Δευτέρα 16 Δεκεμβρίου 2019

Η ευκαμψία του μακαριστού Γέροντος Εφραίμ της Αριζόνα

Γιατί ενανθρωπίστηκε ο Υιός και όχι ο Πατήρ ή το Πνεύμα; Από Newsroom


Χριστούγεννα: Ο Πατήρ δεν μεταπίπτει στον Υιό, παραμένει πάντα Πατήρ- ο Υιός δεν μεταπίπτει στον Πατέρα, παραμένει πάντα Υιός· το Πνεύμα δεν μεταπίπτει στον Πατέρα ή τον Υιό, παραμένει πάντα Πνεύμα άγιο.

Η ιδιότητα καθενός προσώπου της Αγίας Τριάδας είναι σταθερή και αμετάβλητη.
Πώς, άλλωστε, θα παρέμενε ιδιότητα αν εναλλασσόταν συνεχώς περνώντας κάθε φορά σε άλλο πρόσωπο;
Γι’ αυτό ο Υιός του Θεού είναι που γίνεται Υιός του ανθρώπου, για να παραμείνει ακριβώς η ιδιότητα αμετακίνητη.
Γιατί, όντας Υιός του Θεού, όταν έγινε Υιός του ανθρώπου παίρνοντας σάρκα ανθρώπινη απ’ την αγία Παρθένο, δεν αλλοτριώθηκε από την υιική του ιδιότητα.
Ο Υιός του Θεού ενανθρώπησε για να χαρίσει ξανά στον άνθρωπο εκείνο για το οποίο δημιουργώντας τον, τον προόρισε.
Τον δημιούργησε σύμφωνα με τη δική του εικόνα, διανοητή και ελεύθερο, προορισμένο να του μοιάζει, δηλαδή να είναι, όπως κι ο δημιουργός του, τέλεια ενάρετος, πράγμα κατορθωτό για την ανθρώπινη φύση.
Γιατί οι αρετές, δηλαδή η νηφαλιότητα, η ηρεμία, η ακεραιότητα, η αγαθοσύνη, η σοφία, η δικαιοσύνη, η ανεξικακία είναι, πρωταρχικά, γνωρίσματα της θείας φύσης.
Ο Θεός, λοιπόν, δημιούργησε τον άνθρωπο σε πλήρη κοινωνία μαζί του (τον δημιούργησε για να μείνει άφθαρτος, τον ανέβασε στην αθανασία με το να τον κρατά κοντά του).
Εμείς, όμως, αυτά τα γνωρίσματα της θείας φύσης τα αλλοιώσαμε και τα μπερδέψαμε με την παράβαση της εντολής, και περάσαμε στην παράταξη της κακίας με αποτέλεσμα να χάσουμε την κοινωνία με το Θεό.
Τίς γαρ μετουσία φωτί προς σκότος;
Και όταν πια στερηθήκαμε τη ζωή, πέσαμε στη φθορά του θανάτου.
Επειδή, τώρα, ο Θεός μάς πρόσφερε το ύψιστο και δεν το διαφυλάξαμε, χρειάστηκε να κατέβει αυτός ότι χείριστο, δηλαδή στη δική μας ξεπεσμένη φύση, ώστε να μας ξαναδώσει, προσφέροντας και ενεργώντας ο ίδιος, την εξομονωμένη μ’ αυτόν εικόνα και τον αρχαίο προορισμό.
Κι ακόμα να μας διδάξει το ενάρετο ήθος της βιωτής, αυτό το ήθος που ο ίδιος με την επίγεια ζωή του κατέστησε συγκεκριμένο και ευκολοκατόρθωτο.
Κι ακόμα να μας ελευθερώσει από τη φθορά, γέρνοντάς μας πάλι σε κοινωνία με τη ζωή, με το να ανοίξει ο ίδιος το δρόμο της δικής μας ανάστασης.
Και ακόμα να ξανακάνει καινούργιο το θρυμματισμένο κι αγνώριστο κανάτι της ύπαρξής μας, να λύσει τα δεσμά της κυριαρχίας του διαβόλου επάνω μας προσκαλώντας μας να αναγνωρίσουμε την κυριαρχία του Θεού.
Και ακόμα να μας γεμίσει κουράγιο και να μας εκπαιδεύσει να πολεμούμε τον τύραννο με την υπομονή και την ταπείνωση.
Με την ενανθρώπηση, λοιπόν, του Υιού του Θεού καταργήθηκε η λατρεία των δαιμόνων, όλη η κτίση αγιάστηκε με το θείο του αίμα, οι βωμοί και οι ναοί των ειδώλων κατεδαφίστηκαν, ρίζωσε η γνώση του Θεού, λατρεύεται πια η ομοούσια Τριάδα, η άκτιστη θεότητα, ο ένας αληθινός Θεός ο δημιουργός και κυβερνήτης του σύμπαντος.
Τώρα πια, πάλι, οι αρετές είναι κατορθωτός τρόπος ζωής, προσφέρθηκε η ελπίδα με την ανάσταση του Χριστού· τώρα πια οι δαίμονες τρέμουν τους ανθρώπους που προηγουμένως ήταν του χεριού τους.
Και το πράγματι αξιοθαύμαστο, είναι πως όλα αυτά κατορθώθηκαν με το σταυρό και τα πάθη και το θάνατο.
Κηρύχθηκε σ’ όλη τη γη το Ευαγγέλιο της υποταγής στο Θεό, όχι με πολέμους και όπλα και στρατούς που σύντριβαν εχθρούς.
Κηρύχθηκε από λίγους γυμνούς, φτωχούς κι αγράμματους, που διώχνονταν από παντού, που δέχονταν κτυπήματα, που θανατώνονταν, που κήρυτταν ένα σταυρωμένο και νεκρό, που όμως επικράτησαν απέναντι στους σοφούς και τους ισχυρούς γιατί ακριβώς τους ακολουθούσε η ακαταμάχητη δύναμη του σταυρωμένου.
Ο θάνατος, ο πριν τρομακτικός, νικιέται, και καταδικάζεται τώρα ο απόβλητος και μισητός της ζωής.
Αυτά είναι τα αποτελέσματα της παρουσίας του Χριστού· αυτές είναι οι συνέπειες της επιβολής της δύναμής του.
Δεν έσωσε ένα λαό, όπως ο Μωυσής που φυγάδευσε από την Αίγυπτο τους Εβραίους περνώντας τους μέσα από τη θάλασσα για ν’ απαλλαγούν από τη δουλεία του Φαραώ.
Έσωσε ολόκληρη την ανθρωπότητα από τη φθορά του θανάτου και το γεμάτο κακία τύραννο, την αμαρτία.
Και έσωσε τους ανθρώπους όλους, όχι πειθαναγκάζοντάς τους να ασκήσουν την αρετή, όχι παραχώνοντάς τους στο χώμα, όχι καίοντάς τους και διατάσσοντας να λιθοβολούνται οι αμαρτωλοί, αλλά πείθοντάς τους με πραότητα, υπομονή και συγχωρετικότητα να διαλέξουν την αρετή και να συναγωνίζονται στους κόπους γι’ αυτήν και έτσι να ικανοποιούνται.
Προηγουμένως όταν αμάρταναν ετιμωρούντο με κτυπήματα κι όμως επέμεναν στην αμαρτία και την είχαν θεοποιήσει· τώρα δέχονται να υφίστανται κτυπήματα για χάρη της υπακοής στο Θεό και για χάρη της αρετής, δέχονται να κακοπάθουν και να θανατώνονται.
Δόξα σε σένα Χριστέ, Λόγε του Θεού και Σοφία και Δύναμη και Θεέ Παντοκράτορα.
Τί να σου αντιδωρίσουμε εμείς οι άπραγοι για όλα όσα μας χάρισες;
Όλα μας τα έχεις δοσμένα εσύ και τίποτ’ άλλο δε ζήτησες από εμάς παρά ν’ αποδεχτούμε τη σωτηρία που μας πρόσφερες, δίνοντάς μας ακόμα και τη δύναμη για να το κάνουμε.
Και την προσπάθεια μας πάλι νιώθεις για χάρη γιατί είσαι απερίγραπτα αγαθός.
Σ’ ευχαριστούμε, εσένα που μας έδωσες την ύπαρξη, μα και μας χάρισες την αιώνια ζωή· εσένα που όταν την χάσαμε και την αρνηθήκαμε, μας οδήγησες πίσω σ’ αυτήν με την ενανθρώπησή σου που καμιά γλώσσα δεν τολμά να ερμηνεύσει.
«Χριστούγεννα», εκδ. Ακρίτας, σ.76-81
Του Αγίου Ιωάννη Δαμασκηνού

Γέροντας Εφραίμ Φιλοθεΐτης: Μη κάμπτεσθε καθόλου. Μείνατε στερεοί εις τον άγιον σκοπόν


Θα μεταχειρισθή ο σατανάς ποικίλας παγίδας, όπως σας παραλύση, δια να εξασθενήσετε και να χάσετε το ηθικόν σας, πλην όμως και εσείς εννοήσατε την πονηράν τέχνην και λάβετε μέτρα αντιστάσεως.

Το ότι δοκιμάζεσθε, τούτο είναι από τον Θεόν, διότι σας προγυμνάζει δια την μάχην, σας ψήνει, σας παιδαγωγεί. Όπως οι στρατιώται που γυμνάζονται εις τους κόπους της ασκήσεως εις τα γυμνάσια, εκεί πρώτα κάμνουν την θεωρίαν της μάχης και κατόπιν, όταν σαλπίση ή σάλπιγγα του πραγματικού πολέμου, γυμνασμένοι όντες ορμούν εις την μάχην με την εσωτερικήν συναίσθησιν, ότι γνωρίζουν πώς να πολεμήσουν, και είναι έτοιμοι να θυσιασθούν δια τον σκοπόν και την ιδεολογίαν των. Κατά παρόμοιον τρόπον και υμείς τώρα. Αφού εκλήθητε να γίνετε στρατιώται του Ιησού και να πολεμήσετε τον εχθρόν Του, ο Χριστός, σας γυμνάζει προς διαπίστωσιν της προς Αυτόν αγάπης σας, «τις εστι ο αγαπών με, ει μη ο τηρών τας εντολάς μου;».
Θαρσείτε, τέκνα μου, μείνατε πιστοί και αφοσιωμένοι εις Εκείνον, που σας ηγάπησε με τελείαν αγάπην. Οι αξιωματικοί, προτού να αρχίση η μάχη, τους στρατιώτας τους εμψυχώνουν με διάφορα στρατιωτικά και ηρωϊκά εμβατήρια και με διαφόρους διηγήσεις πράξεων ηρωϊκών και τους εξάπτουν το αίσθημα της αυτοθυσίας, αύτη η εργασία τους δίδει πολλήν δύναμιν και ανδρείαν εις την διεξαγομένην μάχην. Ούτω και ημείς, όπως έκαμαν και οι άγιοι, να μελετώμεν τους αγώνας των μαρτύρων, πως αυτοί ηγωνίσθησαν, καθώς και των οσίων πατέρων, πως ασκήτευσαν, πως εγκατέλειψαν τον κόσμον και τους πάντας και πως ουδέν τους ημπόδισεν εις το να ακολουθήσουν τον δρόμον, που οδηγεί εις τον Ιησούν. Αύτη η μελέτη θα σας τονώση πολύ την καλήν σας θέλησιν και προαίρεσιν, διότι πολλοί μη γνωρίζοντας τας κεκρυμμένας παγίδας εκάμφθησαν και εξέπεσον αι ψυχαί των από την ελπίδα της αιωνίου ζωής. Μελετάτε την αγάπην του Ιησού μας, η αγάπη του Ιησού θα εξουδετερώση κάθε άλλην φυσικήν αγάπην, και όσον περισσότερον αφήσωμεν, τόσον περισσοτέραν αγάπην θα απολαύσωμεν του Θεού. Άνω πρόσχωμεν, όπου ο Ιησούς κάθεται εκ δεξιών του Θεού, άνω ας βλέπουσιν οι οφθαλμοί μας, διότι άνω εισί τα αιώνια και ατελεύτητα.
Μη κάτω, διότι τα πάντα γη και σποδός. Σκεφθήτε την ουράνιον πολυτέλειαν, εκεί η άπειρος σοφία του Θεού, εκεί τα κάλλη τα ακατανόητα, εκεί αι αγγελικαί μελωδίαι, εκεί ο πλούτος της θείας αγάπης. Εκεί η ανώδυνος ζωή, εκεί θα έχουν αφαιρεθή τα δάκρυα και οι στεναγμοί, εκεί μόνον χαρά, αγάπη, ειρήνη, πάσχα αιώνιον, εορτή που δεν θα έχη τέλος. Ω, βάθος πλούτου και γνώσεως Θεού! « Α οφθαλμός ουκ είδε, και ους ουκ ήκουσε και επί καρδίαν ανθρώπου ουκ ανέβη, α ητοίμασεν ο Θεός τοις αγαπώσιν Αυτόν» ( Α΄ Κορινθ.2,9 ). Προσέχετε την ευχήν, επιμείνατε προσευχόμενοι. Η προσευχή όλα θα τα τακτοποιήση.
Μη κάμπτεσθε καθόλου. Μείνατε στερεοί εις τον άγιον σκοπόν. Μείνατε κοντά εις τον Ιησούν δια να ζήσετε την πνευματικήν ευτυχίαν. Ουδεμία ευτυχία υπάρχει εκτός μιας και αυτή εν τω Χριστώ. Αι νομιζόμεναι ευτυχίαι εκτός Χριστού, λέγονται καταχρηστικώς, εφ’ όσον αποκτώνται με ένοχα μέσα και διότι τελειώνουν εντός ολίγου και οδηγούν τον άνθρωπον εις την αιώνιον δυστυχίαν. Αγωνίζεσθε, τέκνα μου, οι άγγελοι πλέκουν στεφάνια με λουλούδια του παραδείσου. Ο Χριστός μας τα λογίζεται εις μαρτύριον. Τι ωραιότερον να μαρτυρή κανείς δια τον Χριστόν!
Γέροντας Εφραίμ Φιλοθεΐτης

ΛΟΓΟΣ ΙΓ΄: Επιστολή προς επιθυμούντα να ενδυθεί το μοναχικό Σχήμα Άγιος Μάξιμος ο Γραικός


ΛΟΓΟΣ ΙΓ΄
Επιστολή προς επιθυμούντα να ενδυθεί το μοναχικό Σχήμα, αρνούμενος τον κόσμο, αλλά διστάζει, αν και επανειλημμένως
έχει αισθανθεί την κλήση. Επιπλέον εξήγηση διαφόρων
παραβολών καθώς και ρητών σκοτεινών και αινιγματικών.
Ο Ιωάννης ήταν ένας σοφός και έξυπνος άνδρας, αξιέπαινος σε όλα. Υπερείχε πολλών συνομηλίκων του στην κατανόηση των παραβολών, εικασιών και σκοτεινών ρητών και του δικού μας δόγματος και της θύραθεν σοφίας. Όταν όμως η σπίθα της θείας φωτιάς άγγιξε την καρδιά του, περιφρόνησε αμέσως όλα αυτά που θεωρούνται στολίσματα του εξωτερικού και του εσωτερικού ανθρώπου και ακολούθησε τον θείο κήρυκα και απόστολο, για να προσλάβει, όπως και ο Παύλος τον Χριστό. Απελευθερώθηκε αμέσως από κάθε ματαιοδοξία και από όλες τις μέριμνες του κόσμου. Αναζήτησε την ησυχία με ακατάπαυστο ζήλο, αφήνοντας μια για πάντα όλες τις βιοτικές μέριμνες πίσω του. Προχωρούσε πάντοτε προς τα εμπρός, ζητώντας να φθάσει την τιμή της ανωτάτης κλήσεως. Γι’ αυτό επέλεξε τον δρόμο της απόλυτης σιωπής, μάζεψε και έκλεισε μέσα του όλες τις γνώσεις του και επεδίωκε συνεχώς την αόρατη θεία ομορφιά του Ωραιοτάτου περισσότερο από όλους τους υιούς των ανθρώπων, ακολουθώντας το δίδαγμα του αποστόλου, που λέγει: «Ει ούν συνηγέρθητε τω Χριστώ, τα άνω ζητείτε, ου ο Χριστός εστιν εν δεξιά του Θεού καθήμενος, τα άνω φρονείτε, μη τα επί της γης» [1].

Τι να πω για τον Διονύσιο τον Αρεοπαγίτη; Μήπως δεν περιφρόνησε αμέσως κάθε γνώση που είχε των θύραθεν φιλοσόφων και ρητόρων και, ύστερα από ένα σύντομο πάνδημο κήρυγμα του θείου Παύλου, αμέσως ακολούθησε τα ίχνη του [2], όπως ο αγαθός αμνός ακολουθεί την μητέρα του; Έτσι άφησε αμέσως την σοφία του Πυθαγόρα, του Πλάτωνος και του Αριστοτέλους και ακολούθησε την σοφία των ψαράδων και των τελωνών, ως μία και μόνη. Αυτή μπορεί να κάνει οικείο τον μέτοχό της στην απόλυτη αναζήτησή της, που είναι η ίδια η υποστατική Θεία Σοφία και η περιέχουσα τα πάντα δύναμη και το αΐδιον φως, ο Ιησούς Χριστός, ο Θεός υπέρ πάντων. Γι’ αυτήν την επιθυμία κάποιος είπε: «Εμοί δε το προσκολλάσθαι τω Θεώ αγαθόν εστι, τίθεσθαι εν τω Κυρίω την ελπίδα μου» [3]. Επίσης λέγει: «Ως αγαπητά τα σκηνώματά σου, Κύριε των δυνάμεων. Επιποθεί και εκλείπει η ψυχή μου εις τας αυλάς του Κυρίου, η καρδία μου και η σαρξ μου ηγαλλιάσαν­το επί Θεόν ζώντα». Γιατί έτσι, πες μου, θειότατε βασιλέα; Γιατί λέγει, «και γαρ στρουθίον», δηλαδή η πτωχή και αδύναμη ψυχή, «εύρεν εαυτώ οικίαν και τρυγών νοσσιάν εαυτή, ου θήσει τα νοσσία εαυτής, τα θυσιαστήριά σου, Κύριε των δυνάμεων, ο Βασιλεύς μου και ο Θεός μου» [4]. Η τρυγόνα συμβολίζει την ψυχή που αγαπάει την αγνότητα και την σωφροσύνη, επειδή λέγεται ότι, αν χαθεί το ταίρι της, δεν ζευγαρώνει με άλλο, όπως και το αρσενικό δεν ψάχνει άλλο θηλυκό, αν πεθάνει το ταίρι του, αλλά περνάει όλη την υπόλοιπη ζωή του στην σωφροσύνη. Ως θυσιαστήρια του Κυρίου εννοούνται εδώ οι άγιες εκκλησίες Του, που αποτελούν καταφύγια και για τις δυό τάξεις των ανθρώπων, δηλαδή και για τους αμαρτωλούς και για τους σώφρονες. Έτσι για τους πρώτους μεν οι διάφορες ακολουθίες τελούνται προς ίαση από τις μακροχρόνιες ασθένειές τους μέσω της εξομολογήσεως, ενώ για τους δεύτερους με σκοπό τον καθαγιασμό και την έναντι του Κυρίου διά των άθλων την μελλοντική δικαίωσή τους. Επειδή με τις ευχές των ιερέων και την θυσία του πανάγνου Σώματος και Αίματος του αμολύντου Αμνού του Θεού, και οι μεν και οι δε λαμβάνουν την άφεση των αμαρτιών τους και παραμένουν στην θεία ευαρέσκεια.
Έτσι συμβαίνει και με τις παραβολές και τις εικασίες και τα σκοτεινά ρητά, που είναι πολύ σαφή και ωφέλιμα για όσους τα αποδέχονται, ενώ δεν είναι ωφέλιμα, αλλά αντιθέτως πολύ σκοτεινά για όσους τις απορρίπτουν. Είναι πολύ πλούσια και πλήρη κάθε νοήματος, ανθρωπίνου και θεικού. Να αναζητείς λοιπόν την τελειοποίησή σου: «Ει θέλεις τέλειος είναι, ύπαγε πώλησόν σου τα υπάρχονταΙ» [5] και το παρακάτω είναι γνωστό. Άλλον σύμβουλο, εκτός από το αναφερόμενο ρητό, μην ψάχνεις και μην δέχεσαι. Έτσι όχι μόνο θα υπερέχεις όλων των φιλοσόφων, αλλά και θα έχεις αναγνώριση από τον Δημιουργό και Κύριο των όλων. Χαίρε!

1. Κολ. 3, 1-2.
2. Βλ. Πράξ. 17,22-34.
3. Ψαλμ. 72, 28.
4. Ψαλμ. 83, 2-4.
5. Ματθ. 19, 21.

ΚΟΙΝΟΒΙΑΚΟΣ ΜΟΝΑΧΙΣΜΟΣ





Η πρώτη κοινοβιακή κοινότητα οργανώθηκε στις όχθες του Νείλου από τον Παχώμιο.Όλες οι προηγούμενες δεν απέβλεπαν σε οργανωμένο κοινόβιο αλλά σε συγκέντρωση μαθητών γύρο από έναν ασκητή-δάσκαλο με σκοπό να τον προφυλάξουν από τις συχνές επισκέψεις κοσμικών.
Αρχικά μάλιστα, η λέξη μονή σήμαινε τον τόπο διαμονής (το κελί) του ασκητή και η έδρα τους ήταν σε άγονες περιοχές. Το μοναστήρι του Παχώμιου είχε την έδρα του κοντά σε καλλιεργήσιμη γη και είχε τη μορφή στρατοπέδου με εξωτερικό τείχος προστασίας.
Μέσα υπήρχαν διάφοροι οίκοι, στους οποίους οι μοναχοί δούλευαν, έτρωγαν και προσεύχονταν από κοινού. Γινόταν δε, καταμερισμός εργασίας στους μοναχούς που ο καθένας είχε ένα όνομα αναλόγως της δουλειάς που αναλάμβανε. Έτσι σε κάθε μοναστήρι υπήρχε ο αριστητήριος (ή μάγκιψ) υπεύθυνος για το αρτοκοπείον, ο κτηνίτης (ή βορδονάριος) για τα ζώα, ο τραπεζάριος για την τράπεζα (χώρος εστίασης), ο κελαρίτης (ή ορειάριος) για τις προμήθειες, ο σκευοφύλαξ, ο εκκλησιάρχης,ο χαρτοφύλαξ κλπ. Πολλά κοινόβια διέθεταν νοσοκόμο ή και γιατρό, ενώ υπήρχε και ξενοδόχος, υπεύθυνος για την φροντίδα των επισκεπτών.
Η ημέρα χωρίζονταν σε τρία κομμάτια. Το ένα περιελάμβανε την προσευχή και την ανάγνωση, το άλλο την εργασία και το τρίτο την ξεκούραση και την τροφή. Στο πλαίσιο της προσευχής, προβλέπονταν καθημερινώς ακολουθίες, όρθροι, αγρυπνίες εσπερινοί, και απόδειπνα. Η σύναξη των μοναχών στο καθολικό ή στην τράπεζα, γίνονταν κατόπιν κρούσης του ξύλινου σήμαντρου.
Για αρκετούς από τους μοναχούς, το κοινόβιο του μοναστηριού αποτελούσε απλά ένα στάδιο πριν την ασκητική πορεία που θεωρούνταν το αποκορύφωμα της πνευματικής ζωής. Με το πέρασμα των χρόνων, το κοινοβιακό ιδεώδες περιελάμβανε τρία στάδια για κάθε μοναχό: Κοινοβίτης-αναχωρητής-ιδρυτής κοινοβίου. Μεταγενέστερα προέκυψαν πολλές διαφοροποιήσεις.
Η ίδρυση ενός μοναστηριού, συνεπάγονταν την αφιέρωση του κεντρικού ναού του σε κάποιον άγιο. Η κεντρική εκκλησία, ονομάζονταν καθολικό ή κυριακός ναός. Από τη μεσοβυζαντινή περίοδο πολλοί πλούσιοι γαιοκτήμονες ίδρυσαν μοναστήρια μέσα στα κτήματά τους ενώ δεν έλειψαν κι οι περιπτώσεις μοναστηριών με αποκλειστική στελέχωση τα μέλη μιας μεγάλης και εύπορης οικογένειας.
Το πλαίσιο της λειτουργίας των μοναστηριών βασίζονταν στην ιεραρχία και στην υπακοή στον ηγούμενο (ή αβά) ο οποίος θεωρούνταν ο πνευματικός πατέρας όλων των μοναχών του μοναστηριού του. Δεύτερος στην ιεραρχία ήταν ο δευτεράριος που ήταν διοικητικός και οικονομικός βοηθός. Σημαντική θέση στα μοναστήρια κατείχαν και οι γέροντες μοναχοί.
Συναντάμε δύο τύπους κοινοβιακής ζωής στο Βυζαντιο: Τα κοινόβια και τις λαύρες.
Στα κοινόβια οι μοναχοί ζουν από κοινού μέσα σε προστατευμένα από τείχη οικήματα. Κάνουν μαζί διακονήματα (εργασίες), και τρώνε μαζί σιωπηλοί γύρω από ένα λίθινο τραπέζι και ένας μοναχός διαβάζει δυνατά διάφορα ιερά κείμενα. Προβλέπονταν δε, εκτός από τις υποχρεώσεις του καθενός, και διάφορες επιβραβεύσεις αν η συμπεριφορά κάποιου ήταν θαυμαστή.
Στις λαύρες υπάρχει σχετική αυτονομία. Οι μοναχοί ζουν σε κελιά ή σπηλιές είτε μόνοι, είτε με ένα-δυο μαθητές τους, και η συγκέντρωση με τους άλλους γίνεται μία φορά την εβδομάδα στη Θεία Ευχαριστία που ακολουθούνταν από κοινό γεύμα.
Κατόπιν της εδραίωσης των οργανωμένων κοινοβίων, προέκυψε μία άλλη μορφή μοναστηριού, το λεγόμενο ιδιόρρυθμο. Εκεί οι κανόνες ήταν λιγότερο αυστηροί, αφού ο κάθε μοναχός μπορούσε να έχει το δικό του πρόγραμμα. Έπρεπε να φροντίζει μόνος του για την κάλυψη των εξόδων του, μπορούσε να εργάζεται εκτός μοναστηριού, να διατηρεί κάποια δική του μικρή περιουσία. Στην κοινή τραπεζαρία είχε υποχρέωση να συμμετέχει μονάχα στις μεγάλες γιορτές και η θητεία των ηγουμένων, ήταν χρονικά περιορισμένη.
Αυτού του είδους οι μονές κατά τη βυζαντινή περίοδο καθώς θεωρούνταν πως παρέκκλιναν από τις παραδοσιακές αξίες του θεσμού, και αντιμετωπίζονταν με δυσπιστία. Γνώρισαν όμως άνθιση από την υστεροβυζαντινή περίοδο κι έπειτα, σε διάφορα μέρη, όπως στο Άγιο Όρος με την έλευση του κινήματος του ησυχασμού.
Πηγές
  • Διαδραστικά σχολικά βιβλία, ebooks.edu
  • Σ. Ευθυμιάδης, Ο βίος των ασκητών στην έρημο, στο Δημόσιος και ιδιωτικός βίος στον βυζαντινό και μεταβυζαντινό κόσμο, ΕΑΠ, Πάτρα 2001.
  • Διακόνημα.gr
  • Πεμπτουσία.gr

Ασκητές και Ερημίτες

Ασκητές και Ερημίτες

ιθγηλιξν.jpg
Το Σπήλαιο του Άγιου Ιωάννη του Ερημίτη στην Κρήτη
Ο μοναχισμός αποτέλεσε ένα είδος κινήματος εναντίον της εκκοσμίκευσης της Εκκλησίας. Οι οπαδοί του μοναχισμού, επιθυμούσαν την επιστροφή στην κατά γράμμα διδασκαλία του Χριστού για αποταγή του κόσμου και περιορισμό στα απολύτως απαραίτητα καθώς και στον τρόπο ζωής των πρώτων χριστιανών. Ωστόσο ο μοναχισμός ξεκίνησε στις αρχές του 4ου αι. πριν ακόμα επέλθουν οι μεγάλες αλλαγές της Εκκλησίας. Οι μοναχοί ήδη ήταν αναγνωρισμένοι στην Αίγυπτο, ως άνθρωποι που περιφρονούν τον πολιτισμό και τις κοινωνικές συναναστροφές. Υπήρξαν αρκετοί που είχαν εγκαταλείψει τις εύφορες περιοχές πλάι στο Νείλο, και επέλεξαν να κατοικήσουν στην έρημο. Ορισμένων το κίνητρο της απομάκρυνσης από τα εγκόσμια, ήταν απλά μια προσπάθεια απαλλαγής από τη φορολογία και τις υποχρεώσεις της δημόσιας ζωής. Κυρίως όμως αυτή η επιλογή, γίνονταν από ανθρώπους με βαθιές μεταφυσικές αγωνίες και αγάπη προς το χριστιανισμό. Ασχέτως κινήτρου πάντως, η καθημερινότητα αυτών των ανθρώπων υπήρξε από ιδιαίτερη έως ακραία.
Έως και το 640 μ.Χ η χώρα με τους περισσότερους μοναχούς ήταν η Αίγυπτος. Αυτό κυρίως οφείλεται στην ιδιαιτερότητα της γης και του λαού της που είχε από πάντα ανεπτυγμένη θρησκευτικότητα, αλλά και εξαιτίας της ανθεκτικότητας του πληθυσμού της λόγω των αντίξοων κλιματολογικών συνθηκών. Στην ψυχή του Βυζαντινού ανθρώπου, η απόσταση μεταξύ κοινωνικού και μοναστικού βίου δεν ήταν μεγάλη, ακριβώς όπως στην Αίγυπτο κοντινή ήταν η απόσταση ανάμεσα στις πολύβουες πόλεις και στην απόλυτη ερημιά. Άνθρωποι ανεξαρτήτως κοινωνικής τάξης, φύλου και ηλικίας, ένιωσαν την ανάγκη να απομονωθούν και να ζήσουν σε τόπους που ο πολιτισμός δεν έχει φθείρει.
Στην Ελλάδα έχουμε τις πρώτες μαρτυρίες για ασκητές προς το τέλος του 8ου αιώνα. Οι πρώτοι ερημίτες εγκαθίστανται σε διάφορες περιοχές με γνωστότερες, το Άγιον Όρος και τα Μετέωρα και στην πορεία στις ίδιες περιοχές οργανώνονται και τα κοινόβια. Ο τρόπος ζωής τους βέβαια καμία σχέση δεν είχε με αυτόν των άλλων ανθρώπων, και η ζωή του ασκητή συνεπάγονταν την εγκατάλειψη όλων των ανέσεων του πολιτισμένου κόσμου.
Καταλύματα
Ένα από τα βασικά προβλήματα ήταν βέβαια η προστασία από τις κλιματολογικές συνθήκες. Στην νότια Αίγυπτο αρκούσε μια απλή καλύβα για να αντιμετωπιστεί η μεγάλη αυξομείωση της θερμοκρασίας ανάμεσα στην ημέρα και στη νύχτα. Στη βόρεια Αίγυπτο όμως εξαιτίας των ανέμων και των βροχών, χρειάζονταν κάποια στερεότερη κατοικία. Την προτίμηση των περισσότερων ασκητών κέρδιζαν οι πάμπολλες σπηλιές που υπάρχουν στις περιοχές αυτές και που τους έφερναν πιο κοντά στην πρωτόγονη ζωή που επιζητούσαν. Ανεξαρτήτως του είδους του καταλύματος το απολύτως απαραίτητο ήταν αυτό να βρίσκεται αρκετά μακριά από τα εγκόσμια έτσι ώστε να επιτευχθεί η απομόνωση και η ησυχία. Φρόντιζαν δε, το κελί τους να βρίσκεται μακριά από πηγάδι ή έλος.
Ενδυμασία
Η αναχώρηση από την κοινωνικότητα και η έναρξη της νέας ζωής, ήταν απόρροια της περιφρόνησης προς τα εγκόσμια. Έτσι η επιζήτηση της ησυχίας της ερήμου συνοδεύονταν και από την απόρριψη του κοσμικού τρόπου ενδυμασίας, ορισμένες φορές δε, και οποιασδήποτε ενδυμασίας. Παρότι σπανιότατα αυτό γίνονταν αντιληπτό από τον οποιοδήποτε, υπάρχουν αρκετές αναφορές σε ασκητές που το μόνο τους ένδυμα αποτελούσε το γυμνό τους σώμα ου σκεπάζονταν από τα μακριά μαλλιά τους. Οι περισσότεροι βέβαια ερημίτες, δεν ακολουθούσαν την τακτική της απόλυτης γυμνότητας αλλά σίγουρα απέρριπταν την κοσμική και υιοθετούσαν την μοναστική ενδυμασία, ή αλλιώς το αγγελικό σχήμα που είχε ήδη διαμορφωθεί πριν το τέλος του 4ου αιώνα. Βασικά του στοιχεία ήταν το δέρμα προβάτου (μηλωτή), η ζώνη, η επωμίδα (ανάλαβος) και το κουκούλιον. Το έθιμο απαιτούσε από τον νέο μοναχό, να δεχτεί την ενδυμασία αυτή από κάποιον γέροντα. Η μοναστική ενδυμασία έλαβε σύντομα συμβολική σημασία, ενώ η αδράνεια ως προς την καθαριότητά της (ρερυπωμένη έσθητα), εγκωμιάζονταν από τους ίδιους τους γέροντες της ερήμου. Τα Σαββατοκύριακα βέβαια επικρατούσε η συνήθεια, οι μοναχοί να φορούν άλλο χιτώνα προκειμένου να λειτουργηθούν στην εκκλησία. Αυτός ο μοναδικός δεύτερος χιτώνας τις περισσότερες φορές τους συνόδευε ως το τέλος του βίου τους, στην τελευταία τους κατοικία.
Διατροφή
Ως γνωστόν οι ερημίτες ασκούσαν αυστηρή νηστεία και λάμβαναν ελάχιστη τροφή, ίσα ίσα για να κρατηθούν στη ζωή. Παρότι οι διατροφικές ανάγκες που έχει κανείς στην έρημο είναι μικρότερες απ’ ό,τι οπουδήποτε αλλού, ο περιορισμός της τροφής γίνονταν εις ανάμνησιν του Θείου Πάθους, αλλά και για την υπέρβαση της ανθρώπινης αδυναμίας. Πολλοί από τους ερημίτες εφάρμοζαν πλήρη ασιτία καθ’ όλη τη διάρκεια της Μ. Σαρακοστής ή και σε περιόδους όπου προσπαθούσαν να απαλλαγούν από επίμονους πειρασμούς της σάρκας. Συχνά αντέγραφαν και εξέλισσαν ακρότητες που άκουγαν πως έγιναν από άλλους ερημίτες, όπως στην περίπτωση του Μακαρίου του Αλεξανδρινού ο οποίος απείχε από οποιαδήποτε μαγειρεμένη τροφή για 7 έτη, από τη στιγμή που άκουσε πως αυτό κάνουν οι μοναχοί της Ταβεννήσου, την Σαρακοστή.
aoratoi-erimites.jpg
Συνηθισμένη τακτική των ασκητών ήταν η αποχή από το φαγητό έως τη δύση του ηλίου, πρακτική που εδραιώθηκε αργότερα στη νηστεία του μουσουλμανικού ραμαζανιού. Στο διαιτολόγιό τους συνήθως περιλαμβάνονταν καρποί των δέντρων, χόρτα, και μικρά καρβέλια ψωμιού (με αλάτι ή χωρίς), που αποθηκεύονταν για καιρό, και καταναλώνονταν μουσκεμένα με νερό. Επίσης ¨. Δύο τέτοια καρβέλια ήταν η καθημερινή τροφή για πολλούς ασκητές. Σπανιότερα αναφέρεται η κατανάλωση λαδιού και οσπρίων. Εξαιρέσεις γίνονταν σε περιπτώσεις ασθενών και οδοιπόρων, καθώς και σε πολύ ηλικιωμένους ασκητές που υπέφεραν από στομαχικά και άλλα προβλήματα υγείας. Όταν όμως δέχονταν επισκέπτες, τους φίλευαν με ό,τι καλύτερο μπορούσε να βρεθεί δεδομένης της κατάστασης, και συχνά διέκοπταν και τη δική τους νηστεία για χάρη των φιλοξενούμενων.
Καθημερινότητα
Η τυπική μέρα ενός ασκητή κυλούσε με κέντρο το κελί του στο οποίο προσεύχονταν ή διάβαζε. Οι ασκητές συνήθως κάθονταν στο έδαφος με διπλωμένα πόδια και γερμένο κεφάλι μπροστά, ενώ δεν στήριζαν την πλάτη τους πουθενά. Ο καθημερινός τους αγώνας ήταν η απομάκρυνση του πειρασμού και η αφοσίωση ψυχή τε και σώματι στον Θεό. Ένας απ’ τους βασικούς πειρασμούς ήταν η “ακηδία” που σήμαινε την αφόρητη πλήξη και απογοήτευση εξαιτίας της απόσπασης της προσοχής από τον στόχο. Την ακηδία οι μοναχοί καταπολεμούσαν με απασχόληση των χεριών, πλέκοντας καλάθια, ή δίχτυα ή αντιγράφοντας χειρόγραφα απαγγέλοντας τους Ψαλμούς του Δαυίδ.
Ξεκούραση και όνειρα
meteora_askitiria_2.jpg
Ασκηταριά στα Μετέωρα
Ο ύπνος των ασκητών γίνονταν σε μία ψάθα απλωμένη στο έδαφος (ψιάθιον), στο κέντρο του κελιού, χωρίς στήριγμα του κεφαλιού στον τοίχο (χαμευνία) με σκοπό την σκληραγώγηση και την εγρήγορση για την ανά πάσα στιγμή προσευχή. Πολλοί ερημίτες έμεναν άυπνοι προσευχόμενοι επί σειρά ημερών. Οι ασκητές δε, που πολιορκούνταν από αισχρούς λογισμούς, αρνούνταν να ξαπλώσουν το κορμί τους, και δεν κοιμόταν ποτέ οικειοθελώς.
Συχνά η κοσμική ζωή και ο πειρασμός που απέφευγε ο ασκητής, πολύ συχνά τον επισκέπτονταν μέσα από τα όνειρα υπό μορφήν ερωτικής επιθυμίας, νοσταλγίας αγαπημένων προσώπων, ή φόβου για την επιβίωση στην ερημιά. Ο στόχος κάθε ασκητή ήταν να απαλείψει κάθε τέτοιο όνειρο με αδιάκοπη προσευχή και να επιβληθεί έως και στο ασυνείδητό του προκειμένου να αγγίξει την αγιότητα.
Πηγές:
  • Σ. Ευθυμιάδης, Ο βίος των ασκητών στην έρημο, στο Δημόσιος και ιδιωτικός βίος στον βυζαντινό και μεταβυζαντινό κόσμο, ΕΑΠ, Πάτρα 2001.
  • Βήμα Ορθοδοξίας
  • Κιβωτός της ορθοδοξίας
  • Πενταπόσταγμα

Σάββατο 14 Δεκεμβρίου 2019

Συζητώντας με τον Ρουμάνο ασκητή π. Ραφαήλ Νόϊκα…


NOIKApater 

Μέ πολύ προσευχή πριν τη Θεία Κοινωνία...

«….Εν τω μεταξύ ( διηγείται ο π. Ραφαήλ ) περιπλανήθηκα και σε άλλες αιρέσεις, επειδή δεν είχα συνείδηση τότε σ’ αυτό που είναι η Ορθόδοξη Εκκλησία και δεν καταλάβαινα γιατί υπάρχουν περισσότερες Εκκλησίες.
Πίστευα ότι λίγο πολύ όλες συμφωνούν μέχρις ενός σημείου και αυτό είναι αλή­θεια.
Αλλά αυτό που συγκεκριμένα δεν μπορούσα να κα­ταλάβω ήταν η Θεία Κοινωνία μέσα στην Ορθόδοξη Εκ­κλησία.
Πίστευα ότι είναι ένα σύμβολο, (θαυμάσιο έτσι; το ψω­μί σαν σώμα και το κόκκινο κρασί σαν αίμα). Ήμουν έ­τοιμος (ίσως έχω μεταλάβει σε άλλες εκκλησίες, αλλά δεν το θυμόμουν), να πάω. Αν ο Κύριος μας είπε να κάνουμε έτσι, έτσι πρέπει να κάνουμε, αλλά δεν καταλάβαινα γιατί;
Με πέρασε λοιπόν ο Κύριος, από τον προτεσταντισμό και σαν καλός προτεστάντης άρχισα να διαβάζω την Αγία Γραφή.
Και στην Αγία Γραφή σκόνταψα ιδιαίτερα στο κεφάλαιο (VI), στο κατά Ιωάννη Ευαγγέλιο, εκεί που ο Κύριος Ιησούς μιλάει τόσο καθαρά και τόσο ανοικτά για την Θεια Μετάληψη, αλλά όχι σαν ένα σύμβολο. Εκεί μι­λάει για το Σώμα και το Αίμα Του και λέει: «όποιος δεν φάει από το Σώμα μου και δεν πιει το Αίμα Μου δεν έχει ζωή μέσα του».
Κι εγώ προσπάθησα να καταλάβω την σημασία του, και για­τί είναι τόσο απόλυτος ο Κύριος στό θέμα αυτό....

Παρηγορήθηκα λίγο όταν είδα ότι και οι Απόστολοι σκόνταψαν σ’ αυτά τα «λόγια» που δύσκολα τα καταλα­βαίνει κανείς και για τα οποία μερικοί Τον άφησαν λέγο­ντας Του ότι «αυτά» είναι δύσκολα να τα καταλάβεις και ποιος άλλωστε μπορεί ;
Και ο Κύριος γύρισε προς τους δώδεκα Απόστολους και τους ρώτησε: «Κι εσείς θα με αφήσετε; Ο απόστολος Πέτρος του απάντησε: «Σε ποιόν να πάμε Θεέ μου; Ποίος άλλος είναι ο Λόγος της Ζωής»;
Εγώ κρατήθηκα με τα δόντια και τα νύχια από τα λόγια του Απόστολου Πέτρου και έμεινα σαν αναίσθητος, δηλα­δή περίμενα μέχρι ο Κύριος, να μου δείξει το μονοπάτι.
Μετά από πολλές ιστορίες, τις οποίες βλέπω τώρα με πολύ ενδιαφέρον (τότε βέβαια τις βίωνα με πολύ πόνο και βάρος, με ανησυχία και ταραχή,) στο τέλος, μου έδειξε ο Κύριος τι θα πει Θεία μετάληψη. Και ιδού πως:
Όταν ήμουν ακόμα Προτεστάντης, προκάλεσα έναν Ορ­θόδοξο, να μου πει, «γιατί οι Ορθόδοξοι δείχνουν τόση ευλάβεια στους ιερείς τους, ώστε να τους φιλούν το χέρι»; Κι εκείνος, πολύ ταπεινός, απάντησε:
«Δεν ξέρω». Εγώ προσωπικά φιλώ το χέρι που μπορεί να μου δώσει εκείνο, που δεν μπορώ να το έχω χωρίς ιερέα.
Και τον ρώτησα:
«Τι είναι αυτό; Τι μπορεί ένας άνθρωπος να σου δώσει, που εσύ σαν άνθρωπος όπως αυτός, δεν μπορείς να το έ­χεις;» και μου απάντησε με την ίδια ταπείνωση, «την κα­λοσύνη, το τίμιο Σώμα και Αίμα του Κυρίου και Σωτήρος μας».
Και τότε κατάλαβα αμέσως ότι μιλάμε γι’ αυτό που λέμε εμείς στην Εκκλησία «Μυστήριο». Και για πρώτη φορά κατάλαβα σαφέστερα και πιο συνειδητά τι θα πει «Μυστήριο».

----Ἐρώτηση: Πάτερ Ραφαήλ Νόικα μερικοί ἱερεῖς λένε ὅτι δέν εἶναι σωστό νά κοινωνοῦμε συχνά. Τί ἔχετε νά μᾶς συμβουλέψετε σχετικά μέ τή θεία Κοινωνία;

Απάντηση: Σας συμβουλεύω να κοινωνάτε όσο συχνότερα γίνεται, όσο πιο συχνά σας επιτρέπουν οι πνευματικοί σας.
Και το λέω αυτό όχι για να έρθω σε αντιπαράθεση με τη γραμμή των πνευματικών σας, αλλά -και αυτό είναι το σημαντικό- διότι οι άνθρωποι δεν είναι άψυχα αντικείμενα για να υπόκεινται στον ίδιο νόμο ο κάθε άνθρωπος είναι μια εξαίρεση. Η κάθε ψυχή που έζησε και ζει πάνω στη γη είναι μία ατελεύτητη πορεία από την ανυπαρξία προς την αιώνια θέωση.
Και αυτή η πορεία είναι μοναδική για τον καθένα. Γι’ αυτό και συνιστώ θεία Κοινωνία όσο πιο συχνά γίνεται -όχι, λοιπόν, συχνή θεία Κοινωνία, αλλά θεία Κοινωνία συχνά.
Το πόσο συχνά όμως είναι καλό για τον έναν ή για τον άλλο, αυτό το αφήνω να το αποφασίσει ο πνευματικός του καθενός.
Προσεύχομαι στον Κύριο να εμπνέει κάθε πνευματικό πόσο συχνά είναι καλό να μεταλαμβάνει το κάθε πνευματικό του τέκνο. Για τον έναν κάθε δύο χρόνια, για τον άλλον κάθε Κυριακή, για τον τρίτο τις Κυριακές και τις ενδιάμεσες μεγάλες γιορτές, για κάποιον άλλον κάθε δύο εβδομάδες κτλ.
---Σύμφωνα μέ τίς σημερινές πραγματικότητες, πῶς βλέπετε τό θέμα τῆς σωτηρίας μας; Δύσκολο ἤ εὔκολο;

--- Πάρα πολύ δύσκολο, ἄν ἐνθυμηθῶ καί τόν λόγο τοῦ πατρός Σωφρονίου, πού γράφει σέ κάποιο βιβλίο του: «Εἶναι ἕνα φοβερό προνόμιο», δεδομένου ὅτι, πιστεύουμε ὅτι ζοῦμε στίς τελευταῖες στιγμές τῆς ἱστορίας, πού εἶναι ἀνάλογες μ᾿ ἐκεῖνες τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ ἐπί τοῦ Σταυροῦ.
Ἡ σωτηρία εἶναι ἕνα ἔργο ἀδύνατο γιά τόν ἄνθρωπο καί συνεπῶς, ἐάν εἶναι ἀδύνατο, ὁ Ἴδιος ὁ Θεός τό κάνει ἔτσι καί γι᾿ αὐτό πρέπει νά προσκολληθοῦμε στήν προσευχή καί στά Μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας μας, ἰδιαίτερα στήν Θεία Κοινωνία. Καί ἔτσι αὐτό τό ὁποῖον εἶναι ἀδύνατο στόν ἄνθρωπο, εἶναι δυνατόν στόν Θεό (Ματ. 19,26).
---Πάτερ Ραφαήλ, γνωρίζω ὅτι θά σωθοῦμε σάν Έθνος. Πῶς βλέπετε εσείς, ἕνας Ορθόδοξος Ρουμᾶνος, ὁ ὁποῖος ζῆ σ᾿ ἕνα μοναστήρι τῆς Ἀγγλίας τήν σωτηρία σάν Έθνος;

---Ἐγώ δέν γνωρίζω ὅτι θά σωθοῦμε σάν ἔθνος. Ὅταν λέγω αὐτό, δέν σημαίνει ὅτι περιφρονῶ τήν καταγωγή μας ἤ τά πραγματικά στοιχεῖα τῆς ἐθνικῆς μας ζωῆς, ἀλλά δέν ἠμποροῦμε νά δεθοῦμε ἐξ ὁλοκλήρου μέ τά παρόντα στοιχεῖα, ἐπειδή σέ μιά δεδομένη στιγμή, ἀποχωριζόμεθα ἀπ᾿ αὐτά.
Σωζόμεθα σάν ἔθνος; Τί σημαίνει σωζόμεθα σάν ἔθνος; Ὁ Θεός εἶναι πρόσωπο καί ὁμιλεῖ ὡς πρόσωπο μέ ἐμᾶς. Ἐσύ, Ψυχή, πού ἔκανες αὐτή τήν ἐρωτησι, ἠμπορεῖς νά σωθῆς.

 Ἴσως νά εἶσαι Τάταρος, δέν γνωρίζω· ξέρω ὅτι εἶσαι Ρουμᾶνος, ἀφοῦ μέ ἐρώτησες στήν γλῶσσα μας, ἀλλά ἀπ᾿ ὅπου καί νά εἶσαι, ἐσύ εἶσαι αὐτός πού σώζεσαι.
Πρέπει νά ἰδοῦμε στό παρελθόν μέ τί ἐμεῖς συνδεόμεθα καί ἀπό τί χωριζόμεθα. Τό Ἔθνος μας καλεῖται Χριστός. Ἤ, ἐάν θέλης, τό ἔθνος μας καλεῖται Ἰσραήλ, δηλαδή λαός τοῦ Θεοῦ.
Ἐμεῖς εἴμεθα ὁ νέος Ἰσραήλ, ὁ πνευματικός Ἰσραήλ. Καί ἰδού ἐπιστρέφουμε στό θέμα τοῦ πνεύματος καί τῆς ἀληθείας.
Πατρίδα μας δέν εἶναι ἡ Ρωσία, ἡ Ρουμανία ἤ ἡ Ἀγγλία, ἀλλά ἡ Ἄνω Ἱερουσαλήμ· πατρίδα μας εἶναι αὐτή πού ἔρχεται καί ὄχι αὐτή, ὅπου γεννηθήκαμε.
Γεννηθήκαμε σέ μιά «φωλιά», ὅπως τά πουλιά καί ζοῦμε σ᾿ αὐτήν μέχρις ὅτου μεγαλώσουν τά φτερά μας γιά νά πετάξουμε καί ἐμεῖς, μ᾿ ἕνα πέταγμα πρός τήν αἰωνιότητα. Καί πάλι, λέγω, δέν περιφρονοῦμε τό ἔθνος μας. Γιά μένα ἰδιαίτερα, πού γεννήθηκα ρουμᾶνος ἐσήμαινε ὅτι βαπτίσθηκα ὀρθόδοξος Χριστιανός καί γι᾿ αὐτό εἶμαι περισσότερο ἀπό κάθε τι ἄλλο εὐγνώμων ἀπέναντι στόν Θεό
Ἀλλά ἄς ἐπανέλθουμε στήν ἐρώτησι. Ἐκεῖ ὅπου ὁ Κύριος μᾶς τοποθετεῖ γιά τούς λόγους τούς ὁποίους Ἐκεῖνος γνωρίζει, ἐκεῖ γίνεται καί ἡ σωτηρία μας. Καί ἡ σωτηρία εἶναι-ἐπανέρχομαι στόν προηγούμενο λόγο μας, τόν ὁποῖον γνωρίζεις-ἡ ἐπιστροφή μας στήν φύσι μας.
Μένουμε ἕνα σύντομο χρονικό διάστημα ἐδῶ στήν γῆ, ὅπως σύντομο ἦτο καί τό διάστημα στήν κοιλία τῆς μητέρας μας.
Ἀποθάναμε ὡς πρός τήν ζωή μέσα στήν κοιλία τῆς μητέρας μας γιά νά γεννηθοῦμε σ᾿ αὐτή τήν ζωή, πού εἶναι ὑπαρκτή, ἀλλά ἀκόμη δέν εἶναι ὕπαρξις.
Πῶς; Πεθαίνοντας σιγά-σιγά ὡς πρός τήν ἁμαρτία. Σκεφθῆτε ἀκόμη ὅτι τό Βάπτισμα εἶναι ἕνας θάνατος, ὅπως λέγει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, διότι πεθαίνουμε ὡς πρός τόν παλαιό ἄνθρωπο γιά νά γεννηθοῦμε κατά τόν νέο ἄνθρωπο, ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ (Ρωμ.6,3-6).
Συνεπῶς, ἀπό τήν ἀρχή τῆς ζωῆς μας ἡ ἐπιστροφή μας στήν ἀληθινή ὕπαρξι εἶναι ὁ θάνατος.
Ἔχω νά σᾶς εἰπῶ τώρα ἕνα ἀπροσδόκητο γεγονός. Στά τελευταῖα δύο χρόνια συμμετεῖχα σ᾿ ἕνα συνέδριο τῆς Ορθοδόξου Νεολαίας τῆς Δύσεως. Κουρασμένος πάρα πολύ (τόσο ὥστε δέν ἔβλεπα καλά ἀπό τή ν κούρασι), ἀναζητοῦσα στό σταθμό τῶν τραίνων τοῦ Παρισιοῦ μία ἀποβάθρα, ἀπό ὅπου θά ἔπαιρνα τό τραῖνο νά ἐπιστρέψω στήν Ἀγγλία.
Πηγαίνοντας ἐκεῖ, συνήντησα μία ὁμάδα 15 περίπου νεαρῶν ἀγοριῶν, πού ἐστέκοντο γύρω ἀπό μία κολόνα.
Ὅταν ἐπέρασα δίπλα τους, ἄκουσα στό μέσον τῆς ὁμάδος κάποιον πού ἔλεγε: «Κύριε, ἐλέησον». Σέ μιά στιγμή σκέφθηκα: «Τί νά κάνω, νά τούς ὁμιλήσω ἤ ὄχι; Ἔκανα ἕνα βῆμα πρός τά ἐμπρός, ἐσταμάτησα, ἐπέστρεψα καί τούς εἶπα: «Ἡ στάσις εἶναι ἀκόμη πιό πέρα».

Ἐπῆγα, ἔμαθα γιά τήν σειρά καί τήν ὥρα πού ἔρχεται τό τραῖνο καί, ὅταν ἐπέστρεψα, μέ περιεκύκλωσαν ὅλοι, ὅπως φαντάζεσθε, καί τούς εἶπα: «Σᾶς ἔπιασα. Ἐσεῖς εἶσθε μόνον ἐραστές· ἐμεῖς εἴμεθα ἐπαγγελματίες, ἀλλά ὅλοι μας τό ἐπάθαμε ὅπως τώρα ἐσεῖς.
Ὅλοι ἐνομίζαμε ὅτι εἴμασταν οἱ μοναδικοί Ρουμᾶνοι ἤ Ρῶσοι καί ἡ Δύσις ἦτο γεμάτη ἀπ᾿ αὐτούς.
Κατόπιν μ᾿ ἐρώτησαν ποιός εἶμαι, ἀπό ποῦ εἶμαι καί τότε τούς εἶπα ὅτι ὀνομάζομαι Ραφαήλ, ὅτι ἔρχομαι ἀπό τό Λονδίνο, ἐνῶ αὐτοί μοῦ εἶπαν ὅτι ἔρχονται ἀπό τήν Ρουμανία γιά νά εὕρουν μιά καλλίτερη ζωή στήν Δύσι.
Ἐγώ τούς ἀπογοήτευσα λιγάκι, δηλαδή τούς ἐξήγησα συγκεκριμένα πράγματα γιά τήν Δύσι, τά ὁποῖα ἐμεῖς οἱ «ἐπαγγελματίες» τά ἐγνωρίζαμε, ἐνῶ αὐτοί ὄχι.

Ἀνάμεσα στά ἄλλα τούς εἶπα: «Προσέχετε πολύ: εἴτε ἐδῶ, εἴτε στήν Ρουμανία ἀναζητεῖστε μία μοναδική ἐργασία, διότι λίγα χρόνια ζοῦμε ἐπί τῆς γῆς. Τό μοναδικό καί σπουδαιότερο ἔργο εἶναι ὁ λόγος τοῦ Χριστοῦ: «Ζητεῖτε πρῶτον τήν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καί τήν δικαιοσύνην αὐτοῦ» (Ματ.6,33).
Καί ἀκόμη τούς εἶπα: «Ἐάν καταλάβετε τήν συμβουλή μου, θά εὑρῆτε αὐτό πού ζητεῖτε τό ἴδιο καί ἐδῶ στήν Δύσι, ὅπως καί στήν Ρουμανία».

Απόσπασμα από το βιβλίο: Ομιλίες με τον π.Ραφαήλ Νόικα και π.Συμεών, εκδόσεις ΣΠΗΛΙΩΤΗ
Ἡ ἐπιστροφή μου στήν Ὀρθοδοξία   καί ἡ εἴσοδός μου στόν μοναχισμό