να βγη ζημιωμένος. Πάντοτε η γνώμη του ήταν η πλέον βαρύνουσα. Χαρακτηριστικά σημειώνει η Γραφή: «Ον τρόπον επερωτήση τις εν λόγω Θεού, ούτως πάσα η βουλή τού Αχιτόφελ» (Β' Βασ. 16, 23). Τις απαντήσεις που έπαιρνε απ' αυτόν, ήταν σαν να τις έ­παιρνε από κάποιον προφήτη ή αρχιερέα που μετέδιδε τον λόγο τού Κυρίου. Λες και μιλούσε με το στόμα του ο ίδιος ο Θεός.
Η εκτίμησις όλων προς το πρόσωπο τού Αχιτόφελ υπήρξε μεγά­λη. Ιδιαίτερα ο Δαβίδ τον ένοιωθε σαν τον πιο πολύτιμο φίλο και συνεργάτη. Η φιλία τους όμως αυτή διαταράχθηκε. Θα εξηγήσουμε τι συνέβη.
Μελετώντας προσεκτικά την Γραφή συγκεντρώνουμε ωρισμένα χρήσιμα στοιχεία που διαφωτίζουν την εξέλιξι των σχέσεων Αχιτόφελ - Δαβίδ. Στο 23ο κεφάλαιο τού Β' Βασιλειών αναφέρονται τα ονόματα των τριάντα «δυνατών» (ήταν οι πιο ρωμαλέοι και γενναίοι άνδρες τού Ισραήλ). Μεταξύ τους αναφέρεται και ο Ελιάβ «ο υιός Αχιτόφελ τού Γελμωνίτου». Ο Αχιτόφελ λοιπόν είχε ένα ηρωικό παιδί που διέπρεπε στις μάχες και κατετάγη στην χορεία των τριάντα «δυνατών».
Στην ομάδα των «δυνατών» άνηκε και ο Ουρίας ο Χετταίος, γεν­ναίος πολεμιστής. Σ' αυτόν ο Ελιάβ έδωσε την θυγατέρα του Βηρσαβεέ. Τον έκανε γαμβρό. Σχετικά διαβάζουμε στο Β' Βασιλ. 11,3 «ουχί αύτη Βηρσαβεέ, θυγάτηρ Ελιάβ γυνή Ουρίου τού Χετταίου»; Η Βηρσαβεέ λοιπόν ήταν εγγονή τού Αχιτόφελ.
Είναι γνωστό ότι ο Δαβίδ έχει ένα μελανό σημείο στην ζωή του. Κατανικήθηκε από το σαρκικό πάθος με αποτέλεσμα να διαλύση την οικογένεια τού Ουρία και της Βηρσαβεέ, φονεύοντας τον πρώτο και παίρνοντας γυναίκα του την δεύτερη. Βέβαια γι' αυτά έδειξε μεγάλη με­τάνοια και εξιλεώθηκε. Ωστόσο έγινε μισητός στον Αχιτόφελ. Η προσβολή στην εγγονή του και ο θάνατος τού συζύγου της ήταν πρά­γματα που έκαναν τον Αχιτόφελ να απομακρυνθή από τον Δαβίδ και να γίνη εχθρός του.
Ο Αβεσσαλώμ εγνώριζε καλά την μεταστροφή των αισθημάτων τού Αχιτόφελ απέναντι στον βασιλέα. Όλοι οι δυσαρεστημένοι από τον Δαβίδ μπορούσαν να τον βοηθήσουν στο πραξικόπημα. Οπωσδή­ποτε και ο ονομαστός «σύμβουλος» Αχιτόφελ. Γι' αυτό πριν ξεσπάση η επανάστασις φρόντισε να τον έχη πλάι του. «Και απέστειλεν Αβεσσαλώμ και εκάλεσε τον Αχιτόφελ τον Γελμωναΐον τον σύμβουλον Δαβίδ εκ της πόλεως αυτού». Η παρουσία ενός τόσο σημαντικού προσώπου έδινε κύρος στο ετοιμαζόμενο πραξικόπημα. Όλη η πείρα και η ασύγ­κριτη ευφυΐα του θα ενίσχυε το κίνημα τού Αβεσσαλώμ και θα εξουδε­τέρωνε τις αντιδράσεις τού Δαβίδ.
Ο Αχιτόφελ, όταν ο Αβεσσαλώμ κατέλαβε την Ιερουσαλήμ, βρισκόταν στο πλευρό του, έτοιμος να τον βοηθήση στο κάθε τι. «Και είπεν Αβεσσαλώμ προς Αχιτόφελ, φέρετε εαυτοίς βουλήν τι ποιήσωμεν»; «Σκεφθήτε μεταξύ σας και αποφασίσετε τι θα κάνουμε». Ο νεα­ρός βασιλεύς θέλει να στηριχθή στην σοφία τού γηραιού συμβούλου. Και ο δεύτερος προτείνει μία ιδέα που στοχεύει να οξύνη στο έπακρον τις σχέσεις Αβεσσαλώμ και Δαβίδ: «Να έρθης σε σαρκική ένωσι με τις παλλακές τού πατέρα σου».
Συνηθιζόταν στα ανάκτορα της Ανατολής, εκτός από τις επίσημες συζύγους των βασιλέων, να υπάρχουν και σύζυγοι δευτέρας σειράς, οι παλλακές. Ο Δαβίδ εγκαταλείποντας την Ιερουσαλήμ άφησε δέκα από αυτές να φυλάνε το παλάτι.
Ο Αβεσσαλώμ έπραξε όπως τον συμβούλευσε ο Αχιτόφελ. Πράξις, που προσδιώρισε τον ηθικό ξεπεσμό τού Αβεσσαλώμ· πράξις που θεωρήθηκε πολύ εξευτελιστική και ατιμωτική για το πρόσωπο τού Δαβίδ. Έτσι το χάσμα μεταξύ πατέρα και γιού κατέστη μέγα.
Συγχρόνως δηλωνόταν επίσημα η κατάληψις τού θρόνου, αφού σύμφωνα με τα έθιμα της Ανατολής η χρησιμοποίησις τού βασιλικού γυναικωνίτου εσήμαινε δημόσια ανάληψι της βασιλικής εξουσίας.
Ο Αχιτόφελ σ' αυτήν την περίπτωσι έδειξε τον κακό του εαυτό. Έσπρωξε τον Αβεσσαλώμ σε μία πράξι απαίσια και ακατονόμαστη. Μόνο σατανικό μυαλό θα σκεπτόταν κάτι τέτοιο. Έτσι εκδικήθηκε και τον Δαβίδ για ό,τι έπραξε στην εγγονή του Βηρσαβεέ. Και όπως νόμιζε προστάτευσε και τον εαυτό του, αφού ένα τέτοιο ανοσιούργημα απέ­κλειε κάθε ελπίδα συνεργασίας Αβεσσαλώμ και Δαβίδ.
Η δεύτερη συμβουλή τού Αχιτόφελ αφορούσε την επίθεσι κατά τού Δαβίδ και των οπαδών του: «Πρέπει αμέσως χωρίς καθυστέρησι να τού επιτεθούμε. Αυτή τη νύχτα. Θα τον βρούμε εξαντλημένο. Ο στρατός του θα αιφνιδιασθή και θα τον εγκαταλείψη. Αυτός θα μείνη μόνος του και θα τον φονεύσουμε. Έτσι όλος ο λαός του θα αναγκασθή να επιστρέψη σε σένα». Γι’ αυτή την επιχείρησι ήταν αρκετοί, κατά την γνώμη τού Αχιτόφελ, δώδεκα χιλιάδες στρατιώτες. Ζητούσε μάλι­στα από τον νεαρό βασιλέα να τού επιτρέψη να τους διάλεξη ο ίδιος και να ηγηθή της επιθέσεως.
Ο Αβεσσαλώμ και όλοι oι πρεσβύτεροι τού Ισραήλ υιοθέτησαν την πρότασί του. Φάνηκε «ευθύς ο λόγος», δηλαδή σωστός και συμφέ­ρων. Και πράγματι έτσι είχε το πράγμα. Η εφαρμογή αυτής της συμ­βουλής θα είχε σαν αποτέλεσμα την εξόντωσι τού Δαβίδ.
Γι' αυτήν την συμβουλή ο Δαβίδ είχε κάνει ειδική ένθερμη προσ­ευχή προς τον Κύριον, «αχρήστεψε, Κύριε, την γνώμη τού Αχιτόφελ». Πως όμως θα απερρίπτετο μία τόσο ορθή άποψις; Μόνο, αν βρισκόταν κάποιος άλλος μυστικοσύμβουλος που να διέθετε κύρος και πειθώ, και να πρότεινε μία αντίθετη γνώμη. Και αυτός ήταν ο Χουσί.
Ο Χουσί άνηκε στους μυστικοσυμβούλους τού Δαβίδ. Ήταν επι­στήθιος φίλος, δεξί του χέρι, «αρχιεταίρος». Είχε ακολουθήσει τον Δα­βίδ στην απομάκρυνσί του από την Ιερουσαλήμ, αλλά εκείνος τού συν­έστησε να επιστρέψη στην πόλι, να τεθή στην υπηρεσία τού Αβεσσαλώμ, και όταν θα προβάλη ο Αχιτόφελ την γνώμη του, να προσπαθήση να την ακυρώση. Ο Δαβίδ φάνηκε πανέξυπνος σ’ αυτό το ζήτημα. Έτσι στην κρίσιμη ώρα βρέθηκε το κατάλληλο πρόσωπο να απόκρουση την άποψι τού Αχιτόφελ.
«Ο Αβεσσαλώμ είπε: Καλέσατε και τον Χουσί, τον γυιό τού Αραχί ν’ ακούσουμε και την δική του γνώμη». Αφού παρουσιάσθηκε και κατατοπίσθηκε για την συμβουλή τού Αχιτόφελ, άρχισε να την τορπιλλίζη.
Η θερμή προσευχή τού Δαβίδ είχε εισακουσθή. Ο Θεός φώτιζε τον Χουσί να παρουσιάζη ωραία και πειστικά επιχειρήματα. Στόχος του ήταν η αναβολή της επιθέσεως, ώστε να κερδίση χρόνο ο Δαβίδ για να ανασυντάξη τις δυνάμεις του. Ας παρακολουθήσουμε τα πειστικά και γεμάτα λογοτεχνική χάρι λόγια του:
«Εσύ γνωρίζεις ότι ο πατέρας σου και oι άνδρες του είναι πολύ ισχυροί. Γνωρίζεις ότι είναι γεμάτοι ψυχική πικρία, όμοιοι με αρκούδα που της πήραν τα παιδιά της, όμοιοι με αγριεμένο αγριόχοιρο στους αγρούς. Ξέρεις ότι ο πατέρας σου είναι εμπειροπόλεμος και δεν θα δια­λύση τον στρατό του. Τώρα οπωσδήποτε μαζί με τους στρατιώτες του είναι κρυμμένος πίσω από κάποιο ύψωμα ή άλλο τόπο και ενεδρεύει. Σκέψου, να επιτεθούμε εναντίον του και να νικηθούμε τώρα στις αρχές και να ακουσθή στον λαό ότι συντρίφθηκε ο στρατός που ακολούθησε τον Αβεσσαλώμ! Τότε και ο ανδρείος που έχει λιονταρίσια καρδιά θα νεκρωθή. Μη ξεχνάς ότι ο πατέρας σου είναι γενναίος και δυνατός, και αυτοί που τον ακολουθούν είναι όμοια γενναίοι και δυνατοί.
»Η δική μου συμβουλή είναι η εξης: Να συγκέντρωσης όλους τους στρατιώτες τού Ισραήλ από την βόρεια περιοχή τού Δαν μέχρι την νότια της Βηρσαβεέ. Στρατός σαν την άμμο της θαλάσσης. Και συ ανάμεσά τους σαν αρχηγός. Θα επέλθουμε εναντίον τού πατέρα σου στο μέρος που κρύβεται και θα στρατοπεδεύσουμε γύρω του. Θα πέ­σουμε επάνω του όπως η δροσιά στην γη. Και δεν πρόκειται να γλυτώση κανένας ούτε αυτός ούτε oι άνδρες του. Αν υποτεθή ότι βρη κάποια υψηλή πόλι με τείχη και αποσυρθή εκεί, τότε όλοι μας θα δέσουμε με σχοινιά την πόλι και θα την σύρουμε στην ρεματιά, και δεν θα μείνη από αυτήν ούτε πέτρα».
Η ομιλία τού Χουσί, κρίσιμη για την τύχη τού Δαβίδ, τους παρέ­συρε όλους. Τους ανάγκασε να ομολογήσουν: «Αγαθή η βουλή Χουσί υπέρ την βουλήν Αχιτόφελ»! Η συμβουλή του εγκρίθηκε ομόφωνα. Την δέχθηκε «ο Αβεσσαλώμ και πας ανήρ Ισραήλ». Και το πράγμα έγι­νε εκ Θεού, για να εξουδετερωθή η γνώμη τού Αχιτόφελ, η οποία θα προξενούσε την καταστροφή τού Δαβίδ. Ο Κύριος επενεργούσε στο στόμα τού Χουσί και στο μυαλό των ακροατών, ώστε να υιοθετηθή μία συμβουλή ολέθρια για τον ολέθριο Αβεσσαλώμ. «Κύριος ενετείλατο διασκεδάσαι την βουλήν τού Αχιτόφελ την αγαθήν». Γιατί; Διότι έπρε­πε να τιμωρηθή ο πραξικοπηματίας. «Όπως αν επαγάγη Κύριος επί Αβεσσαλώμ τα κακά πάντα». Ό,τι έσπειρε, θα το θέριζε.
Η οδυνηρή προσευχή τού Δαβίδ είχε εισακουσθή. Ο Κύριος «διεσκέδασε», αχρήστεψε την γνώμη τού Αχιτόφελ. Την αχρήστεψε χρησιμοποιώντας τον Χουσί. Τις πιο πολλές φορές ο Θεός μας βοηθεί μέσω διαφόρων προσώπων. Σπανίως επεμβαίνει άμεσα. Εμείς πρέπει να έχουμε μυαλό για να κατανοούμε πρόσωπα και πράγματα που γίνον­ται όργανα τού Κυρίου.
Δύο άλλα πρόσωπα, οι αρχιερείς Σαδώκ και Αβιάθαρ θα βοηθού­σαν επίσης με την σειρά τους την κατάστασι. Αυτοί, αφού πληροφορή­θηκαν από τον Χουσί τα διατρέξαντα, έστειλαν τους γυιούς των τον Αχιμάας και τον Ιωνάθαν για να ενημερώσουν τον Δαβίδ. Λόγω τού ευμεταβόλου τού χαρακτήρος τού Αβεσσαλώμ, διαμηνύθηκε στον Δα­βίδ να περάση χωρίς καθυστέρησι στην πέραν από τον Ιορδάνη χώρα. Έπρεπε να εκμεταλλευθή την περίστασι. Όσο ο Αβεσσαλώμ θα έμενε στην συμβουλή τού Χουσί, υπήρχε χρόνος να απομακρυνθή ο Δαβίδ σε χώρα ασφαλή.
«Και ο Δαβίδ και όλος ο δικός του λαός ξεκίνησαν και πέρασαν τον Ιορδάνη. Ενώ χάραζε η καινούργια ημέρα, κανένας δεν υπήρξε που να μη πέρασε τον ποταμό». Κατέληξαν στην πόλι Μαναΐμ, ανατολι­κά τού Ιορδανού, στην αρχή της περιοχής Γαλαάδ. Εκεί η θεία πρόνοια εκδηλώθηκε εμφανώς. Πλούσιοι κάτοικοι της περιοχής προσέφεραν στον κυνηγημένο βασιλέα όλα τα απαραίτητα γι' αυτόν και για την ακο­λουθία του, από κρεββάτια για να κοιμηθούν μέχρι όσπρια να φάνε˙ από τάπητες και οικιακά σκεύη μέχρι γάλα και τυρί.
Οι πεσμένες δυνάμεις ανωρθώθηκαν. Το σβησμένο ψυχικό σθέ­νος ανέθαλλε. Γρήγορα συγκροτήθηκε και το στράτευμα, αφού από πί­σω ερχόταν απειλητικός ο στρατός τού Αβεσσαλώμ. Χωρίσθηκε στα τρία με επικεφαλής τρεις γενναίους άνδρες, τον αρχιστράτηγο Ιωάβ, τον αδελφό του Αβεσσά και τον Εθθί τον Γεθθαίο. Κοντά στην Μα­ναΐμ υπήρχε μεγάλο δάσος, φοβερός «δρυμός». Εκεί μέσα παρασύρ­θηκε ο στρατός τού εχθρού και γνώρισε πρωτοφανή πανωλεθρία, ενώ ο βασιλεύς τους κρεμάσθηκε με τα μαλλιά του από μία βελανιδιά, για να θανατωθή στην συνέχεια από τα βέλη τού τρομερού Ιωάβ. Το πτώ­μα τού Αβεσσαλώμ ρίχθηκε σ' ένα μεγάλο λάκκο τού δάσους και σκε­πάσθηκε από αναρίθμητες πέτρες που απετέλεσαν περιφανή στήλη.
Όλα αυτά τα προέβλεπε ο πανέξυπνος Αχιτόφελ. Ήξερε πως αν ο Δαβίδ κέρδιζε λίγο χρόνο, αν συνερχόταν από το αιφνίδιο πλήγμα, αν ανακτούσε τις δυνάμεις του και συγκροτούσε τον στρατό του, θα εξου­δετέρωνε τον πραξικοπηματία γυιό. Ποιος είχε την πολεμική πείρα τού Δαβίδ; Ποιοί αξιωματικοί και στρατιώτες ήταν ικανώτεροι από τους δι­κούς του; Έπρεπε όμως να συνέλθουν από τον αιφνιδιασμό. Δύο πρά­γματα τους χρειάζονταν, ένας τόπος απομακρυσμένος από την πρω­τεύουσα όπου δέσποζε ο Αβεσσαλώμ και εξοικονόμησι των προς το ζην αναγκαίων.
Στην Μαναΐμ τα βρήκαν και τα δύο. Εκεί στην περιοχή της Γαλαάδ υπήρχε ανθηρή κτηνοτροφία. Και μόνο το βούτυρο και το γάλα και το τυρί που βρήκαν, αρκούσε να στηλώση τα πόδια του το εξαντλη­μένο στράτευμα — «ο λαός ο πεινών και εκλελυμένος και διψών εν τη ερήμω». Εκεί βρήκαν και «σιτάρι, κριθάρι, αλεύρι, άλφιτο (= χονδροαλεσμένο κριθάρι), κουκιά, φακές, μέλι...». Πλούσια τα ελέη τού Κυρίου. Εκεί συνάντησαν τον Βερζελλί, που ήταν ένα είδος «εφοπλιστού» στην ξηρά. Ούτε ήξερε πόσα είχε. Ήταν ολοπρόθυμος να τα προσφέρη όλα στον Δαβίδ.
Εδώ θα κάνουμε μία παρέκβασι: Όταν ο Δαβίδ γέρασε και πλη­σίαζε στον θάνατο, έδωσε ειδική εντολή στον διάδοχο του βασιλέα Σολομώντα να ανταποδώση στην οικογένεια τού Βερζελλί τις ευεργεσίες που έλαβε, όταν βρέθηκε στην Μαναΐμ.
Αν εφαρμοζόταν η συμβουλή τού Αχιτόφελ, ο στρατός τού Δα­βίδ «εκλελυμένος» από φόβο και αγωνία και πείνα και δίψα, θα διαλυό­ταν μ' ένα φύσημα από τους άνδρες τού Αβεσσαλώμ. Η «βουλή» ό­μως τού Αχιτόφελ αχρηστεύθηκε.
Για τον Αχιτόφελ εκείνη η νύχτα που βρέθηκε ο Δαβίδ και οι δι­κοί του μακρυά από την Ιερουσαλήμ ήταν η πιο κρίσιμη. «Καταδιώξω οπίσω Δαβίδ την νύκτα». Μέσα σ' όλα τ' άλλα θα πιεζόταν ο στρατός τού Δαβίδ κι από τους νυκτερινούς φόβους κι εφιάλτες. Η ήττα του ή­ταν περισσότερο από σίγουρη.
«Τώρα —συλλογιζόταν ο Αχιτόφελ— που παραγκωνίσθηκε η γνώμη μου, το παιγνίδι είναι χαμένο. Τελικά θα επικρατήση ο Δαβίδ. Δεν θα αργήση να έρθη πάλι στην Ιερουσαλήμ, στον θρόνο του. Εμέ­να για όσα ενήργησα εις βάρος του με αναμένει θάνατος. Πριν με θα­νατώσουν oι εχθροί μου, ας θανατωθώ μόνος μου».
Περίλυπος και πικραμένος σαμάρωσε το γαϊδούρι του, το καβαλλίκεψε και ξεκίνησε για την ορεινή Ιουδαία, για την πατρίδα του την Γελμών. Έδωσε τις τελευταίες συμβουλές στους δικούς του, τακτο­ποίησε τις οικογενειακές του υποθέσεις, έγραψε την διαθήκη του και στην συνέχεια έθεσε τέρμα στην ζωή του.
Η αυτοκτονία έγινε με απαγχονισμό. «Απήγξατο και απέθανε και ετάφη εν τω τάφω τού πατρός αυτού» (Β' Βασιλ. 1 7, 23). Ο θάνα­τος του προτυπώνει τον θάνατο τού Ιούδα. Ο Αχιτόφελ πρόδωσε τον βασιλέα του, τον Δαβίδ, και ο Ιούδας πρόδωσε τον «Βασιλέα, τον εκ τού οίκου Δαβίδ».
Ένα πνεύμα τόσο φωτεινό, ένα μυαλό τόσο οξυδερκές, ένας άν­θρωπος πολύτιμος για τον Ισραήλ... και να έχη τέτοιο αξιοθρήνητο τέ­λος! Ορισμένες φορές τα δυνατά πνεύματα κινδυνεύουν περισσότε­ρο... «Στώμεν καλώς, στώμεν μετά φόβου...». Έτσι οι τελευταίες σελί­δες της ζωής του εδικαίωσαν δυστυχώς και το όνομά του, αφού Αχιτόφελ σημαίνει «αδελφός μωρίας» (Πρβλ. Αχιμάας = ο αδελφός μου εναντίον μου, Αχιτώβ = αδελφός καλωσύνης, Αχινοόμ = αδελφή τέρ­ψεως).
Τυχαίνει κάποτε άνθρωποι της Εκκλησίας, κληρικοί, που εργά­ζονται αποδοτικά και δοξάζουν τον Χριστό, να αντιμετωπίσουν αντιπά­λους σκληρούς που επιδιώκουν την εξόντωσί τους. Και πολλές φορές σε σκοτεινά παρασκήνια καταστρώνονται σχέδια φοβερά. «Έτσι και έτσι θα ενεργήσουμε για να καταστρέψουμε τον τάδε κληρικό και το έργο του». Η βουλή τού Αχιτόφελ! Τότε ο άνθρωπος τού Θεού ας μη δειλιάση. Ας γονατίση, ας υψώση τα χέρια προς τον ουρανό και ας αναφωνήση εκ βαθέων: «Διασκέδασον δη την βουλήν Αχιτόφελ, Κύ­ριε ο Θεός μου». «Αχρήστεψε, Κύριε, την συμβουλή τού Αχιτόφελ».
Και ο Κύριος που δεν εγκαταλείπει τους ιδικούς του θα φέρη έτσι τα πράγματα ώστε να διαλυθούν τα πανούργα σχέδια τού κάθε Αχιτόφελ.
Αρχιμ. Δανιήλ Γούβαλης (1940-2009)

Από το βιβλίο: ΠΕΡΙΠΑΤΟΙ ΣΤΗΝ ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ

 Αντιαιρετικόν Εγκόλπιον    www.egolpion.com
6  ΑΠΡΙΛΙΟΥ  2012

Read more: http://www.egolpion.com/axitofel.el.aspx#ixzz2idpT0fZp

«ΔΕΥΤΕ ΚΑΙ ΑΝΑΒΩΜΕΝ ΕΙΣ ΤΟ ΟΡΟΣ ΚΥΡΙΟΥ» (Ης. 2, 3)


«ΔΕΥΤΕ ΚΑΙ ΑΝΑΒΩΜΕΝ ΕΙΣ ΤΟ ΟΡΟΣ ΚΥΡΙΟΥ» (Ης. 2, 3)


«ΔΕΥΤΕ ΚΑΙ ΑΝΑΒΩΜΕΝ ΕΙΣ ΤΟ ΟΡΟΣ ΚΥΡΙΟΥ»
(Ης. 2, 3)
(1940-2009)
«Δεύτε και αναβώμεν εις το όρος Κυρίου και εις τον οίκον του Θεού Ιακώβ». Δεν πλασθήκαμε για τα βάθη του κακού, αλλά για τα ύψη των αρετών. Δεν πλασθήκαμε για τα σκότη της αβύσσου, αλλά για την φωτοχυσία του Θαβώρ. Ελάτε λοιπόν ν’ ανεβούμε.

   Ο μεγαλόπνοος και μεγαλόφωνος προφήτης Ησαΐας αντίκρυσε πολλά μυστήρια της Καινής Διαθήκης, παρ’ όλο που έζησε οκτώ αιώνες προ Χριστού. Τα είδε με το προφητικό του βλέμμα και συγχρόνως τα εκήρυξε με γλώσσα μεγαλειώδη. Ανάμεσα στις άλλες του δράσεις πε­ριλαμβάνεται και το όρος του Κυρίου, δηλαδή η Σιών, η Ιερουσαλήμ με τον ναό του Θεού. Παραδόξως όμως το είδε πολύ υψηλό, πανύψηλο, «υπεράνω των βουνών». Και κατά φυσική συνέπεια είδε και τον ναό «επ’ άκρων των ορέων». Έθνη πολλά, είπε, θα ξεκινούν από παντού και θα κατευθύνωνται προς αυτό. Και οι λόγοι των ευσεβών θα είναι προτρεπτικοί προς ανάβασι:
«Δεύτε και αναβώμεν εις το όρος Κυρίου και εις τον οίκον του θεού Ιακώβ».
Βέβαια εδώ πρόκειται για έναν συμβολισμό. «Όρος Κυρίου» είναι η Εκκλησία του Χριστού. Ακλόνητη σαν τα όρη. Στερεωμένη γερά σαν τα ασάλευτα βουνά. Υψηλή. Με ύψος πνευματικό. Και η ζωή η χριστια­νική μοιάζει με ορειβασία. «Δεύτε και αναβώμεν εις το όρος Κυρίου». Ελάτε ν' ανεβούμε στο Ιερό όρος. Δεν θα ήταν παράξενο να λέγαμε πως οι πραγματικοί Χριστιανοί αποτελούν ορειβατικό σύλλογο.
Τα ύψη πάντα ελκύουν. Ωραίες είναι οι αναβάσεις στα ψηλά βου­νά. Πιο σπουδαίες όμως είναι οι αναβάσεις σε πνευματικές κορυφογραμμές. Υπέροχα νοιώθει οποίος έφθασε στην κορυφή της Πίνδου ή του Όλυμπου ή πολύ περισσότερο των Άλπεων ή των Ιμαλαΐων. Το μάτι του αντικρύζει πλατύ και μεγάλο τον κόσμο. Πρωτόγνωρα αισθήματα κυκλοφορούν μέσα του. Πιο υπέροχα όμως νοιώθει οποίος κατέκτησε πνευματικές κορυφές και το μάτι του είδε να πλαταίνουν οι ορίζοντες του πνεύματος. Ανέκφραστα είναι τα βιώματά του· γι’ αυτό και προτρέπει τον καθένα να λαχταρήση τα ύψη. «Τα άνω ζητήτε…Τα άνω φρονείτε» (Κολασ. 3, 1-2) φωνάζει ο ‘Απόστολος Παύλος, ο μεγάλος αυτός «ορειβάτης».
Βέβαια δεν είναι εύκολο ο καθένας ν’ ανεβή στην κορυφή του βουνού. Είναι εύκολο όμως να κοιτάζη προς αυτή και σιγά - σιγά ν' ανεβαίνη. Κι αν δεν μπορή να φθάση σ’ αυτήν, ας φθάση λίγο παρακάτω, ας φθάση ως την μέση, ας φθάση και πιο κάτω. Έχουμε κι εδώ στην ανοδική πορεία διαβαθμίσεις, όπως αντίστοιχα έχουμε και στην καθο­δική.
Ας παρουσιάσουμε αυτή την αλήθεια μ’ ένα χτυπητό παράδει­γμα: Κάποιος απαίσιος και αθυρόστομος άνθρωπος βρίζει άσχημα και ελεεινά πέντε ανθρώπους, χωρίς να του φταίνε τίποτα. Οι αντιδράσεις τους: Ο πρώτος τον βρίζει παρόμοια, και μετά από ώρες τον σκέπτεται και θυμάται κι άλλες ύβρεις με τις οποίες θα μπορούσε να τον είχε πε­ριλούσει. Ο δεύτερος αντιδρά πιο ήπια. Διαμαρτύρεται και ζητάει εξηγήσεις για το υβρεολόγιο. Ο τρίτος δεν μιλάει καθόλου, συγκρατεί τον εαυτό του· ωστόσο μέσα του έχει λύπη και αναταραχή. Ο τέταρτος δεν μιλάει, και επί πλέον αισθάνεται ήρεμος εσωτερικά. Ο πέμπτος ομοίως δεν μιλάει, νοιώθει ήρεμος ψυχικά, ωστόσο αισθάνεται κάποια λύπη, διότι ο συνάνθρωπος που τον έβρισε διέπραξε αμάρτημα. Ο πρώτος βρίσκεται σε επίπεδο αμαρτωλότητος, ενώ ο πέμπτος σε επίπεδο αγιότητος. Οι υπόλοιποι τρεις σε ενδιάμεσες καταστάσεις.
Για πνευματικά επίπεδα ομιλεί η παραβολή του σπορέως, όταν λέη ότι άλλο χωράφι καρποφόρησε τριάντα κι άλλο εξήντα κι άλλο εκατό (Μάρκ. 4, 8). Το εκατό φυσικά υπονοεί την τελειότητα.
Εκείνος που έφθασε στο τριάντα μοιάζει με μια νύχτα καθαρή με αστροφεγγιά. Το εξήντα αντιστοιχεί με μια νύχτα που λάμπει η πανσέ­ληνος. Και το εκατό αντιστοιχεί με μια ηλιόλουστη ημέρα. Ωραίος είναι ο ουρανός όταν λάμπουν σ' αυτόν τα άστρα. Πιο ωραίος όμως, όταν σκορπάη λάμψεις το ασημένιο φεγγάρι. Και πιο φωτεινός και όμορφος, όταν στα γαλάζια πλάτη του φεγγοβολάη ο ήλιος.
Χαρακτηριστικός είναι και ο λόγος του Αποστόλου Παύλου. Παίρνει το παράδειγμα από τον σωματικό οργανισμό. Άλλοι έχουν ασθενικά στομάχια και πρέπει να τρέφωνται με γάλα, άλλοι έχουν κα­λύτερα και χρησιμοποιούν λάχανα και άλλοι διαθέτουν γερά στομάχια και μπορούν να τρώνε κρέας. «Σάς μίλησα σαν νήπια εν Χριστώ, σάς επότισα γάλα, όχι στερεά τροφή» (Α' Κορ. 3, 2). «Ο ένας πιστεύει ότι μπορεί να τρώη όλα τα φαγητά· ο άλλος ασθενεί στην πίστι και τρώει λάχανα» (Ρωμ. 14, 2). «Οποίος τρέφεται με γάλα δεν έχει πείρα από την διδασκαλία της δικαιοσύνης, διότι είναι νήπιος· η στερεά τροφή εί­ναι για τους τελείους που με την συνήθεια και την άσκησι έχουν γυμνα­σμένες τις αισθήσεις τους να διακρίνουν το καλό και το κακό» (Ρωμ. 5, 13-14).
Οποίος βρίσκεται σε κατώτερο πνευματικό επίπεδο, μοιάζει κατά τον Απόστολο Παύλο με νήπιο. Οποίος έφθασε στην τελειότητα μοιά­ζει με άνδρα. Κάποιες παρόμοιες έννοιες συναντούμε και στον Από­στολο Πέτρο. «Να ποθήσετε σαν νεογέννητα βρέφη το λογικό άδολο γάλα, για να αυξηθήτε με αυτό (και να φθάσετε) στην σωτηρία» (Α' Πέ­τρου 2, 2). Η αύξησις του σώματος εξεικονίζει την πνευματική αύξησι.
Η έννοια της αυξήσεως τονίζεται και στις ευχές του Βαπτίσματος: «Να φυλάξη την δωρεά του Αγίου Πνεύματος και να αυξήση την παρα­καταθήκη της Χάριτος...».
Οι άγιοι Πατέρες της Εκκλησίας ομιλούν για τρία στάδια των πνευματικών αναβάσεων, της καθάρσεως, του φωτισμού και της τελειώσεως. Το τελευταίο ονομάζεται και «της μυστικής ενώσεως». Ο όσιος Νικήτας ο Στηθάτος, πνευματικό ανάστημα του μεγά­λου μυστικού της Ορθοδοξίας Συμεών του νέου Θεολόγου, σημειώνει: «Τρεις τάξεις υπάρχουν σ’ αυτούς που προοδεύουν στο ανέβασμα προς την τελειότητα, η καθαρτική, η φωτιστική και η μυστική που είναι και τελειοποιός. Η μία είναι των αρχαρίων, η άλλη των μεσαίων και η άλλη των τελείων».
Στην πρώτη τάξι, την καθαρτική, γίνονται αγώνες για να καθαρίση η ψυχή από τα πάθη. Μοιάζει σαν να βγάζης από ένα χωράφι, τα ζιζάνια, τα αγριόχορτα και τ' αγκάθια. Αγκάθια εννοούμε την φιλαργυρία, τον θυμό, τον εγωϊσμό, την ματαιοδοξία, την ζηλοτυπία, την μνησικακία, το μίσος, την κατάκρισι, την νωθρότητα, την μελαγχολία, την δειλία την γκρίνια, την περιέργεια, την πλεονεξία, την κοιλιοδουλεία, την φιληδονία κτλ.
Όπως μια νοικοκυρά με το σύρμα τρίβει την κατσαρόλα για να φύγουν οι σκουριές και οι μαυρίλες, έτσι ακριβώς ενεργεί και ο πνευ­ματικός αγωνιστής. Και σιγά - σιγά το σκεύος καθαρίζεται και λάμπει.
Τα διάφορα πάθη αιχμαλωτίζουν τον άνθρωπο και νοιώθει σαν φυλακισμένος. Καθώς τα καταπολεμεί και τα εξασθενίζει, είναι σαν να ανοίγη τις πόρτες της φυλακής. Σχετικώς ο Δαυίδ αναφωνούσε στον Θεό, «εξάγαγε εκ φυλακής την ψυχή μου» (Ψαλμ. 141, 8).
Υπάρχουν κάποιοι επιστήμονες - τεχνικοί που ονομάζονται συν­τηρητές εικόνων. Αυτοί καταφέρνουν και αποκαλύπτουν την ομορφιά κάποιας εικόνας, η οποία με το χρόνο, με τις σκόνες, με τους καπνούς και τόσα άλλα κατάντησε μαυρισμένη και αγνώριστη. Κάτι τέτοιο επιτελείται και στον άνθρωπο που αγωνίζεται για την πνευματική κάθαρσι. Όταν στην θέσι του θυμού έρθη η πραότητα και στην θέσι της ζηλοτυ­πίας η αγάπη, και στην θέσι του εγωϊσμού η ταπείνωσις, είναι σαν να αποκτά η μαυρισμένη εικόνα την πρώτη λάμψι της.
Η δευτέρα τάξις είναι η φωτιστική. Κατ’ αυτήν το σκοτάδι των παθών έχει απομακρυνθή και το φως των αρετών λάμπει αισθητά. Προηγουμένως τα διάφορα πάθη δημιουργούσαν θλίψεις και αναταραχές στην ψυχή. Προηγουμένως αν κάποιος σου έκανε κακό, προσπα­θούσες να φανής ανεξίκακος, αλλά το κατώρθωνες με ψυχικό πόνο, «εν ττικρία και οδύνη ψυχής». Τώρα όμως βρίσκεσαι μέσα στην ανεξικακία ανώδυνα. Τώρα στα μήκη και στα πλάτη του ψυχικού σου κόσμου επικρατεί ηρεμία. Προηγουμένως όταν σε επαινούσαν ένοιωθες μεγάλη χαρά, και όταν σε κατηγορούσαν λύπη. Τώρα αντιμετωπίζεις ήρεμα και τις δύο περιπτώσεις, με απάθεια· ούτε οι έπαινοι σε σπρώχνουν προς τα ύψη ούτε οι κατηγορίες προς τα βάθη.
Αυτή η ψυχική γαλήνη έχει καλές επιπτώσεις στο νου. Ο νους μπορεί τώρα και διακρίνη ορθώς. Μοιάζει το πράγμα με το κοίταγμα στην κοίτη του ποταμού. Όταν τα νερά του είναι αναταραγμένα και ορμητικά, δεν μπορείς να διακρίνης τι υπάρχει στην κοίτη. Όταν ηρεμήση, η κατάστασις αλλάζει. Κατανοεί πράγματα, που δεν μπορούσε προη­γουμένως να καταλάβη. Παρατηρώντας τα διάφορα δημιουργήματα, άνθη, δένδρα, έντομα, πτηνά, ουράνια σώματα, ανακύκλησι εποχών κλπ. νοιώθει πολύ αισθητά την σοφία του Δημιουργού. Πιο καθαρά ξε­χωρίζει και την πνευματική κατάστασι των συνανθρώπων του. Μπορεί να διακρίνη αν ένας άνθρωπος που τον πλησιάζει έχει αγαθές ή πονη­ρές διαθέσεις. Αλλά και τον εαυτό του τον αξιολογεί πιο σωστά. Ανα­καλύπτει και πτυχές που προηγουμένως αγνοούσε. Η αυτογνωσία βρίσκεται σε προχωρημένο στάδιο.
Σ’ αυτή την κατάστασι ο άνθρωπος επιδιώκει κάποιες ήσυχες ώ­ρες για να αυτοσυγκεντρώνεται, να σκέπτεται τα μεγαλεία του Θεού, να μελετά πνευματικά βιβλία, να διαβάζη τους υπέροχους ψαλμούς του Δαβίδ. Σ’ αυτά τα πράγματα συναντά τώρα την χαρά. Και νοιώθει ότι βρίσκεται στον προθάλαμο της χαράς. Ο Θεός κατά καιρούς του δεί­χνει και κάποια πνευματικά σημεία, του κάνει κάποιες στιγμιαίες επισκέψεις που τον γεμίζουν απερίγραπτη αγαλλίασι. Πρόκειται για την λεγόμενη «προκαταρκτική χάρι». Να το πούμε με μια εικόνα. Του πετάει ο Θεός κάποιες θαυμάσιες σε γεύσι σοκολάτες για να τον γλυκάνη, αλλά και για να του βάλη στο μυαλό ότι κάπου υπάρχουν ολόκληρες αποθήκες από τέτοιες σοκολάτες. Έτσι καταλαβαίνει ο πνευματικός αγωνιστής ότι είναι σαν αρραβωνιασμένος και ότι αυτό δεν θεωρείται κάτι ωλοκληρωμένο και ότι πρέπει να ακολουθήση ο γάμος.
Σ' αυτό το στάδιο, το φωτιστικό, κυριαρχεί μέσα του κάποιο απαλό φως. Αυτό το φως επηρεάζει όλη του την ύπαρξι· μεταβάλλει και την κατάστασι του ύπνου. Και τα όνειρά του τώρα είναι καθαρά και φωτει­νά. Προηγουμένως που αιχμαλωτιζόταν στο πάθος του θυμού έβλεπε και στον ύπνο του τσακωμούς και καυγάδες. Τώρα δεν συναντά κάτι τέτοιο. Όλα έχουν την σφραγίδα της ειρήνης. Προηγουμένως που έρρεπε προς τα σαρκικά πάθη έβλεπε ανήθικα όνειρα. Τώρα όλα είναι αγνά και καθαρά. Προηγουμένως που δεσμευόταν από την φιλαργυρία, έβλεπε πως του έπεφτε το πρώτο λαχείο και γινόταν πλούσιος ή έβλε­πε ότι κάποιοι επιχείρησαν να τον ληστέψουν και να τον κάνουν πτωχό. Τώρα έχει απαλλαγή από αυτά.
Στον προοιμιακό ψαλμό του Εσπερινού σημειώνονται και τα εξής:
«Έθεσες σκοτάδι και έγινε νύχτα. Κατ' αυτήν θα γυρίζουν όλα τα θη­ρία του δάσους. Νεαρά λιοντάρια θα ωρύωνται ζητώντας από τον Θεό ν' αρπάξουν τροφή. Ανέτειλε ο ήλιος και μαζεύθηκαν και θα κοιμηθούν στις φωλιές τους» (103, 20-22). Αυτή η τελευταία φράσις, «ανέτειλεν ο ήλιος και συνήχθησαν και εις τας μάνδρας αυτών κοιτασθήσονται» αποδίδει πολύ πετυχημένα την φωτιστική κατάστασι. Ο ήλιος των αρετων, ο ήλιος της θείας χάριτος φωτίζει τις ψυχικές περιοχές και διώχνει τα άγρια θηρία των παθών.
Η φωτιστική τάξις ονομάζεται και «πρώτη απάθεια». Εχουν υποχωρήσει τα πάθη, έχουν αποκοιμηθή, αλλά δεν έχουν πεθάνει. Αν εί­χαν θανατωθή, θα μιλούσαμε για «δευτέρα απάθεια». Χρειάζεται προ­σοχή και επαγρύπνησις, ώστε και ο ήλιος να λάμπη μέσα μας και τα θη­ρία να κοιμώνται. Αν απροσεκτήσουμε και κάνουμε τον ήλιο της θείας χάριτος να υποχωρήση, τα θηρία είναι έτοιμα να εμφανισθούν με ά­γριες και αρπακτικές διαθέσεις.
«Όταν το ακάθαρτο πνεύμα», λέει ο Κύριος, «βγη από τον άν­θρωπο, περνά από ξερούς και άνυδρους τόπους και ζητεί ανάπαυσι, αλλά δεν την βρίσκει. Τότε λέει, «ας γυρίσω στο σπίτι μου από όπου έφυ­γα». Και όταν έρθη, το βρίσκει αδειανό και σκουπισμένο και στολισμέ­νο. Τότε πηγαίνει και παίρνει μαζί του άλλα επτά πνεύματα, πονηρότερα από αυτό, και μπαίνουν να κατοικήσουν εκεί και τότε η τελευταία κατάστασις του ανθρώπου γίνεται χειρότερη από την πρώτη» (Ματθ. 12, 43-45). Παρόμοια εκφράζεται και ο Απόστολος: «Εκείνος που νομίζει ότι στέκεται, ας προσέξη μήπως πέση» (Α' Κορ. 9, 12).
Ανάμεσα στους συνεργάτες του Αποστόλου Παύλου υπήρχε και ο Δημάς. «Σε χαιρετά ο Επαφράς ο φυλακισμένος μαζί μου για τον Χρι­στό Ιησού, και επίσης ο Μάρκος, ο Αρίσταρχος, ο Δημάς, ο Λουκάς, οι συνεργάτες μου» (Φιλημ. 24). «Σάς χαιρετά ο Λουκάς ο Ιατρός ο αγαπητός και ο Δημάς» (Κολασ. 4, 14). Για να συνεργάζεται με τον Από­στολο σε τόσο υψηλό έργο, οπωσδήποτε βρισκόταν σε κάποιο πνευ­ματικό ύψος. Δεν πρόσεξε όμως, κυριεύθηκε από το πνεύμα της φιλαυτίας, φοβήθηκε μήπως τον κλείσουν φυλακή όπως και τον Παύλο —είχε προηγηθή η πρώτη φυλάκισίς του στην Ρώμη— και παραδόθηκε στην κοσμική ζωή. «Φρόντισε να έρθης σε μένα γρήγορα», γράφει ο Από­στολος στον Τιμόθεο, «διότι ο Δημάς με εγκατέλειψε, επειδή αγάπησε τον παρόντα αιώνα και πήγε στην Θεσσαλονίκη» (Β' Τιμ. 4, 9).
Το τρίτο στάδιο είναι της τελειώσεως: «τάξις τελειοποιός» ή «τάξις μυστική» — εννοείται η μυστική ένωσις με τον Θεό. Τώρα πια δεν βρίσκεσαι στους πρόποδες ή στην μέση αλλά στην κορυφή του ό­ρους. Η θέα από εκεί απέραντη και μαγευτική. Η ειρήνη μέσα σου ανέκφραστη, «πάντα νουν υπερέχουσα» (Φιλ. 4, 7)· δηλαδή ανθρώπινος νους δεν μπορεί να συλλάβη την ποιότητά της και το μέγεθός της.
Είναι πολύ μεγάλη η ειρήνη, διότι έχουν κατανικηθή εντελώς τα  πάθη, οι πηγές δηλαδή κάθε αναταραχής. Τώρα έχουμε οριστική απάθεια. Απάθεια με την έννοια που έχει η λέξις στα Πατερικά κείμενα. Δηλαδή πλήρη απαλλαγή από τις κακίες και τα πάθη. Η κατάκτησις της απάθειας ισοδυναμεί με την είσοδο στον παράδεισο. Στην Κλίμακα η απάθεια ονομάζεται «επίγειος ουρανός», παράδεισος στην γη. Η απάθεια είναι η πρώτη ανάστασις για την οποία ομιλεί η Καινή Διαθήκη. Τα πάθη αποτελούν πτώσι, κατρακύλισμα. Στα πάθη υπάρχει το σπέρμα του πνευματικού θανάτου. Στην απάθεια υπάρχει η ανάστασις. Γι’ αυτό αναφέρει η Κλίμακα, «τινές δε πάλιν απάθειαν είναι ορίζονται ανάστασιν ψυχής προ του σώματος». Σ’ αυτήν την κατάστασι ο νους κυριαρχεί επί των αισθήσεων. ΟΙ εμπαθείς λογισμοί που άλλοτε δεν άφηναν ήσυ­χη την επιφάνεια της θαλάσσης έχουν εξαφανισθή. Έχουμε «νοερά ησυχία των λογισμών». Ο νους κατά την έκφρασιν του μεγάλου θεο­λόγου και πνευματικού διδασκάλου Μαξίμου του Ομολογητού —7ος μ.Χ. αιών— κατέστη αμόλυντος και καθαρίστηκε εντελώς ακόμη και από την παραμικρή κατά φαντασία αμαρτωλή κίνησι — «και αυτής της ψιλής φαντασίας παντελής κάθαρσις».
Ένας που βασανίζεται από το πάθος της φιλαργυρίας θέλει όλο και να μαζεύη χρήματα. Ένας που έφθασε στην απάθεια είναι σε θέσι, αν το απαιτήση η περίστασις, να θυσιάση όλα του τα χρήματα και όλη του την περιουσία, ακόμη και την ίδια του την ζωή.
Ο εμπαθής άνθρωπος αλλιώς αισθάνεται ανάμεσα σε όμορφα νεαρά άτομα και αλλιώς σε άσχημα και ηλικιωμένα. Για τον απαθή δεν υπάρχει, πάλι κατά τον άγιο Μάξιμο, διαφορά «δικού σου και ξένου ή δικιάς σου και ξένης ή πιστού και άπιστου ή δούλου και ελευθέρου ή αρσενικού και θηλυκού... Όλους τους βλέπει όμοια και προς όλους συμπεριφέρεται με τον ίδιο τρόπο».
Ο απαθής δεν ενοχλείται αν ο διπλανός του τον υβρίση και τον κακολογήση. Η εσωτερική του χαρά δεν εξαρτάται από την ενδεχόμενη καλή ή κακή στάσι του άλλου, αλλά από την χάρι του Θεού, του απαθούς Θεού.
Ο Μ. Αντώνιος είχε ένα μαθητή, ονόματι Αμμωνά, που τον δια­δέχθηκε στην πνευματική καθοδήγησι των μοναχών του Πισπίρ —νοτιώτερα από το Κάϊρο— και που χειροτονήθηκε από τον Μ. Αθανάσιο επίσκοπος. Στις σχέσεις Μ. Αντωνίου και Αμμωνά αναφέρεται ένα ωραίο ανέκδοτο: Κάποτε ο άγιος Αντώνιος έβγαλε τον μαθητή του έξω από το κελλί και του έδειξε μία πέτρα. Του είπε να την υβρίση και να την χτυπήση. Το έκανε. Και του λέει ο Γέροντας, «μήπως έβγαλε φωνή η πέτρα; μήπως διαμαρτυρήθηκε;». «Όχι», αποκρίθηκε ο Αμμωνάς. Τότε ο Άγιος με την προφητική χάρι που είχε, παρετήρησε: «Και συ θα φθάσης σ’ αυτό το μέτρο». Δεν λάθεψε.
Όταν ο Αμμωνάς ασκήτευε στην Σκήτη, στην έρημο της Νιτρίας, αγωνιζόταν να υποτάξη το πάθος του θυμού, «δεόμενος του θεού νυκτός και ημέρας». Χρειάσθηκαν δεκατέσσερα χρόνια πάλη, ώσπου να το νικήση. Και γέμισε τόσο πολύ από αρετές, ώστε δεν εννοούσε τι θα  πη κακία και πάθος — «ως από πολλής αγαθότητος μηκέτι ειδέναι την κακίαν».
Για τους απαθείς ο Απόστολος είπε: «Όσοι είναι του Ιησού Χρι­στού έχουν σταυρώσει την σάρκα μαζί με τα πάθη και τις επιθυμίες» (Γαλ. 5, 24). ΟΙ απαθείς για τον Θεολόγο είναι γυιοί του Θεού. «Οποίος έχει γεννηθή από τον Θεό, δεν κάνει αμαρτία, διότι σπέρμα αυτού μέ­νει μέσα του, δεν μπορεί να αμαρτάνη διότι έχει γεννηθή από τον Θεό» (Α' Ιωαν. 3, 9).
Η απουσία αμαρτίας και παθών γεμίζει την ύπαρξι χαρά. Στο στά­διο της τελειώσεως υπάρχει υπέρτατη ευτυχία. «Χαρά ανεκλάλητη και δεδοξασμένη» κατά την φράσι του Κορυφαίου (Α' Πέτρ. 1, 8)· χαρά πλήρης και ωλοκληρωμένη· χαρά «πεπληρωμένη» κατά τον λόγο του Κυρίου (Ιωάν. 16, 24)· χαρά αναφαίρετη — «και την χαρά σας κανείς δεν μπορεί να σάς την αφαιρέση» (Ιωάν. 16, 22).
Αυτή η χαρά και η ειρήνη επηρεάζει ανάλογα όλη την συμπεριφο­ρά, και κατά φυσικό λόγο προξενεί κάποιες εντυπώσεις στους πέριξ ανθρώπους. Όταν οι Απόστολοι Παύλος και Σίλας κλείσθηκαν στην φυ­λακή των Φιλίππων, με δεμένα τα πόδια σε ξύλο, αντί να βογγούν και να γογγύζουν υμνούσαν τον Θεό. «Κατά τα μεσάνυχτα ο Παύλος και ο Σίλας προσεύχονταν και έψαλλαν ύμνους στον Θεόν, και οι άλλοι φυλα­κισμένοι τους άκουαν» (Πράξ. 16, 25). «Πολύ περίεργοι φυλακισμένοι είναι τούτοι» θα έλεγαν οι άλλοι. «Αντί να κλαίνε την μοίρα τους, τρα­γουδάνε!».
Ο βασιλεύς Αγρίππας Ηρώδης, εγγονός του Μεγάλου Ηρώδη απεφάσισε να θανατώση τον Απόστολο Πέτρο. Τον έδεσε με αλυσίδα και τον έκλεισε στην φυλακή. Πλησίαζε η ημέρα που θα τον παρουσία­ζε στον λαό προτείνοντας τον θάνατό του. Την παραμονή αυτής της ημέρας, θα έπρεπε ο Πέτρος να διακατέχεται από αγωνία, και το βράδυ να μη τον κολλάη ύπνος. Κάτι τέτοιο όμως δεν συνέβαινε. «Ο Πέτρος, δεμένος με δύο αλυσίδες, κοιμόταν μεταξύ δύο στρατιωτών» (Πράξ. 12,6). Οπωσδήποτε οι στρατιώτες θα έλεγαν: «Εδώ αύριο τον σκοτώ­νουνε! Που βρίσκει κουράγιο να κοιμάται ήρεμος»!
Σ’ αυτή την πνευματική κατάστασι, ο άνθρωπος γίνεται φλόγα αγάπης. Καίγεται η καρδιά του από αγάπη, για τον Θεό, για τους ανθρώπους, για τους καλούς, για τους κακούς, για τους φίλους, για τους εχθρούς, ακόμη και για τους δαίμονες! Τέτοια αγάπη είχε ο θεόπτης Μωυσής, όταν έλεγε προς τον Θεό για τους αμαρτήσαντες Ισραηλίτες- «αν μεν τους συγχωρήσης την αμαρτία, συγχώρησέ τους, ειδεμή εξάλειψε με κι εμένα από το βιβλίο σου» (Έξοδ. 32, 32). Τέτοια αγάπη είχε και ο Δαβίδ που έδωσε εντολή στους στρατηγούς του να μη φονεύσουν τον επαναστάτη γυιό του Αβεσσαλώμ. Αυτόν που είχε προβή σε απαίσιες και ακατανόμαστες σε βάρος του Δαβίδ πράξεις. «Λυπηθήτε για χάρι μου την ζωή του νεαρού Αβεσσαλώμ» (Β' Βασ. 18, 5). Τέτοια αγάπη είχε και ο Πρωτομάρτυς Στέφανος, όταν παρακαλούσε τον Θεό για τους φονευτές του. «Αφού γονάτισε έκραξε με μεγάλη φωνή: «Κύ­ριε, μη τους λογαριάσης την αμαρτία αυτή» (Πράξ. 7, 60). «Έκραξε με μεγάλη φωνή»! Μάλιστα, αυτό θα πη τελεία αγάπη.
Οποίος λοιπόν νοιώθει μέσα του ψυχρότητα για τους άλλους, ζή­λειες, αντιπάθειες, όταν δεν χαίρεται στην χαρά τους και δεν λυπάται στην λύπη τους, ας ξέρη πως βρίσκεται χαμηλά, πολύ χαμηλά σε σχέσι με την κορυφή του Ιερού βουνού.
Στην τάξι της τελειώσεως κατακτά κανείς τα ύψη της αγάπης. «Το όριο της αγάπης» γράφει ο άγιος Διάδοχος Φωτικής, «είναι να αυξάνη η φιλία σου προς αυτούς που σε βρίζουν». Οι άλλοι παίρνουν εχθρική θέσι απεναντί σου και συ φιλική· τόσο περισσότερο φιλική όσο εκείνοι εχθρική. Εκείνοι σε ανεβάζουν στον σταυρό κι εσύ λες, «Πατέρα, συγχώρησέ τους, δεν ξέρουν τι κάνουν» (Λουκ. 23, 34).
Όταν ένας άνθρωπος είναι γεμάτος ειρήνη, γεμάτος χαρά και γε­μάτος αγάπη, τότε η ψυχή του λάμπει, κι αυτό αντιφεγγίζει στο πρόσω­πό του. Τι ωραία μας περιγράφει ο Μέγας Αθανάσιος την ζωή του Με­γάλου Αντωνίου. Μεταξύ άλλων σημειώνει: «Όταν ήταν ο Αντώνιος μαζί με τους άλλους μοναχούς, και κάποιος που δεν τον γνώριζε ήθελε να τον δη, μόλις πλησίαζε προς το μέρος του περνούσε τους άλλους μοναχούς και κατευθυνόταν προς τον Μέγα Αντώνιο, ωσάν να τον τραβούσε το πρόσωπό του —«ως υπό των όψεων αυτού ελκόμενος».
Δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις των ανθρώπων της «τελειοποιού τάξεως», που το πρόσωπό τους περιλούσθηκε με δόξα θεϊκή. Όταν τον άγιο Στέφανο τον κάθισαν οι Ιουδαίοι υπόδικο στο συνέδριο και άρχι­σαν να του εκτοξεύουν τις ψευδείς κατηγορίες, «ατένισαν σ’ αυτόν όλοι όσοι ήταν στο συνέδριο και είδαν το πρόσωπό του σαν πρόσωπο αγγέλου» (Πράξ. 6, 15). Σχολιάζει ο άγιος Κύριλλος Ιεροσολύμων, «αγγελικάς απέλαμπεν αυγάς», σκορπούσε γύρω του λάμψεις αγγελικές. Και ο Μωϋσής την δεύτερη φορά που κατέβηκε από το όρος Σινά έλαμπε στο πρόσωπο. «Ήταν η όψις του χρώματος του προσώπου του γεμάτη δόξα» (Έξοδ. 34, 29).
Αυτά όλα γίνονται κατά το πρότυπο του Χριστού, που στην μεταμόρφωσί του στο όρος Θαβώρ «έλαμψε το πρόσωπό του σαν τον ήλιο και τα ενδύματά του έγιναν λευκά σαν το φως» (Ματθ. 17, 2).
Γενικά μπορούμε να πούμε, ότι η «τελειοποιός τάξις» έχει σαν πρότυπο τον Χριστό. Ο Απόστολος σημειώνει· «... μέχρις ότου φθάσουμε όλοι στην ενότητα της πίστεως και της βαθειάς γνώσεως του Υιού του Θεού, σε άνδρα τέλειο, στο μέτρο του τελείου αναστήματος του Χριστού» (Εφεσ. 4, 13). «Εις μέτρον ηλικίας του πληρώματος του Χριστού». Μέτρο της τελειότητος ο Χριστός.
Σ' αυτό το πνευματικό ύψος ο άνθρωπος γίνεται αληθινός θεολό­γος. Το μυαλό του διεισδύει στα μυστήρια που είναι κρυμμένα στην Παλαιό και Καινή Διαθήκη. Μπορεί να αναπτύσση ευχερώς θεολογικά θέματα, έστω κι' αν υστερή πολύ από πλευράς μορφώσεως. Ας μη ξεχνούμε ότι ο άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος ήταν ένας ψαράς της Γαλιλαίας. Θα αναφερθώ σε κάτι προσωπικό. Πολλές φορές εδιάβασα στην Γραφή το περιστατικό με τον πόλεμο των Ισραηλιτών προς τους Αμαληκίτες. Εκεί αναφέρεται: «Όταν ανύψωνε ο Μωυσής τα χέρια, νικού­σε ο Ισραήλ, και όταν τα κατέβαζε νικούσε ο Αμαλήκ». (Έξοδ. 17, 11). Το τι ακριβώς συνέβαινε με την στάσι του σώματος του Μωϋση, και ιδιαίτερα με το άνοιγμα των χεριών του, δεν το είχα καταλάβει σε βά­θος. Και το κατενόησα συζητώντας μ' έναν άγιο άνθρωπο, ο οποίος από πλευράς κοσμικής μορφώσεως ήταν στο πιο χαμηλό σημείο. Ούτε το Δημοτικό δεν είχε τελειώσει.
Σωστά τα λέει ο όσιος Συμεών ο νέος Θεολόγος: «Θα θεολογήσης θεολογικά ζητήματα της Καινής και της Παλαιάς Διαθήκης, και όλες τις θεολογίες που ήδη ελέχθηκαν και γράφθηκαν θα τις κατανοήσης ορθά και θα γίνης σαν μουσικό όργανο που αναδίδει ωραίους μελωδι­κούς ήχους και φθόγγους, ανώτερους από κάθε μουσική».
Πολύ παραστατικά εκφράζεται και ο όσιος Νικήτας ο Στηθάτος: «Νους που καθορίσθηκε από κάθε λάσπη γίνεται ουρανός γεμάτος αστέρια, δηλαδή λαμπρές και φωτεινότατες σκέψεις· και λάμπει σ’ αυτόν ο ήλιος της δικαιοσύνης και σκορπίζει στον κόσμο λαμπρές ακτίνες θεολογίας».
Ο κάθε Χριστιανός σαν μέλος της στρατευομένης Εκκλησίας έ­χει ορατούς και αοράτους εχθρούς. Οι εχθροί αυτοί συνηθίζουν να κα­ταστρώνουν δόλια σχέδια εναντίον του. Και είναι ως επί το πλείστον τόσο καμουφλαρισμένα που κανένας δεν μπορεί να τα διακρίνη. Όσοι όμως έφθασαν στο στάδιο της τελειώσεως τα παίρνουν είδησι και προφυλάττουν όσους κινδυνεύουν.
Τώρα μου έρχεται στο νου κάποια Ιστορία με τον προφήτη Ελισσαίο. Γινόταν τότε πόλεμος μεταξύ Συρίας και Ισραήλ. Ο Συριακός στρατός πολλές φορές έστηνε κάπου ενέδρα στους Ισραηλίτες. Κανέ­νας δεν το γνώριζε αυτό, μόνο ο Ελισσαίος που είχε φθάσει στην τελείωσι. Και ειδοποιούσε γι’ αυτό τον βασιλέα του Ισραήλ: «Πρόσεχε! Μη περάσης από το τάδε μέρος, διότι εκεί είναι κρυμμένος ο στρατός των Σύρων». «Εκεί Συρία κέκρυπται» (Δ' Βασ. 6, 9). Η καθαρότης του νου και η προσευχή δίνει την ικανότητα να βλέπουμε που κρύβονται οι δόλοι των δαιμόνων.
Σε πολύ αδρές γραμμές περιγράψαμε τα στάδια της πνευματικής ανόδου. Εκείνο που έχουμε να τονίσουμε τώρα είναι η συμβολή του θείου παράγοντος. Όλη αυτή η ανοδική πορεία μέχρι την κορυφή του όρους του Κυρίου είναι αδιανόητη χωρίς την ενεργό συμπαράστασι και βοήθεια του Θεού. Τα άγρια θηρία των παθών δεν εξουδετερώνονται μόνο με την ανθρώπινη προσπάθεια. Πως σώθηκε ο προφήτης Δανιήλ από τα πεινασμένα λιοντάρια. Με δική του δύναμι; Ασφαλώς όχι. Η Γραφή λέει: «Και έκλεισεν ο Θεός τα στόματα των λεόντων, και ου παρηνώχλησαν τω Δανιήλ» (Δαν. 6, 18).
Η θεϊκή δύναμις, η θεϊκή ενέργεια, η θεία χάρις πρέπει, να μας βοηθήση με την άμεση παρουσία της. Πως όμως θα την εφελκύσουμε; Ένα πρώτο μέσο είναι η προσευχή. Χωρίς προσευχή δεν έρχεται μέσα μας η εξ ύψους δύναμις.
Ρίχνοντας ένα βλέμμα στον χώρο της Ιεράς Ιστορίας διακρίνουμε πολυάριθμες επιβλητικές μορφές, Πατριάρχες Προφήτες, Αποστό­λους Διδασκάλους της Εκκλησίας. Απ’ όλη αυτή την χορεία ξεχωρί­ζουμε δύο. Πρόκειται για τον άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο και τον προ­φήτη Ηλία. Αυτοί ξεχωρίσθηκαν από τον Θεό για κάποια μεγάλη αποστολή. Ο πρώτος άνοιξε τον δρόμο για την Α' Παρουσία του Χριστού και ο δεύτερος, ο προφήτης Ηλίας, θα μας προετοιμάση για την Β' Πα­ρουσία. Σχετικώς προλέγει και ο προφήτης Μαλαχίας: «Ιδού εγώ θα αποστείλω σε σάς τον Ηλία τον Θεσβίτη προτού να έλθη η ημέρα του Κυρίου η μεγάλη και επιφανής κλπ.» (4, 4) Ημέρα Κυρίου μεγάλη και επιφανής είναι ασφαλώς η Β' Παρουσία. Και ο Ίδιος ο Κύριος διεκήρυξε μετά την μεταμόρφωσί του στο Θαβώρ, «Ηλίας μεν έρχεται πρώτον και αποκαταστήσει πάντα» (Ματθ. 17, 11).
ΟΙ δύο αυτοί Ιεροί άνδρες έφθασαν στο στάδιο της τελειώσεως. Ανέβηκαν στις πιο ψηλές κορυφές. Απέκτησαν μεγάλη πνευματική δύναμι, γι’ αυτό και τους ανατέθηκε τόσο μεγάλη αποστολή. Και οι δύο μας στέλνουν κάποιο μήνυμα. Όχι με λόγια, αλλά με την ζωή τους. Και οι δύο αποσύρονταν σε ήσυχες ερημικές περιοχές, ο ένας στις ερημιές της Ιουδαίας και ο άλλος στα σπήλαια του όρους Καρμήλου και καλ­λιεργούσαν την προσευχή. Λες και ολόκληρη η ζωή τους έγινε μια προσευχή.
Είναι απαραίτητο λοιπόν ο καθένας μας να ξεκλέβη κάποιο χρόνο και να βρίσκη ένα ήσυχο μέρος για να αφοσιώνεται στην προσευχή. Δεν θα ήταν τολμηρό να προτείναμε: να σηκώνεται τα μεσάνυχτα μέσα στην νυκτερινή ησυχία και να εργάζεται μισή ή μία ώρα την προσευχή. Όπως έκανε και ο Δαβίδ: «Τα μεσάνυχτα σηκωνόμουν», έλεγε, «για να δοξολογήσω τα κρίματα της δικαιοσύνης σου» (Ψαλμ. 118, 62). Θυμά­μαι ένα ευλογημένο ηλικιωμένο Ιερέα που έλεγε απλά και χαριτωμένα, «όσο αξίζουν επτά προσευχές της ημέρας, αξίζει μία νυχτερινή προσευχή».
Διαβάζοντας προσεκτικά το βιβλίο του προφήτου Δανιήλ διαπι­στώνουμε ότι όλη η σοφία του και ο κατά Θεόν φωτισμός του ωφειλόταν στην καλλιέργεια της νυκτερινής προσευχής. Και ωρισμένες φορές αυτές τις Ιερές ώρες αντίκρυσε οράματα κοσμοϊστορικής σημασίας ή εξήγησε όνειρα και οράματα βασιλέων που κανείς άλλος δεν μπορού­σε. Παραθέτουμε αποσπασματικά κάποιες φράσεις από το βιβλίο του: «Τότε τω Δανιήλ εν οράματι της νυκτός το μυστήριον απεκαλύφθη...» (2,19). «Εγώ Δανιήλ εθεώρουν εν οράματί μου της νυκτός, και Ιδού οι τέσσαρες άνεμοι του ουρανού προσέβαλον εις την θάλασ­σαν την μεγάλην...» (7, 2). «Εθεώρουν εν οράματι της νυκτός και ιδού μετά των νεφελών του ουρανού ως υιός ανθρώπου ερχόμενος ην και έως του παλαιού των ημερών έφθασε...» (7, 13).
Για ν’ αποκαταστήσουμε την θεϊκή δύναμι που θα μας ανεβάση πνευματικά χρειάζεται προσευχή. Ο Απόστολος Παύλος που ανυψώθηκε μέχρι τρίτου ουρανού μας συνιστά εντατικοποίησι στο θέμα της προσευχής. Στην προς Ρωμαίους επιστολή υπάρχει η φράσις, «τη προσευχή προσκαρτερούντες» (12, 12). «Προσκαρτερώ» σημαίνει εγκαρτερώ, επιμένω καρτερικά. Επιμονή λοιπόν και εγκαρτέρησις στην προσευχή. Και στην Α' προς Θεσσαλονικείς επιστολή συνιστά το «αδιαλείπτως προσεύχεσθε» (5, 17). Να προσευχώμαστε δηλαδή συ­νεχώς και ακαταπαύστως, χωρίς διακοπές και χωρίς διαλείμματα. Αν αφήσουμε χωρίς προσευχή το νου μας, μπορεί εκείνη την ώρα να σπείρη ο εχθρός κάποια ζιζάνια. Όταν καίη ακατάπαυστα η φωτιά της προ­σευχής, τα κουνούπια και οι μυΐγες του διαβόλου δεν πλησιάζουν, γιατί ξέρουν πως θα καούν. Και όταν η προσευχή είναι πολύ δυνατή, ολόκληρος ο ψυχικός μας κόσμος γίνεται πυρός φλόγα. Αυτό μαρτυρεί και η πείρα των προσευχομένων οσίων της Εκκλησίας μας. Η Κλίμακα στον λόγο περί προσευχής σημειώνει: «Μερικοί όταν εξέρχωνται από την προσευχή, είναι σαν να εξέρχωνται από φλογισμένο καμίνι».
Το σπουδαίο με την προσευχή είναι ότι όχι μόνο μας βοηθεί στην άνοδο προς τον Θεό, αλλά μας δείχνει και σε ποιο σημείο της ανόδου βρισκόμαστε. Αυτό στην Κλίμακα διατυπώνεται ως εξής: «Προσευχή έστιν... έσοπτρον προκοπής, μέτρων εμφάνεια». Η προσευχή δηλαδή είναι καθρέπτης που σου δείχνει τι πρόοδο έκανες, η προσευχή φανε­ρώνει σε ποια πνευματικά μέτρα βρίσκεσαι. Όταν κανείς διώχνη με ευκολία τις προσβολές του εχθρού στην ώρα της προσευχής, σημαίνει ότι έχει κάπως προοδεύσει. Όταν προσεύχεται απερίσπαστα χωρίς να χάνη τα νοήματα και χωρίς να φεύγη ο νους του, σημαίνει ότι προχώρησε περισσότερο. Όταν αισθάνεται έντονα την παρουσία της Χάριτος μέσα του και νοιώθη ανέκφραστα σκιρτήματα και πρωτοφανείς συγκινήσεις, σημαίνει ότι έχει ανεβή ψηλά.
Με την εγκαρτέρησι στην προσευχή και την συνεχή μνήμη και επίκλησι του Χριστού μπορεί να νοιώση ο άνθρωπος μέσα του αισθητά την χάρι του Αγίου Πνεύματος. Μπορεί να αισθανθή στο στήθος να έχη ανάψει κάποια φωτιά που καίει χωρίς να καίη. Πρόκειται για την χάρι του Αγίου Πνεύματος που έλαβε την ημέρα που βαπτίσθηκε. Αυτό υπογραμμίζει κι ένας μεγάλος διδάσκαλος της προσευχής, ο άγιος Γρηγόριος ο Σιναΐτης, αυτός που έμαθε στις αρχές του 14ου αιώνος στους μοναχούς του Αγίου Όρους την λεγομένη νοερά προσευχή, όταν λέη· «προσευχή έστι βαπτίσματος φανέρωσις».
Σε πολλά Πατερικά κείμενα βλέπουμε να γίνεται λόγος για την μυ­στική αυτή φωτιά, που την ονομάζουν «καρδιακή θέρμη» ή «εγκάρδιον πυρ». «θεία θέρμη», «θερμότητα της χάριτος» «νοητόν πυρ», «υπερουράνιον πυρ» «θείον και άϋλον πυρ». Ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης την ονομάζει»θέρμην υπερφυσικήν εκ της χάριτος του Αγίου Πνεύματος». Πρόκειται για εκείνο ακριβώς που αισθάνονταν στην καρδιά τους οι δύο μαθηταί που μαζί με τον Αναστάντα Χριστό βάδιζαν προς Εμμαούς. Τι είπαν; «Η καρδιά μας δεν έκαιγε μέσα μας καθώς μας μιλού­σε στον δρόμο και μας ερμήνευε τις Γραφές»; (Λουκ. 24, 32).
Υπάρχει όμως και ανώτερη πνευματική κατάστασις. Σ' αυτήν η χάρις του Αγίου Πνεύματος κατά την ώρα της προσευχής εμφανίζεται σαν θεϊκό φως, σαν ουράνιο άϋλο φως.
Παρατηρεί ο άγιος Γρηγόριος ο Σιναΐτης, που μνημονεύθηκε πιο πάνω: «Η προσευχή στους αρχαρίους είναι σαν ευφρόσυνη φωτιά που αναδίδεται από την καρδιά, ενώ στους τελείους φως που σκορπίζει ευωδία».
Μεγάλη λοιπόν υπόθεσις η προσευχή. Ανάλογα με την πνευματι­κή κατάστασι που δημιουργεί μέσα σου, δείχνει σε ποιο σκαλοπάτι βρίσκεσαι.
Κι όταν κανείς δεν επιθυμή να προσεύχεται η προσεύχεται ελάχιστα κι αυτό με το ζόρι, δείχνει την πνευματική του φτώχεια και δυσ­τυχία, για να μη πούμε τον πνευματικό του μαρασμό και θάνατο.
Για την ορειβασία στο όρος του Κυρίου, εκτός από την προσευχή υπάρχουν και άλλα μέσα που πρέπει να χρησιμοποιήσουμε. Ας τα δού­με κι αυτά.
Ο Κύριος είπε: «Εγώ είμαι η κληματαριά η αληθινή... Καθώς το κλαδί της κληματαριάς δεν μπορεί να φέρη καρπό μόνο του, αν δεν μείνη στην κληματαριά, έτσι και σεις εάν δεν μείνετε ενωμένοι με μένα» (Ιωάν. 15: 1,4). Από την κληματαριά προχωρούν οι ζωογόνοι χυμοί στα κλωνάρια και τα καθιστούν καρποφόρα. Χυμοί αδιόρατοι, μυστικοί. Αυτοί οι μυστικοί χυμοί εξεικονίζουν την μυστική χάρι που προσφέρουν τα μυστήρια της Εκκλησίας, το βάπτισμα, το χρίσμα, η εξομολόγησις, η θεία Ευχαριστία κτλ.
Στην Α' προς Κορινθίους επιστολή οι Απόστολοι χαρακτηρίζονται ως «οικονόμοι μυστηρίων Θεού» (4, 1). Οικονόμοι σημαίνει διαχειρι­στές. Στην προς Τίτο επιστολή οι πρεσβύτεροι της Εκκλησίας ονομάζονται «οικονόμοι Θεού». «Πρέπει ο επίσκοπος να είναι ακατηγόρητος σαν οικονόμος του Θεού...» (1, 7). Έφ’ όσον λοιπόν την μυστική χάρι του Θεού την βρίσκουμε κοντά στους κληρικούς που τελούν τα μυστήρια και διαχειρίζονται τα πλούτη του οίκου του Θεού, και έφ’ ό­σον είναι απαραίτητη στην ανάβασι η ενίσχυσις από την μυστική αυτή χάρι, συμπεραίνουμε ότι καθίσταται αδύνατη η ανοδική μας πορεία χω­ρίς την βοήθεια των ποιμένων της Εκκλησίας.
Για ν’ ανεβή κάποιος στα ύψη, πρέπει να είναι ζωντανός. Ο νε­κρός δεν το κάτι τέτοιο. Για τα πνευματικά ύψη απαιτείται να εί­ναι ο άνθρωπος ζωντανός πνευματικά. Και αυτή η ζωή εξασφαλίζεται από κάποια τροφή. Πως να ζήση κανείς, αν δεν τρέφεται; Και η τροφή αυτή υπάρχει στην «τράπεζα του Κυρίου» (Α' Κορ. 10, 21). Ο Κύριος  το είπε κατηγορηματικά: «Αμήν, αμήν λέγω υμίν, εάν μη φάγητε την σάρκα του υιού του ανθρώπου και πίητε αυτού το αίμα, ουκ έχετε ζωήν εν εαυτοίς» (Ιωάν. 6, 53). Αυτό θα πη να τρέφωνται τα κλωνάρια από την κληματαριά με ζωτικούς χυμούς.
Τροφή πνευματική υπάρχει και στην μελέτη της Γραφής. Κάτω από τις λέξεις και τις έννοιες της Αγίας Γραφής κρύβεται φοβερή πνευ­ματική δύναμι, που αν την μεταφέρουμε στην ψυχή μας ενισχυόμαστε αφάνταστα για την άνοδό μας στα ύψη. «Δεν είναι τα λόγια μου σαν φωτιά που φλογίζει, λέγει ο Κύριος, και δεν είναι σαν τσεκούρι που σπάζει βράχους;» (Ιερμ. 23, 29). Τα λόγια της Γραφής είναι λόγια Θεού, και τα λόγια του Θεού μπορούν να φτιάξουν το σύμπαν, να το κα­ταστρέψουν και να το ξαναφτιάξουν. «Αυτός είπε, και δημιουργήθηκαν (τα πάντα)» (Ψαλμ. 148, 5). «Να, όλα τα κάνω καινούργια» (Αποκ. 21, 5).
Για να μπορέση κανείς ν’ ανεβή στο όρος του Κυρίου, χρειάζεται θέλησις και ζήλος. Πρέπει ν’ αγαπήση τα ύψη. Σ’ αυτό βοηθεί η συνα­ναστροφή με ανθρώπους που είναι ήδη ανεβασμένοι εκεί. Ένας που συναναστρέφεται με ορειβάτες, οπωσδήποτε θα ζηλέψη κάπως κι’ αυτός το ανέβασμα στις κορυφές των βουνών.
Υπάρχουν και ωρισμένα βιβλία, γραμμένα από αετούς του Πνεύ­ματος, όπου καταγράφονται υψηλές πτήσεις. Περιγράφονται και κάποια πνευματικά βιώματα που κηρύττουν πως άπ' αυτήν την ζωή μπορεί κα­νείς να γευθή τον παράδεισο. Στις ομιλίες λ.χ. του αγίου Μακαρίου του Αιγυπτίου συναντούμε τέτοιες μαρτυρίες:
«Όσοι έχουν ένοικο της ψυχής τους τον Χριστό και οδηγούνται από το Πνεύμα, μερικές φορές είναι σαν να βρίσκωνται σε βασιλικό δείπνο, και ευφραίνονται και αγάλλονται με αγαλλίασι και ευφροσύνη απερίγραπτη. Άλλοτε είναι σαν τη νύφη που αναπαύεται με τον νυμφίο με θεϊκή ανάπαυσι. Άλλοτε γίνονται σαν ασώματοι άγγελοι. Παρ’ όλο που έχουν σώμα νοιώθουν τόσο απαλά και ανάλαφρα. Άλλοτε μοιά­ζουν σαν να γλεντούν με μεθυστικό ποτό. Μεθούν με Άγιο Πνεύμα σε μέθη θεϊκή και σε μυστήρια πνευματικά. Άλλοτε είναι σαν να βρίσκωνται σε κλάματα και θρήνους για το ανθρώπινο γένος. Προσεύχονται για όλο τον Αδάμ και καίγονται για όλη την ανθρωπότητα, λαμβάνοντας πένθος και κλάματα από την αγάπη του Πνεύματος. Άλλοτε με υπερβολική χαρά ανάβουν από το Πνεύμα και καίγονται στην αγάπη, ώστε αν ήταν δυνατό κάθε άνθρωπο να τον βάλουν στα σπλάγχνα τους, χωρίς να κάνουν διάκρισι κακού και καλού. Άλλοτε καταλαμβάνονται από το ταπεινό φρόνημα του Πνεύματος και κατεβαίνουν κάτω από κάθε άν­θρωπο, θεωρώντας τον εαυτό τους πιο τελευταίο και πιο μικρό απ’ ό­λους... Άλλοτε μοιάζουν με ρωμαλέο άνδρα που φόρεσε βασιλική πα­νοπλία και κατέβηκε να πολεμήση τους εχθρούς και τους αντιμετώπισε επιτυχώς με νίκη... Άλλοτε η ψυχή αναπαύεται με υπερβολική ησυχία και γαλήνη και ειρήνη, νοιώθωντας απερίγραπτη πνευματική ηδονή και ανάπαυσι και ευεξία. Άλλοτε αποκτά από τη θεία χάρι μία σύνεσι και σοφία απερίγραπτη και μία γνώσι πνευματική ανεξερεύνητη, πράγμα που δεν μπορεί να περιγράψη ανθρώπινη γλώσσα. Και άλλοτε γίνεται σαν ένας συνηθισμένος άνθρωπος. Με τέτοιους ποικίλους τρόπους η Χάρις επισκέπτεται την ψυχή και ενεργεί σ’ αυτήν· και με τέτοιους πολ­λούς τρόπους την οδηγεί» (ομιλ. 18η).
«Άλλοτε η Χάρις κάνει ώστε να νοιώθη ειρήνη όλος ο εσωτερικός κόσμος και η καρδιά, ώστε η ψυχή από την πολλή χαρά να φαίνεται σαν άκακο παιδί. Τότε ο άνθρωπος δεν κατακρίνει κανένα είτε ειδωλολάτρη είτε Εβραίο είτε αμαρτωλό είτε κοσμικό, αλλά μέσα του έχει κα­θαρό μάτι και μ' αυτό όλους τους βλέπει καθαρούς και νοιώθει χαρά για όλον τον κόσμο και όλους θέλει να τους προσκυνή και να τους αγαπά, ειδωλολάτρες, Εβραίους.
»Άλλοτε αισθάνεται σαν εκείνον που φόρεσε κάτι σαν ένδυμα φωτεινό, τέτοιο που δεν βρίσκεται σ’ αυτόν τον κόσμο και δεν μπο­ρούν να το κατασκευάσουν ανθρώπινα χέρια (σαν τα ενδύματα του Κυρίου επάνω στο όρος όπου ανέβηκε ο Κύριος με τον Ιωάννη και τον Πέτρο και τα έκανε να αστράφτουν), και φορώντας το, να νοιώθη κατάπληξι και θαυμασμό.
«Άλλοτε ξεθαρρεύει στον Υιό του Θεού σαν υιός βασιλέως στον πατέρα του, και εισέρχεται μέσα στο παλάτι σε πολλά διαμερίσματα, και όσο προχωρεί του ανοίγονται καινούργια· σαν να λέμε ότι μπήκε σε εκατό δωμάτια του παλατιού και του ανοίχθηκαν και άλλα εκατό. Και γί­νεται πλούσιος και όσο πλουτίζει, πάλι του δείχνονται άλλα πιο και­νούργια θαυμαστά πράγματα. Και νοιώθει ότι του εμπιστεύεται ο ουράνιος Βασιλεύς σαν σε γυιό του και κληρονόμο πράγματα που δεν λέ­γονται από άνθρωπο και δεν διαρθρώνονται με γλώσσα ανθρώπινη.
»Άλλοτε νοιώθει ότι ένα θεϊκό φως φωτίζει την καρδιά του, που ανοίγει πιο μέσα και πιο βαθειά και φανερώνεται καινούργιο φως που προηγουμένως κρυβόταν, με αποτέλεσμα να καταπίνεται ο άνθρωπος από εκείνη την γλυκύτητα και θεωρία και τα απόκρυφα μυστήρια, ώστε εκείνες τις ώρες να αισθάνεται ότι ελευθερώθηκε κι έφθασε στην τε­λειότητα, ότι έγινε καθαρός και ελεύθερος από την αμαρτία» (ομιλ. 8η).
Ω, τι θαυμάσια βιώματα! Με πόσο πλούσιο μισθό αμείβεται ο πνευματικός αγώνας! Πράγματι «δεν ανέβηκαν σε σκέψι και καρδιά ανθρώπου όσα ετοίμασε ο Θεός σ’ όσους τον αγαπούν» (Α' Κορ. 2, 9).
Πολλές φορές που επισκέφθηκα το Άγιον Όρος και συναναστράφηκα αγωνιστές μοναχούς έμαθα για αρκετές πνευματικές εμπειρίες τους. Θα χρειαζόταν ειδικό βιβλίο να τις καταγράψω. Αλλά το 1979 εκδόθηκε στην Θεσσαλονίκη βιβλίο άγνωστου Αγιορείτου ασκητού, όπου συναντά κανείς άφθονα ιερά βιώματα. Ο τίτλος του, «Νηπτική Θεωρία». Βιβλίο με πλούσια καταγραφή πνευματικών πτήσεων.
Εκεί αναφέρεται ότι, όποιος προσεύχεται «αδιαλείπτως» προς τον Χριστό, φθάνει στο σημείο να δη μέσα στον εαυτό του και να ζήση προσωπικά και να κατανοήση με ανερμήνευτο τρόπο όσα είναι γραμμέ­να στην Αγία Γραφή και δεν μπόρεσαν να μας τα παραδώσουν γραπτά οι διδάσκαλοι της Εκκλησίας, διότι επρόκειτο για ζητήματα δυσνόητα και υψηλά. Επίσης φθάνει στο σημείο να δη σαν σε καθρέπτη με θεϊκή αποκάλυψι την ωραιότητα και την θεϊκή ευγένεια της ψυχής του. Επί­σης, ο Χριστός που «αδιαλείπτως» μελετάται με την νοερά προσευχή του αποκαλύπτει με μυστικό τρόπο τον επουράνιο Πατέρα. Επίσης συμβαίνει κάποτε να νοιώση ότι τον ευλογεί από τον ουρανό το χέρι του Χριστού και εισέρχεται μέσα στην ύπαρξί του η ουρανία αυτή ευλογία. «Χύνεται (η ευλογία αυτή) αόρατα πάνω στην ψυχή του τόσο ή­συχα - ήσυχα, σαν το χιόνι που πέφτει από τα ύψη του αθέρα όταν δεν φυσά καθόλου αέρας. Με την διαφορά ότι το χιόνι, παρ’ όλο που πέ­φτει ήσυχα - ήσυχα είναι ψυχρότατο, ενώ η ευλογία που πέφτει από το άγιο χέρι του Χριστού είναι μεν λευκότατη σαν το χιόνι και περισσότε­ρο από αυτό («θα γίνω πιο λευκός από το χιόνι» λέει η Γραφή), όχι ό­μως ψυχρότατη. Αντίθετα είναι γεμάτη παρηγοριά, γλυκύτατη, χαριέστατη και ψυχοθερμότατη με αποτέλεσμα να ενδυναμώση υπερβολικά την ψυχή στην υπηρεσία και στο θέλημα του Χριστού. «Θα προχωρούν από δύναμι σε δύναμι» λέει ο Ψαλμός. Έτσι και η ψυχή θα προχωρή από δύναμι πνευματική σε δύναμι πνευματική».
Υπάρχουν περιπτώσεις, σύμφωνα με την «Νηπτική Θεωρία», που ο Θεός δείχνει στον αγωνιστή του πνεύματος και κάποιο όραμα. Βέβαια συνιστάται έντονα η προσοχή να γίνεται διάκρισις, γιατί και εκ της πλά­νης προέρχονται πολλές φορές οράματα. Αλλά η ύπαρξις κίβδηλων νο­μισμάτων δεν μπορεί να θέση σε ανυπαρξία τα γνήσια νομίσματα.
Ο ανώνυμος συγγραφεύς του βιβλίου αυτού αναφέρει πάρα πολ­λά για την νοερά προσευχή, με ζωηρό λόγο και πρωτότυπες εικόνες. Σχετικά μ’ αυτό το ζήτημα κάποτε είδε ένα θεσπέσιο όραμα: Πετούσαν γύρω του περιστέρια κάτασπρα σαν το χιόνι, αναρίθμητα σαν την άμμο της θάλασσας. Άπλωνε το χέρι του κι έπιανε λίγα όσα πετούσαν κοντά του. Λυπόταν που δεν μπορούσε να πιάση περισσότερα. Μερικά πετούσαν κοντά ολόγυρά του, αλλά μόλις πήγαινε να τα πιάση υψώνονταν και απομακρύνονταν. Πιο πέρα υπήρχε ένα ποτάμι που φαινόταν ό­τι έβγαινε από το κέντρο της γης κι έτρεχε αργά, γαλήνια και μεγα­λόπρεπα. Μερικά από τα περιστέρια πετούσαν και χτυπούσαν επάνω στα νερά τα φτερά τους σαν να έκαναν χαρούμενα παιγνίδια.
Όπως του δόθηκε η εξήγησις αργότερα με άλλο όραμα, τα πο­λυάριθμα περιστέρια συμβόλιζαν νοήματα περί νοεράς προσευχής. Ό­σα έγραψε στο βιβλίο εικονίζονταν από όσα έπιασε με τα χέρια του. Ο ποταμός συμβόλιζε την κατάνυξι που αναβρύει από τις θεοφιλείς καρ­διές. Τα παιγνιδίσματα των περιστεριών στα νερά φανέρωναν την χαρά της χάριτος στην κατανυκτική καρδιά.
Για την χάρι της κατανύξεως σημειώνει αλλού ο ίδιος συγγραφεύς: «Άλλοτε χύνονται κρουνηδόν τα δάκρυα και βρέχεται όχι μόνο το πρόσωπο του ανθρώπου, αλλά και τα φορέματά του και το έδαφος. Άλλοτε πάλι βρέχονται από τα δάκρυα μόνο τα μάτια. Και άλλοτε δροσίζεται εσωτερικά η διάνοια και η καρδιά, όπως δροσίζεται τις ανοιξιάτικες νύχτες η γη από την δροσιά του ουρανού». Και η ποικιλόμορφη αυτή κατάνυξις ανανεώνεται με «την θεωρία του νοός». Δηλαδή «όντας ο νους από την κατάνυξι καθαρώτατος, λαμπικαρώτατος και υψηλότατος, εκτείνεται στα ουράνια κάλλη, στα άφθαρτα δημιουργήματα, στα νοητά τάγματα, στην δοξολογία του Θεού, στην προσκύνησι του Κτί­στου, στον θαυμασμό των έργων του, στην έκπληξι της μεγαλοσύνης του και στο ακατανόητο της θεότητος. Αυτά μελετώντας με κάποια ζωηρότητα ο καθαρώτατος και αθόλωτος νους γλυκαίνεται άρρητα και απερίγραπτα. Και η γλυκύτητα αυτή ανανεώνει την κατάνυξι στην καρ­διά και χύνουν τα μάτια δάκρυα, όχι λιγώτερα από τα πρώτα... Με το χύσιμο των δακρύων φεύγει η αναισθησία της ψυχής... χάνεται η αμέλεια, διαλύεται η ολιγοπιστία της καρδιάς και γίνεται η διάνοια καθαρή σαν τον ουρανό μετά την κατάπαυσι της βροχής».
Το δόσιμο στην προσευχή και στην κατάνυξι οδηγεί στην απόκτησι της σοφίας. «Αναβρύουν — σημειώνει ο ίδιος συγγραφεύς— από την καρδιά οι ποταμοί του ζώντος ύδατος, δηλαδή τα πνευματικά νοήματα και οι χείμαρροι της αγίας σοφίας... Γεννάται και αναβρύει λόγος διδα­κτικός, λόγος σωτήριος, λόγος καρπερός, λόγος σοφός, λόγος άγιος, λόγος αγαθός... Και η γλώσσα δεν προφθάνει να παρουσιάση τα νοή­ματα που γεννά η καρδιά».
Ας μελετούμε λοιπόν αυτά τα υπέροχα βιβλία που περιγράφουν, να το πούμε έτσι, το ανέβασμα του Μωυσή στην αγία κορυφή του Σινά, το αντίκρυσμα της θείας δόξης.
Ας μελετούμε τους βίους των Πατέρων, των μαρτύρων, των ασκητών. Όλα αυτά τα κείμενα είναι εγχειρίδια ορειβατικής τέχνης. Όλες αυτές οι μορφές είναι αετοί πνευματικοί. Ας τους ζηλέ­ψουμε με ζήλο επαινετό. Όλοι τους μας παροτρύνουν να φύγουμε από τις σκοτεινές περιοχές και να πάμε στις φωτεινές· ν’ αφήσουμε πίσω μας τους τόπους της δυσωδίας και ν’ ανεβούμε σε τόπους ευωδιαστούς· ν’ αφήσουμε την αμαρτωλή και ειδωλολατρική Αίγυπτο και να πορευθούμε σαν τον Μωυσή στο όρος Σινά.
Όλοι τους μας λένε με το στόμα του οσίου Ιωάννου, συγγραφέως της Κλίμακος: «Αναβαίνετε, αναβαίνετε αδελφοί, αναβάσεις προθύμως εν καρδία τιθέμενοι». Και ερωτούν με το στόμα του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου: «Ποιος ξεκινώντας την καρποφορία από τα τριάντα, προχώρησε στα εξήντα και τερμάτισε στα εκατό; Ας ενεργή έτσι, ώστε να προχωρή και να γίνεται μεγάλος σαν τον Ισαάκ και να πορεύεται από δύναμι σε δύναμι, τραγουδώντας τις ωδές των Ανα­βαθμών και αποφασίζοντας στην καρδιά του αναβάσεις» (Λόγος 26ος). Ας αποκριθούμε κι εμείς και ας πούμε αποφασιστικά: «Δεύτε και αναβώμεν εις το όρος Κυρίου και εις τον οίκον του Θεού Ιακώβ». Δεν πλασθήκαμε για τα βάθη του κακού, αλλά για τα ύψη των αρετών. Δεν πλασθήκαμε για τα σκότη της αβύσσου, αλλά για την φωτοχυσία του Θαβώρ. Ελάτε λοιπόν ν’ ανεβούμε.
«Δεύτε και αναβώμεν εις το όρος Κυρίου».


Από το βιβλίο: ΠΕΡΙΠΑΤΟΙ ΣΤΗΝ ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ

Αντιαιρετικόν Εγκόλπιον       www.egolpion.com  
5   ΑΠΡΙΛΙΟΥ  2013

Read more: http://www.egolpion.com/defte_anavomen.el.aspx#ixzz2idp3NWj1

ΚΛΙΜΑΚΑ:Λόγος ΣΤ': Περί μνήμης θανάτου & Ζ': Περί του χαροποιού πένθους

ΚΛΙΜΑΚΑ:Λόγος ΣΤ': Περί μνήμης θανάτου & Ζ': Περί του χαροποιού πένθους


 
ΛΟΓΟΣ ΑΣΚΗΤΙΚΟΣ

ΕΠΟΝΟΜΑΖΟΜΕΝΟΣ
«ΠΛΑΚΕΣ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑΙ»


ΤΟΥ ΑΒΒΑ ΙΩΑΝΝΟΥ ΚΑΘΗΓΟΥΜΕΝΟΥ ΤΩΝ ΜΟΝΑΧΩΝ
ΤΟΥ ΟΡΟΥΣ ΣΙΝΑ


τον οποίον απέστειλε εις τον αββάν Ιωάννην, καθηγούμενον της Ραϊθού.
Είναι διηρημένος εις τριάκοντα κεφάλαια,τα οποία ωσάν βαθμίδες κλίμακος,
αναβιβάζουν όσους τα ακολουθούν από τα χαμηλότερα εις τα υψηλότερα,
εξ ου και το βιβλίον ωνομάσθη

Κ  Λ  Ι  Μ  Α  Ξ

ΛΟΓΟΙ - ΕΚΤΟΣ: Περί μνήμης θανάτου & ΕΒΔΟΜΟΣ: Περί του χαροποιού πένθους


ΛΟΓΟΣ ΕΚΤΟΣ
Περί μνήμης θανάτου




Πριν από κάθε λόγο προηγείται η σκέψις. Έτσι και η μνήμη του θανάτου και των αμαρτιών μας προηγείται από τα δάκρυα και το πένθος. Διά τούτο και τα ετοποθετήσαμε στην φυσική τους θέσι και σειρά του λόγου.


2. Η μνήμη του θανάτου είναι καθημερινός θάνατος. Και η μνήμη της εξόδου μας από την ζωή αυτή, είναι συνεχής στεναγμός.

3. Η δειλία του θανάτου είναι φυσικό ιδίωμα του ανθρώπου, το οποίον οφείλεται στην παρακοή του Αδάμ. Ο τρόμος όμως του θανάτου αποδεικνύει ότι υπάρχουν αμαρτίες για τις οποίες δεν εδείχθηκε μετάνοια.

4. Δειλιάζει ο Χριστός εμπρός στον θάνατο, αλλά δεν τρέμει, για να δείξη καθαρά τα ιδιώματα των δύο Του φύσεων, (θείας και ανθρώπινης).

5. Όπως ο άρτος είναι αναγκαιότερος από κάθε άλλη τροφή, έτσι και η σκέψις του θανάτου από κάθε άλλη πνευματική εργασία.

6. Η μνήμη του θανάτου σ΄αυτούς που ζουν στο Κοινόβιο δημιουργεί κόπους, λεπτολόγησι των αμαρτιών τους και γλυκειά υποδοχή των «ατιμιών». Ενώ στους ησυχαστάς πού ζουν μακρυά από θορύβους προξενεί απελευθέρωσι από βιοτικές φροντίδες, αδιάλειπτη προσευχή και φυλακή του νου - αρετές πού είναι και μητέρες και θυγατέρες της μνήμης του θανάτου.

7. Όπως ξεχωρίζει ο κασσίτερος από το ασήμι, όσο και αν ομοιάζουν εξωτερικά, έτσι είναι καταφανής και έκδηλη στους διακριτικούς η φυσική από την παρά φύσιν δειλία του θανάτου.

8. Αληθής απόδειξις εκείνων πού με όλη τους την καρδιά συναισθάνονται και ενθυμούνται τον θάνατο είναι η θεληματική απροσπάθεια προς κάθε κτίσμα και η τελεία απάρνησις του ιδίου θελήματος. Εκείνος πού καθημερινά περιμένει τον θάνατο είναι οπωσδήποτε δόκιμος και σπουδαίος αγωνιστής. Ενώ εκείνος πού τον επιθυμεί κάθε ώρα είναι άγιος.

9. Δεν είναι πάντοτε καλή η επιθυμία του θανάτου. Υπάρχουν βέβαια εκείνοι πού αμαρτάνουν συνεχώς παρασυρόμενοι από την κακή συνήθεια και οι οποίοι ζητούν με ταπείνωσι τον θάνατο (για να παύσουν πλέον να αμαρτάνουν). Υπάρχουν όμως και αυτοί πού δεν αποφασίζουν να μετανοήσουν και πού επικαλούνται τον θάνατο από απελπισία. Είναι ακόμη και εκείνοι πού έχουν την υπερήφανη ιδέα για τον εαυτό τους ότι έγιναν απαθείς, και άρα δεν φοβούνται πλέον τον ερχομό του θανάτου. Υπάρχουν τέλος και άλλοι -εάν βέβαια υπάρχουν τέτοιοι και στην εποχή μας- οι οποίοι επιζητούν να εκδημήσουν (προς Κύριον), διότι τους παρακινεί η μυστική ενέργεια του Αγίου Πνεύματος.

10. Μερικοί ευσεβείς έχουν την απορία και ζητούν να μάθουν, γιατί άραγε, αφού τόσο πολύ μας ευεργετεί η μνήμη του θανάτου, ο Θεός μας απέκρυψε την ώρα του, χωρίς να καταλαβαίνουν ότι με αυτόν ακριβώς τον τρόπο ο Θεός επιτυγχάνει θαυμάσια την σωτηρία μας! Διότι κανείς δεν θα προσερχόταν αμέσως στο βάπτισμα ή στην μοναχική πολιτεία, εάν εγνώριζε την ώρα του θανάτου του. Θα περνούσε όλες τις ημέρες της ζωής του μέσα στην αμαρτία και μόνο όταν πλησίαζε η ώρα του θανάτου του θα έτρεχε προς το βάπτισμα και την μετάνοια. Εφ΄όσον όμως θα είχε ζυμωθή με την κακία, από την μακροχρόνιο συνήθεια, θα έμενε τελείως αδιόρθωτος.

11. Όταν πενθής για τις αμαρτίες σου, μην ακούσης ποτέ τον «κύνα» εκείνον, ο οποίος σου παρουσιάζει τον Θεόν φιλάνθρωπο. Διότι ο σκοπός του είναι να βγάλη από μέσα σου το πένθος και τον «άφοβον φόβο». Μην τον ακούσης, παρά μόνο όταν τυχόν ιδής τον εαυτόν σου να παρασύρεται σε βαθειά απόγνωσι.

12. Αυτός που θέλει να διατηρή πάντοτε μέσα του την μνήμη του θανάτου και της Κρίσεως του Θεού, ενώ συγχρόνως αφήνει τον εαυτό του να περισπάται σε φροντίδες και μέριμνες υλικές, ομοιάζει με εκείνον πού ενώ κολυμβά, θέλει ταυτόχρονα να κτυπά παλαμάκια.

13. Η ζωηρά μνήμη του θανάτου ολιγοστεύει τα φαγητά. Και όταν περικόπτωνται με ταπεινοσύνη τα φαγητά, κόπτονται μαζί και τα πάθη.

14. Η αναλγησία (σκληρότης) της καρδιάς φέρνει πώρωσι στον νου, και τα πολλά φαγητά ξηραίνουν τις πηγές των δακρύων. Η δίψα και η αγρυπνία πιέζουν την καρδιά. Και όταν πιεσθή η καρδιά, εκπηδούν τα δάκρυα.

15. Αυτά που είπαμε, στους γαστριμάργους φαίνονται σκληρά, ενώ στους οκνηρούς απίστευτα. Ο «πρακτικός» όμως άνθρωπος θα τα δοκιμάση και θα τα βρή με προθυμία. Αυτός πού θα τα βρή και θα τα γευθή, θα χαμογελάση ικανοποιημένος. Ενώ εκείνος πού ακόμη τα αναζητεί, θα σκυθρωπάση περισσότερο.

16. Οι Πατέρες ορίζουν ότι η τελεία αγάπη είναι «άπτωτος», (διότι μας προστατεύει από κάθε πτώσι). Παρόμοια και εγώ ορίζω ότι η τελεία συναίσθησις του θανάτου είναι «άφοβος», (διότι μας απαλλάσσει από κάθε άλλο φόβο).

17. Ο νους του «πρακτικού» μπορεί να ασκή πολλών ειδών εργασίες. Να σκέπτεται δηλαδή την αγάπη προς τον Θεόν, να ενθυμήται τόν Θεόν, να ενθυμήται την ουράνιο βασιλεία, να ενθυμήται τον ζήλο των Μαρτύρων, να ενθυμήται ότι ο Θεός είναι πανταχού παρών, όπως ο Ψαλμωδός πού έλεγε, «προωρώμην τον Κύριον» κλπ. (Ψαλμ. ιε΄ 8). Να ενθυμήται ακόμη τους αγίους αγγέλους, τον χωρισμό της ψυχής του από το σώμα, την συνάντησι με τα τελώνια του αέρος, την απόφασι του Κριτού, την κόλασι. Από μεγάλες εργασίες αρχίσαμε, (όπως είναι η αγάπη του Θεού), και καταλήξαμε σ΄αυτές που μας προστατεύουν από πτώσεις, (όπως είναι ο φόβος της κολάσεως).

18. Κάποια φορά ένα Αιγύπτιος μοναχός μού διηγήθηκε τα εξής: «Αφ΄ότου παγιώθηκε δυνατά μέσα στην καρδιά μου η μνήμη του θανάτου, (δεν είχα καθόλου όρεξι για φαγητό). Και κάποτε πού χρειάσθηκε να παρηγορήσω λίγο το πήλινο σώμα μου, η μνήμη αυτή σαν δικαστής μού το απηγόρευσε. Και το πλέον αξιοθαύμαστο είναι ότι, παρ΄όλο που προσεπάθησα, δεν κατόρθωσα να την αποδιώξω».

19. Ένας άλλος πού ασκήτευε εδώ στην περιοχή που ονομάζεται Θολάς, πολλές φορές με την σκέψι του θανάτου εγινόταν εκτός εαυτού. Και σαν λιπόθυμο ή επιληπτικό τον ανεσήκωναν, αναίσθητο σχεδόν, οι εκεί ευρισκόμενοι αδελφοί.

20. Δεν θα παραλείψω να σου παρουσιάσω και την ιστορία του Ησυχίου του Χωρηβίτου. Αυτός ζούσε αμελέστατα χωρίς το παραμικρό ενδιαφέρον για την ψυχή του. Κάποτε λοιπόν συνέβη να ασθενήση βαρύτατα και να φθάση στο σημείο, ώστε επί μία ώρα ακριβώς να φαίνεται ότι απέθανε. Συνήλθε όμως πάλι, οπότε μας ικετεύει όλους να φύγωμε αμέσως. Και αφού έκτισε την πόρτα του κελιού του, έμεινε κλεισμένος μέσα δώδεκα χρόνια, χωρίς να ομιλήση καθόλου με κανένα. Όλο αυτό το διάστημα δεν γευόταν τίποτε άλλο, εκτός από ψωμί και νερό. Καθόταν μόνο εκστατικός εμπρός σε εκείνα πού είδε στην έκστασί του. Τόσο πολύ σκεπτικός, ώστε ποτέ πλέον δεν άλλαξε η έκφρασίς του. Και πάντοτε σαν αφηρημένος, χύνοντας αθόρυβα και συνεχώς θερμά δάκρυα. Μόνο όταν πλησίασε η ώρα του θανάτου του, αποφράξαμε την πόρτα και εισήλθαμε μέσα. Και αφού πολύ τον παρακαλέσαμε, τούτο μόνο είπε: «Συγχωρήστε με, αδελφοί. Αυτός που εγνώρισε τι σημαίνει μνήμη θανάτου, δεν θα μπορέση ποτέ πλέον να αμαρτήση». Εμείς εθαυμάζαμε βλέποντας τον άλλοτε αμελέστατο να έχη μεταμορφωθή τόσο απότομα με την μακαριστή αυτή αλλαγή και μεταμόρφωσι. Και αφού τον εθάψαμε με ευλάβεια στο κοιμητήριο πού ευρίσκεται κοντά στο κάστρο, ύστερα από μερικές ημέρες αναζητήσαμε το άγιό του λείψανο, αλλά δεν τον ευρήκαμε. Με το θαυμαστό αυτό σημείο ο Κύριος επληροφόρησε πόσο ευάρεστα δέχθηκε την επιμελημένη και αξιέπαινη μετάνοιά του, όλους εκείνους πού θα απεφάσιζαν να διορθωθούν, ύστερα και από πολλή ακόμη αμέλεια.

21. Μερικοί θεωρούν ότι η θαλασσία άβυσσος δεν έχει όρια. Και την ονομάζουν περιοχή απύθμενον. Παρόμοια και η σκέψις του θανάτου δημιουργεί στην ψυχή τέτοια κατάστασι, ώστε και η αγνότης και η έν γένει πνευματική εργασία να παρουσιάζεται άφθαστος, (χωρίς τέρμα δηλαδή). Αυτό το επιβεβαιώνει και ο προηγούμενος Όσιος. Όσοι τον μιμούνται, προσθέτουν φόβο στον φόβο, ακατάπαυστα, μέχρις ότου εξαντληθή και αυτή η δύναμις των οστών τους.

22. Ας βεβαιωθούμε ότι και τούτο είναι δώρον Θεού, μέσα σε όλα τα αγαθά Του. Αρκεί να σκεφθούμε ότι πολλές φορές, αν και πλησιάζομε σε τάφους, είμαστε αδάκρυτοι και ασυγκίνητοι. Ενώ αντίθετα πολλές φορές, χωρίς να αντικρύζωμε κάτι παρόμοιο, κατανυσσόμεθα.

23. Όποιος νεκρώθηκε για όλα τα γήϊνα, αυτός ενθυμείται τον θάνατο. Εκείνος όμως πού διατηρεί μαζί τους δεσμούς δεν ευκαιρεί για κάτι τέτοιο, αφού άλλωστε με την συμπεριφορά του γίνεται ο ίδιος εχθρός του εαυτού του.

24. Μη θέλης να δείχνης σε όλους με λόγια την αγάπη σου, αλλά καλύτερα ζήτει από τον Θεόν να τους την φανερώση εκείνος με τρόπο μυστικό. Διαφορετικά δεν θα σου επαρκέση ο χρόνος και για συνομιλίες και για κατάνυξι.

25. Μην απατάσαι, ανόητε εργάτη, ότι με τον επόμενο χρόνο θα αναπληρώσης τον χρόνο πού έχασες. Διότι και της κάθε ημέρας ο χρόνος δεν επαρκεί ώστε να εκπληρώσωμε όπως πρέπει τις καθημερινές μας υποχρεώσεις προς τον Δεσπότη.

26. Δεν είναι δυνατόν, είπε κάποιος, δεν είναι δυνατόν να περάσουμε με ευλάβεια την σημερινή ημέρα, εάν δεν την λογαριάσωμε σαν την τελευταία της ζωής μας. Και είναι αξιοθαύμαστο, ότι κάτι παρόμοιο εξέφρασαν και οι Έλληνες φιλόσοφοι, οι οποίοι εχαρακτήρισαν την φιλοσοφία «μελέτη θανάτου».

Βαθμίς έκτη! Όποιος την ανέβηκε, δεν πρόκειται πλέον να αμαρτήση, εφ΄ όσον ασφαλώς είναι αληθινός ο λόγος εκείνος της Γραφής: «Μιμνήσκου τά έσχατά σου, και είς τον αιώνα ού μη αμάρτης» (Σοφ. Σειράχ ζ΄ 36).



Λ Ο Γ Ο Σ  Ε Β Δ Ο Μ Ο Σ
Περί του χαροποιού πένθους

Το κατά Θεόν πένθος είναι η σκυθρωπότητα της ψυχής, η διάθεσις της πονεμένης καρδιάς, η οποία δεν παύει να ζητή με πάθος εκείνο για το οποίο είναι διψασμένη. Και όσο δεν το κατορθώνει, τόσο περισσότερο κοπιάζει και το κυνηγά και τρέχει πίσω του με οδυνηρό κλάμα.

2. Ας το χαρακτηρίσωμε και έτσι: Πένθος είναι ένα χρυσό καρφί της ψυχής. Το καρφί αυτό απογυμνώθηκε από κάθε γήϊνη προσήλωσι και σχέσι, και καρφώθηκε από την ευλογημένη λύπη (στην πόρτα) της καρδιάς για να την φρουρή.

3. Κατάνυξις είναι ένας συνεχής βασανισμός της συνειδήσεως, ο οποίος με την νοερά εξομολόγησι κατορθώνει να δροσίζη την φλογισμένη καρδιά.

4. Εξομολόγησις σημαίνει το να λησμονούμε την ίδια την φύσι μας. Κάποιος εξ αιτίας της «ελησμονούσε ακόμη να φάγη τον άρτο του» (Ψαλμ. ρα΄ 5).

5. Μετάνοια είναι το να στερηθής κάθε σωματική παρηγορία, χωρίς καθόλου να λυπηθής.

6. Χαρακτηριστικό εκείνων πού προώδευσαν κάπως στο μακάριο πένθος είναι η εγκράτεια και η σιωπή των χειλέων. Εκείνων πού προώδευσαν περισσότερο, η αοργησία και η αμνησικακία. Και αυτών πού έφθασαν στην τελειότητα, η ταπεινοφροσύνη, η δίψα της ατιμίας, η εκούσια πείνα των ακουσίων θλίψεων, το ότι δεν κατακρίνουν τους αμαρτάνοντας, και το ότι αισθάνονται υπερβολική συμπάθεια προς αυτούς. Ευπρόσδεκτοι ενώπιον του Θεού οι πρώτοι. Αξιέπαινοι οι δεύτεροι. Μακάριοι όμως οι τελευταίοι πού πεινούν για θλίψι και διψούν για ατιμία. Διότι αυτοί θα χορτάσουν από τροφή πού δεν χορταίνεται.

7. Όταν κατακτήσης το πένθος, κράτα το με όλη τη δύναμί σου. Διότι προτού αποκτηθή μόνιμα και οριστικά, χάνεται εύκολα από τους θορύβους και τις μέριμνες του σώματος και την καλοπέρασι, και μάλιστα από την πολυλογία και την αστειολογία, και διαλύεται όπως το κερί από την φωτιά.

8. Ανώτερη από το βάπτισμα αποδεικνύεται η μετά το βάπτισμα πηγή των δακρύων (της μετανοίας), αν και είναι κάπως τολμηρό αυτό που λέγω. Διότι εκείνο μας καθαρίζει από τα προηγούμενά μας κακά, ενώ τούτο, το βάπτισμα των δακρύων, από τα μετέπειτα. Και το πρώτο, εφ΄όσον το ελάβαμε όλοι στην νηπιακή ηλικία, το εμολύναμε. Ενώ με το δεύτερο καθαρίζομε πάλι και το πρώτο. Και εάν η φιλανθρωπία του Θεού δεν το είχε χαρίσει αυτό στους ανθρώπους, οι σωζόμενοι θα ήταν πράγματι σπάνιοι και δυσεύρετοι.

9. Οι στεναγμοί και η κατήφεια φωνάζουν δυνατά προς τον Κύριον. Τα δάκρυα πού προέρχονται από φόβο μεσιτεύουν. Και τα δάκρυα πού προέρχονται από την παναγία αγάπη μας φανερώνουν ότι η ικεσία μας έγινε δεκτή.

10. Αφού τίποτε δεν ταιριάζει τόσο με την ταπεινοφροσύνη, όσο το πένθος, και τίποτε πάντως δεν είναι τόσο πολύ αντίθετό της, όσο το γέλιο.

11. Να κρατής σφικτά την μακαρία χαρμολύπη, η οποία προέρχεται από την ευλογημένη κατάνυξι και ακατάπαυστα να την καλλιεργής μέχρις ότου σε ανυψώση από τα γήϊνα και σε παρουσιάση καθαρόν εμπρός στον Χριστόν.

12. Ακατάπαυστα να αναπαριστάνης μέσα σου και να περιεργάζεσαι την άβυσσο του σκοτεινού πυρός, τους άσπλαγχνους υπηρέτες, τον Κριτή πού δεν θα συμπαθή και δεν θα συγχωρή πλέον, το απέραντο χάος με τις καταχθόνιες φλόγες, το οδυνηρό κατέβασμα στα χάσματα και στους υπογείους και φοβερούς τόπους... και όλες τις παρόμοιες εικόνες. Έτσι από τον πολύ τρόμο θα εξαφανισθή από μέσα μας η λαγνεία και θα ενωθή η ψυχή μας με την άφθαρτη αγνεία. Δηλαδή θα δεχθή μέσα μας το άφθαρτο πυρ της αγνείας, το κατά πολύ λαμπρότερο (από το πυρ των κολάσεων και) του πένθους.

13. Στάσου έντρομος όταν προσεύχεσαι και ικετεύης τον Θεόν, σαν τον κατάδικο εμπρός στον δικαστή, ώστε και με την εξωτερική εμφάνισι και με την εσωτερική στάσι να σβήσης τον θυμό του δικαίου Κριτού. Διότι δεν αντέχει να παραβλέπη την ψυχή εκείνη, η οποία σαν την χήρα της παραβολής ίσταται εμπρός Του γεμάτη οδύνη και κουράζει τον Ακούραστο (πρβλ.. Λουκ. ιη΄ 1-8).

14. Σε όποιον απέκτησε το χάρισμα του εσωτερικού δακρύου, ο κάθε τόπος είναι κατάλληλος για πένθος. Αυτός όμως που ασκεί ακόμη το εξωτερικό δάκρυ, ας μην παύση να ερευνά και να ευρίσκη τους καταλλήλους τόπους και τρόπους.

15. Ο κρυμμένος θησαυρός είναι περισσότερο ασφαλισμένος από τον εκτεθειμένο στην αγορά. Βάσει αυτής της εικόνας ας κατανοήσωμε και το προηγούμενο.

16. Μην συμπεριφέρεσαι σαν εκείνους πού μετά την ταφή των νεκρών τους άλλοτε θρηνούν γι΄ αυτούς και άλλοτε (στα νεκρόδειπνα τρώγουν, πίνουν και) μεθούν. Αλλά να ομοιάσης με τους καταδίκους στα μεταλλεία πού τους μαστιγώνουν κάθε ώρα οι δήμιοι.

17. Εκείνος που άλλοτε επιδίδεται στο πένθος και άλλοτε στην τρυφή και στα γέλια ομοιάζει μ΄ εκείνον πού διώχνει τον «κύνα» της φιληδονίας πετροβολώντας τον με ψωμί. Έτσι εξωτερικά φαίνεται ότι τον διώχνει, ενώ στην πραγματικότητα τον προσκαλεί

18. Να είσαι «σύννους». Να είσαι αφιλένδεικτος, (να μην αγαπάς δηλαδή να επιδεικνύεσαι). Να παρατηρής την καρδιά σου και να είσαι στραμμένος προς αυτήν ωσάν μέσα σε κάποια έκστασι, διότι οι δαίμονες φοβούνται την «σύννοια», όπως οι κλέπτες τους σκύλους.

19. Δεν είναι εδώ, αγαπητοί μου, ο γάμος στον οποίον έχομε προσκληθή. Οπωσδήποτε λοιπόν Εκείνος πού μας εκάλεσε εδώ, μας εκάλεσε για να πενθήσωμε τους εαυτούς μας.

20. Μερικοί, ενώ δακρύζουν, δεν δείχνουν καμμία προσπάθεια, ώστε να καλλιεργήσουν, κατά την ευλογημένη εκείνη ώρα, την σκέψι η οποία προκάλεσε το δάκρυ, αλλά άκαιρα και άστοχα την αντιπαρέρχονται. Και δεν συλλογίζονται ότι δάκρυ χωρίς αιτία και χωρίς έννοια δεν έχει θέσι στα λογικά πλάσματα, αλλά μόνο στα άλογα. Το δάκρυ γεννάται από ωρισμένες σκέψεις. Και οι σκέψεις έχουν ως πατέρα τον λογικό νου.

21. Η κατάκλισίς σου στο κρεββάτι, ας σου είναι προτύπωσις της κατακλίσεώς σου στον τάφο, και τότε θα κοιμηθής λιγώτερο. Και αυτή η απόλαυσις του φαγητού στην τράπεζα, ας σου υπενθυμίζη το θλιβερό εκείνο φαγητό πού θα κάνουν τα σκουλήκια το σώμα σου, και τότε λιγώτερο θα φάγης. Και όταν πίνης νερό, να μή λησμονής την δίψα στην φλόγα της κολάσεως, οπότε θα περιορίσης οπωσδήποτε την φυσική σου επιθυμία. Και όταν ο Γέροντας μας προσφέρη την τιμημένη ατιμία, την επίπληξι και την επιτίμησι, ας σκεφθούμε την φοβερή απόφασι του Κριτού, και τότε την παράλογη εκείνη λύπη και την πικρία πού εισχωρεί μέσα μας θα την κατασφάξωμε σαν με δίστομη μάχαιρα με την πραότητα και την υπομονή.

22. «Με την πάροδο του χρόνου -λέει ο Ιώβ (ιδ΄ 11)- σπανίζεται η θάλασσα» (χάνει δηλαδή τα νερά της και αποσύρεται βαθύτερα από την παραλία). Κατά παρόμοιο τρόπο, με την πάροδο του χρόνου και την υπομονή, ολίγον κατ΄ ολίγον εμφυτεύονται και τελειοποιούνται μέσα μας τα προηγούμενα.

23. Η μνήμη του αιωνίου πυρός ας κοιμηθή κάθε βράδυ μαζί σου και ας ξυπνήση πάλι μαζί σου. Με τον τρόπο αυτό δεν θα σε κυριεύση ποτέ η ραθυμία στον καιρό της ψαλμωδίας.

24. Ας σε παρακινή τουλάχιστον στην άσκησι του πένθους το μαύρο σου ένδυμα. Όλοι βέβαια όσοι θρηνούν νεκρούς, φορούν μαύρα. Εάν λοιπόν μέχρι τώρα δεν πενθής, ας πενθής για τον λόγο αυτό, (για το ότι δηλαδή φορείς μαύρα). Εάν όμως πενθής, να αυξήσης το πένθος σου και τον θρήνο, διότι εξ αιτίας των αμαρτιών σου άφησες την άνετη ζωή και αναγκάσθηκες να ασπασθής τον σκληρό (και πένθιμο μοναχικό) βίο.

25. Όπως σε όλα τα άλλα, έτσι και στην περίπτωσι των δακρύων ο καλός και δίκαιος Κριτής μας λαμβάνει υπ΄όψι Του και την φυσική προδιάθεσι και δύναμι του καθενός. Είδα μικρές σταγόνες να χύνωνται με πόνο σαν αίμα. Και είδα βρύσες δακρύων πού έτρεχαν χωρίς δυσκολία. Εγώ τουλάχιστον εβαθμολόγησα τους αγωνιστές ανάλογα με τον πόνο και όχι με το ποσόν των δακρύων. Και ο Θεός νομίζω παρόμοια θα τους έκρινε.

26. Σε όσους πενθούν δεν αρμόζει να θεολογούν, διότι η θεολογία συνήθως διασκορπίζει το πένθος τους. Επειδή εκείνος πού θεολογεί είναι σαν να κάθεται σε διδασκαλικό θρόνο, ενώ εκείνος πού πενθεί «επί κοπρίας και σάκκου». Και αυτό νομίζω ότι εννοούσε ο Δαβίδ, ο οποίος, αν και σοφός και διδάσκαλος, όταν θρηνούσε για τις αμαρτίες του, απαντούσε σ΄εκείνους πού τον παρακαλούσαν να ψάλη: «Πώς άσομαι την ωδήν Κυρίου επί γής αλλοτρίας; δηλαδή στην γη της εμπαθείας;» (πρβλ. Ψαλμ. ρλστ΄ 4).

27. Μερικά από τα κτίσματα είναι αυτό-κίνητα και μερικά ετερο-κίνητα. Το ίδιο συμβαίνει και στην κατάνυξι, (άλλοτε δηλαδή έρχεται μόνη της και άλλοτε με την ιδική μας προσπάθεια και βία). Όταν, χωρίς καμμία ιδική μας προσπάθεια και ενέργεια, κατανυχθή η ψυχή μας και υγρανθή και μαλακώση από τα δάκρυα, ας τρέξωμε (να αρπάξωμε την ευκαιρία). Διότι αυτό σημαίνει ότι ο Κύριος μας επισκέφθηκε απρόσκλητος και μας έδωσε το σφουγγάρι της θεαρέστου λύπης και το δροσιστικό ύδωρ των ευλαβικών δακρύων, για να εξαλείψωμε το χειρόγραφο των αμαρτιών μας. Αυτή την κατάστασι φύλαξέ την σαν κόρη οφθαλμού, μέχρις ότου υποχωρήση, διότι είναι περισσότερο δυνατή και αποτελεσματική σε σύγκρισι με εκείνη που δημιουργείται από τον ιδικό μας ζήλο και αγώνα.

28. Δεν κατέκτησε το κάλλος του πένθους εκείνος που πενθεί όταν θέλη, αλλά εκείνος πού πενθεί για τον λόγο πού θέλει. Ούτε αυτός πού πενθεί για ό,τι θέλει, αλλά αυτός που πενθεί όπως ο Θεός θέλει.

29. Πολλές φορές το κατά Θεόν πένθος αναμειγνύεται με το άχαρο δάκρυ της κενοδοξίας. Αυτό θα το αναγνωρίσωμε με τρόπο επιτυχή και ευσεβή, όταν συλλάβωμε τον εαυτό μας να πενθή και συγχρόνως να ενεργή με (κακότητα και) πονηρία.

30. Κατάνυξις στην κυριολεξία σημαίνει να έχη ο μοναχός στην ψυχή του αμετεώριστη οδύνη, χωρίς να επιτρέπη στον εαυτό του καμμία παρηγορία. Το μόνο πού συλλογίζεται συνεχώς είναι η αναχώρησίς του από την ζωή αυτή. Και εκείνο πού περιμένει σαν δροσιστικό ύδωρ είναι η παρηγορία του Θεού, ο οποίος «παρηγορεί τους ταπεινούς» (Β΄ Κορ. ζ΄ 6) μοναχούς.

31. Όσοι απέκτησαν με πραγματική καρδιακή συναίσθησι το πένθος, εμίσησαν ακόμη και αυτήν την ζωή τους, σαν αιτία κόπων και δακρύων και πόνων. Το δε σώμα τους το απεστράφησαν σαν εχθρό.

32. Όταν, σε όσους φαίνονται ότι πενθούν κατά Θεόν, διακρίνωμε οργή η υπερηφάνεια, ας θεωρήσωμε ότι τα δάκρυά τους προέρχονται από δαιμονικά πάθη, διότι «ποία κοινωνία -λέγει η Γραφή- φωτί προς σκότος»; (Β΄ Κορ. στ΄ 14).

33. Γέννημα της νοθευμένης κατανύξεως είναι η οίησις, ενώ της επαινετής η παράκλησις. Όπως η φωτιά καίει και εξαφανίζει την «καλαμιά», έτσι και το αγνό δάκρυ εξαφανίζει κάθε εξωτερική και εσωτερική ακαθαρσία.

34. Ο περί των δακρύων λόγος από πολλούς Πατέρες χαρακτηρίζεται ασαφής κάπως, σκοτεινός και δυσερμήνευτος, και μάλιστα όταν πρόκειται για δάκρυα των αρχαρίων. Πολλές και διάφορες, λέγουν, είναι οι αιτίες πού τα γεννούν. Προέρχονται δηλαδή, από την ιδιοσυγκρασία, από την χάρι του Θεού, από θλίψι δαιμονική, από θλίψι θεάρεστη, από κενοδοξία, από πορνεία, από αγάπη, από μνήμη θανάτου και από πολλά άλλα.

35. Με φόβο Θεού ας δοκιμάσωμε και ας διακρίνωμε τα ιδιώματα όλων αυτών των δακρύων. Και ας φροντίσωμε να καλλιεργούμε τα καθαρά και άδολα δάκρυα πού προέρχονται από την μνήμη του θανάτου μας. Σ΄αυτά τα δάκρυα δεν έχει θέσι ούτε η οίησις ούτε η κλοπή (από τον διάβολο), αλλά μάλλον η κάθαρσις, η πρόοδος στην αγάπη του Θεού, το πλύσιμο από τις αμαρτίες και η απάθεια.

36. Το να αρχίση κάποιος πού πενθεί με επαινετά δάκρυα και να καταλήξη σε άσχημα, δεν είναι και τόσο περίεργο. Το να αρχίση όμως με δάκρυα που προέρχονται από τα πάθη ή έστω από την φυσική ιδιοσυγκρασία, και να τα μεταποιήση σε πνευματικά, είναι πράγματι κάτι το αξιέπαινο. Αυτό το ζήτημα το γνωρίζουν πολύ καλά όσοι ρέπουν προς την κενοδοξία.

37. Μην εμπιστεύεσαι στις πηγές των δακρύων σου πριν από την τελεία κάθαρσι. Δεν μπορούμε να παραδεχθούμε ως καλόν τον οίνο πού μόλις μετά το πατητήρι τον εβάλαμε στα βαρέλια. Όλα βέβαια τα κατά Θεόν δάκρυά μας είναι ωφέλιμα. Κανείς δεν έχει αντίρρησι σ΄αυτό. Ποια όμως είναι η ωφέλειά τους, θα το γνωρίσουμε στην ώρα του θανάτου μας.

38. Όποιος περνά την ζωή του συνεχώς με το κατά Θεόν πένθος, δεν παύει από του να εορτάζη καθημερινά. Εκείνον όμως πού συνεχώς πανηγυρίζει υλικά και σωματικά, τον περιμένει το αιώνιο πένθος.

39. Δεν μπορεί να έχουν χαρές οι κατάδικοι των φυλακών. Ούτε οι πραγματικοί μοναχοί πανηγύρια. Γι΄αυτό ίσως εκείνος ο καλλίπενθος έλεγε με στεναγμό: «Εξάγαγε εκ φυλακής την ψυχήν μου (Ψαλμ. ρμα΄ 8), για να ευφρανθώ στο άρρητο και απερίγραπτο φώς σου».

40. Να γίνης σαν βασιλεύς στην καρδιά σου, καθισμένος στον υψηλό θρόνο της ταπεινοφροσύνης. Να διατάζης το γέλιο να απομακρυνθή, και αμέσως να απομακρύνεται∙ το κλάμα να έλθη, και αμέσως να έρχεται∙ και στον δούλο μας, το σώμα, πού είναι συγχρόνως και τύραννος, να επιτελέση κάποιο έργο και αμέσως να το επιτελή (πρβλ. Ματθ. η΄ 9).

41. Όποιος εφόρεσε το μακάριο και χαριτωμένο πένθος σαν νυμφική διπλοΐδα, αυτός εγνώρισε τον «πνευματικό γέλωτα» της ψυχής. Ποιος είναι άραγε ο μοναχός αυτός πού εδαπάνησε τόσο θεάρεστα τον καιρό του στην μοναχική ζωή, ώστε ούτε μία ημέρα ούτε μία ώρα ούτε μία στιγμή να μην την εξώδευσε επιζήμια, αλλά την προσέφερε στον Κύριον, με την σκέψι ότι είναι αδύνατον την ίδια ημέρα να την συναντήση δύο φορές στην ζωήν του.

42. Μακάριος είναι ο μοναχός πού έφθασε στο σημείο να αντικρύζη με τα μάτια της ψυχής τις αγγελικές δυνάμεις. Άπτωτος όμως είναι ο μοναχός πού ακατάπαυστα βρέχει το πρόσωπό του με την ροή των δακρύων του, πού αναβλύζουν από τους οφθαλμούς του με την μνήμη του θανάτου και των αμαρτιών του. Δεν δυσκολεύομαι μάλιστα να πιστεύσω, ότι από την δεύτερη αυτή κατάστασι εδιάβηκε η πρώτη.

43. Συνήντησα μερικούς επαίτες και πτωχούς πού δεν είχαν εντροπή και πού με μερικά αστεία έκαναν και τις καρδιές των βασιλέων να καμφθούν και να τους συμπαθήσουν. Και συνήντησα πάλι ανθρώπους πτωχούς από αρετές, οι οποίοι εχρησιμοποίησαν όχι αστεία, αλλά λόγια ταπεινώσεως και σκοτεινής απογνώσεως βγαλμένα από το βάθος της απελπισμένης καρδιάς τους. Με τα λόγια αυτά, χωρίς εντροπή και με επιμονή, ανέκραζαν προς τον επουράνιο Βασιλέα και κατώρθωσαν με την βία τους να παραβιάσουν την απαραβίαστη θεϊκή φύσι και ευσπλαγχνία.

44. Εκείνος που υπερηφανεύεται μέσα του για τα δάκρυά του και κατακρίνει με τον νου του όσους δεν δακρύζουν, ομοιάζει μ΄ εκείνον ο οποίος εζήτησε από τον βασιλέα όπλο εναντίον των εχθρών του και μ΄ αυτό εφόνευσε τον εαυτό του.

45. Ο Θεός, αγαπητοί μου, δεν έχει ανάγκη από δάκρυα ούτε επιθυμεί να πενθή ο άνθρωπος από την οδύνη της καρδιάς του, αλλά μάλλον να τον βλέπη να αγάλλεται και να ευθυμή εσωτερικά από την αγάπη του προς Αυτόν.

46. Θανάτωσε την αμαρτία, και τότε θα είναι περιττά τα δάκρυα της οδύνης στους οφθαλμούς σου. Όπου δεν υπάρχει πληγή, δεν χρειάζεται νυστέρι. Στον Αδάμ πριν από την παράβασι δεν υπήρχαν δάκρυα, όπως ακριβώς και (στους δικαίους) μετά την ανάστασι των νεκρών, εφ΄όσον θα έχη καταργηθή η αμαρτία και «θα έχη εξαφανισθή η οδύνη, η λύπη και ο στεναγμός» (Ησ. λε΄ 10).

47. Είδα σε μερικούς πένθος. Είδα και άλλους οι οποίοι πενθούσαν, διότι δεν είχαν πένθος, οι οποίοι, μολονότι στην πραγματικότητα έχουν πένθος, ζουν σαν να μην έχουν, και με την καλή αυτή άγνοια παραμένουν ασφαλισμένοι (από τον δαίμονα της κενοδοξίας). Και γι΄ αυτούς μάλλον έχει λεχθεί στην Γραφή: «Κύριος σοφοί τυφλούς» (Ψαλμ. ρμε΄ 8).

48. Πολλές φορές, συνήθως στους πιο επιπολαίους, και τα δάκρυα προκαλούν έπαρσι. Γι΄αυτό και σε μερικούς δεν δίδονται, ώστε με την στέρησι και την αναζήτησί τους να ελεεινολογούν τους εαυτούς των και να τους καταδικάζουν, γεμάτοι στεναγμούς και κατήφεια και λύπη ψυχής και βαθειά σκυθρωπότητα και αμηχανία. Και έτσι αναπληρώνεται χωρίς κίνδυνο η έλλειψις του πένθους, έστω και αν αυτοί νομίζουν ότι δεν έχουν κανένα συμφέρον από αυτά.

49. Εάν προσέξωμε, θα αντιληφθούμε τους δαίμονας να μας πολεμούν με έναν γελοίο τρόπο: Όταν είμαστε χορτασμένοι, μας δημιουργούν κατάνυξι, και αντιθέτως, όταν νηστεύωμε, μας σκληρύνουν. Αυτό το κάνουν για να μας εξαπατήσουν με τα νοθευμένα δάκρυα, κι έτσι να μας ρίξουν στην τρυφή, πού είναι η μητέρα των παθών. Δεν πρέπει λοιπόν να τους ακούμε, αλλά μάλλον να κάνουμε το αντίθετο.

50. Εγώ, καθώς σκέπτομαι την ποιότητα της κατανύξεως, μένω έκθαμβος. Πώς αυτό πού ονομάζεται πένθος και λύπη είναι συμπεπλεγμένο με την χαρά και την ευφροσύνη, όπως το μελί με το κερί! Και τι διδασκόμεθα από αυτό; Ότι η κατάνυξις είναι καθ΄ εαυτό δώρο του Κυρίου. Και στην ψυχή πού κατανύσσεται υπάρχει μία αληθινή ηδονή, διότι ο ίδιος ο Θεός με μυστικό τρόπο παρηγορεί τους «συντετριμμένους τη καρδία». Για να αποκτήσωμε γνήσιο και καθαρό πένθος και οδύνη ωφέλιμη, (αφού και τα αντίθετα διδάσκουν), ας ακούσωμε μια ψυχωφελή και πολύ αξιοθρήνητη διήγησι:

Έμενε εδώ κάποιος μοναχός Στέφανος, ο οποίος είχε ασπασθή την ερημική και ησυχαστική ζωή. Αγωνίσθηκε πολλά έτη στην μοναχική παλαίστρα. Ήταν στολισμένος με νηστείες, και ιδιαιτέρως με δάκρυα και με άλλα ενάρετα κατορθώματα. Είχε το κελλί του στην κατάβασι του αγίου τούτου όρους, (κάτω από την Αγία Κορυφή), στο σημείο πού ευρίσκεται το σπήλαιο του Προφήτου Ηλιού. Αυτός λοιπόν ο αείμνηστος για πιο ακριβή και κοπιαστική μετάνοια και άσκησι, επήγε στον τόπο όπου έμεναν οι αναχωρηταί, που ονομάζεται Σίδδης. Παρέμεινε εκεί μερικά χρόνια με υπερβολικές στερήσεις και σκληρή άσκησι, εφ΄ όσον ο τόπος ήταν «απαράκλητος» και αδιάβατος σχεδόν από ανθρώπους - απείχε περίπου εβδομήντα μίλια από το κάστρο. Έπειτα, γύρω στο τέλος της ζωής του, ανεβαίνει ο γέροντας αυτός στο κελλί του, κάτω από την Αγία Κορυφή. Είχε μάλιστα και δύο υποτακτικούς από την Παλαιστίνη πολύ ευλαβείς, οι οποίοι και του εφύλαγαν το κελλί πρίν επιστρέψη. Αφού επέρασαν ολίγες ημέρες έπεσε σε ασθένεια, με την οποία και ετελείωσε την ζωή του. Την παραμονή του θανάτου του περιέπεσε σε έκστασι και με τα μάτια ανοικτά παρατηρούσε δεξιά και αριστερά της κλίνης του. Σαν να τον ανέκριναν κάποιοι, απαντούσε -τον άκουγαν όλοι οι παρευρισκόμενοι- και άλλοτε έλεγε: «Ναι, πράγματι, αληθινά, πλην όμως ενήστευσα τόσα έτη γι΄αυτό». Άλλοτε: «Όχι. Είναι ψέμα. Αυτό δεν το έκανα». Έπειτα από λίγο: «Αυτό ναι, αληθινά το έπραξα, αλλά έκλαυσα, έκανα διακονήματα αγάπης». Και πάλι: «Αληθινά με κατηγορείτε». Μερικές φορές για ωρισμένα απαντούσε: «Ναι, αληθινά, ναι. Γι΄ αυτά δεν έχω τι να απολογηθώ. Ο Θεός είναι ελεήμων».

Ήταν αλήθεια ένα θέαμα φρικτό και φοβερό. Ένα δικαστήριο αόρατο και χωρίς έλεος. Και το φοβερώτερο, ότι τον κατηγορούσαν και για πράγματα πού δεν είχε διαπράξει. Ο ησυχαστής αυτός και αναχωρητής για ωρισμένα πταίσματά του -αλλοίμονο!- έλεγε: «Γι΄ αυτά δεν έχω τι να ειπώ». Και είχε σαράντα περίπου έτη μοναχός, χωρίς να του λείπη και το δάκρυ! Αλλοίμονο! Και πάλι αλλοίμονο! Πού ήταν τότε η φωνή εκείνη του προφήτου Ιεζεκιήλ, για να τους ειπή: «Εν ώ εύρω σε, εκεί και κρίνω σε, είπεν ο Θεός» (πρβλ. Ιεζ. λγ΄ 12-16). Αλλά δεν κατώρθωσε να χρησιμοποιήση μία τέτοια απολογία. Γιατί άραγε; Άγνωστον. Ας έχη δόξα ο Θεός, ο μόνος που γνωρίζει. (Ας σημειωθή και τούτο): Ο μοναχός αυτός -μου το διηγήθηκαν αψευδείς μάρτυρες- στην έρημο (είχε τόσο χάρι), ώστε να τρέφη με τα χέρια του και λεοπάρδαλι. Και ενώ συνεχιζόταν η αυστηρά αυτή δικαστική ανάκρισις, αποχωρίσθηκε το σώμα του, χωρίς να αφήση καμμία ένδειξι για την κρίσι ή το πόρισμα ή την απόφασι και το τέλος της δίκης.

51. Η χήρα που έχασε τον άνδρα της και έμεινε με το μονάκριβο παιδί της, αυτό έχει σαν μόνη παρηγορία της μετά τον Κύριον. Παρόμοια και για την ψυχή που αμάρτησε δεν υπάρχει άλλη καμμία παρηγορία την ώρα του θανάτου εκτός από τους κόπους του λαιμού, (την νηστεία δηλαδή), και τα δάκρυα. Όσοι πενθούν έτσι, δεν θα ψάλουν ποτέ ούτε θα ξεσπάσουν σε αλαλαγμούς ύμνων, διότι όλα αυτά αφανίζουν το πένθος. Εάν επιχειρής με αυτά να αποκτήσης το πένθος, γνώριζε ότι ευρίσκεσαι μακρυά από τον σκοπό σου. Διότι πένθος σημαίνει συνεχής και μονιμοποιημένη κατάστασις πόνου σε μία φλογισμένη (από θεϊκή αγάπη) ψυχή. Σε πολλούς το πένθος υπήρξε πρόδρομος της μακαρίας απαθείας, διότι προευτρέπισε την ψυχή και εσάρωσε και έκαψε το υλικό των αμαρτιών και των παθών.

52. Κάποιος «δόκιμος εργάτης» του επαινετού αυτού πένθους μου ανέφερε το εξής: «Πολλές φορές πού επήγαινα να παρασυρθώ στην κενοδοξία ή στην οργή ή στην γαστριμαργία, διαμαρτυρόταν μέσα μου ο λογισμός του πένθους και μου ψιθύριζε: «Μην κενοδοξήσης, γιατί σε εγκαταλείπω». Παρόμοια και για τα άλλα πάθη. Και εγώ του απαντούσα: «Δεν θα σε παρακούσω μέχρις ότου με οδηγήσης εμπρός στον Χριστόν».

53. Η άβυσσος του πένθους αντικρύζει την (εκ μέρους του Θεού) παράκλησι. Και η καθαρότης της καρδίας δέχεται την (θεία) έλλαμψι. Έ λ λ α μ ψ ι ς σημαίνει απερίγραπτη ενέργεια, η οποία κατανοείται χωρίς να κατανοήται και βλέπεται χωρίς να βλέπεται. Π α ρ ά κ λ η σ ι ς σημαίνει ανάψυξις της ψυχής ενός πονεμένου ανθρώπου, ο οποίος σαν νήπιο την ώρα αυτή και κλαυθμυρίζει μέσα του και φωνάζει χαρούμενα. Α ν τ ί λ η ψ ι ς σημαίνει ανανέωσις της ψυχής πού κατέπεσε από την λύπη, με θαυμαστή μεταβολή των δακρύων του πόνου σε δάκρυα ανώδυνα.


54. Τα δάκρυα του θανάτου γεννούν τον φόβο. Ο φόβος γεννά την αφοβία, και έτσι προβάλλει η χαρά. Και όταν λήξη η χαρά πού δεν λήγει, προβάλλει το άνθος της ευλογημένης αγάπης.

55. Όταν έρχεται στην ψυχή σου χαρά, να την διώχνης με το χέρι της ταπεινοφροσύνης. Διότι δεν πρέπει να είσαι «ευπαράδεκτος», μήπως και αντί βοσκό υποδεχθής λύκο.

56. Μη βιάζεσαι να φθάσης την θεωρία, ενώ δεν ήλθε ακόμη η ώρα της. Άφησε καλύτερα να κυνηγήση εκείνη και να φθάση το κάλλος της ταπεινώσεώς σου, οπότε και θα ενωθή μαζί σου με αιώνιο πάναγνο γάμο.

57. Στις αρχές, καθώς το νήπιο αντικρύζει τον πατέρα του, γεμίζει όλο από χαρά. Όταν όμως ο πατέρας απουσιάση ωρισμένο καιρό σκόπιμα και έπειτα επιστρέψη, τότε το παιδί είναι γεμάτο και από χαρά και από λύπη. Από χαρά, διότι είδε αυτόν που ποθούσε, και από λύπη, διότι τόσο καιρό στερήθηκε την καλλονή του προσώπου του.

58. Μερικές φορές κρύπτεται η μητέρα από το βρέφος της, και ενώ αυτό την αναζητεί κλαίοντας, εκείνη χαίρεται. Μ΄ αυτόν τον τρόπο το μαθαίνει να προσκολλάται πάντοτε κοντά της, και αναφλέγει έντονα την αγάπη και το φίλτρο που έχει γι΄αυτήν. (Αυτά έχουν κάποιο μυστικό νόημα). «Ο έχων ώτα ακούειν, ακουέτω» (Ματθ. ια΄ 15), λέγει ο Κύριος.

59. Εκείνος που άκουσε την καταδικαστική απόφασι του θανάτου του, δεν θα ενδιαφερθή πλέον για προγραμματισμούς θεατρικών παραστάσεων. Και εκείνος πού πενθεί πραγματικά, δεν θα σκεφθή ποτέ την τρυφή ή την δόξα ή τον θυμό και την έξαψι της οργής.

60. Πένθος σημαίνει μονιμοποιημένη κατάστασις οδύνης στην ψυχή που μετανοεί. Η οδύνη αυτή γεννά καθημερινά οδύνη επάνω στην οδύνη, σαν γυναίκα «τίκτουσα και ωδίνουσα».

61. Ο Κύριος είναι δίκαιος και όσιος. Και σε όποιον ασκείται κανονικά στην ησυχία, ανάλογα του χαρίζει κατάνυξι. Και όποιον ασκείται στην υποταγή κανονικά, κάθε ημέρα τον ευφραίνει. Όποιος όμως δεν ζή καθαρά και ανόθευτα την μία από τις δύο αυτές ασκήσεις στερείται το πένθος.

62. Διώξε τον εκείνον τον «κύνα» που πλησιάζει, όταν πενθής υπερβολικά για τις αμαρτίες σου, και σου ψιθυρίζει ότι ο Θεός είναι άσπλαγχνος και ασυμπαθής. Διότι, εάν προσέξης την τακτική του, θα διαπιστώσης ότι πριν από την αμαρτία σου παρουσιάζει τον Θεόν ευσπλαγχνικό και συγχωρητικό.

63. Η επίμονος απασχόλησις και άσκησις (στο πένθος) δημιουργεί την συνεχή καλλιέργειά του. Η συνεχής καλλιέργεια οδηγεί στην γεύσι του. Και εκείνο που γευόμεθα και συναισθανόμεθα την αξία του είναι δύσκολο να μας το αφαιρέσουν.

64. Οσονδήποτε υψηλή και αν είναι η ασκητική μας ζωή, εάν δεν υπάρχη πόνος στην καρδιά μας, αποβαίνει νοθευμένη και ανωφελής.

65. Πρέπει, πρέπει οπωσδήποτε, για να το ειπώ έτσι, όσοι εμολύνθηκαν και μετά το βάπτισμα, να αφαιρέσουν την πίσσα από τα χέρια τους, με φωτιά και με λάδι, με την ακατάπαυστη δηλαδή φλόγα της καρδιάς τους και με το λάδι της θεϊκής ευσπλαγχνίας.

66. Είδα εγώ σε μερικούς ένα ακρότατο όριο πένθους. Να βγάζουν δηλαδή από το στόμα τους αίμα, πού προερχόταν από την πικραμένη και πληγωμένη καρδιά τους. Και ενθυμήθηκα τα λόγια του Ψαλμωδού: «Επλήγην ωσεί χόρτος και εξηράνθη η καρδιά μου» (Ψαλμ. ρα΄ 5).

67. Τα δάκρυα του φόβου (του Θεού) περιέχουν μέσα τους τον τρόμο και την προφύλαξι. Τα δάκρυα όμως της αγάπης, πριν από την κατάκτησι της τελείας αγάπης, είναι κάπως εκτεθειμένα σε κίνδυνο, εκτός εάν το ευλογημένο πύρ της αγάπης τον καιρό της ενεργείας του πυρακτώση πολύ την καρδιά. Είναι δε αξιοθαύμαστο, ότι τα δάκρυα του φόβου, ο οποίος είναι ταπεινότερο και κατώτερο πράγμα, είναι ασφαλέστερα στον καιρό τους από τα δάκρυα της αγάπης.

68. Υπάρχουν ουσίες που ξηραίνουν τις πηγές των δακρύων μας, και άλλες πού επί πλέον δημιουργούν μέσα στις πηγές βόρβορο και γεννούν θηρία. Και παράδειγμα του ενός είναι ο Λώτ πού συνευρέθη παράνομα με τις θυγατέρες του, ενώ του άλλου ο διάβολος πού εξέπεσε από την αγγελική του κατάστασι.

69. Είναι μεγάλη η κακία των εχθρών μας: Τις μητέρες των αρετών τις μετατρέπουν σε μητέρες κακιών! Και τις αιτίες της ταπεινώσεως τις κάνουν αιτίες υπερηφανείας.

70. Πολλές φορές οδηγεί τον νου μας σε κατάνυξι και η τοποθεσία που μένομε και η θέα που έχει. Ας σε πείσουν γι΄αυτό ο Κύριος, ο Ηλίας και ο Ιωάννης, οι οποίοι προσεύχονταν κατά μόνας (σε διαλεγμένους ερημικούς τόπους).

71. Συνήντησα πολλές φορές μέσα στον θόρυβο των πόλεων δάκρυα. (Προέρχονταν από δαιμονική συνεργία). Ήταν για να μας σπρώξουν προς τον κόσμο, με την ιδέα ότι δεν βλαπτόμεθα καθόλου από τον θόρυβο. Σ΄ αυτό αποσκοπούσαν οι πονηροί δαίμονες.

72. Ένας λόγος πολλές φορές υπήρξε ικανός να διασκορπίση το πένθος. Είναι δε αξιοθαύμαστο, εάν ένας λόγος μπόρεσε να το συγκεντρώση πάλι.

73. Δεν θα κατηγορηθούμε, αγαπητοί μου, δεν θα κατηγορηθούμε την ώρα του θανάτου μας, διότι δεν εθαυματουργήσαμε ή διότι δεν εθεολογήσαμε ή διότι δεν εγίναμε θεωρητικοί. Οπωσδήποτε όμως θα δώσωμε λόγο στον Θεόν διότι δεν επενθήσαμε συνεχώς.

Βαθμίς εβδόμη! Όποιος αξιώθηκε να την ανεβή, ας βοηθήση κι εμένα.
Διότι αυτός πλέον εβοηθήθηκε, αφού με την εβδόμη βαθμίδα έπλυνε τις κηλίδες της παρούσης ζωής.



Έκδοσις Ι.Μ.Παρακλήτου
ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΣΕΛΙΔΑ ΕΜΜΑΟΥΣ

Read more: http://www.egolpion.com/klimax_penthos.el.aspx#ixzz2idoUie00